Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1657 / 2024    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1657/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ά. Π. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Παπαδάτο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ" και δ.τ. "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΕ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", 6) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 7) αλλοδαπής τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "FCE BANK PLC" και την εμπορική επωνυμία "Ford Credit", που διατηρεί παράρτημα στην Ελλάδα (Περιστέρι Αττικής) και εκπροσωπείται νόμιμα, 8) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 9) εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της εδρεύουσας στο Λουξεμβούργο και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρίας με την επωνυμία "ULTIMO PORTFOLIO INVESTMENT (LUXEMBOURG) SA", ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1η και 5η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 8-4-2024, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, το 6ο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η, 3η, 4η, 7η, 8η και 9η δεν παραστάθηκαν.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση στον: Λ. Σ. του Π., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.
Της προσθέτως υπέρ της "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "INTRUM HELLAS AEΔΑΔΠ" (πρώην "Alternative Financial Solutions Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας και πληρεξούσιας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "PHOENIX SNF Finance Designated Activity Company", ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Κικιλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-1-2014 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 446/2017 μη οριστική και 120/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1152/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-8-2022 αίτησή της, η δε προσθέτως παρεμβαίνουσα με το από 15-3-2024 δικόγραφό της ζητεί τα εις αυτό αναφερόμενα.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και οι 1η, 5η και 6ο των αναιρεσιβλήτων, καθώς και η προσθέτως παρεμβαίνουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προς συζήτηση: 1) η από 12-8-2022 (αριθμ.έκθ. κατ. 5/29-8-2022) αίτηση αναίρεσης και 2) η από 15-3-2024 (αριθμ. κατ. 27/20-3-2024) αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.", οι οποίες, πρέπει, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πλήττεται η υπ' αριθμ. 1152/2021 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επομ. του ΚΠολΔ, με την οποία δικάζονται σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010 οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", της έβδομης εφεσίβλητης και ήδη έβδομης αναιρεσίβλητης αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "FCE BANK PLC", της όγδοης εφεσίβλητης και ήδη όγδοης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και της ένατης εφεσίβλητης και ήδη ένατης αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ, ως προς τις οποίες εχώρησε η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 764 παρ. 2 του ΚΠολΔ) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Πλην, όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και ως προς αυτές, διότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 780/2022, ΑΠ 1376/2021, ΑΠ 67/2020).
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 ΚΠολΔ, ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες, περαιτέρω δε, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553 παρ. 1β,556,558,564 παρ. 3,586,741 και 769 ΚΠολΔ), ήτοι εντός διετίας από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης, η οποία έλαβε χώρα στις 7-12-2021 και η αναίρεση κατατέθηκε στις 29-8-2022, αφού δεν προκύπτει επίδοση αυτής. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1152/2023). Αν αντιθέτως η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε, αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 534/2023, ΑΠ 474/2022). Στην αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί. Την κλήτευση του απολειπομένου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 175/2023, ΑΠ 474/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη από 12-8-2022 αίτηση αναίρεσης (της αιτούσας Ά. Π.), με πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ) προσδιορίσθηκε για να συζητηθεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 19-4-2024 και ορίσθηκε προθεσμία κοινοποίησής της 60 ημέρες πριν τη δικάσιμο. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την ως άνω δικάσιμο δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο η δεύτερη αναιρεσίβλητη ("ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε."), η τρίτη αναιρεσίβλητη ("ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ"), η τέταρτη αναιρεσίβλητη ("ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε."), η έβδομη αναιρεσίβλητη ("FCE BANK PLC"), η όγδοη αναιρεσίβλητη ("ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.") και η ένατη αναιρεσίβλητη ("CEPAL HELLAS"), ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτές δήλωση, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ). Από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από την αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, εκθέσεις επίδοσης με αριθμούς 9598Γ/16-6-2023, 9617Γ/23-6-2023, 9603Γ/16-6-2023, 9604Γ/16-6-2023, 9597Γ/16-6-2023 και 9584Γ/13-6-2023 του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Π. Ν., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 12-8-2022 αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις απολειπόμενες αναιρεσίβλητες. Επομένως, εφόσον οι τελευταίες δεν εμφανίστηκαν κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78 ΚΠολΔ. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται, όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες, που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 177/2011, ΑΠ 1485/2006). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου στο επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ' αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της άσκησής της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1736/2017). Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 215 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 Ν. 4335/2015 και 81 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και όπως συνάγεται από τη διάρθρωση του πραγματικού αυτών, η επέλευση των συνεπειών της άσκησης τόσο της αγωγής, όσο και της παρέμβασης, εξαρτάται από την ενέργεια και των δύο επί μέρους διαδικαστικών πράξεων, λαμβανομένων σε ενότητα, ώστε η έλλειψη της επίδοσης να συνιστά έλλειψη όρου του υποστατού αυτών. Γι` αυτό, όταν δεν έχει γίνει επίδοση της αγωγής ή της παρέμβασης, τότε η μεν άσκηση αυτών δεν επιφέρει τα αποτελέσματά της, η δε έλλειψη αυτή λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο είτε κατ' ένσταση είτε αυτεπαγγέλτως, δεν υπάρχει δε κατ' αρχήν τρόπος θεραπείας της έλλειψης παρά μόνο με την ενέργεια της ελλείπουσας επίδοσης και βέβαια μέσα στη νόμιμη προθεσμία, διότι άλλως το ένδικο βοήθημα θεωρείται ως μη ασκηθέν, όπως ρητά διαγράφει πλέον τη συνέπεια αυτή για την αγωγή (άρα κατά παραπομπή και για την παρέμβαση) το νέο άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ, αίρεται δε πλέον η, υπό το προϊσχύσαν του ν. 4335/2015 δίκαιο, αμφισβήτηση, αν η έλλειψη της επίδοσης της αγωγής λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως ή μόνον κατ' ένσταση και εφόσον επέφερε αυτή στον προτείνοντα διάδικο (δικονομική) βλάβη, που δεν μπορεί άλλως να επανορθωθεί, οπότε σε διαφορετική περίπτωση θεραπεύεται το σχετικό ελάττωμα που προκύπτει από την μη επίδοση (ΑΠ 267/2021). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του Ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του Ν. 4307/2014 (Α 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Στην προκειμένη περίπτωση, η εδρεύουσα στο Δήμο Αθηναίων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και το διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.", πρώην "ALTERNATIVE FINANCIAL SOLUTIONS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 20-3-2024 και επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, καθόσον με πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου ορίσθηκε προθεσμία κοινοποίησης του δικογράφου 30 ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο, στην αναιρεσείουσα ‘Α. Π., (βλ. την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την προσθέτως παρεμβαίνουσα υπ' αριθ. 3068Β'/29-3-2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Κέρκυρας με έδρα το Πρωτοδικείο Κέρκυρας Β. Μ.), στην υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε. και στους λοιπούς αναιρεσίβλητους, "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS A.E", "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", "Τράπεζα Eurobank AE", "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", "FCE BANK PLC", "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και "CEPAL HELLAS Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις", καθώς και στον συνοφειλέτη -εγγυητή Λ. Σ. (βλ. τις υπ' αριθ. 4775ΣΤ'/29-3-2024,4774ΣΤ'/29-3-2024, 4771ΣΤ'/29-3-2024, 4776ΣΤ'/29-3-2024, 4769ΣΤ'/29-3-2024, 4777ΣΤ'/29-3-2024, 4768ΣΤ'/29-3-2024, 4773ΣΤ'/29-3-2024, 4772ΣΤ'/29-3-2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Σ. Κ. και την υπ' αριθμ. 3069Β'/29-3-2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Κέρκυρας με έδρα το Πρωτοδικείο Κέρκυρας, αντίστοιχα) άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια και πληρεξούσια των απαιτήσεων, των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "PHOENIX SNF DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", ειδική διάδοχος της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 325 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει (απόφαση 326/2/17-9-2019 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την τράπεζα, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από 12-9-2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν.2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό Πρωτοκόλλου 269/13-7-2020 (στον τόμο 11 και με αριθμό 217), έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "PHOENIX SNF DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού, που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί με έδρα το Δουβλίνο της Ιρλανδίας, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε τη διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 21-7-2020 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων. Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από τη σύμβαση που συνήψε με την αναιρεσείουσα. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ' άρθρα 80 και 83 ΚΠοΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας.
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση (ως εκ του χρόνου υποβολής της ένδικης αίτησης στο Ειρηνοδικείο Κέρκυρας, στις 20-1-2014), πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, είναι να έχει περιέλθει ο οφειλέτης, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει τον ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως αυτή γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη, διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα, ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 77/2021, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (ΑΠ 677/2010). Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά και η περίπτωση εκείνη, κατά την οποία ο δράστης επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, ως ενδεχόμενο, το αποτέλεσμα και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή, γενικότερα, η αδικοπραξία κ.λπ. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή, του δράστη, για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω, απαιτείται και αρκεί η πρόβλεψη και η αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος, σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα, για την ύπαρξη της ευθύνης, περιστατικά (ΑΠ 1352/2021). Στην περίπτωση του ν. 3869/2010, η έννοια του δόλου συνδέεται με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και σε χρόνο μετά την ανάληψη αυτής. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (ΑΠ 1504/2022, ΑΠ 539/2022, ΑΠ 183/2022, ΑΠ 59/2021). Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε, από δική του υπαιτιότητα, βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).
Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης, ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση, υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από το δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν, έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία, αναλαμβάνει, και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος που θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων, σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου (ΑΠ 1164/2022, ΑΠ 778/2022, ΑΠ 539/2022, ΑΠ 1035/2021). Εξάλλου, από τη διάταξη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου ως άνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010 (όπως τούτο ισχύει, κατά τα προαναφερθέντα), που προβλέπει ότι την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, προκύπτει ότι το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 734/2019, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά, για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 183/2022, ΑΠ 83/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 697/2020), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ και, αντίστοιχα, του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα. Ειδικά, η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 608/2023, ΑΠ 758/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν, ισχύει δε και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1040/2022, ΑΠ 604/2021, ΑΠ 981/2020). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ., όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΑΠ 75/2022, ΑΠ 75/2022, ΑΠ 42/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 1559/2022, ΑΠ 1040/2022, ΑΠ 1106/2021, ΑΠ 123/2021). Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1040/2022, ΑΠ 56/2022, ΑΠ 1127/2021, ΑΠ 123/2021). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1913/2022, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 507/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας, με την προσβαλλόμενη (1152/2021) απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα ακόλουθα: "Η αιτούσα (ήδη αναιρεσείουσα) έχει γεννηθεί την 22η-4-1967, είναι ηλικίας πενήντα τεσσάρων (54) ετών και διαζευγμένη. Από το γάμο της δε με τον πρώην σύζυγό της, Λ. Σ., που λύθηκε αμετάκλητα την ..., απέκτησε δύο (2) ανήλικα τέκνα, το Ν. Σ., που γεννήθηκε την ..., ηλικίας σήμερα ... και την Ό. Σ., ηλικίας σήμερα ... ετών. Εργάζεται ως δημόσια υπάλληλος στην Περιφερειακή Εκπαίδευση Ιόνιων Νήσων έναντι μηνιαίου μισθού ανερχόμενου (τόσο κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης -2014- όσο και κατά το χρόνο συζήτησης αυτής -2018-) στο ποσό των 1.000,00 ευρώ περίπου, ενώ ο πρώην σύζυγός της εργάζεται ως καθηγητής - θεολόγος στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα οικονομικά στοιχεία - εκκαθαριστικά σημειώματα, το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα της αιτούσας και του συζύγου της, το οικονομικό έτος 2005 ανερχόταν στο ποσό των 30.756,00 ευρώ (εκ των οποίων 14.085,00 ευρώ αντιστοιχούσαν στο ατομικό εισόδημα της αιτούσας και 16.671,00 ευρώ στο ατομικό εισόδημα του συζύγου της), το οικονομικό έτος 2006 στο ποσό των 32.158,00 ευρώ (εκ των οποίων 14.633,00 ευρώ αντιστοιχούσαν στο ατομικό εισόδημα της αιτούσας και 17.525,00 ευρώ στο ατομικό εισόδημα του συζύγου της), το οικονομικό έτος 2007 στο ποσό των 34.784,00 ευρώ (εκ των οποίων 16.120,00 ευρώ αντιστοιχούσαν στο ατομικό εισόδημα της αιτούσας και 18.664,00 ευρώ στο ατομικό εισόδημα του συζύγου της), το οικονομικό έτος 2008 στο ποσό των 41.669,00 ευρώ (εκ των οποίων 17.692,00 ευρώ αντιστοιχούσαν στο ατομικό εισόδημα της αιτούσας και 23.977,00 στο ατομικό εισόδημα του συζύγου της), το οικονομικό έτος 2010 στο ποσό των 17.634,00 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο ατομικό εισόδημα της αιτούσας, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το ατομικό εισόδημα του συζύγου της, αφού κατά το έτος 2010 επήλθε διακοπή της έγγαμης συμβίωσής τους. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα έχει στην πλήρη κυριότητα της: 1) ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου μιας οριζόντιας ιδιοκτησίας αποτελούμενης από υπόγειο και ισόγειο, συνολικού εμβαδού 93,44 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "..." εντός του οικισμού ..., αντικειμενικής αξίας (του ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου) 34.731,65 ευρώ (βλ. Ε.Τ.Α.Κ. έτους 2008), η οποία αποτελεί την κύρια κατοικία της, την οποία απέκτησε με τη λήψη στεγαστικού δανείου, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Κερκύρας, Μ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κερκύρας στον τόμο 1452 και με αύξοντα αριθμό 83.783, 2) ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ενός ισόγειου διαμερίσματος, εμβαδού 57,94 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." εντός του οικισμού ..., αντικειμενικής αξίας (του ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου) 21.536,30 ευρώ (βλ. Ε.Τ.Α.Κ. έτους 2008), το οποίο απέκτησε με τη λήψη στεγαστικού δανείου, (το έτερο ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου των ανωτέρω ακινήτων ανήκει στο σύζυγό της, ο οποίος ενέχεται ως συνοφειλέτης στις δανειακές συμβάσεις) 3) ποσοστό 100% ενός ημιτελούς διαμερίσματος, εμβαδού 27 τ.μ., που βρίσκεται στο δεύτερο (2°) όροφο της κείμενης επί της οδού Προσφόρου αρ.45 στην πόλη της Κέρκυρας οικοδομής, αντικειμενικής αξίας 17.577,00 ευρώ, το οποίο ομοίως απέκτησε με τη λήψη στεγαστικού δανείου, 4) ποσοστό 100% ενός αγροτεμαχίου έκτασης 1.000,00 τ.μ. στη θέση "..." στον ..., αντικειμενικής αξίας 1.232,00 ευρώ, 5) ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου έκτασης 7.500,00 τ.μ. στη θέση "..." στον ..., αντικειμενικής αξίας 4.620,00 ευρώ, 6) ποσοστό 100% ενός αγροτεμαχίου έκτασης 1.000,00 τ.μ. στη θέση "..." στον ..., αντικειμενικής αξίας 1.232,00 ευρώ, 7) ποσοστό 100% ενός αγροτεμαχίου έκτασης 500,00 τ.μ. στη θέση "..." στον ..., αντικειμενικής αξίας 616,00 ευρώ, 8) ποσοστό 100% ενός αγροτεμαχίου έκτασης 1.000,00 τ.μ. στη θέση "..." στον ..., αντικειμενικής αξίας 1.232,00 ευρώ και 9) ένα αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε., εργοστασίου κατασκευής FORD, τύπου FIESTA, έτους πρώτης κυκλοφορίας 2010, αξίας πέντε χιλιάδων (5.000,00) ευρώ. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, έχουν χορηγηθεί στην αιτούσα από τις καθ' ων πιστώτριες - ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες τα παρακάτω δάνεια: Α. Από την πρώτη καθ' ης ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε." τα κάτωθι δάνεια, στα οποία συμβλήθηκε ως οφειλέτρια: 1. στεγαστικό δάνειο με υπόλοιπο οφειλής την 29-10-2015 ποσού 249.506,67 ευρώ, 2. στεγαστικό δάνειο με υπόλοιπο οφειλής την 29-10-2015 ποσού 92.785,78 ευρώ, 3. καταναλωτικό δάνειο με υπόλοιπο οφειλής την 29-10-2015 ποσού 9.770,96 ευρώ. Β. Από τη δεύτερη καθ' ης ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Αlpha Τράπεζα Α.Ε" τα κάτωθι δάνεια στα οποία ενέχεται ως οφειλέτρια: 1. καταναλωτικό δάνειο με υπόλοιπο οφειλής την 26-10-2015 ποσού 1.921,31 ευρώ, 2. καταναλωτικό δάνειο με υπόλοιπο οφειλής την 26-10-2015 ποσού 7.398,64 ευρώ και 3. καταναλωτικό δάνειο με υπόλοιπο οφειλής την 26-10-2015 ποσού 3.197,33 ευρώ. Γ. Από την τρίτη καθ' ης ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", η οποία τελεί υπό ειδική εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα από την ειδική εκκαθαρίστρια ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΡQΗ ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ":-στεγαστικό δάνειο, στο οποίο ενέχεται ως κύρια οφειλέτρια, με υπόλοιπο οφειλής την 20-10-2015 ποσού 83.798,72 ευρώ. Δ. Από την τέταρτη καθ' ης ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.": στεγαστικό δάνειο, στο οποίο ενέχεται ως κύρια οφειλέτρια, με υπόλοιπο οφειλής την 08-02-2016 ποσού 163.768,88 ευρώ. Ε. από την πέμπτη καθ' ης ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Α.Τ.Ε.", καθολική διάδοχος του οποίου κατέστη η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias A.E.: καταναλωτικό δάνειο, στο οποίο ενέχεται ως κύρια οφειλέτρια, με υπόλοιπο οφειλής την 27-11-2013 ποσού 9.504,26 ευρώ. ΣΤ. από το έκτο καθ' ου νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων: -στεγαστικό δάνειο/μικροεπισκευών, στο οποίο ενέχεται ως κύρια οφειλέτρια, με υπόλοιπο οφειλής την 27-10-2015 ποσού 8.947,76 ευρώ. Ζ. Από την έβδομη καθ' ης ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΡCΕ ΒΑΝΚ ΡLC: - καταναλωτικό δάνειο, στο οποίο ενέχεται ως κύρια οφειλέτρια, με υπόλοιπο οφειλής την 05-01-2016 ποσού 16.262,20 ευρώ και Η. Από την όγδοη καθ' ης ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.": α. καταναλωτικό δάνειο, στο οποίο ενέχεται ως κύρια οφειλέτρια, με υπόλοιπο οφειλής την 25-11-2015 ποσού 349,74 ευρώ, β. καταναλωτικό δάνειο, στο οποίο ενέχεται ως κύρια οφειλέτρια, με υπόλοιπο οφειλής την 25-11-2015 ποσού 229,59 ευρώ και γ. καταναλωτικό δάνειο, στο οποίο ενέχεται ως κύρια οφειλέτρια, με υπόλοιπο οφειλής την 26-11-2015 ποσού 64,47 ευρώ. Με βάση λοιπόν τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η αιτούσα προέβη στην κατάρτιση πλήθους δανειακών συμβάσεων (στεγαστικών και καταναλωτικών) και μάλιστα με οκτώ (8) πιστωτικά ιδρύματα, λαμβάνοντας δεκατέσσερα (14) δανειακά προϊόντα, ήτοι πέντε (5) υπό τη μορφή στεγαστικού δανείου και εννέα (9) υπό τη μορφή καταναλωτικού δανείου, αναλαμβάνοντας οφειλές που εμφανίζουν χρεωστικό υπόλοιπο συνολικού ποσού 647.506,00 ευρώ. Ειδικότερα, η αιτούσα οφείλει στην πρώτη καθ' ης το ποσό των 352.063,41 ευρώ, στη δεύτερη το ποσό των 12.517,28 ευρώ, στην τρίτη το ποσό των 83.798,72 ευρώ, στην τέταρτη το ποσό των 163.768,88 ευρώ, στην πέμπτη το ποσό των 9.504,26 ευρώ, στο έκτο το ποσό των 8.947,46 ευρώ, στην έβδομη το ποσό των 16.262,20 ευρώ και στην όγδοη το ποσό των 643,80 ευρώ. Περαιτέρω, το ύψος του απαιτούμενου μηνιαίου οικογενειακού κόστους της αιτούσας, λαμβανομένων υπόψη για τον καθορισμό αυτού, αφενός των βιοτικών αναγκών της ιδίας για την κάλυψη των αναγκών διατροφής της, στις οποίες περιλαμβάνονται οι συνήθεις ανάγκες τροφής, ένδυσης, ηλεκτροφωτισμού, θέρμανσης, ύδρευσης, ψυχαγωγίας και συμμετοχής της στην κοινωνική ζωή, αφετέρου των βιοτικών αναγκών των ανηλίκων τέκνων της, όπως προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής τους, με τις οποίες συνεκτιμώνται και οι συνθήκες της ζωής και οι δυνάμεις των γονέων τους, στις οποίες περιλαμβάνονται τα απαραίτητα έξοδα για τη διατροφή, ένδυση, εκπαίδευση και ψυχαγωγία του, ανέρχεται, όπως η ίδια διατείνεται στο δικόγραφο της αίτησής της στο ποσό των 930,00 ευρώ, το οποίο ποσό ανταποκρίνεται στο ελάχιστο επίπεδο οικονομικής διαβίωσης της αιτούσας και της οικογένειάς της. Από την αντιπαραβολή όμως των μηνιαίων εισοδημάτων της αιτούσας, που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 1.000,00 ευρώ, των μηνιαίων δαπανών που απαιτούνται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της ιδίας και των ανηλίκων τέκνων της, που ανέρχονται στο ποσό των 930,00 ευρώ και των μηνιαίων δαπανών που απαιτούνται για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτριών, καθίσταται βέβαιο το γεγονός ότι αυτή έχει περιέλθει ήδη από το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης (20-1-2014) σε αδυναμία να πληρώνει τα ληξιπρόθεσμα χρέη της, που προέρχονται από τις προαναφερόμενες δανειακές συμβάσεις. Μάλιστα η αδυναμία πληρωμών εκ μέρους της αιτούσας, όπως αποδείχθηκε, εμφανίστηκε πρόσκαιρα κατά το έτος 2010, οπότε και διεκόπη η έγγαμη συμβίωσή της με το σύζυγό της και έπαψε να απολαμβάνει την συνεισφορά του τελευταίου στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών της ιδίας και των τέκνων της και μάλιστα χωρίς να καταβάλλει έκτοτε κάποιο ποσό για τη τακτική μηνιαία διατροφή των ανηλίκων τέκνων του, συγχρόνως δε υπέστη αξιοσημείωτες περικοπές στο μισθό της εξαιτίας της οικονομικής κρίσης που έπληξε τη διεθνή και εγχώρια αγορά, και όντας επαπειλούμενη και συνεχώς εξελισσόμενη από τότε, κατέστη τελικώς μόνιμη και γενική κατά τον κρίσιμο χρόνο της κατάθεσης της υπό κρίσης αίτησης (20-1-2014). Οι καθ' ων ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες και νυν εφεσίβλητες (ήδη αναιρεσίβλητες), απαντώντας στην ένδικη αίτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προέβαλλαν την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών των χρεών της, αναφέροντας: α) τα τραπεζικά προϊόντα που η αιτούσα συμφώνησε, β) τον χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτής κατά τον χρόνο σύναψης των δανειακών συμβάσεων καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, πρόβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός της θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, ισχυρισμό που νομίμως επαναφέρουν και ενώπιον αυτού του δικαστηρίου με τις κατατεθειμένες έγγραφες προτάσεις τους, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, παρά τα όσα αντίθετα περί αοριστίας υποστηρίζει η εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της έφεσής της. Αντιθέτως, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι κατά το χρόνο ανάληψης των παραπάνω δανειακών υποχρεώσεων τα εισοδήματα της ήταν υψηλότερα αφενός διότι ο μισθός της ήταν μεγαλύτερος και αφετέρου διότι ακόμη δεν είχε λάβει χώρα η διακοπή της έγγαμης συμβίωσής της με τον πρώην σύζυγό της, με τον οποίο συνεισέφεραν από κοινού για να καλύψουν τα οικογενειακά βάρη, και μπορούσε (η αιτούσα) να εξυπηρετεί τα δάνεια καταβάλλοντας τις προβλεπόμενες μηνιαίες δόσεις. Εντούτοις, ο εν λόγω ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθόσον τα εισοδήματα της αιτούσας ουδέποτε επαρκούσαν για την εξυπηρέτηση των αναληφθεισών από αυτήν δανειακών υποχρεώσεων. Ειδικότερα, η τελευταία προέβη στη σύναψη πολλαπλών δανειακών συμβάσεων (κατά κύριο λόγο στεγαστικών) κατά τα έτη 2006 και 2007, παρά το γεγονός ότι το ετήσιο οικογενειακό της εισόδημα, όπως αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, δεν της επέτρεπε να καλύψει το ύψος των μηνιαίων δόσεων, ιδίως αν ληφθεί υπόψη και το ιδιαίτερα αυξημένο μηνιαίο οικογενειακό κόστος διαβίωσης για μια τετραμελή οικογένεια με δύο (2) ανήλικα τέκνα, όπως εν προκειμένω. Πιο συγκεκριμένα την 31η-1-2006 έλαβε στεγαστικό δάνειο ποσού 155.000,00 ευρώ, την 31η-5-2006 καταναλωτικό δάνειο ποσού 5.353,14 ευρώ, την 12η-12-2006 επισκευαστικό δάνειο ποσού 20.000,00 ευρώ, την 4η-9_2007 συμφώνησε στην τροποποίηση των όρων ήδη χορηγηθέντος στεγαστικού δανείου ποσού 130.000,00 ευρώ, το οποίο κατά την προαναφερόμενη ημεροχρονολογία εμφάνιζε ανεξόφλητο υπόλοιπο 129.365,25 ευρώ, την 8η-10-2007 έλαβε στεγαστικό δάνειο ποσού 62.304,25 ευρώ, την 11η-10-2007 καταναλωτικό δάνειο ποσού 7.610,09 ευρώ, την 27η-11- 2007 στεγαστικό δάνειο ποσού 67.000,00 ευρώ, ενώ κατά τους προαναφερθέντες χρόνους ανάληψης των χρεών αυτών το μηναίο οικογενειακό της εισόδημα δεν ξεπερνούσε το ποσό των 2.700 ευρώ, ποσό το οποίο σε καμία περίπτωση δεν επαρκούσε για την εξυπηρέτηση όλων αυτών των τραπεζικών προϊόντων, οι μηνιαίες δόσεις των οποίων, σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες βεβαιώσεις, εκτιμώνται ότι ξεπερνούν το ποσό των 2.200,00 ευρώ. Εξάλλου, όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε και η ίδια η αιτούσα κατά την εξέταση της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, λάμβανε καταναλωτικά δάνεια προκειμένου να μπορέσει να ανταποκριθεί όχι μόνο στις δόσεις των λοιπών δανείων της, αλλά και στα συμβολαιογραφικά και φορολογικά έξοδα για τη σύναψη συμβολαίων αγοραπωλησίας ακινήτου, πιστοληπτική συμπεριφορά η οποία με βεβαιότητα θα οδηγούσε την αιτούσα σε αδυναμία πληρωμής, ακόμα και δεν μεσολαβούσαν η οικονομική κρίση και το διαζύγιό της. Πρέπει μάλιστα να σημειωθεί ότι η αιτούσα δεν αρκέστηκε στη σύναψη στεγαστικών δανείων για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών της οικογένειάς της με την αγορά πρώτης κατοικίας αλλά προέβη σε επιπλέον δανεισμό για την απόκτηση έτερου ακινήτου στην παλιά πόλη της Κέρκυρας, το οποίο αποπειράθηκε να ανακαινίσει χωρίς ποτέ ωστόσο να ολοκληρώσει τις εργασίες επισκευής, αλλά αντιθέτως αναγκάστηκε να δαπανήσει το ποσό του δανείου που έλαβε για την επισκευή του για την κάλυψη των δόσεων των αρχικών στεγαστικών δανείων (βλ. όσα κατέθεσε η ίδια εξεταζόμενη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο). Ενδεικτικό εξάλλου του δόλου της αιτούσας κατά την εκ μέρους της λήψη δανειακών προϊόντων είναι το γεγονός ότι, ενώ κατά τη διάρκεια των ετών 2005 έως 2009 είχε ήδη δημιουργήσει όλες τις προαναφερόμενες οφειλές, που ξεπερνούσαν το ποσό των 600.000,00 ευρώ, το έτος 2010, ήτοι ενώ είχε ξεκινήσει να ταλανίζει τη χώρα η γενικευμένη οικονομική κρίση και ενώ είχε προηγηθεί η διακοπή της έγγαμης συμβίωσής της με τον σύζυγό της, οπότε είχε ήδη υποστεί αξιοσημείωτη μείωση του οικογενειακού της εισοδήματος, αιτήθηκε και έλαβε α) από την έβδομη των καθ' ων - ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΡCΕ ΒΑΝΚ ΡLC" καταναλωτικό δάνειο ποσού 15.000,00 για την αγορά καινούργιου αυτοκινήτου και β) από την πρώτη των καθ' ων - ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε." τοκοχρεωλυτικό δάνειο ποσού 63.000,00 ευρώ, τα οποία γνώριζε ότι δε μπορούσε να αποπληρώσει.
Συνεπώς, η σύγκριση των οικονομικών υποχρεώσεων, τις οποίες ανέλαβε η αιτούσα με την κατάρτιση των ένδικων συμβάσεων, προς τις οικονομικές της δυνάμεις και την εν γένει περιουσιακή της κατάσταση οδηγεί με ευχέρεια στο συμπέρασμα ότι κατά τα χρονικά σημεία που καταρτίστηκαν οι εν λόγω συμβάσεις, η τελευταία τελούσε σε γνώση της αδυναμίας της να ανταπεξέλθει στην εμπρόθεσμη και προσήκουσα εκπλήρωση των υποχρεώσεων της που απέρρεαν από αυτές, καθώς είναι oφθαλμοφανής η δυσαναλογία μεταξύ των οικονομικών μεγεθών, τα οποία παρατίθενται ανωτέρω, με αποτέλεσμα να μπορεί να γίνει εύκολα αντιληπτή και από πρόσωπο στερούμενο εξειδικευμένων οικονομικών γνώσεων, όπως η αιτούσα. Εντούτοις, σύμφωνα προς όσα εκτίθενται ανωτέρω, η τελευταία εμφανίζεται όχι μόνο να αναλαμβάνει οικονομικές υποχρεώσεις, στις οποίες εμφανώς αδυνατούσε να συμμορφωθεί, αλλά να αυξάνει αυτές με την πάροδο του χρόνου παρά το γεγονός ότι η εισοδηματική και περιουσιακή κατάσταση της παρέμενε ίδια και ταυτοχρόνως δεν ανέμενε μελλοντική αύξηση των εισοδημάτων της από άλλη πηγή. Έτι περαιτέρω, όχι μόνο δεν αξιοποίησε την ακίνητη περιουσία της, και δη το διαμέρισμα στην παλιά πόλη της Κέρκυρας (με μίσθωση, εκποίηση κ.λπ.) για την απομείωση των οφειλών της, αλλά αφενός συνέχισε να δανειοδοτείται, διογκώνοντας όμως έτσι τα υφιστάμενα χρέη της, όταν η οικονομική ύφεση είχε πλέον γενικευθεί και αφετέρου διαχειρίστηκε την περιουσία της με τρόπο επιζήμιο για την ικανότητα της να αποπληρώσει τα χρέη της, ενισχύοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την αδυναμία της να ανταποκριθεί στις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές της με δόλο. Κατά συνέπεια, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα δολίως περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής των χρεών της, δεκτής γενομένης ως και κατ' ουσίαν βάσιμης της προβληθείσας ένστασης δόλου εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση και νυν εφεσίβλητων, η δε κατάφαση της αποδειχθείσας ως άνω δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της αναιρεί για αυτήν την ιδιότητα του καλόπιστου υπερχρεωμένου οφειλέτη που δικαιούται να υπαχθεί στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010. Επομένως, με βάση αυτές τις παραδοχές, έτσι που έκρινε η εκκαλουμένη και απέρριψε την αίτηση, δεν παραβίασε τις διατάξεις του ν.3869/2010, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην νομική σκέψη που προηγήθηκε, αλλά ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει, μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης, να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 3-7-2020 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 61/6-7-2020) έφεση της ήδη αναιρεσείουσας αιτούσας, επικυρώνοντας την υπ' αριθμ. 120/2020 πρωτόδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας, που είχε απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 17-1-2014 (αριθμ. έκθ. κατ. 20/20-1-2014) αίτησή της. Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας, που δίκασε ως Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 262 του ΚΠολΔ, δέχθηκε ως ορισμένη την πρωτοδίκως εκ μέρους της πρώτης ("Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε." και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία") και της πέμπτης ("Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε." και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος ΑΤΕ") των καθ' ων, ήδη πρώτης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων πιστωτριών τραπεζών, ένσταση δόλιας περιέλευσης αυτής σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της και απέρριψε τον προταθέντα νομίμως εκ μέρους της, με λόγο έφεσης, ισχυρισμό, περί αοριστίας της ένστασης και, μετ' απόρριψη της έφεσής της, επικύρωσε την υπ' αριθμ. 120/2020 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας, το οποίο αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την ένσταση του δόλου, απέρριψε την αίτησή της, για τη δικαστική ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων χρεών της προς τα καθ' ων η αίτηση πιστωτικά ιδρύματα. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της υπ' αριθμ. 120/2020 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας και της εκδοθείσας επ' αυτής υπ' αριθμ. 1152/2021 προσβαλλόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, καθώς και από όσα διαλαμβάνονται στις προσκομισθείσες από την αναιρεσείουσα από 29-5-2018 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας κατατεθείσες προτάσεις της πρώτης και της πέμπτης των καθ' ων,ήδη πρώτης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, προκύπτει ότι οι ως άνω τραπεζικές εταιρείες, προκειμένου να θεμελιώσουν την προβληθείσα από αυτές ένσταση δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, υποστήριξαν επί λέξει: "...η αιτούσα κατέφυγε στον υπερδανεισμό αποδεχόμενη το ενδεχόμενο να βρεθεί κάποια στιγμή σε αδυναμία να ανταπεξέλθει στις οικονομικές της συνολικά υποχρεώσεις. Πιο συγκεκριμένα η αιτούσα έλαβε ένα στεγαστικό δάνειο συνολικής σημερινής οφειλής ποσού 210.503,03, έχοντας προφανώς ως μοναδικό της έσοδο το μισθό της δημοσίου υπαλλήλου. Εν συνεχεία όμως η αιτούσα δεν αρκέστηκε μόνο στη λήψη του ως άνω υπέρογκου δανείου. Η ίδια προσχώρησε και σε σύναψη δανείων καταναλωτικής φύσεως συνολικής οφειλής 79.201,22 ευρώ. Φυσικά στην υπό κρίση αίτηση παραλείπεται να αναφερθεί ο λόγος για τον οποίο η αιτούσα προχώρησε κατά το παρελθόν σε τέτοιας έκτασης ανεξέλεγκτο δανεισμό. Σε κάθε περίπτωση πάντως, η αιτούσα, ακόμα και αν αδυνατούσε να προβλέψει την οικονομική κρίση, η πρακτική της αυτή (του αλόγιστου δανεισμού) θα την οδηγούσε με βεβαιότητα στον υπερδανεισμό και σε μετέπειτα οικονομική δυσχέρεια. Υπό τα περιστατικά αυτά, η υπαιτιότητα της αιτούσας είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον προέβλεψε το αποτέλεσμα αυτό (της αδυναμίας πληρωμής των χρεών της) ως πιθανό και το αποδέχθηκε. Δηλαδή, γνώριζε ότι η αδυναμία πληρωμής των χρεών της αποτελούσε ένα ενδεχόμενο, που η πραγμάτωση του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα, κρίνεται δε ότι ένας τόσο υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποφευχθεί, πράγμα που ερμηνεύεται ως αποδοχή του ...". Η ένσταση αυτή των καθ' ων, ήδη πρώτης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, είναι, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με το άρθρο 262 του ΚΠολΔ, στοιχεία και ειδικότερα διαλαμβάνει, ότι η αιτούσα συμφώνησε με τις τραπεζικές εταιρείες την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, αν και προέβλεπε, ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες, θα την οδηγούσαν σε κατάσταση αδυναμία πληρωμών και ότι αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Συνακόλουθα, το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας, με το να κρίνει ορισμένη την ως άνω ένσταση, απορρίπτοντας την προβαλλόμενη από την εκκαλούσα, ήδη αναιρεσείουσα, με λόγο έφεσης, ένσταση αοριστίας αυτής, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη (ΑΠ 608/2023). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατ' εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, Δικαστήριο, παραβίασε και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, διότι διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, ως προς την κατάγνωση σε βάρος της δόλου στην πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας της για την πληρωμή των χρεών της, που αποκλείει την υπαγωγή της στις προστατευτικές διατάξεις του ως άνω νόμου και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό των παραβιασθεισών ουσιαστικών διατάξεων. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες, διότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο: α) αν και δέχθηκε ότι δεν αξιοποίησε την ακίνητη περιουσία της και δη το διαμέρισμα στην παλαιά πόλη της Κέρκυρας (με μίσθωση, εκποίηση κλπ) και διαχειρίστηκε την περιουσία της με τρόπο επιζήμιο, δεν διαλαμβάνει κατά πόσο θα ήταν διαφορετική η κατάσταση των οφειλών της, έναντι των πιστωτριών της- αναιρεσιβλήτων, αν είχε προβεί στην εκμίσθωση του ως άνω ακινήτου, καθώς η μη εκμίσθωση ή εκποίηση του ακινήτου δεν αποτελεί και απόδειξη δολιότητας του οφειλέτη και β) αν και δέχθηκε, ότι το καταναλωτικό δάνειο, ποσού 15.000 ευρώ, για την αγορά αυτοκινήτου, μετά το διαζύγιό της, αποτελεί ενδεικτικό στοιχείο του δόλου της, δεν διαλαμβάνει η προσβαλλομένη, κατά πόσο θα ήταν διαφορετική η κατάσταση των οφειλών της έναντι των πιστωτριών της-αναιρεσιβλήτων, αν δεν είχε προβεί στην αγορά του αυτοκινήτου. Ο λόγος αυτός, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι οι ως άνω επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ελλείψεις, δεν συνιστούν τέτοιες, καθώς οι προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δεν αποτελούν παραδοχές, διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός της και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια, αλλά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, με βάση τα οποία το Εφετείο στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παράβασης εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 930/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ1400/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ: Α) Την από 12-8-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5/29-8-2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 1152/2021 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας και Β) Την από 15-3-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 27/20-3-2024 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.".
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ