Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1611 / 2024    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1611/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ... Κρήτης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τoν πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: …/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και …/2022 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από ...2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν αυτός (απολειπόμενος διάδικος) κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1110/2023, ΑΠ 420/2023, ΑΠ 171/2022, ΑΠ 1507/2022). Εξ άλλου, από το άρθρο 143 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 με έναρξη ισχύος την 1.1.2016 (σύμφωνα με την παρ. 4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ιδίου νόμου), με το οποίο ορίζεται ότι "Ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του", συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια (εφόσον ασκηθεί έφεση) δίκη, θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής αποφάσεως, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ' αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα της αποφάσεως ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω κώδικα (Α.Π. 1578/2021, Α.Π. 1305/2020, Α.Π. 153/2019, Α.Π. 364/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, που έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (12.1.2024), δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, η αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "ALLIANZ ΑΕΓΑ", ούτε κατατέθηκε γι' αυτή έγγραφη δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης. Από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσείοντα, υπ' αριθμ....2022 έκθεση επιδόσεως, της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Ανατολικής Κρήτης Μ. Π., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από ... 2022 αιτήσεως, για αναίρεση της υπ' αριθμ. …/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, με την επιμέλεια αυτού, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στην πληρεξουσία δικηγόρο της αναιρεσίβλητης Γαλάτεια Κοζανίδη- Κτιστάκη, η οποία, κατά το προαναφερθέν άρθρο 143 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο Ν. 43...2015, φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου αυτής για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη, έως και την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), α) της υπ' αριθμ. …/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, επί της από ….2019 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και β) της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατά της ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως, υπ' αριθμ. …/2022 προσβαλλομένης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η ως άνω δικηγόρος παρέστη ως πληρεξουσία δικηγόρος της αναιρεσίβλητης, τόσο κατά την πρωτοβάθμια, όσο και κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, δεν προκύπτει δε ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο, από την απούσα αναιρεσίβλητη προς τον αναιρεσείοντα, η αντικατάστασή της. Με την υπό κρίση από ...2022 (αρ. κατ. …/2022) αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, υπ' αριθμ. …/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. ...2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, το οποίο είχε απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από …2019 αγωγή αυτού. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. ...2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (ήτοι διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού, άρθρα 591 παρ. 1, 614 αριθμ. 1, 6 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 43...2015), όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων, με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, από ...2004 και με αρ. κατ. ...2004 αγωγή του, ισχυρίστηκε ότι, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, από υπαιτιότητα του Μ. Α., οδηγού του ανασφάλιστου, υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, που ανήκε στον Μ. Α., προκλήθηκε τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο τραυματίστηκε ο ίδιος, που επέβαινε σ' αυτό. Ζήτησε δε, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων, οδηγού και ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου και Επικουρικού Κεφαλαίου, να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, τα αναφερόμενα ποσά, ως αποζημίωση της θετικής και αποθετικής του ζημίας και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης. Η ως άνω αγωγή συνεκδικάστηκε α) με την από ...2005 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή του Μ. Α., κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ A.E.Γ.A.", ως καθολικής διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "AGF KOSMOS A.E.Γ.A." και β) με την από ...2005 παρεμπίπτουσα αγωγή του Επικουρικού Κεφαλαίου, κατά των Μ. Α. και Μ. Α., εκδόθηκε δε επ' αυτών η υπ' αριθμ. ...2007 απόφαση του ως άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως προς τον εναγόμενο ιδιοκτήτη Μ. Α. και ως προς το Επικουρικό Κεφάλαιο, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτής ως προς το κονδύλιο των διαφυγόντων εισοδημάτων και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του εναγομένου οδηγού Μ. Α. να καταβάλει στον ενάγοντα, ήδη αναιρεσείοντα, το ποσό των 42.794,90 ευρώ. Κατά της αποφάσεως αυτής, ασκήθηκαν εφέσεις από όλους τους διαδίκους. Μετά δε την επαναφορά της υπόθεσης, ως προς το κονδύλιο των διαφυγόντων εισοδημάτων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ...2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του εναγομένου οδηγού Μ. Α. να καταβάλει στον ενάγοντα, το αναφερόμενο σ' αυτή ποσό. Εν συνεχεία, ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων, άσκησε ενώπιον του ιδίου πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την ...2007, δεύτερη αγωγή, στην οποία ενσωμάτωσε το κείμενο της πρώτης, από ...2004 αγωγής, ζητώντας να υποχρεωθούν ο οδηγός και ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου να του καταβάλουν α) τα ποσά που ζητούσε με την πρώτη αγωγή και β) το ποσό των 21.191,23 ευρώ, ως αποζημίωση για θετική του ζημία μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, σώρευσε δε στο ίδιο δικόγραφο και πλαγιαστική αγωγή, σε βάρος της ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία, επικαλούμενος αδράνεια του υπαιτίου οδηγού να ασκήσει τα δικαιώματά του κατά της αναιρεσίβλητης, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει στον ως άνω Μ. Α., τα ποσά που ο τελευταίος είχε υποχρεωθεί να καταβάλει σ' αυτόν (ενάγοντα, ήδη αναιρεσείοντα), με την πρώτη αγωγή. Επί της εν λόγω δεύτερης αγωγής, εκδόθηκε αρχικά μεν, η υπ' αριθμ. ...2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που ανέστειλε την εκδίκαση αυτής, μέχρι την έκδοση αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης, επί των εφέσεων που είχαν ασκηθεί κατά της υπ' αριθμ. ...2007, ως άνω, πρωτόδικης αποφάσεως, εν συνεχεία δε, μετά την απόρριψη των εν λόγω εφέσεων, με την υπ' αριθμ. ...2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η υπ' αριθμ. ...2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση ως προς το δεύτερο των εναγομένων Μ. Α., απορρίφθηκε η πλαγιαστική αγωγή, έγινε εν μέρει δεκτή η κύρια αγωγή και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος Μ. Α. να καταβάλει στον ενάγοντα, ήδη αναιρεσείοντα, το ποσό των 63.277,86 ευρώ, εκ των οποίων, ποσό 42.794,90 είχε ήδη επιδικασθεί αναγνωριστικά με την υπ' αριθμ. ...2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ποσό δε 20.442,96 ευρώ, αφορούσε αποζημίωσή του για την αποκατάσταση της επικαλούμενης μεταγενέστερης ζημίας αυτού. Κατόπιν ασκήσεως, κατά της αποφάσεως αυτής, της από ...2016 εφέσεως του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος και της από ...2018 αντεφέσεως της εναγομένης, ήδη αναιρεσίβλητης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ...2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, με την οποία απορρίφθηκε η αντέφεση, έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η έφεση και, μετ' εξαφάνιση της εκκληθείσας αποφάσεως, κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά στην πλαγιαστική αγωγή, έγινε αυτή (πλαγιαστική αγωγή) δεκτή και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της ήδη αναιρεσίβλητης να καταβάλει στον ασφαλισμένο της Μ. Α., κάθε ποσό που ο τελευταίος υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ήδη αναιρεσείοντα, κατά κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα, με βάση την από ...2004 και με αρ. κατ. ...2004, πρώτη αγωγή του. Με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου ένδικη, από ...2019, αγωγή του, ο ήδη αναιρεσείων ισχυρισθείς ότι μετά την έκδοση της ως άνω, υπ' αριθμ. ...2019, αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης και συγκεκριμένα την ...2019, εξαναγκάσθηκε από την ήδη αναιρεσίβλητη να υπογράψει εξώδικο συμβιβασμό - παραίτηση από κάθε άλλη αξίωση από το ένδικο τροχαίο ατύχημα, προκειμένου να του καταβληθεί το απομειωμένο ποσό που αναφέρεται στον ως άνω εξώδικο συμβιβασμό, ζήτησε να υποχρεωθεί η ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στον ασφαλισμένο της, υπαίτιο του τραυματισμού του οδηγό Μ. Α., ό,τι ποσό υποχρεώθηκε εκείνος να καταβάλει σ' αυτόν, με την υπ' αριθμ. ...2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, εκδοθείσα επί της με Γ.Α. .../2007 αγωγής του ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, ήτοι ποσό 21.193,23 ευρώ. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. ...2019 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατόπιν δε ασκήσεως κατ' αυτής, της από ...2020 (αρ. κατ. ...2020) εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. ...2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, με την οποία η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Με το άρθρο 591 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α 87) ορίζεται ότι στις ειδικές διαδικασίες (στις οποίες υπάγονται, μεταξύ των άλλων και οι διαφορές για ζημιές από αυτοκίνητα, κατά το άρθρο 614 αρ. 6, του ιδίου κώδικα), "τα περιεχόμενα στις προτάσεις μέσα επίθεσης και άμυνας προτείνονται συνοπτικώς και προφορικά και καταχωρίζονται στα πρακτικά συζητήσεως, διαφορετικά είναι απαράδεκτα". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Πολ.Δ., τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως [...] τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ` αυτές [...]". Από τις ως άνω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι, στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητα, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους με τις προτάσεις τους, να τους προβάλλουν δε και προφορικά, συνοπτικά, και κατά τη συζήτηση, με καταχώρησή τους στα πρακτικά, διαφορετικά είναι απαράδεκτοι. Απαιτείται, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν κατατεθούν έγγραφες προτάσεις, προφορική, έστω συνοπτική, προβολή των ισχυρισμών αυτών, που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση", σημειώνεται στα πρακτικά (Α.Π. 1148/2020, Α.Π. 235/2019) και, κατά συνέπειαν, απαιτείται να προκύπτει η προβολή αυτών ευθέως από το περί των προτάσεων και δηλώσεων τμήμα αυτών (πρακτικών) και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προβολής τους, είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρημένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (Ολ.Α.Π. 2/2005, Α.Π. 235/2019, Α.Π. 88/2018, Α.Π. 243/2015, Α.Π. 388/2013). Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.Α.Π. 2/2001, Ολ.Α.Π. 1/1999, A.Π. 270/2015) και με αυτόν ελέγχεται και η απόρριψη από το Δικαστήριο ισχυρισμού, περί απαραδέκτου του προβληθέντος από τον αντίδικο ισχυρισμού (Α.Π. 907/2022, πρβλ. Α.Π. 447/2020, Α.Π. 98/2015, Α.Π. 1387/2011, Α.Π. 1146/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα απέρριψε τον πρώτο λόγο της εφέσεώς του, με τον οποίο προσέβαλε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά το μέρος που είχε δεχτεί ένσταση της εναγομένης, ήδη αναιρεσίβλητης, ασφαλιστικής εταιρείας, περί υπάρξεως συμβάσεως εξώδικου συμβιβασμού, παρότι σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί παραδεκτά από την τελευταία κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και δεν είχε καταχωρηθεί στα πρακτικά, "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση", όπως απαιτείται κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 στ. δ' του Κ.Πολ.Δ. Πλην όμως, από τα υπ' αριθμ. ...2022 πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που πιστοποιούν τις γενόμενες στο ακροατήριο διαδικαστικές πράξεις, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη είχε προβάλει, συνοπτικά, ένσταση εξόφλησης της επίδικης αξιώσεως, τα περιστατικά δε της ενστάσεως αυτής ανέλυσε στις από ...2019 έγγραφες πρωτόδικες προτάσεις της, όπου διευκρινίζεται ότι η απαίτηση εξοφλήθηκε, μέσω της συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς και της παραίτησης του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος, που έγινε την ...2019, με απόδειξη καταβολής προς αυτόν, του ποσού των 99.206,79 ευρώ. Σημειώνεται ότι το παραπάνω περιεχόμενο των ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εγγράφων προτάσεων της αναιρεσίβλητης προκύπτει από το ίδιο το αναιρετήριο και ειδικότερα από την επί λέξει αναφορά αυτού στον ερευνώμενο πρώτο λόγο αναιρέσεως, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει το δικόγραφο των πρωτόδικων προτάσεων της, απούσας κατά την παρούσα συζήτηση, αναιρεσίβλητης. Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε τον σχετικό, πρώτο λόγο εφέσεως του ενάγοντος- εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, με την αιτιολογία ότι η εναγομένη- εφεσίβλητη, ήδη αναιρεσίβλητη, είχε προτείνει παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με δήλωση που καταχωρήθηκε συνοπτικά στα πρακτικά και αναλύθηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις της, ένσταση εξοφλήσεως, ορθά έκρινε, σύμφωνα με τις προτεκτεθείσες στη μείζονα σκέψη διατάξεις των άρθρων 591 παρ. 1, 614 παρ.5 εδ. α' και 256 παρ. 1 περ. δ' του Κ.Πολ.Δ., τις οποίες δεν παραβίασε και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., απορριπτομένου ως αβασίμου του πρώτου λόγου αναιρέσεως. Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής ή της ενστάσεως, έκρινε αυτήν (αγωγή ή ένσταση) ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη. Για να ιδρυθεί, πάντως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, πρέπει, ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., να έχει προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναιρέσεως, στην οποία πρέπει, επίσης, να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ενστάσεως, που κρίθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε, σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της αποφάσεως, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναιρέσεως (Α.Π. 791/2015, Α.Π. 192/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ` όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 65/2017, Α.Π. 73/2016, Α.Π. 825/2015). Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της εφέσεώς του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.Α.Π. 15/2000, Α.Π. 259/2017, Α.Π. 168/2015). Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγους αναιρέσεως (Α.Π. 259/2017, Α.Π. 142/2013), ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 14 του εν λόγω άρθρου (Α.Π. 353/2020, Α.Π. 14/2017, Α.Π. 538/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την προταθείσα από την εναγομένη- εφεσίβλητη, ήδη αναιρεσίβλητη, ένσταση συμβιβασμού. Προς τούτο, επικαλείται ότι είχε προτείνει, με την προσθήκη των προτάσεών του στο Εφετείο, τον ισχυρισμό περί αοριστίας της προταθείσας από την εναγομένη-εφεσίβλητη, ήδη αναιρεσίβλητη, ενστάσεως συμβιβασμού, λόγω του ότι δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ο τερματισμός της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητας με αμοιβαίες υποχωρήσεις, στοιχείο αναγκαίο για τη στοιχειοθέτηση του συμβιβασμού. Ο λόγος, όμως, αυτός, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, δεδομένου ότι ο ηττηθείς πρωτοδίκως ενάγων- εκκαλών, ήδη αναιρεσείων, του οποίου η αγωγή απορρίφθηκε, μετ' αποδοχή ως βάσιμης, της προβληθείσας από την εναγομένη- εφεσίβλητη, ήδη αναιρεσίβλητη, ενστάσεως εξοφλήσεως κατόπιν συμβιβασμού, για το παραδεκτό του σχετικού λόγου αναιρέσεως, έπρεπε, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη, να είχε προτείνει την αοριστία της (δεκτής γενόμενης πρωτοδίκως) ως άνω ενστάσεως, με λόγο της εφέσεώς του και όχι με την προσθήκη των προτάσεών του. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 871 ΑΚ, με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μια έριδά τους ή μια αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της συμβάσεως αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 174 και 180 ΑΚ). Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλην άλλων, και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητος, ως προς κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Και, φιλονικία μεν (έρις) υπάρχει, όταν καθένας από τους συμβαλλομένους αμφισβητεί τη νομική ή πραγματική βασιμότητα των απαιτήσεων του άλλου, άσχετα αν έχει πράγματι αμφιβολία περί αυτών ή πράττει τούτο από απλή κακοβουλία, αβεβαιότητα δε, όταν κανένας από τους συμβαλλομένους δεν είναι βέβαιος για τις δικές του απαιτήσεις, δηλαδή, αν γεννήθηκε η έννομη σχέση, αν υπάρχει, μεταξύ ποίων προσώπων ή σε ποια έκταση. Οι αμοιβαίες υποχωρήσεις των συμβαλλομένων θεωρούνται κατά την κοινή αντίληψη και μπορεί να είναι νομικής ή πραγματικής φύσεως. Αρκεί το ένα συμβαλλόμενο μέρος να προβαίνει σε μια θυσία, γιατί σε αντίστοιχη θυσία προβαίνει και το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Η υποχώρηση μπορεί να συνίσταται και στην παραίτηση του συμβαλλομένου από τα ένδικα μέσα κατά οριστικής ή και τελεσίδικης αποφάσεως (ΑΠ 1257/2017, ΑΠ 313/2013). Η υποχώρηση, στην οποία προβαίνει το ένα μέρος, δεν είναι απαραίτητο να είναι ισάξια προς την υποχώρηση του άλλου μέρους. Αν δεν υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα ή η υπάρχουσα λύεται με υποχώρηση μόνο του ενός εκ των μερών, τότε δεν πρόκειται για συμβιβασμό, αλλά για άλλου είδους σύμβαση. Για τη σύναψη της συμβάσεως συμβιβασμού απαιτείται πρόταση του ενός των συμβαλλομένων μερών με περιεχόμενο την, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, διάλυση της έριδος ή αβεβαιότητος και αποδοχή αυτής από το έτερο μέρος. Οι σχετικές δηλώσεις βουλήσεως και οι πράξεις των μερών, που περιέχονται στην πρόταση και την αποδοχή, αποτελούν πραγματικά περιστατικά, η συνδρομή των οποίων κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση όμως, για το αν τα συγκεκριμένα περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι καταρτίστηκε σύμβαση συμβιβασμού, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, και συνεπώς, σε περίπτωση σφάλματος, ως προς τον ορθό χαρακτηρισμό τους, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 871 Α.Κ. (Ολ.Α.Π. 578/1980). Η σύμβαση συμβιβασμού είναι υποχρεωτική για τους συμβαλλομένους, γεγονός που σημαίνει, ότι τα μέρη δεν μπορούν να προβάλλουν αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκαν με το συμβιβασμό και, αν κάποιο από τα μέρη τις προβάλλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με την ανατρεπτική ένσταση της συνάψεως συμβιβασμού. Δηλαδή, με το συμβιβασμό τερματίζεται οριστικώς η διαφορά και δεν μπορεί πλέον να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση, που ρυθμίστηκε με αυτόν, το δε δικαστήριο, αν προταθεί η ένσταση του συμβιβασμού, οφείλει να διατυπώσει το διατακτικό της αποφάσεώς του, σύμφωνα με το περιεχόμενο του συμβιβασμού (Α.Π. 876/2020, Α.Π. 1005/2019, πρβλ. Α.Π. 1483/2018, Α.Π. 1257/2017, Α.Π. 1738/2017, Α.Π. 669/2016). Εξάλλου, ο συμβιβασμός, ως αμφοτεροβαρής σύμβαση υπόκειται στις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 του Α.Κ. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 178 του Α.Κ. "δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, κριτήριο των χρηστών ηθών αποτελούν οι ιδέες, του, κατά γενική αντίληψη, με φρόνηση και χρηστότητα, σκεπτομένου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη, που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, όχι μεμονωμένα από την αιτία, που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή τον σκοπό στον οποίο αυτοί αποβλέπουν, αλλά από το σύνολο των περιστάσεων και των συνθηκών, που τη συνοδεύουν. Κατά το άρθρο δε 179 του Α.Κ., το οποίο αποτελεί ειδικότερα περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 178 του ιδίου Κώδικα: "άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή περιουσιακά ωφελήματα που κατά τις περιστάσεις τελούν σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή". Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 174 και 180 του Α.Κ., για να χαρακτηρισθεί μία δικαιοπραξία ως αισχροκερδής - καταπλεονεκτική και συνεπώς άκυρη, λόγω αντιθέσεώς της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικώς τρία στοιχεία, δηλαδή α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ενός από τους συμβαλλομένους και γ) εκμετάλλευση, από το συμβαλλόμενο, της γνωστής σ' αυτόν ανάγκης ή κουφότητος ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του. Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητος ή της απειρίας όμως δεν είναι απαραίτητο, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της δεύτερης από τις ως άνω διατάξεις, να συντρέχουν σωρευτικώς, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνον του ενός εξ αυτών. Απειρία, είναι η έλλειψη της συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές. Κουφότητα δε, είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική. Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Εκμετάλλευση υπάρχει, όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία), επωφελείται και, με κατάλληλο χειρισμό, επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή. Ειδικότερα, προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή, που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου, επί ζημία του άλλου. Η δυσαναλογία αυτή, η οποία διαπιστώνεται, ενόψει των περιστάσεων και της φύσεως της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισής της (περιεχόμενο, σκοπός, αξία παροχών), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποκειμενικές παραστάσεις ή επιθυμίες των μερών, αποτελεί νομική έννοια, και ως εκ τούτου η κρίση για την ύπαρξη αυτής ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.Α.Π. 714/1973). Η κρίση, όμως, του ουσιαστικού δικαστηρίου, με την οποία διαπιστώνει, κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, ότι συνέτρεξαν ή όχι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, δεν ελέγχεται αναιρετικώς κατ` άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 714/1973, Α.Π. 1738/2017, Α.Π. 432/2016, Α.Π. 151/2015, πρβλ. Α.Π. 1650/2018). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Α.Π. 94/2021, Α.Π. 665/2020, Α.Π. 391/2020, Α.Π. 1139/2019). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Α.Π. 468/2023, Α.Π. 1458/2021, Α.Π. 390/2021, Α.Π. 371/2021). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 994/2023, Α.Π. 468/2023, Α.Π. 844/2022, Α.Π. 258/2022). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση, πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1500/2022, Α.Π. 509/2022, Α.Π. 1504/2021, Α.Π. 947/2020). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1228/2023, Α.Π. 1134/2018, Α.Π. 224/2023, Α.Π. 182/2023, Α.Π. 69/2023). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αιτιώμενος ότι το Εφετείο, με ελλιπείς αιτιολογίες α) δέχτηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την προταθείσα από την ήδη αναιρεσίβλητη ένσταση εξοφλήσεως με συμβιβασμό, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτή το ακριβές περιεχόμενο του συμβιβασμού και συγκεκριμένα ποια η μεταξύ των διαδίκων φιλονικία, προς διάλυση της οποίας καταρτίσθηκε η σύμβαση συμβιβασμού και ποια η υποχώρηση στην οποία προέβη η αναιρεσίβλητη, για την επίτευξή του και, έτσι, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 871 του Α.Κ. και β) απέρριψε τον ουσιώδη ισχυρισμό του (αντένσταση), περί ακυρότητας του εξώδικου συμβιβασμού ως αντικειμένου στην καλή πίστη και ως καταπλεονεκτικής δικαιοπραξίας και, έτσι, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 178 και 179 του ΑΚ. Από την προσβαλλομένη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται, για τις ανάγκες του ερευνώμενου, ως άνω, αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με την κατάρτιση και την εγκυρότητα του εξώδικου συμβιβασμού, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "...αποδείχθηκε ότι την ...2019 οι διάδικοι της παρούσας υπόθεσης, ήτοι αφενός ο ενάγων Ε. Κ. (ήδη αναιρεσείων) και αφετέρου η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία "ΑΛΛΙΑΝΖ ΕΛΛΑΣ ΑΕΓΑ" (ήδη αναιρεσίβλητη), προέβησαν σε σύμβαση συμβιβασμού και εξόφλησης και υπέγραψαν σχετικά την από ...2019 "ΣΥΜΒΑΣΗ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΥ, ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ, ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ και ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΕΥΡΩ 107.698,60", δυνάμει της οποίας ρύθμισαν εξωδικαστικά τις πάσης φύσεως αξιώσεις του ενάγοντος, πηγάζουσες από το ως άνω ένδικο τροχαίο ατύχημα και η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία κατέβαλε στον ενάγοντα ποσό 99.206,79 ευρώ (107.698,60 - τοκόσημο 8.941,81 ευρώ = 99.206,79 ευρώ), παραδίδοντας σε αυτόν ισόποση επιταγή, την οποία ο ενάγων παρέλαβε ανεπιφύλακτα κατά την ημέρα υπογραφής του συμφωνητικού. Με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση έφεσης, ο εκκαλών παραπονείται ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι η παραπάνω συμφωνία συμβιβασμού και εξόφλησης ήταν έγκυρη, ενώ έπρεπε να απορρίψει αυτή ως άκυρη και καταδυναστευτική - αντιτιθέμενη στην έννοια των διατάξεων 178 και 179 ΑΚ, επικαλούμενος ότι δεν εκτιμήθηκαν σωστά οι σχετικές αποδείξεις. Από το σύνολο των αποδείξεων, ουδόλως προέκυψε ότι ο ενάγων εξαναγκάσθηκε στην υπογραφή του ως άνω συμφωνητικού ή ότι πλανήθηκε ή απειλήθηκε ή δεσμεύτηκε η βούλησή του, ή ότι η εναγομένη εκμεταλλεύθηκε την απειρία, ή ανάγκη του ενάγοντος, προκειμένου να συμπράξει σε αυτό και να αποδεχθεί μετά ταύτα να λάβει ποσό απομειωμένο κατά 10.000 ευρώ, με αποτέλεσμα να υφίσταται λόγος ακύρωσης αυτού. Οι συνθήκες υπό τις οποίες επετεύχθη η επίμαχη συμφωνία, ήταν αποτέλεσμα ενεργειών του ενάγοντος, ο οποίος επικαλούμενος άμεση οικονομική ανάγκη, κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια, προκειμένου να του καταβληθεί η αποζημίωση επί σκοπώ αποφυγής και άλλων δικαστικών διενέξεων. Μάλιστα, ο ίδιος μετά του πατρός του και του πληρεξουσίου του δικηγόρου ομολογεί ότι μετέβη στα κεντρικά γραφεία της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας στην Αθήνα και αξίωνε την επίτευξη λύσης σχετικά με την άμεση καταβολή της αποζημίωσης, ενώ μετέπειτα ενημερώθηκε για την επιγενόμενη εξόφληση, την οποία, χωρίς επιφυλάξεις και με ελεύθερη βούληση, αποδέχθηκε και υπέγραψε, αφού είχε προηγηθεί σχετική ενημέρωση προς τους πληρεξουσίους του δικηγόρους. Υπό τις περιστάσεις αυτές... κάθε αμφισβήτηση περί του κύρους της συμφωνίας δεν κρίνεται βάσιμη, ενώ, δεν διακρίνεται δυσαναλογία του καταβληθέντος ποσού με τη ζημία, σε βαθμό που το περιεχόμενο της συμφωνίας να αντίκειται στην καλή πίστη, σε συνδυασμό με τα περιστατικά της συγκεκριμένης περίπτωσης. Η επάνοδος του ενάγοντος δανειστή με την κρινόμενη αγωγή σε αξίωση από την οποία παραιτήθηκε με το συμβιβασμό επιτρέπει στην υπόχρεη εναγόμενη (ασφαλιστή) να προβάλει κατά της αγωγής την προρρηθείσα ανατρεπτική ένσταση...
Εν προκειμένω, η ένδικη αξίωση του ενάγοντος των 21.193 ευρώ, αν και δεν περιέχεται ειδικά στην από ...2019 εντολή προ πληρωμή βάσει της παραπάνω αναφερόμενης με αριθμό ...2019 απόφασης του Μον. Εφετείου Ανατολικής Κρήτης (αφού έχει επιδικασθεί τελεσίδικα κατά του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου), εντούτοις καταλαμβάνεται από τη συμφωνία συμβιβασμού και εξόφλησης, καθώς αυτή συνομολογήθηκε και αφορά όλες τις παρούσες και μελλοντικές πάσης φύσεως απαιτήσεις, με παραίτηση του δικαιώματος επαναφοράς κονδυλίων από άλλες αγωγές ή περαιτέρω αποζημιώσεως στο μέλλον, πιθανολογούμενων ή απλά ενδεχόμενων. Ο ίδιος δε, δήλωσε ότι δεν διατηρεί οποιαδήποτε άλλη αξίωση κατά της εναγομένης και του ασφαλισμένου της, με αφορμή τον ένδικο τραυματισμό του... Επομένως, δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια και έκανε δεκτή την ως άνω υποβληθείσα ένσταση εξόφλησης δια της προαναφερόμενης οριστικής συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς και εξ αυτού απέρριψε την αγωγή του παθόντος, γι' αυτό και ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος...". Δηλαδή, το Εφετείο δέχθηκε α) ότι η ένδικη αξίωση του ήδη αναιρεσείοντος, εξοφλήθηκε ολοσχερώς στις ...2019, μέσω συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, που καταρτίστηκε κατά την ίδια ημέρα, μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης, με βάση την οποία ρυθμίστηκαν, με οριστική επίλυση και με αμοιβαίες υποχωρήσεις, όλες οι διαφορές τους από το ένδικο ατύχημα, β) ότι δεν υπάρχει κραυγαλέα διάσταση μεταξύ του ποσού του εξώδικου συμβιβασμού (107.698,60 ευρώ), καθόσον αυτό υπολείπεται της πραγματικής οφειλής, μόνο κατά 10.000 ευρώ, γ) ότι η μη καταβολή του υπολειπόμενου ποσού των 10.000 ευρώ, δεν συνιστά μεγάλη σκληρότητα, που αντίκειται στην καλή πίστη και δ) ότι ο ως άνω εξώδικος συμβιβασμός δεν είναι αισχροκερδής, διότι δεν αποδείχθηκε προφανής δυσαναλογία παροχής- αντιπαροχής (μόνο η απλή ανισότητα δεν αρκεί), ούτε ότι η αναιρεσίβλητη εν γνώσει της εκμεταλλεύτηκε την απειρία ή την ανάγκη του αναιρεσείοντος, ενόψει του ότι ο τελευταίος, κατά τις παραδοχές, υπέγραψε το συμφωνητικό συμβιβασμού- εξόφλησης, κατόπιν πιέσεων και επιμονής του ιδίου και αφού είχε προηγηθεί σχετική ενημέρωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Με τις ανωτέρω παραδοχές του, που στηρίζουν το διατακτικό της αποφάσεώς του, το Εφετείο διέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της κατάρτισης και της εγκυρότητας του, μη συνιστώντος καταπλεονεκτική δικαιοπραξία, εξώδικου συμβιβασμού και την, με βάση αυτόν, ολοσχερή εξόφληση των απαιτήσεων του ήδη αναιρεσείοντος και, έτσι, δεν στέρησε αυτήν από νόμιμη βάση, εφόσον, τα περιστατικά που, ανελέγκτως αναιρετικά, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για υπαγωγή στο πραγματικό της εφαρμοσθείσας ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 871 του Α.Κ., την οποία δεν παραβίασε εκ πλαγίου, και τη μη υπαγωγή στις μη εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 178 και 179 του Α.Κ., τις οποίες, επίσης, δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Συνεπώς, ο με το προαναφερθέν περιεχόμενο τρίτος λόγος αναιρέσεως, πέραν του απαραδέκτου αυτού, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων, υπό την επίφαση της πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ,, επιχειρεί να πλήξει την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού (άρθρο 561 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, σε κάθε περίπτωση, απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε, ο ίδιος ή οποιοδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Ωστόσο, στην προσβαλλομένη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου. Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (Α.Π. 1354/ 2022, Α.Π. 1186/2021, Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1349/2017). Ειδικότερα, όμως, οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στο συμβολαιογράφο, που προβλέπονταν από το άρθρο 270 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και ήδη από τα άρθρα 421 - 424 του Κ.Πολ.Δ., όπως αυτά αντικαταστάθηκαν με το ν. 4335/2015, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, το οποίο αναφέρεται ρητά και στην περιοριστική απαρίθμηση των νομίμων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 του Κ.Πολ.Δ. και, επομένως, πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν ελήφθησαν υπόψη (Α.Π. 1538/2022, Α.Π. 804/2022, Α.Π. 467/2022, Α.Π. 365/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, αιτιώμενος ότι το Εφετείο, για να απορρίψει τον ουσιώδη ισχυρισμό του περί ακυρότητας του εξώδικου συμβιβασμού, λόγω αντιθέσεώς του στα χρηστά ήθη, δεν έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα από τον ίδιο, μετ' επικλήσεως, υπ' αριθμ. ...2019, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ηρακλείου, ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ι. Κ.. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπου, στο δεύτερο φύλλο, οπίσθια όψη αυτής, ρητά αναφέρεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του, κατά την κατ' ουσίαν έρευνα της εφέσεως του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του, εκτός των άλλων, και την επίμαχη (υπ' αριθμ. ...2019) ένορκη βεβαίωση, σε συνδυασμό και με το όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά, αντιθέτως, καθίσταται αδίστακτα βέβαιο ότι το ανωτέρω δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση. Η περαιτέρω αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι εάν είχε ληφθεί υπόψη η εν λόγω ένορκη βεβαίωση, το δικαστήριο θα είχε οδηγηθεί σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και, συνακόλουθα, σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη πρόβλεψη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 220/2023, Α.Π. 1591/2022, Α.Π. 1538/2022, Α.Π. 1075/2022) και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλεται. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο, κατ' άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ της αναιρεσίβλητης, η οποία, λόγω της ερημοδικίας της, δεν υποβλήθηκε σε έξοδα, ούτε άλλωστε υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από ...2022 (αρ. κατ. …2022) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. ...2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου, ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ