Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1660 / 2024    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1660/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη και Εισηγητή, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Μιχαήλ Αποστολάκη και Ελένη Θεοδωρακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της καλούσας - εφεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ ΑΕ", και τον διακριτικό τίτλο "ΟΠΑΠ ΑΕ" που εδρεύει στον Δήμο Αθηναίων Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: 1) Λάμπρο Κιτσαρά και 2) Δημήτριο Αγγελάκη, οι οποίοι ανακάλεσαν την από 16-5-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Του καθού η κλήση - εκκαλούντος: Κ. Χ. του Α., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του: 1) Θεμιστοκλή Κλουκίνα, 2) Ιωάννη Τόλη και 3) Χρήστο Φίλιο, οι οποίοι αφού έλαβαν διαδοχικά τον λόγο υπέβαλαν αίτημα αναβολής έκδοσης οριστικής απόφασης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 50 παρ.3 Ν.345/1976 "Περί Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου" μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 20/2024 αίτησης του εκκαλούντος κατά της εφεσίβλητης κατά το άρθρο 48 του ανωτέρω νόμου, που έχει ασκηθεί στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, περί άρσης της αμφισβήτησης της έννοιας τυπικού νόμου, για την οποία έχει εκδοθεί αντίθετη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας προς την 1356/2023 επίδικη παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου, όπως αναλυτικά αναφέρουν στις προτάσεις τους. Ακολούθως έλαβαν τον λόγο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της εφεσίβλητης, οι οποίοι αντέλεξαν στο αίτημα αναβολής και ζήτησαν να απορριφθεί.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από: 16-12-2010 και 20-12-2010 αγωγές του ήδη εφεσιβλήτου - καθού η κλήση, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 444/2014 μη οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1049/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία συνεκδίκασε τις ως άνω αγωγές με την από 7-2-2012 αγωγή του ήδη εφεσιβλήτου - καθού η κλήση, και 3154/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 3-8-2017 αίτησή της και τους από 5-2-2018 πρόσθετους αυτής λόγους, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 108/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 3154/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1170/2021 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, επί της οποίας ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1356/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την από 29-6-2021 αίτηση του Κ. Χ., δέχτηκε την από 6-4-2021 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ (ΟΠΑΠ) ΑΕ", αναίρεσε την υπ' αριθ. 1170/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό και κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση από το τμήμα τούτο. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 29-9-2023 κλήση της καλούσας, μετά και την κατάθεση των από 12-4-2024 προσθέτων λόγων έφεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 8 παρ.1 του Ν.3043/2002, "πρόσθετοι λόγοι έφεσης ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και, αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από το δικόγραφο αυτό, κοινοποιείται στον εφεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης". Για την άσκηση των προσθέτων λόγων της εφέσεως απαιτείται να συντελεσθούν και οι δύο ως άνω, συμπλεκτικώς οριζόμενες, διαδικαστικές πράξεις, της καταθέσεως δηλαδή του περιέχοντος τους λόγους δικογράφου και της κοινοποιήσεως αυτού στον εφεσίβλητο, οι οποίες αποτελούν την προδικασία της ασκήσεως, κατά την έννοια του άρθρου 111 ΚΠολΔ και, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, πρέπει αμφότερες να λάβουν χώρα πριν από την τιθέμενη προθεσμία των τριάντα ημερών πριν από την ημερομηνία συζητήσεως της εφέσεως (ΟλΑΠ 27/2007). Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 579 παρ.1 ΚΠολΔ αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 524 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι "η κατάθεση των προτάσεων γίνεται έως την έναρξη της συζήτησης και η κατάθεση της προσθήκης σε αυτές έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι, σε περίπτωση αναιρέσεως εφετειακής αποφάσεως, είναι επιτρεπτή η από τον εκκαλούντα άσκηση προσθέτων λόγων εφέσεως μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, το πρώτον ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής, υπό τους όρους και προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ.2 ΚΠολΔ, αφού, αφ' ενός μεν δεν συνδέεται η προθεσμία επιδόσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων με τη δικάσιμο, αλλά με τη συζήτηση της υποθέσεως (άρθρο 520 παρ.2), αφ' ετέρου δε ορίζεται επάνοδος των διαδίκων στην προ της αναιρεθείσας αποφάσεως κατάσταση και ακύρωση της προ αυτής διαδικασίας, στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση (ΟλΑΠ 27/2007), συνεπώς συνάγεται και ότι, αν, μετά την αναίρεση, η υπόθεση παραπεμφθεί σε ιδιαίτερη συζήτηση ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης θα κατατεθούν ενώπιον του Αρείου Πάγου, αφού αυτός είναι το δικαστήριο της παραπομπής.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 29-9-2023 κλήση της εναγομένης-εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου ΑΕ" (στο εξής ο ΟΠΑΠ) και μετά την έκδοση της υπ' αρ. 1356/2023 παραπεμπτικής απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση αναίρεσης του καθ' η κλήση - ενάγοντος -εκκαλούντος Κ. Χ. κατά της 1170/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και αφού έγινε δεκτή αντίστοιχη αίτηση αναίρεσης του ΟΠΑΠ κατά της ιδίας απόφασης, αναιρέθηκε κατά ένα μέρος η απόφαση αυτή και παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος προς ουσιαστική εκδίκαση στο τμήμα τούτο, φέρονται νόμιμα προς περαιτέρω κατ' ουσίαν συζήτηση, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, οι υπ' αρ. κατάθ. 2384/2016 έφεση και 8237/655/2019 πρόσθετοι λόγοι έφεσης του Κ. Χ. κατά του ΟΠΑΠ και κατά της 1049/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε τρεις συνεκδικασθείσες αγωγές του Κ. Χ. κατά του ΟΠΑΠ. Ειδικότερα η πιο πάνω κλήση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής της υπόθεσης, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης: Με την από 16-12-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 831/2011 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων Κ. Χ. εκθέτει ότι κατόπιν σχετικής αιτήσεως του, ο εναγόμενος ΟΠΑΠ του χορήγησε την από 26-11-2001 άδεια λειτουργίας πρακτορείου ΟΠΑΠ, στο Περιστέρι Αττικής, επιτρέποντας σ' αυτόν, δια της λειτουργίας πρακτορείου στην ανωτέρω διεύθυνση, την πρακτόρευση των παιχνιδιών που διοργανώνει, σύμφωνα με τους νόμους και τις διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία του, μεταξύ των οποίων και ο "Κανονισμός Λειτουργίας Πρακτορείων". Ότι από την έναρξη της λειτουργίας του ως άνω πρακτορείου τήρησε όλους τους όρους και προϋποθέσεις λειτουργίας του και όλες τις υποχρεώσεις του, ως πράκτορα, εφαρμόζοντας πάντα στο ακέραιο, τις διατάξεις του κανονισμού λειτουργίας των πρακτορείων ΟΠΑΠ. Ότι ουδέποτε δημιούργησε οποιοδήποτε πρόβλημα στον εναγόμενο, αποδίδοντας εμπροθέσμως και προσηκόντως προς τον τελευταίο τα εισπραχθέντα από τους πελάτες του πρακτορείου του, για λογαριασμό του, ποσά, παρακρατώντας την νόμιμη προμήθειά του,' ποσοστών 12% επί των πωλήσεων του παιχνιδιού "ΤΖΟΚΕΡ", 12% επί των πωλήσεων του παιχνιδιού "ΛΟΤΤΟ", 12% επί των πωλήσεων του παιχνιδιού "ΠΡΟΤΟ", 12% επί των πωλήσεων του παιχνιδιού "ΠΡΟΠΟ", 12% επί των πωλήσεων του παιχνιδιού "ΕΧΤΡΑ ΠΕΝΤΕ", 8% επί των πωλήσεων του παιχνιδιού "ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ", 7% επί των πωλήσεων του παιχνιδιού "ΚΙΝΟ" και 8% επί των πωλήσεων του παιχνιδιού "ΣΟΥΠΕΡ ΤΡΙΑ". Ότι στο παιχνίδι "ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ", το οποίο αποτελεί το μεγαλύτερο τμήμα του κύκλου εργασιών του ΟΠΑΠ, αλλά και το παιχνίδι το οποίο περιέχει ένα "ρίσκο" γι' αυτόν, γιατί αποτελεί "ευθύ" στοίχημα μεταξύ αυτού και των πελατών του, είχε ο ίδιος αναπτύξει ιδιαίτερες ικανότητες, με αποτέλεσμα οι πελάτες-παίκτες του να κερδίζουν μικρής ή και μεγάλης τάξεως κέρδη, έναντι του ΟΠΑΠ, λόγω της ενημέρωσης που αυτός τους παρείχε. Ότι για το λόγο αυτό και προκειμένου να διακόψει την λειτουργία του πρακτορείου του, περί τα τέλη Μαΐου - αρχές Ιουνίου 2006, ο ΟΠΑΠ, δια της νομικής του υπηρεσίας και του τομέα καταπολέμησης του παράνομου στοιχήματος, μεθόδευσε καταγγελία στην διεύθυνση λεσχών και παιγνίων της Ασφάλειας Αττικής, ότι στο πρακτορείο του ενάγοντος διεξαγόταν, δήθεν, παράνομο στοίχημα. Ότι κατόπιν αυτών των καταγγελιών ο ενάγων δέχθηκε, στις 07-06-2006, περί ώρα 20:00 μ.μ., αιφνιδιαστική έφοδο των οργάνων της Ασφάλειας και εν συνεχεία οδηγήθηκε στο Αυτόφωρο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, για να δικαστεί (μαζί με άλλους δύο παρευρισκόμενους στο πρακτορείο φίλους του), ως συναυτουργός του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 2433/1996 (παράνομο στοίχημα). Ότι ακολούθως ο ΟΠΑΠ, στις 7/6/2006, διέκοψε την on line σύνδεση που του παρείχε, καθιστώντας έτσι αδύνατη την λειτουργία του πρακτορείου και στα τέλη Αυγούστου του 2006 του κοινοποίησε απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου (ΔΣ), με την οποία ανεστάλη προσωρινά η λειτουργία του πρακτορείου μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, στο οποίο είχε παραπεμφθεί να δικασθεί, παραλείποντας όμως, κατά παράβαση της σχετικής νομικής υποχρέωσής του α) να γνωστοποιήσει στον ενάγοντα την πειθαρχική κατηγορία που του απαγγέλθηκε και β) να τον προσκαλέσει να λάβει μέρος στη συζήτηση της κατηγορίας και να απολογηθεί. Ότι μετά τη διεξαγωγή της σχετικής δίκης, ενώπιον του Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στις 14-06-2007, κατά την οποία ο ΟΠΑΠ παρέστη ως πολιτικώς ενάγων, αυτός κηρύχθηκε αθώος για το ανωτέρω αδίκημα, η δε απόφαση κατέστη τελεσίδικη στις 25-06-2007 και αμετάκλητη στις 07-12-2007. Ότι υπέβαλε στο ΟΠΑΠ την από 14-12-2007 αίτηση, με την οποία ζήτησε την άρση της αναστολής και την επαναχορήγηση της άδειας του πρακτορείου, αλλά αυτός αδικαιολόγητα αγνοεί την αίτηση αυτή και την αμετάκλητη αθώωσή του και συνεχίζει να κρατά κλειστή την on line σύνδεση του πρακτορείου. Ότι οι ανωτέρω ενέργειες των οργάνων του είναι αντισυμβατικές, παράνομες και υπαίτιες, ως ερχόμενες σε ευθεία αντίθεση με το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ, τα οριζόμενα στις οικείες διατάξεις του "Κανονισμού Λειτουργίας Πρακτόρων - Υποχρεώσεις και Δικαιώματα Πρακτόρων ΟΠΑΠ" και την συναλλακτική καλή πίστη, και έχουν ως αποτέλεσμα, πέραν της ηθικής βλάβης, να υποστεί και περιουσιακή ζημία, από τα διαφυγόντα κέρδη που απώλεσε, τα οποία με βεβαιότητα, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε από την λειτουργία του πρακτορείου για το χρονικό διάστημα από τον μήνα Ιούνιο 2006, έως τον μήνα Ιανουάριο 2008, παραθέτοντας στην αγωγή αναλυτικά στοιχεία για τις πωλήσεις που πραγματοποίησε ανά παιχνίδι και τις προμήθειες, που εισέπραξε, κατά το χρονικό διάστημα λειτουργίας του πρακτορείου από τις 26-11-2001 έως τις 7-6-2006. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων και μετά από την παραδεκτή παραίτησή του από το κυρίως αιτηθέν ποσό αποζημίωσης και την αφαίρεση των λειτουργικών εξόδων του ποσού 14.926,50 ευρώ ζητεί να υποχρεωθεί Ο ΟΠΑΠ να του καταβάλει, για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, νομιμοτόκως από την επίδοση, στις 4-4-2008, προηγούμενης αγωγής του για το ίδιο χρονικό διάστημα, η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη, άλλως από την επίδοση της ένδικης αγωγής το ποσό των 3.727.073,5 ευρώ υπολογιζόμενο βάσει των προμηθειών των προηγουμένων μηνών του έτους 2006, που είχαν ανέλθει συνολικά στους πρώτους πέντε μήνες του έτους αυτού σε 937.036,07 ευρώ, άλλως των 1.110.073,5 ευρώ υπολογιζόμενο με βάση τη μέση ετήσια προμήθεια των ετών 2003 έως και τον Μάιο του έτους 2006. Επίσης, με την από 20/12/2010, με αριθμό κατάθεσης 832/2011 αγωγή ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, της οποίας το περιεχόμενο είναι εντελώς όμοιο με αυτό της ανωτέρω αγωγής, ο ενάγων ζητεί, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αγωγικού αιτήματος, να υποχρεωθεί ο ΟΠΑΠ να του καταβάλει, για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από το Φεβρουάριο του 2008 έως και τον Μάιο του 2009, ως αποζημίωση για το κέρδος από προμήθειες που απώλεσε, το ποσό των 2.963.155,5, άλλως δε των 870.155,5 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση στις 25-6-2009 προηγούμενης αγωγής του για το ίδιο χρονικό διάστημα, η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη, άλλως από την επίδοση της ένδικης αγωγής. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 444/2014 μη οριστική απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις ως άνω δύο αγωγές και τις έκρινε επαρκώς ορισμένες και νόμιμες, ακολούθως ανέστειλε κατ' άρθρ.249 ΚΠολΔ την έκδοση οριστικής απόφασης, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση από το Εφετείο Αθηνών, επί της από 5/7/2012 εφέσεως του ΟΠΑΠ κατά της 8688/2009 οριστικής αποφάσεως του ιδίου δικαστηρίου, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή προηγούμενη αγωγή του Κ. Χ. κατ' αυτού και είχε επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία του ΟΠΑΠ, σε σχέση με το επίδικο βιοτικό συμβάν. Μετά την δημοσίευση της εκδοθείσας μετά την έφεση αυτή υπ' αριθμ. 3107/2014 τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, αμφότερες οι ως άνω αγωγές επαναφέρθηκαν προς συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με κλήση του ενάγοντος, παράλληλα δε εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου και η από 7/2/2012 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1751/2012 τρίτη αγωγή, όμοια κατά περιεχόμενο με τις δύο πρώτες αγωγές, με την οποία ο ίδιος ενάγων ζητεί, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αγωγικού αιτήματος, να υποχρεωθεί ο ΟΠΑΠ να του καταβάλει, για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2009 έως και τον Δεκέμβριο του 2011, ως αποζημίωση για το κέρδος από προμήθειες που απώλεσε, το ποσό των 5.742.684,17 άλλως δε των 1.686.850 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την εκκαλουμένη 1049/2016 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε και τις τρεις ανωτέρω αγωγές, τις απέρριψε κατ' ουσίαν. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως ο ενάγων και ήδη εκκαλών άσκησε την ένδικη έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 3154/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η έφεση έγινε ουσιαστικά δεκτή, γιατί κρίθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο επί προδικαστικού ζητήματος, που απορρέει από την ανωτέρω 3107/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών εκδοθείσα επί της προηγούμενης αγωγής του ενάγοντος κατά του ΟΠΑΠ και συγκεκριμένα δεδικασμένο περί του παρανόμου και υπαιτίου της επίδικης συμπεριφοράς του ΟΠΑΠ, και ακολούθως εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση και έγιναν εν μέρει δεκτές ως κατ' ουσίαν βάσιμες και οι τρεις ως άνω αγωγές. Την ανωτέρω απόφαση προσέβαλε ο ΟΠΑΠ με την από 3/8/2017 αίτηση αναιρέσεώς, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 108/2019 απόφαση του Άρειου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτός ο πρώτος λόγος της αναιρέσεώς κατ' άρθρο 559 αριθμός 16 ΚΠολΔ, αφού κρίθηκε ότι "εφόσον... το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι τα κριθέντα από την υπ' αριθ. 3107/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών αποτελούν προδικαστικό ζήτημα στις ένδικες τρεις αγωγές και ακολούθως δέχθηκε ότι υφίσταται εξ αυτού δεδικασμένο ως προς το παράνομο και υπαίτιο για τη ζημιογόνα παράλειψη των οργάνων της εναγομένης να μη επαναχορηγήσουν στον ενάγοντα μετά την αθώωσή του την άδεια λειτουργίας του πρακτορείου του, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 331 ΚΠολΔ δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο" και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Εφετείου. Με κλήση του ΟΠΑΠ η συζήτηση της έφεσης προσδιορίστηκε να συζητηθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών στις 30-1-2020, ακολούθως δε ο εκκαλών- ενάγων άσκησε πρόσθετους λόγους έφεσης με το από 11/9/2019 ιδιαίτερο δικόγραφο, το οποίο κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 12/9/2019 και επιδόθηκε στον ΟΠΑΠ στις 13/9/2019 (βλ. την με αριθμό 8476/13.9.2019 έκθεση επιδόσεως του, δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Χ. Τ.), δηλαδή τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες πριν από την συζήτηση της έφεσης. Το ανωτέρω δικαστήριο, με την 1170/2021 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους και έκρινε ότι οι τελευταίοι είναι παραδεκτοί, καθόσον αφορούν κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης που προσβάλλονται με την ένδικη έφεση ή συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, ακολούθως, συμμορφούμενο με την ανωτέρω απόφαση του Αρείου Πάγου, απέρριψε τον δεύτερο υπό στοιχεία α' και β' λόγο έφεσης, κρίνοντας ότι "δεν υφίσταται δεδικασμένο από την 3107/2014 τελεσίδικη απόφαση" επειδή "η έννομη σχέση που κρίθηκε με την πρώτη τελεσίδικη απόφαση (αδικοπραξία με προσβολή του εννόμου αγαθού της προσωπικότητας με συνέπεια την ηθική βλάβη) δεν ανακύπτει ως προδικαστικό ζήτημα στη δεύτερη (ενν. την επίδικη) δίκη, στο οποίο φέρεται προς κρίση άλλη έννομη σχέση και δη αδικοπραξία με προσβολή του έννομου αγαθού της περιουσίας με συνέπεια περιουσιακή ζημία, έστω και αν σε αμφότερες τις περιπτώσεις συμπίπτουν εν μέρει τα πραγματικά γεγονότα που συνιστούν τη ζημιογόνα συμπεριφορά του υπαίτιου (παραλείψεις των οργάνων της εναγομένης)" και στην συνέχεια εξετάζοντας τους λοιπούς λόγους έφεσης, τους έκανε δεκτούς, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, έκανε εν μέρει δεκτές και τις τρεις αγωγές στην βάση της αδικοπραξίας και επεδίκασε στον ενάγοντα τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν αιτήσεις αναίρεσης αμφότεροι οι διάδικοι, επί των οποίων εκδόθηκε η ανωτέρω 1356/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η αναίρεση του ΟΠΑΠ με παραδοχή ως βασίμου λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί κρίθηκε ότι "το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 Α.Κ., 43 παρ. 2 του Συντάγματος, 7 παρ. 24 εδ. γ' Ν. 2557/1997 και 47 παρ. 2 Ν. 3905/2010, οι οποίες εν προκειμένω δεν ήταν εφαρμοστέες, καθόσον τα επικαλούμενα από τον αναιρεσίβλητο ενάγοντα θεμελιωτικά της αγωγής και αποδειχθέντα, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τη βάση της αδικοπραξίας, γεγονότα και δη η παράλειψη της αναιρεσείουσας να επαναχορηγήσει στον αναιρεσίβλητο την άδεια λειτουργίας του πρακτορείου του, μετά την αμετάκλητη αθώωση αυτού, και να άρει έτσι την αναστολή λειτουργίας του εν λόγω καταστήματος, όπως τούτο προβλεπόταν από τον ισχύοντα τότε Κανονισμό της ΟΠΑΠ ΑΕ, δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, αφού η επίμαχη ως άνω συμπεριφορά της αναιρεσείουσας δεν συνιστά παράνομη πράξη, με συνέπεια να μη στοιχειοθετείται η τέλεση από αυτή αδικοπραξίας και, συνακόλουθα, να μη θεμελιώνεται ευθύνη της προς αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου για τη ζημία που εκείνος υπέστη. Και τούτο διότι, εφόσον, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, ο ανωτέρω Κανονισμός της ΟΠΑΠ ΑΕ, εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 24 εδ. γ' Ν. 2557/1997, που ήταν αντίθετη στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος, γι' αυτό και καταργήθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 47 παρ. 2 Ν. 3905/2010, ο Κανονισμός αυτός δεν είχε κανονιστική ισχύ και, συνεπώς, μόνη η μη επαναχορήγηση της άδειας, υπό την έννοια της άρνησης άρσης της αναστολής αυτής, εκ μέρους της αναιρεσείουσας, είτε κατά παραβίαση ευθέως του Κανονισμού είτε κατά παραβίαση συμβατικής υποχρέωσης αυτής, απορρέουσας από τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πρακτορείας, περιεχόμενο της οποίας είναι και ο Κανονισμός αυτός, δεν αποτελεί παράνομη πράξη, χωρίς τη συνδρομή και άλλων πρόσθετων στοιχείων, τα οποία θα συνιστούσαν, καθ' εαυτά (χωρίς δηλαδή την ύπαρξη της, ως άνω, παράβασης συμβατικής υποχρεώσεως) αδικοπραξία και τα οποία, ωστόσο, δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι μόνη η, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές αυτής, πιο πάνω συμπεριφορά (παράλειψη) της αναιρεσείουσας, δεν αποτελεί, χωρίς τη συμβατική σχέση, παράνομη πράξη, υπό την έννοια ότι αντίκειται σε επιτακτικό κανόνα δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης, ικανή να στηρίξει, αν τεθεί εκτός συμβατικού πλαισίου, πέραν των αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου από τη σύμβαση, και αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσείουσας, κατά το άρθρο 914 ΑΚ και να θεμελιώσει νόμιμη αξίωση του αναιρεσιβλήτου προς αποζημίωση εκ της αιτίας αυτής", ενώ απέρριψε την αναίρεση του ενάγοντος λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος αυτού γιατί κρίθηκε ότι "μετά την παραδοχή της αναίρεσης της ΟΠΑΠ ΑΕ και την εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές οι τρεις αγωγές του αναιρεσείοντος στη βάση της αδικοπραξίας, η εξέταση των ανωτέρω λόγων αναίρεσης, οι οποίοι πλήττουν την απόφαση μόνο ως προς τον υπολογισμό της αποζημίωσης του αναιρεσείοντος, παρέλκει ως άνευ αντικειμένου πλέον, γιατί οι πληττόμενες με την κρινόμενη αναίρεση διατάξεις της απόφασης έχουν ήδη αναιρεθεί και η υπόθεση θα κριθεί εκ νέου". Μετά την επίδοση σε αυτόν της ανωτέρω κλήσης, ο ενάγων-εκκαλών, με το από 12-4-2024 δικόγραφό του, που κατατέθηκε στο δικαστήριο τούτο στις 15-4-2014 και επιδόθηκε νόμιμα στον ΟΠΑΠ επίσης στις 15-4-2024, (βλ. την με αριθμό 7565/15-4-2024 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Α. Β.), άσκησε και άλλους πρόσθετους λόγους έφεσης και ζήτησε και για τους λόγους αυτούς την παραδοχή της έφεσής του. Οι πρόσθετοι λόγοι, σύμφωνα και με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, ασκήθηκαν παραδεκτά, αφού κατατέθηκαν στο δικαστήριο τούτο και επιδόθηκαν στον εφεσίβλητο ΟΠΑΠ περισσότερες από 30 ημέρες πριν την συζήτηση της έφεσης (20-5-2024) και αφορούν κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης, που προσβάλλονται με την ένδικη έφεση ή συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, όπως παραδεκτά έχουν ασκηθεί η έφεση και οι από 11-9-2019 πρόσθετοι λόγοι έφεσης, των οποίων άλλωστε το παραδεκτό έχει κριθεί τελεσίδικα με την αναιρεθείσα 1170/2021 απόφαση και η διάταξη αυτή δεν προσβλήθηκε με αναίρεση και συνεπώς δεν αναιρέθηκε με την παραπεμπτική 1356/2023 απόφαση.
Συνεπώς η έφεση και τα δύο δικόγραφα προσθέτων λόγων έφεσης πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους.
Με το άρθρο 100 του Συντάγματος συστάθηκε Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (ΑΕΔ), στο οποίο ορίστηκε ότι υπάγεται, μεταξύ άλλων αρμοδιοτήτων, και η άρση της αμφισβήτησης για την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα ή την έννοια διατάξεων τυπικού νόμου, αν εκδόθηκαν γι' αυτές αντίθετες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ορίστηκε δε ότι οι αποφάσεις του δικαστηρίου είναι αμετάκλητες και ότι η οργάνωση και λειτουργία του, τα σχετικά με τον ορισμό, την αναπλήρωση και την επικουρία των μελών του, καθώς και τα σχετικά με τη διαδικασία σ' αυτό ορίζονται με ειδικό νόμο. Σε εκτέλεση της ανωτέρω διάταξης του Συντάγματος εκδόθηκε ο Ν. 345/1976 "Περί κυρώσεως του Κώδικος περί του κατά το άρθρον 100 του Συντάγματος Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου", στο άρθρο 48 παρ. 1 του οποίου ορίστηκε ότι "Το Ειδικόν Δικαστήριον εν περιπτώσει εκδόσεως περί της ουσιαστικής Συνταγματικότητος ή της εννοίας (ενν. τυπικού νόμου) αντιθέτων αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αίρει την αμφισβήτησιν κατόπιν αιτήσεως: α) του Υπουργού Δικαιοσύνης, του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας παρά τω Ελεγκτικού Συνεδρίω ή του Γενικού Επιτρόπου της Διοικητικής Δικαιοσύνης, β) παντός έχοντος έννομον συμφέρον" Τέτοιο έννομο συμφέρον, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των άρθρων 48 παρ. 2, 49 παρ. 1, 50 παρ. 3 και 51 παρ. 2 και 3 του άνω Ν. 345/1976 και από τον εξαιρετικό χαρακτήρα της αιτήσεως άρσεως της αμφισβητήσεως, έχει μόνον εκείνος που μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο της επανάληψης της διαδικασίας κατά των αποφάσεων, οι οποίες εκδόθηκαν πριν από τη δημοσίευση της αποφάσεως του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (Α.Ε.Δ.) και αυτός είναι εκείνος που είχε την ιδιότητα του διαδίκου, είτε στη μία είτε και στις δύο δίκες, στις οποίες εκδόθηκαν οι αντίθετες αποφάσεις, με τις οποίες έτσι άμεσα σχετίζεται (ΑΕΔ 7/2023). Ως αποφάσεις, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, νοούνται οι αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, που εκδίδονται κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας που ανατέθηκε από το Σύνταγμα στα ανωτέρω δικαστήρια και που απαγγέλλονται, σύμφωνα με το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος, σε δημόσια συνεδρίαση (ΑΕΔ 3/2017, ΑΕΔ 5/2013). Για να υπάρχει δε, ως προς την έννοια τυπικού νόμου, αντίθεση μεταξύ αποφάσεων ανωτάτων δικαστηρίων, για την άρση της οποίας ιδρύεται δικαιοδοσία του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, πρέπει οι αποφάσεις αυτές να αναφέρονται στο αυτό κρίσιμο νομικό ζήτημα, να έχουν κρίνει βάσει των αυτών διατάξεων, η δε αντίθεση να προκύπτει από τις αιτιολογίες εκείνες, που είναι αναγκαίες για τη θεμελίωση του διατακτικού τους. Έτσι, δεν υπάρχει αντίθεση, με την ανωτέρω έννοια και, συνεπώς δεν συντρέχει δικαιοδοσία του Α.Ε.Δ., α) όταν τα ανώτατα δικαστήρια δεν ερμήνευσαν την ίδια διάταξη τυπικού νόμου αλλά διαφορετικές, έστω και αν αυτές έχουν την ίδια διατύπωση, β) όταν δεν ερμήνευσαν αποκλειστικά και μόνο την ίδια διάταξη τυπικού νόμου, αλλά το ένα από αυτά την ερμήνευσε σε συνδυασμό και με άλλες διατάξεις, οπότε το επιλυθέν ζήτημα δεν είναι το ίδιο αλλά διαφορετικό, γ) όταν το νομικό ζήτημα που έλυσε το ένα δικαστήριο δεν ήταν αναγκαίο για να λύσει το άλλο δικαστήριο το νομικό ζήτημα, που είχε αχθεί ενώπιόν του και δ) όταν, γενικά, η αντίθεση δεν προκύπτει από τις αναγκαίες, για τη στήριξη του διατακτικού των αποφάσεων, αιτιολογίες τους (ΑΕΔ 3/2017, ΑΕΔ 2/2015, ΑΕΔ 4/2014). Τέλος δεν καθιερώνεται από το νόμο δικαιοδοσία του ΑΕΔ όταν τα ανώτατα δικαστήρια επιλύουν, διαφορετικά, γενικότερα νομικά ζητήματα (ΑΕΔ 8/2013, ΑΕΔ 13/07), όπως οι γενικές αρχές περί ανακλήσεως των διοικητικών πράξεων και παρεμπίπτοντος ελέγχου των ατομικών διοικητικών πράξεων (ΑΕΔ 8/2013). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 50 παρ. 3 του ιδίου Ν. 345/1976"Παν Δικαστήριον, ενώπιον του εκκρεμεί υπόθεσις, επί της οποίας έχουν εφαρμογήν διατάξεις τυπικού νόμου, αίτινες αποτελούν αντικείμενον εκκρεμούς ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου αμφισβητήσεως, κατά το άρθρον 48, ως λάβη καθ' οιονδήποτε τρόπον, γνώσιν ταύτης, οφείλει, αυτεπαγγέλτως, να αναβάλη την έκδοσιν οριστικής αποφάσεως μέχρι δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Ειδικού Δικαστηρίου". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τα ανωτέρω αναφερθέντα, σαφώς συνάγεται ότι τέτοια υποχρέωση αναβολής υπάρχει μόνο όταν το δικάζον δικαστήριο διαπιστώσει ότι για την λήψη της απόφασής του πρέπει να εφαρμόσει διάταξη τυπικού νόμου, που αποτελεί αντικείμενο εκκρεμούς αμφισβητήσεως στο ΑΕΔ και συνεπώς τέτοια υποχρέωση δεν έχει όταν τα ανώτατα δικαστήρια, των οποίων οι αποφάσεις φέρονται προς εκδίκαση στο ΑΕΔ προς άρση της αμφισβήτησης για την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα ή την έννοια διατάξεων τυπικού νόμου, ερμήνευσαν διαφορετικές νομικές διατάξεις και επέλυσαν διαφορετικά νομικά ζητήματα, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αφού στην περίπτωση αυτή η αναβολή θα οδηγήσει σε άσκοπη καθυστέρηση εκδίκασης της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων του, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά, σε συνδυασμό με τις προτάσεις που κατέθεσε κατά την συζήτηση της υπόθεσης, ο εκκαλών υπέβαλε αίτημα αναβολής έκδοσης απόφασης στην ένδικη δίκη κατά τη διάταξη του άρθρου 50 παρ. 3 του Ν. 345/1976, έως την έκδοση απόφασης επί της από 05/04/2024 με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 20/2024 αίτησης, την οποία υπέβαλε κατά του ΟΠΑΠ ενώπιον του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 48 του Ν. 345/1976, περί άρσης της αμφισβήτησης "για την αληθή έννοια της συνταγματικής ισχύος αρχής της νομιμότητας εντεύθεν δε και της έννοιας της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ και του άρθρου 24 του Ν. 4141/2013, για την οποία έννοια έχουν εκδοθεί αντίθετες αποφάσεις του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικρατείας" και ειδικότερα η ανωτέρω 1356/2003 παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου και η 1776/2007 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Από την παραδεκτή επισκόπηση, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των ανωτέρω αποφάσεων και της 20/2024 αίτησης του εκκαλούντος, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο Άρειος Πάγος, με την έχουσα και το προαναφερθέν κρίσιμο περιεχόμενο 1356/2023 παραπεμπτική απόφασή του, έκανε δεκτό λόγο αναίρεσης του ΟΠΑΠ από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο παραπονείτο αυτός για ευθεία παραβίαση της διάταξης του άρθρου 914 Α.Κ., ισχυριζόμενος ότι τα γενόμενα δεκτά με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά, δεν συνιστούσαν αδικοπραξία κατά το άρθρο αυτό και συνεπώς εσφαλμένα έγιναν εν μέρει δεκτές οι τρεις επίδικες αγωγές στην αγωγική βάση της αδικοπραξίας και στα πλαίσια ακριβώς της έρευνας του λόγου αυτού ερεύνησε παρεμπιπτόντως, εάν η 25.148/27-10-1999 (ΦΕΚ Β' 2004/1999) απόφαση του Υπουργού και του Υφυπουργού Πολιτισμού "Κανονισμός Λειτουργίας Πρακτορείων, Υποχρεώσεις και Δικαιώματα Πρακτόρων ΟΠΑΠ", με βάση την οποία συνάφθηκε και λειτουργούσε η επίδικη σύμβαση πρακτορείας μεταξύ των διαδίκων, έχει ή όχι κανονιστική ισχύ, ώστε ακολούθως να κριθεί, εάν η παραβίασή της από τον ΟΠΑΠ με τη μη άρση της αναστολής λειτουργίας του πρακτορείου του εκκαλούντος και τη μη επαναχορήγηση άδειας λειτουργίας του πρακτορείου, μετά την αμετάκλητη αθώωσή του για το αδίκημα της παράβασης του άρθρου 2 Ν. 2433/1996, για το οποίο κατηγορείτο, συνιστά ευθεία παράβαση νόμου και συνεπώς αδικοπραξία, όπως είχε δεχθεί το Εφετείο ή όχι. Στα πλαίσια του παρεμπίπτοντος αυτού ελέγχου με την 1356/2023 απόφαση έγινε δεκτό ότι: "...η υπ' αρ. 25148/27-10-1999 υπουργική απόφαση, παρότι δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ, δεν έχει κανονιστική ισχύ, γιατί εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση δοθείσα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 7 παρ. 24 εδ. γ' του Ν. 2557/1997, το οποίο όμως είναι αντίθετο στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος, γιατί εξουσιοδοτεί τους αρμόδιους υπουργούς για την έκδοση απόφασης, που θα ρυθμίζει τις προϋποθέσεις χορήγησης και ανάκλησης άδειας σε πράκτορες των παιχνιδιών του Ο.Π.Α.Π., τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και τους όρους λειτουργίας των παιχνιδιών και των επιχειρήσεων των πρακτόρων, χωρίς οι προϋποθέσεις αυτές να διαγράφονται, έστω και σε γενικές γραμμές, στην εξουσιοδοτική ή άλλη σχετική διάταξη, η δε απόφαση δεν ρυθμίζει ούτε ειδικότερο θέμα της λειτουργίας των εν λόγω πρακτορείων ή του τρόπου διεξαγωγής των επί μέρους παιχνιδιών, ούτε θέμα τεχνικού χαρακτήρα. Ωστόσο, για τις συμβάσεις πρακτορείας, που συνάφθηκαν με βάση την απόφαση αυτή, όπως ρητά το ορίζει και η διάταξη του άρθρου 47 παρ. 2 του Ν. 3905/2010, που την κατήργησε, η απόφαση εξακολουθεί να ισχύει, αποτελώντας το συμβατικό πλαίσιο σύναψης και λειτουργίας των σχετικών συμβάσεων πρακτορείας μεταξύ του ΟΠΑΠ και των πρακτόρων αυτού.. Επομένως, εφόσον η προαναφερόμενη Υπουργική απόφαση εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 24 εδ. γ' του Ν. 2557/1997, που είχε εκδοθεί κατά παράβαση της, διάταξης του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος, οι διατάξεις του Κανονισμού της ΟΠΑΠ ΑΕ έχουν (ενν. μόνο) συμβατική ισχύ...". Για την απόφανσή του αυτή ο Άρειος Πάγος κάνει ρητή μνεία και της 1776/2007 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικράτειας, αναφέροντας ότι κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 24 εδ. γ' του Ν. 2557/1997 "...εκδόθηκε αρχικά η εφαρμοζόμενη στην κρινόμενη υπόθεση, λόγω του χρόνου σύναψης της επίδικης σύμβασης πρακτορείας, υπ' αρ. 25148/27-10-1999 (ΦΕΚ Β' 2004/1999) απόφαση της Υπουργού και του Υφυπουργού Πολιτισμού "Κανονισμός Λειτουργίας Πρακτορείων Υποχρεώσεις και Δικαιώματα Πρακτόρων ΟΠΑΠ" και, στη συνέχεια, η υπ' αρ. 2518/29-1-2003 (ΦΕΚ Β' 124/2003) απόφαση του Υφυπουργού Πολιτισμού "Κανονισμός Λειτουργίας Πρακτορείων της "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ Α.Ε.", η οποία ακυρώθηκε με την υπ' αρ. 1776/2007 απόφαση της ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικράτειας, καθόσον κρίθηκε μη νόμιμη ως αντίθετη στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος, δεδομένου ότι "η προβλεπόμενη από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 7 παρ. 24 περίπτ. γ' του ν. 2557/1997 δυνατότητα ρυθμίσεως της εν γένει επαγγελματικής καταστάσεως των πρακτόρων των παιχνιδιών της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", των όρων δηλαδή ασκήσεως ενός ελευθερίου επαγγέλματος, με κανονισμούς που εγκρίνονται με κοινή απόφαση του Υπουργού και του Υφυπουργού Πολιτισμού, χωρίς οι όροι αυτοί να διαγράφονται, έστω και σε γενικές γραμμές, στην εξουσιοδοτική ή άλλη σχετική διάταξη, δεν αποτελεί ούτε ειδικότερο θέμα της λειτουργίας των εν λόγω πρακτορείων ή του τρόπου διεξαγωγής των επί μέρους παιχνιδιών, ούτε θέμα τεχνικού χαρακτήρα", ενώ διηγηματικά, και για την πληρότητα της αιτιολογίας αναφέρει η 1356/2023 απόφαση ότι "...στη συνέχεια, με το άρθρο 24 παρ. 60 και 63 Ν. 4141/2013, η κρίσιμη υπ' αρ. 25148/27-10-1999 απόφαση καταργήθηκε και ρητά". Εξάλλου με την 1776/2007 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικράτειας, η οποία εκδόθηκε κατόπιν της υπ' αριθμ. 3889/05 παραπεμπτικής αποφάσεως του Δ' Τμήματος αυτού, έγινε δεκτή αίτηση ακυρώσεως του σωματείου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΠΡΑΚΤΟΡΩΝ ΠΡΟ-ΠΟ" (Π.Ο.Ε.Π.Π.), που εδρεύει στην Αθήνα και δύο πρακτόρων του ΟΠΑΠ, η οποία στρεφόταν κατά του Υπουργού Πολιτισμού και ακυρώθηκε ως μη νόμιμη με την ανωτέρω αναφερομένη στην 1356/2023 απόφαση αιτιολογία η εκδοθείσα με βάση την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 7 παρ. 24 περίπτ. γ' του ν. 2557/1997, υπ' αρ. 2518/5-2-2003 (ΦΕΚ Β'124/2003) απόφαση του Υφυπουργού Πολιτισμού, ενώ απορρίφθηκε και η παρέμβαση, την οποία έκανε ο ΟΠΑΠ. Κατά την εξέταση του παραδεκτού της αίτησης αναφέρεται στην απόφαση ότι "...οι αιτούντες παραδεκτώς προβάλλουν τον εκτιθέμενο στην επόμενη σκέψη λόγο περί αντισυνταγματικότητας της διατάξεως του άρθρου 7 παρ. 24 περίπτ. γ' του ν. 2557/1997, κατ' εξουσιοδότηση της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι και ο προηγούμενος κανονισμός λειτουργίας των πρακτορείων της παρεμβαίνουσας εταιρείας (κοινή απόφαση της Υπουργού και του Υφυπουργού Πολιτισμού 25148/1999, Β' 2004) στηρίζεται στην ίδια εξουσιοδοτική διάταξη, αφού η τυχόν αποδοχή του λόγου αυτού ακυρώσεως δεν επηρεάζει ευθέως το κύρος των ατομικών αδειών λειτουργίας των πρακτορείων". Τέλος στην 24/2024 αίτησή του ενώπιον του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, ο εκκαλών, για να υποστηρίξει την βασιμότητα του ανωτέρω, φερομένου προς κρίση με την αίτηση αυτή, αιτήματός του, αναφέρει κατά λέξη τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμ. 1776/2007 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικράτειας, διατηρήθηκε με ρητή προς τούτο διάταξη σε ισχύ η ως άνω υπ' αριθμ. 25148/1999 (ΦΕΚ Β 2004/1999) απόφαση του Υπουργού και του Υφυπουργού Πολιτισμού, "επικυρώνοντας" στην ουσία την κανονιστική ισχύ της ανωτέρω υπουργικής απόφασης ως αυτή απέρρεε δυνάμει του τεκμηρίου νομιμότητας της. Κρίθηκε δηλαδή, με άλλα λόγια, ότι μέχρι και την κατάργησή της με το άρθρο 24 παρ. 60 του Ν. 4141/2013 η ως άνω υπ' αριθμ. 25148/1999 κανονιστική πράξη ανέπτυσσε κανονιστικά ισχύ, η οποία έπαυσε και την κατάργησή της στις 05.04.2013 (ημερομηνία δημοσίευσης του ΦΕΚ Α' 81/05-04-20131). Εντεύθεν, υπό το φως της (ορθής) ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω διατάξεων από το Συμβούλιο της Επικρατείας, οιαδήποτε παραβίαση της κανονιστικής αυτής πράξης, μέχρι και την έκδοση του Ν. 4141/2013, θα συνιστούσε εν ταυτώ παράνομη πράξη κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 914 ΑΚ. Σε αντίθεση με τα ανωτέρω κριθέντα από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικράτειας, ο Άρειος Πανος με την υπ' αριθμ. 1356/2023 απόφασή του διέλαβε ότι η υπ' αρ. 25148/27-10-1999 απόφαση/κανονιστική πράξη δεν ανέπτυξε ποτέ κανονιστική ισχύ, ήτοι αφής στιγμής αυτή εξεδόθη. Με την κρίση του αυτή το δικάσαν δικαστήριο έσφαλε πολλαπλώς και δη (ί) παραβίασε το τεκμήριο της νομιμότητας της εν λόγω κανονιστικής πράξης εν ταυτώ δε και τη συνταγματικής ισχύος αρχή της νομιμότητας των κανονιστικών πράξεων της Διοίκησης, ιι) απέδωσε αναδρομική ισχύ στο άρθρο 24 του Ν. 4141/2013, καίτοι βάσει της διάταξης του άρθρου 48 του ν. 4141/2013 η υπ' αρ. 25148/27-10-1999 απόφαση καταργήθηκε για το μέλλον, στη βάση δε αυτών έκρινε, ομοίως εσφαλμένα, ότι (ιιι) η παραβίαση της ως άνω υπουργικής απόφασης από την αντίδικο και νυν καθ' ης δεν συνιστά παρανομία κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Η κρίση δε αυτή, πέραν από εσφαλμένη, έρχεται σε αντίθεση με την ως άνω κρίση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικράτειας, δημιουργώντας έτσι αμφισβήτηση σε σχέση με τη συνταγματικής ισχύος αρχή της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων (και δη της υπ' αρ. 25148/27-10-1999 απόφασης/κανονιστικής πράξης), με την αναδρομική ή μη ισχύ του άρθρου 24 του Ν. 4141/2013, εντεύθεν δε και της έννοιας του άρθρου 914 του Αστικού Κώδικα". Από τη σύγκριση των ανωτέρω αποφάσεων του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικρατείας σαφώς προκύπτει ότι δεν υπάρχει μεταξύ τους οποιαδήποτε αντίθετη κρίση για την έννοια διατάξεως τυπικού νόμου, η οποία συνεπώς να δικαιολογεί την αναβολή εκδόσεως αποφάσεως από το Δικαστήριο τούτο κατά το άρθρο 50 παρ. 3 Ν. 345/1976 μέχρι να δημοσιευθεί απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου επί της εκκρεμούσας σε αυτό, και μη εισέτι προσδιορισθείσας για εκδίκαση σε συγκεκριμένη δικάσιμο, υπ' αρ. 24/2024 αίτησης του εκκαλούντος, για τους ακόλουθους λόγους: 1) Τα δύο δικαστήρια ερμήνευσαν διαφορετικές διατάξεις νόμων και ειδικότερα ο μεν Άρειος Πάγος το άρθρο 914 Α.Κ., το δε ΣτΕ το άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος σε συνδυασμό με το άρθρο 7 παρ. 24 περιπτ. γ' του Ν. 2557/1997. 2) Κατά τον παρεμπίπτοντα έλεγχο από τον Άρειο Πάγο των ιδίων αυτών διατάξεων, που ερμήνευσε και εφάρμοσε το ΣτΕ, τα δύο δικαστήρια κατέληξαν στην ίδια κρίση, ότι δηλαδή με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 24 περ. γ' του Ν. 2557/1997 δεν παρεσχέθη έγκυρη συνταγματικώς νομοθετική εξουσιοδότηση προς τον Υπουργό Πολιτισμού για την έκδοση Κανονισμού Λειτουργίας Πρακτορείων και Πρακτόρων του ΟΠΑΠ, γιατί δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος, με βάση δε την ταυτόσημη αυτή κρίση και των δύο δικαστηρίων έκαστο τούτων προέβη στη ρύθμιση του θέματος που εφέρετο προς κρίση ενώπιόν του, και συγκεκριμένα το μεν ΣτΕ ακύρωσε τη δεύτερη χρονολογικά σχετική υπουργική απόφαση, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ανωτέρω νόμου, υπ' αρ. 2518/2003, ο δε Άρειος Πάγος έκρινε ότι η πρώτη χρονολογικά σχετική υπουργική απόφαση υπ' αρ. 25148/1999, με βάση την οποία συνάφθηκε η επίδικη σύμβαση πρακτορείας μεταξύ των διαδίκων, δεν έχει μεν κανονιστική ισχύ αλλά διατηρεί τη συμβατική ισχύ της όπως ρητά ορίστηκε με το άρθρο 47 παρ. 2 Ν. 3905/2010, με την παρ. 1 του οποίου προστέθηκαν νέες παράγραφοι 11 και 12 στο άρθρο 27 Ν. 2843/2000 και καθορίστηκε με λεπτομέρεια πλέον, σε συμμόρφωση προς την ανωτέρω απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ το περιεχόμενο της κοινής Υπουργικής απόφασης, με βάση την οποία θα χορηγούνται πλέον στο μέλλον οι άδειες πρακτόρευσης των παιγνιδίων του ΟΠΑΠ και θα συνάπτονται οι σχετικές συμβάσεις πρακτορείας. 3) Ο Άρειος Πάγος δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 24 του Ν. 4141/2013 που κατάργησε ρητά την 25148/1999 Υ.Α., απλώς δε την αναφέρει διηγηματικά, χωρίς η αναφορά αυτή να συνδέεται με την κρίση που εξέφερε, το δε ΣτΕ ασφαλώς και δεν θα μπορούσε να εφαρμόσει τη διάταξη αυτή, που θεσπίστηκε 6 έτη μετά την απόφασή του. 4) Η αναφορά στην απόφαση του ΣτΕ ότι "η αποδοχή του λόγου ακυρώσεως δεν επηρεάζει ευθέως το κύρος των ατομικών αδειών λειτουργίας των πρακτορείων", που εκδόθηκαν από την προσβαλλόμενη αλλά και από την προγενέστερη 25148/1999 Υπουργική Απόφαση, δεν έρχεται σε αντίθεση με την κρίση του Αρείου Πάγου, αφού αυτός δεν έκρινε για το κύρος της ατομικής άδειας λειτουργίας πρακτορείου του εκκαλούντος αλλά αντίθετα έκρινε για το διαφορετικό ζήτημα αν αυτή έχει και κανονιστική ισχύ, εκτός από συμβατική ισχύ, την οποία δέχθηκε, και συνεπώς ουδεμία αντίθεση υπάρχει μεταξύ των δύο δικαστηρίων ως προς την έννοια της συνταγματικής αρχής της νομιμότητας των ατομικών διοικητικών πράξεων, όπως επικαλείται ο εκκαλών, ανεξαρτήτως του ότι, όπως προαναφέρθηκε, το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο δεν ελέγχει την ερμηνεία που δίνουν τα δικαστήρια στις γενικές αρχές του δικαίου, όπως η επικαλούμενη από τον εκκαλούντα ανωτέρω αρχή, αλλά μόνο στην έννοια τυπικού νόμου. Επομένως όλων των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναβολής πρέπει να απορριφθεί.
Κατά την διάταξη του άρθρου 527 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της κατάθεσης της έφεσης του εκκαλούντος και εφαρμόζεται σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου ένατου παρ. 2 του Ν. 4335/2015, "Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου...". Από την διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι παρέχεται στον εφεσίβλητο, ανεξαρτήτως της ιδιότητας που είχε στον πρώτο βαθμό (δηλαδή του ενάγοντος, του εναγομένου ή του παρεμβαίνοντος), η πρόσθετη δικονομική δυνατότητα της προτάσεως απεριορίστως νέων πραγματικών ισχυρισμών, προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως, υπό την προϋπόθεση ότι με αυτούς δεν επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής. Ειδικότερα, ο εναγόμενος, ως εφεσίβλητος, μπορεί να προτείνει στην κατ' έφεση δίκη οποιαδήποτε ένσταση καταλυτική ή διακωλυτική του δικαιώματος που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, συνεπώς και ισχυρισμούς που προτάθηκαν απαραδέκτως στο πρωτόδικο δικαστήριο ή απερρίφθησαν ως αόριστοι (ΑΠ 393/2024, ΑΠ 957/2022, ΑΠ 694/2020, ΑΠ 1043/2010), κατά δε των εν λόγω ισχυρισμών του εφεσιβλήτου, που προβάλλονται παραδεκτώς, ο εκκαλών, για την τήρηση της αρχής της ισότητας των διαδίκων, μπορεί προς απόκρουση αυτών να αντιτάξει, στην ίδια συζήτηση που προβλήθηκε ο ισχυρισμός του εφεσιβλήτου, νέους ισχυρισμούς (ΑΠ 393/2024, ΑΠ 1043/2010). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο έφεσης, ο εκκαλών παραπονείται ότι εσφαλμένα και κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 249 και 269 ΚΠολΔ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε παραδεκτή (και ακολούθως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη) την προβληθείσα για πρώτη φορά ως προς τις δύο πρώτες επίδικες αγωγές ένστασης του ΟΠΑΠ περί λύσης της σύμβασης πρακτορείας, που τους συνέδεε, από τις 8/6/2006 δυνάμει καταγγελίας αυτής κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 4 Π.Δ. 219/1991 και 724 Α.Κ. περί ανάκλησης της εντολής, ενώ η ένσταση αυτή ως προς τις δύο πρώτες αγωγές ήταν προεχόντως απαράδεκτη, γιατί δεν προβλήθηκε καθόλου κατά την αρχική δικάσιμο των δύο αυτών αγωγών, όταν εκδόθηκε η 444/2014 αναβλητική απόφαση, αλλά με τις προτάσεις του ΟΠΑΠ κατά τη νέα συζήτηση της υπόθεσης, όταν εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος προεχόντως ως αλυσιτελής, γιατί ήδη παραδεκτά, όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, ο ΟΠΑΠ με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του στο δικαστήριο τούτο, ως εναγόμενος - εφεσίβλητος και προς υπεράσπιση κατά της έφεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής, ρητά προβάλλει και πάλι την ανωτέρω ένστασή του προσθέτοντας και νέα στοιχεία σε αυτήν, αφού ισχυρίζεται ότι έγινε σιωπηρή εκ μέρους του καταγγελία της σύμβασης πρακτορείας, η οποία "σε κάθε περίπτωση έγινε/μπορούσε αντικειμενικώς να γίνει αντιληπτή από τον αντίδικο τουλάχιστον στις 14/12/2007, όταν και του αρνήθηκε η ΟΠΑΠ Α.Ε. την επαναλειτουργία του πρακτορείου". Περαιτέρω η ένσταση αυτή είναι νόμιμη, όπως θα αναφερθεί αναλυτικά στη συνέχεια της απόφασης, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 167, 724 ΑΚ, 14 παρ.4 εδ. α' Ν. 3557/2007 και 8 παρ. 3, 4 Π.Δ. 219/1991 και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσίαν.
Ο Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου (ΟΠΑΠ) ιδρύθηκε ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με το άρθρο 1 του Β.Δ. της 20/29-12-1958 "Περί συστάσεως Οργανισμού Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου", εκδοθέντος κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ.2 του Ν.Δ. 3865/1958, ακολούθως δε, με το Π.Δ. 228/1999, το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 24 παρ. 21 του Ν. 4141/2013 αλλά εφαρμόζεται κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία. Το ως άνω Π.Δ. στα άρθρα 1, 2 παρ. 1 και 2 και 5 παρ. 1 και 11 ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι: "Συνιστάται ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου Α.Ε." και σε συντομογραφία και διακριτικό τίτλο "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε."... Η εταιρεία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, διεπομένη από τις διατάξεις του Ν. 2414/1996 "Εκσυγχρονισμός Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και άλλες διατάξεις" και του Κ.Ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν..." (άρθρο 1), ότι "1. Σκοπός της εταιρείας είναι: α) Η οργάνωση, η λειτουργία και η διεξαγωγή από την εταιρεία ή σε συνεργασία με τρίτους των παιχνιδιών ΠΡΟΠΟ, ΛΟΤΤΟ, ΠΡΟΤΟ, ΠΡΟΠΟΓΚΟΛ, ΤΖΟΚΕΡ, ΜΠΙΝΓΚΟ, ΚΙΝΟ, ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΛΑΧΕΙΟ, ΑΡΙΘΜΟΛΑΧΕΙΩΝ, ΛΑΧΕΙΩΝ - ΠΑΙΓΝΙΩΝ, καθώς, και κάθε άλλου τυχερού παιχνιδιού, που στο μέλλον ήθελε αποφασίσει το Δ.Σ. σε ολόκληρη τη χώρα και εκτός αυτής για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και η έκδοση δελτίου "ΣΤΟΙΧΗΜΑΤΩΝ ΠΡΟΚΑΘΟΡΙΣΜΕΝΗΣ Ή ΜΗ ΑΠΟΔΟΣΗΣ" στα πάσης φύσεως ατομικά ή ομαδικά παιχνίδια, όπως και γεγονότων η φύση των οποίων προσφέρεται για διεξαγωγή στοιχήματος... β) Η διαχείριση των ανωτέρω παιχνιδιών, αλλά και όσων πρόκειται να διεξαχθούν στο μέλλον, ασκείται κατ' αποκλειστικότητα από την εταιρεία Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου... 2. Για την επίτευξη των σκοπών της ασκούνται από την ΟΠΑΠ Α.Ε. και οι ακόλουθες δραστηριότητες. α)...β)...γ)...δ) Η σύσταση σε όλη τη χώρα πρακτορείων που πρακτορεύονται εν γένει παιχνίδια της εταιρείας κατ' αποκλειστικότητα και η χορήγηση αδειών λειτουργίας πρακτορείων σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα για ένα ή περισσότερα από τα παιχνίδια της, με τους όρους και τις προϋποθέσεις, που κάθε φορά θέτει, το Δ.Σ. της εταιρείας" (άρθρο 2 παρ. 1 και 2), και ότι "1. Το μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας ανέρχεται σήμερα στο ποσό των τριάντα ενός δισεκατομμυρίων εννεακοσίων εκατομμυρίων (31.900.000.000) δραχμών, διαιρούμενο σε τριακόσια δέκα εννέα εκατομμύρια (319.000.000) ονομαστικές και αδιαίρετες μετοχές, ονομαστικής αξίας εκατό (100) δραχμών η κάθε μία, οι οποίες ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου... 11. Το Δημόσιο δύναται να διαθέτει σε επενδυτές μέσω του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών ποσοστό έως 49% του εκάστοτε μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας" (άρθρο 5 παρ. 1 και 11, όπως αντικαταστάθηκε με την ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού υπ' αρ. 34335/2000 (ΦΕΚ Β' 1622/2000). Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι η συνιστώμενη με το ως άνω Π.Δ. 228/1999 ανώνυμη εταιρεία ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΟλΑΠ 7/2011, ΑΠ 1356/2023, ΑΠ 414/2021). Κατά νομοθετική εξουσιοδότηση, σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος, ορίσθηκε, σε σχέση με τον ΟΠΑΠ, με το άρθρο 7 παρ. 24 εδ. γ' του Ν. 2557/1997, ότι "με κοινή απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και του Υφυπουργού Πολιτισμού, αρμόδιου για θέματα αθλητισμού, ρυθμίζονται θέματα σχετικά με τις προϋποθέσεις χορήγησης και ανάκλησης άδειας σε πράκτορες των παιχνιδιών του Ο.Π.Α.Π., τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, τους όρους λειτουργίας των παιχνιδιών και των επιχειρήσεων των πρακτόρων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια". Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής εκδόθηκε αρχικά η εφαρμοζόμενη στην κρινόμενη υπόθεση, λόγω του χρόνου σύναψης της επίδικης σύμβασης πρακτορείας, υπ' αρ. 25148/27-10-1999 (ΦΕΚ Β' 2004/1999) απόφαση της Υπουργού και του Υφυπουργού Πολιτισμού "Κανονισμός Λειτουργίας Πρακτορείων Υποχρεώσεις και Δικαιώματα Πρακτόρων ΟΠΑΠ" και, στη συνέχεια, η υπ' αρ. 2518/29-1-2003 (ΦΕΚ Β' 124/2003) απόφαση του Υφυπουργού Πολιτισμού "Κανονισμός Λειτουργίας Πρακτορείων της "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ Α.Ε.", η οποία ακυρώθηκε με την υπ' αρ. 1776/2007 απόφαση της ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικράτειας, όπως προαναφέρθηκε, σε συμμόρφωση δε προς την απόφαση αυτή, με την παρ. 1 του άρθρου 47 Ν. 3905/2010, προστέθηκαν νέες παράγραφοι 11 και 12 στο άρθρο 27 του Ν. 2843/2000 και καθορίστηκε με λεπτομέρεια το περιεχόμενο της κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού, με βάση την οποία θα χορηγούνται πλέον στο μέλλον οι άδειες πρακτόρευσης των παιχνιδιών του ΟΠΑΠ και θα συνάπτονται οι συμβάσεις πρακτορείας, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου 47 ορίστηκε ότι "η διάταξη του άρθρου 7 παράγραφος 24 στοιχείο γ' του ν. 2557/1997... και όλες οι αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση αυτής καταργούνται. Οι συμβάσεις μεταξύ της ΟΠΑΠ Α.Ε. και των πρακτόρων που υπεγράφησαν επί τη βάσει των ανωτέρω αποφάσεων, καθώς και οι άδειες πρακτόρευσης των παιχνιδιών της ΟΠΑΠ Α.Ε., που εκδόθηκαν επί τη βάσει των ίδιων αποφάσεων έως το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου, θεωρούνται νόμιμες και ισχυρές", ενώ στη συνέχεια, με το άρθρο 24 παρ. 60 και 63 Ν. 4141/2013, η κρίσιμη υπ' αρ. 25148/27-10-1999 απόφαση καταργήθηκε και ρητά. Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, αλλά και όπως κρίθηκε δεσμευτικά για το δικαστήριο τούτο με την 1356/2023 παραπεμπτική απόφαση, η υπ' αρ. 25148/27-10-1999 υπουργική απόφαση, παρότι δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ, δεν έχει κανονιστική ισχύ, γιατί εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση δοθείσα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 7 παρ. 24 εδ. γ' του Ν. 2557/1997, το οποίο όμως είναι αντίθετο στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος, γιατί εξουσιοδοτεί τους αρμόδιους υπουργούς για την έκδοση απόφασης, που θα ρυθμίζει τις προϋποθέσεις χορήγησης και ανάκλησης άδειας σε πράκτορες των παιχνιδιών του Ο.Π.Α.Π., τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και τους όρους λειτουργίας των παιχνιδιών και των επιχειρήσεων των πρακτόρων, χωρίς οι προϋποθέσεις αυτές να διαγράφονται, έστω και σε γενικές γραμμές, στην εξουσιοδοτική ή άλλη σχετική διάταξη, η δε απόφαση δεν ρυθμίζει ούτε ειδικότερο θέμα της λειτουργίας των εν λόγω πρακτορείων ή του τρόπου διεξαγωγής των επί μέρους παιχνιδιών, ούτε θέμα τεχνικού χαρακτήρα. Ωστόσο, για τις συμβάσεις πρακτορείας, που συνάφθηκαν με βάση την απόφαση αυτή, όπως ρητά το ορίζει και η διάταξη του άρθρου 47 παρ. 2 του Ν. 3905/2010, που την κατήργησε, η απόφαση εξακολουθεί να ισχύει, αποτελώντας το συμβατικό πλαίσιο σύναψης και λειτουργίας των σχετικών συμβάσεων πρακτορείας μεταξύ του ΟΠΑΠ και των πρακτόρων αυτού. Περαιτέρω, στις σύγχρονες εμπορικές συναλλαγές καθοριστικός είναι ο ρόλος των διαμεσολαβητικών υπηρεσιών, που προσφέρουν ανεξάρτητες επιχειρήσεις στον εντολέα τους ή ευρύτερα στο κοινό, όπως είναι και οι επιχειρήσεις πρακτορείας. Η σχετική με αυτές ρύθμιση στο νόμο είναι εξαιρετικά ελλιπής, αφού ως γενική διάταξη υπάρχει μόνο αυτή του άρθρ. 2 του από 2 (14)-5-1835 διατάγματος "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων", σύμφωνα με την οποία θεωρείται ως πράξη εμπορική και η επιχείρηση πρακτορείας, ενώ ειδικές διατάξεις υπάρχουν μόνο για ορισμένες μορφές πρακτορικής δράσης, όπως αυτή του ναυτικού πράκτορα, που ρυθμίζεται από το π.δ. 229/1995 και το τροποποιητικό αυτού π.δ. 427/1995, μόνον όμως ως προς την οργάνωση και την άσκηση του επαγγέλματος του ναυτικού πράκτορα και όχι ως προς τη σύμβαση καθ' εαυτή της ναυτικής πρακτορείας. Σε όλες πάντως τις περιπτώσεις η επιχείρηση πρακτορείας έχει ως αντικείμενο την έναντι ανταλλάγματος παροχή προς το κοινό ιδιωτικών υπηρεσιών κάθε φύσης, ειδικότερα δε πράκτορας είναι ο ανεξάρτητος επιχειρηματίας (φυσικό ή νομικό πρόσωπο), που παρέχει με αμοιβή υπηρεσίες σε τρίτο πρόσωπο, διαθέτοντας προς το σκοπό αυτό πλήρως οργανωμένο γραφείο, στελεχωμένο με πρόσωπα της δικής του επιλογής, τα οποία προσλαμβάνει και απολύει ο ίδιος. Κατά την έννοια αυτή οι παρεχόμενες προς το κοινό υπηρεσίες του πράκτορα παρέχονται είτε στο όνομά αυτών για λογαριασμό των οποίων ενεργεί, είτε στο δικό του όνομα. Αντίστοιχα η σχέση του πράκτορα μ' αυτούς προσλαμβάνει το χαρακτήρα είτε της εμπορικής αντιπροσωπείας προς παροχή υπηρεσιών είτε της παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, αφού κύριο γνώρισμα του εμπορικού αντιπροσώπου είναι ότι ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, ενώ αντίθετα ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος ενεργεί με το δικό του όνομα για λογαριασμό όμως του αντιπροσωπευομένου (άρθρ. 90 ΕμπΝ). Κατά την αυτή διάκριση και η σχέση των πρακτόρων με τους εντολείς τους ταυτίζεται ή έστω ομοιάζει με αυτή του εμπορικού ή του παραγγελιοδοχικού αντιπροσώπου.
Συνεπώς, εφόσον η σύμβαση πρακτορείας έχει σε κάθε περίπτωση τα στοιχεία εντολής και η ρύθμισή της, μολονότι αναγκαία, είναι ελλιπής, καταλείποντας ακούσιο (γνήσιο) κενό, εφαρμόζονται αναλογικά σ' αυτή οι διατάξεις κατ' αρχήν του ΑΚ για την εντολή (άρθρ. 713-729), στις οποίες μάλιστα ρητά ως προς τη σύμβαση παραγγελίας παραπέμπει το άρθρ. 91 του ΕμπΝ σε συνδυασμό με το άρθρ. 3 του ΕισΝΑΚ (ΟλΑΠ 15/2013, ΑΠ 159/2018, ΑΠ 1728/2014). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 14§4 του ν. 3557/19-5-2007 "Οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, όπως ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις: α) αντιπροσωπείας, οι οποίες αφορούν παροχή υπηρεσιών, β) αποκλειστικής διανομής, εφόσον, ως συνέπεια της σύμβασης αυτής, ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή". Επομένως οι διατάξεις του διατάγματος αυτού εφαρμόζονται έκτοτε αναμφίβολα και στις συμβάσεις πρακτορείας με χαρακτήρα εμπορικής αντιπροσωπείας. Με δεδομένο ωστόσο ότι η σύμβαση παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας παρουσιάζει μεγαλύτερη λειτουργική ομοιότητα με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας απ' ότι η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αφού ο αποκλειστικός διανομέας ενεργεί διαμεσολαβητικές εμπορικές πράξεις στο όνομα και για λογαριασμό του, ενώ ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος ενεργεί μεν στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό του εντολέα του, για λογαριασμό όμως του οποίου, αλλά και στο όνομά του, δηλαδή του εντολέα, ενεργεί και ο εμπορικός αντιπρόσωπος, πρέπει για την ταυτότητα του νομικού λόγου, σε συνδυασμό και με τις αρχές τις ισότητας και της καλής πίστης (άρθρ. 4§1 του Συντάγματος, 288 ΑΚ), να γίνει δεκτό ότι με βάση την αυτή διάταξη του άρθρ. 14§4 του ν. 3577/2007 οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας και συνεπώς και στις συμβάσεις πρακτορείας, όταν έχουν το χαρακτήρα αυτό (ΟλΑΠ 15/2013), με βάση δε τις αρχές αυτές ενδείκνυται και πριν από το ν. 3577/2007, η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεών του π.δ/τος 219/1991 γενικότερα σε όσες διαμεσολαβητικές εμπορικές συμβάσεις εμφανίζουν τα βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και υπάρχει παρόμοια κατάσταση συμφερόντων που δημιουργεί αντίστοιχη ανάγκη προστασίας, αφού το αντίθετο ούτε από την αντίστοιχη κοινοτική ρύθμιση συνάγεται ούτε εξ αντιδιαστολής μπορεί να συναχθεί από τη σιωπή του διατάγματος αυτού και την περιορισμένη (και όχι περιοριστική) ρυθμιστική εμβέλεια των διατάξεών του, αν ληφθεί ειδικότερα υπόψη ότι ο νομοθέτης, έχοντας ως άμεση προτεραιότητα να εισάγει με το π.δ. 219/1991 τις ρυθμίσεις της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ στο εσωτερικό δίκαιο, δεν είχε ταυτόχρονα ως σκοπό να περιορίσει οπωσδήποτε την εφαρμογή του αποκλειστικά στους εμπορικούς αντιπροσώπους και σιωπηρά να αποκλείσει από την εφαρμογή του παρόμοιες εμπορικές διαμεσολαβητικές δραστηριότητες. Κατά την έννοια αυτή διαπιστώνεται συγκριτικά με τη ρύθμιση του π.δ/τος 219/1991 για τον εμπορικό αντιπρόσωπο η ύπαρξη αντίστοιχου κενού στη νομοθετική ρύθμιση των λοιπών παρεμφερών μ' αυτόν τύπων επαγγελματικής διαμεσολάβησης στη λειτουργία του εμπορίου, που δεν δικαιολογείται στο σύστημα της έννομης τάξης, όπως έμμεσα επιβεβαιώνεται και από την κατά παραπομπή νομοθέτηση με το άρθρ. 14§4 του ν. 3577/2007. Πρόκειται δηλαδή για ασύγγνωστο ακούσιο κενό, το οποίο ο νομοθέτης όφειλε να προβλέψει και να καλύψει (πρωτογενές κενό), αφού κενό συνιστά γενικώς η έλλειψη στη συγκεκριμένη περίπτωση σύννομης ρύθμισης, μολονότι η έννομη τάξη την αξιώνει λόγω της ομοιότητας της περίπτωσης αυτής με άλλες ρυθμισμένες στο νόμο περιπτώσεις. Μάλιστα κενό δεν συνιστά μόνον η παντελής έλλειψη ρύθμισης στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και η ελλιπής ρύθμιση, όταν συνιστά αδικαιολόγητη απόκλιση από τις ρυθμισμένες όμοιες περιπτώσεις, οπότε ανακύπτει και πάλι ανάγκη πλήρωσης του κενού μέσω της αναλογίας, η οποία ως ειδικότερη έκφραση της τελολογικής μεθόδου ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου στηρίζεται στην ουσιώδη ομοιότητα της αρρύθμιστης περίπτωσης με ρυθμισμένες από την έννομη τάξη περιπτώσεις (ΟλΑΠ 15/2023). Η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του π.δ/τος 219/1991 για τον εμπορικό αντιπρόσωπο και σε άλλες μορφές εμπορικών διαμεσολαβητικών δραστηριοτήτων κρίνεται κατά περίπτωση (ad hoc), αλλά όχι επιλεκτικά, έτσι ώστε η αναλογία να αποτελεί για την περίπτωση αυτή εισαγωγή στην πραγματικότητα ατομικού δικαίου, αλλά θα πρέπει η ατομική περίπτωση να συγκεντρώνει τα στοιχεία που δικαιολογούν εξ αντικειμένου την επέκταση και σ' αυτή των ρυθμίσεων του ως άνω π.δ/τος. Δηλαδή με βάση τα στοιχεία αυτά επιτυγχάνεται η αναλογική εφαρμογή του π.δ/τος 219/1991 σε κάθε όμοια περίπτωση και όχι αποκλειστικά στην κρινόμενη ατομική περίπτωση και μάλιστα κατά τον ίδιο αντικειμενικό τρόπο εξειδικεύεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής των επιμέρους διατάξεων του π.δ/τος στο σύνολο των όμοιων περιπτώσεων, οπότε ασφαλώς δεν πρόκειται για ανεπίτρεπτη από το άρθρ. 26 του Συντάγματος άσκηση νομοθετικού έργου από το δικαστήριο. Στο πλαίσιο αυτό κρίνεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής των άρθρων του π.δ/τος 219/1991 σε κάθε δυνατή περίπτωση, όταν συντρέχουν τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία (ΟλΑΠ 15/2013, ΑΠ 1651/2023, ΑΠ 533/2022). Ειδικότερα στα άρθρα 8 παρ. 3,4 και 9 του π.δ/τος 219/1991, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζονται αντιστοίχως τα ακόλουθα:"3. Όταν η Σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλόμενους μπορεί να την καταγγείλει, με τήρηση ορισμένης προθεσμίας. 4. Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, τρείς μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, τέσσερις μήνες από την αρχή του τέταρτου έτους, πέντε μήνες από την αρχή του πέμπτου έτους και έξη μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη" και "1.α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς... β)... γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. δ... 2. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος χάνει την αξίωση αποζημίωσης ή ανόρθωσης ζημίας της προηγουμένης παραγράφου εάν δεν γνωστοποιήσει προς τον αντιπροσωπευόμενο εντός έτους από τη λύση της σύμβασης ότι προτίθεται να ασκήσει το δικαίωμά του. 3. Η αποζημίωση ή η αποκατάσταση της ζημίας, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του παρόντος δεν οφείλεται: α) Όταν ο εντολέας καταγγείλει την σύμβαση λόγω υπαιτιότητος εμπορικού αντιπροσώπου, η οποία θα δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο... 5...6...7....8. Η Σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παραγράφου 4 σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρος των συμβατικών υποχρεώσεων καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων". Από την ανωτέρω, προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 στοιχ. α' του άρθρου 9 αποζημίωση πελατείας, διαφέρει η διαλαμβανόμενη στο στοιχείο γ' της ίδιας παραγράφου, αξίωση για ανόρθωση της ζημίας, η οποία δεν είναι παρά η αξίωση της αποζημίωσης του κοινού δικαίου, την οποία έχει ο εμπορικός αντιπρόσωπος. Για τη γέννεση της τελευταίας αυτής αξίωσης του εμπορικού αντιπροσώπου απαιτείται υπαίτια παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του αντιπροσωπευομένου ή τέλεση εκ μέρους του αδικοπραξίας. Η εν λόγω αποζημίωση οφείλεται επιπλέον της αποζημίωσης πελατείας και περιλαμβάνει τόσο τη θετική, όσο και την αποθετική ζημία. Επομένως, ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δικαιούται σωρευτικά τόσο την αποζημίωση πελατείας, όσο και την αποζημίωση του κοινού δικαίου, η οποία προϋποθέτει βέβαια την πρόκληση από την αντισυμβατική ή αδικοπρακτική συμπεριφορά του εντολέα ζημίας στον εμπορικό αντιπρόσωπο (ΑΠ 1651/2023, ΑΠ 765/2019, ΑΠ 101/2018, ΑΠ 165/2015). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3, 4 και 8 του ως άνω π.δ/τος, όταν η σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, οποιοσδήποτε των συμβαλλομένων μπορεί να την καταγγείλει, ελευθέρως, χωρίς αιτιολογία, με την τήρηση, όμως, ορισμένης στο άρθρο αυτό προθεσμίας. Σε περίπτωση καταγγελίας, χωρίς την τήρηση της προθεσμίας του άρθρου 8 παρ. 4 του ως άνω π.δ/τος, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται, κατ' άρθρο 9 παρ. 1γ' του ως άνω π.δ/τος, πλην της αποζημίωσης πελατείας και ανόρθωση κάθε περαιτέρω ζημίας, την οποία υπέστη, όπως ορίζεται στις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και, συνεπώς και αποζημίωση από τα διαφυγόντα κέρδη που θα αποκόμιζε, αν εξακολουθούσε η σύμβαση, όχι, όμως, για όσο χρονικό διάστημα ανέμενε να διαρκέσει η σύμβαση, αλλά μόνο για το χρονικό μέχρι να συμπληρωθεί η προθεσμία, που έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία της (ΑΠ 1651/2023). Η κατά τις ανωτέρω διατάξεις τακτική εκ μέρους του αντιπροσωπευόμενου καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η οποία δεν απαιτεί αιτιολογία, δεν συνεπάγεται γι' αυτόν περαιτέρω επιζήμιες συνέπειες, εκτός αν συνιστά καταχρηστική, κατά το άρθρ. 281 του Α.Κ., άσκηση του δικαιώματός του, οπότε ναι μεν η καταγγελία δεν είναι άκυρη, όμως ο καταγγέλλων ευθύνεται έναντι του άλλου μέρους και μάλιστα τόσο συμβατικά, για παραβίαση, δηλαδή, της αντίστοιχης σύμβασης, όσο και εξωσυμβατικά, αφού η καταχρηστική καταγγελία συνιστά αδικοπραξία, κατά την έννοια των άρθρων 914 και 919 του Α.Κ. (ΑΠ 1651/2023, ΑΠ 1766/2009), που θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης ή και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα, εφόσον βέβαια το άλλο μέρος υπέστη, εξ αιτίας της καταγγελίας, ζημία ή και ηθική βλάβη. Αντίθετα, μόνο συμβατική ευθύνη απορρέει από την άκαιρη ή αντίθετη προς τη συμφωνία των μερών, αλλά όχι καταχρηστική, καταγγελία, η οποία, χωρίς και πάλι να είναι άκυρη, δημιουργεί, ωστόσο, για τον καταγγέλλοντα υποχρέωση αποζημίωσης του άλλου μέρους για τη μη εκτέλεση της σύμβασης (ΑΠ 1651/2023, ΑΠ 979/2014, ΑΠ 697/2012, ΑΠ 390/2004). Η καταγγελία, πάντως, δεν είναι καταχρηστική, όταν η λύση της σύμβασης, στην οποία οδηγεί, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες συναλλακτικές δυνατότητες του καταγγέλλοντος και δεν είναι άσχετη προς το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του, ενώ και η τυχόν επωφελής για τα συμφέροντά του συμπεριφορά του άλλου μέρους δεν καθιστά την καταγγελία του καταχρηστική, αφού η συμπεριφορά αυτή του αντισυμβαλλομένου του εντάσσεται στο πλαίσιο της επιβαλλόμενης από το νόμο (άρθρο 288 του Α.Κ.) καλόπιστης απ' αυτόν εκπλήρωσης της παροχής του (ΟλΑΠ 12/2004, ΑΠ 1651/2023, ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 533/2016, ΑΠ 683/2010). Κατά τη διάταξη του άρθρου 167 Α.Κ., "η δήλωση της βούλησης έχει νομική ενέργεια μόνο αφότου περιέλθει στο πρόσωπο στο οποίο απαιτείται να απευθυνθεί". Υιοθετεί δηλαδή ο Αστικός Κώδικας τη θεωρία της παραλαβής ή λήψεως, κατά την οποία η δήλωση θεωρείται ότι συντελέστηκε και παράγει τη νομική ενέργεια της όχι απλώς από την αποτύπωση της στον εξωτερικό κόσμο (θεωρία της εκδηλώσεως), ούτε αναγκαίως από τη γνώση του περιεχομένου της από αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται (θεωρία της γνώσεως), αλλά από την παραλαβή της απ' αυτόν. Κατά την έννοια δε της παραλαβής, η δήλωση θεωρείται ότι περιήλθε σε αυτόν, προς τον οποίον απευθύνεται (παραλήπτη), όταν διαβιβάστηκε κατά τρόπο που αυτός μπορούσε και έπρεπε να λάβει γνώση εγκαίρως, οπότε η δήλωση θεωρείται ότι έγινε εγκαίρως, ασχέτως αν από λόγους που τον αφορούν καθυστέρησε ο τελευταίος να λάβει γνώση (ΑΠ 129/2023, ΑΠ 1411/2011, ΑΠ 1263/1996). Περιέλευση δηλαδή στο λήπτη της δηλώσεως, η οποία απαιτείται για να παράγει η δήλωση τα αποτελέσματά της, υπάρχει, ανεξάρτητα αν πρόκειται μεταξύ παρόντων ή απόντων μερών, αφότου η δήλωση βουλήσεως, η οποία αποτελεί απαραίτητο όρο του πραγματικού της δικαιοπραξίας, περιέλθει στο χώρο εξουσιάσεως του λήπτη και αυτός βρίσκεται σε θέση, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να λάβει γνώση του περιεχομένου της (ΑΠ 129/2023, ΑΠ 777/2022, ΑΠ 1223/2015). Εξάλλου, η δήλωση βούλησης μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή. Ρητή (άμεση) είναι αυτή που γίνεται με λέξεις ή νεύματα, που εμφανίζουν και εκφράζουν κατευθείαν την βούληση και διακρίνεται σε τυπική ή άτυπη. Σιωπηρή (έμμεση) είναι εκείνη που συνάγεται από πράξεις που γίνονται για άλλον σκοπό αλλά συμπερασματικά εμφαίνουν ορισμένη βούληση. Στην δεύτερη περίπτωση, δηλαδή, η δικαιοπρακτική βούληση συνάγεται εκ των υστέρων στην συγκεκριμένη περίπτωση σε συνδυασμό με το σύνολο των ειδικών περιστατικών και με κριτήριο την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ο δε επικαλούμενος σιωπηρή δήλωση βούλησης απευθυντέα σε άλλον, οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται τόσον η σιωπηρή δήλωση αυτή, όσο και την λήψη της από εκείνον, προς τον οποίο απευθύνθηκε (πρβλΑΠ 138/2022, ΑΠ 845/2019).
Συνεπώς από το συνδυασμό της διάταξης αυτής του άρθρου 167 ΑΚ με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του π.δ.219/1991 προκύπτει ότι η μονομερής και ληψιδεής δήλωση καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ή αναλόγως της σύμβασης πρακτορείας, όταν εφαρμόζεται αναλογικά και σε αυτήν το άρθρο αυτό, αφ' ενός μεν μπορεί να είναι και σιωπηρή, αφ' ετέρου δε αποκτά νομική ενέργεια και επιφέρει την λύση της σύμβασης, κατά τις διακρίσεις του ανωτέρω άρθρου, αφότου η περί αυτής δήλωση περιέλθει στον άλλο. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται: α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δίκαιου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, β) υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) επέλευση ζημίας άλλου προσώπου (παθόντος) και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υπόχρεου και της ζημίας του παθόντος. Για την κατάφαση της "παρανομίας", δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και, εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 167/2024,ΑΠ 1356/2023, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 345/2017), η δε κατά τον άνω τρόπο παράνομη συμπεριφορά μπορεί να εκδηλωθεί και κατά τη λειτουργία μίας σύμβασης. Η κατάχρηση δικαιώματος, η οποία απαγορεύεται από την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που ορίζει ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, συνιστά παράβαση νόμου και άρα αποτελεί παράνομη πράξη και συνεπώς εάν συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, η κατάχρηση γεννά υποχρέωση σε αποζημίωση, κατά το άρθρο 914 ΑΚ (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 425/2014). Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, η έννοια των οποίων είναι νομική, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε, κατά τη γενική αντίληψη, χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 10/1991, ΑΠ 601/2022). Καλή πίστη, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 Α.Κ, είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος. Υπό την έννοια συνεπώς αυτή, η καλή πίστη συνιστά κριτήριο συμπεριφοράς και, άρα, κανόνα δικαίου (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1420/2022, ΑΠ 1116/2019). Η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννιέται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, δεν συνιστά αδικοπραξία, οι δε έννομες συνέπειες της παράβασης ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής (αδυναμία παροχής, υπερημερία του οφειλέτη, πλημμελής εκπλήρωση της σύμβασης κλπ) (ΑΠ 560/2022). Η υπαίτια πράξη ή παράλειψη αυτή μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθεαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 560/2022, ΑΠ 845/2019). Στην περίπτωση που συρρέουν οι αξιώσεις από τη σύμβαση με αυτές από το αδίκημα, αν μεν κατατείνουν σε διαφορετικές παροχές πρόκειται για γνήσια συρροή αξιώσεων, ενώ αν αφορούν την αυτή παροχή, που απλώς θεμελιώνεται τόσο ενδοσυμβατικά όσο και εξωσυμβατικά, δηλαδή σε δύο διαφορετικές νομικές βάσεις, πρόκειται για συρροή των περισσότερων νομικών βάσεων της αυτής ενιαίας αξίωσης. Αντίστοιχα, ο δανειστής δικαιούται να ασκήσει όποια από τις περισσότερες αξιώσεις του ο ίδιος προκρίνει ή να στηρίξει την ενιαία αξίωσή του σε οποιαδήποτε από τις περισσότερες βάσεις της ή και σε όλες κατά τρόπο ισοδύναμο ή επικουρικό (ΑΠ 402/2018). Στην έννοια της κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια του παρανόμως πράξαντος ή παραλείψαντος. Εφ' όσον δε γίνεται επίκληση υπαίτιας συμπεριφοράς, με το χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας, στον ειδικότερο προσδιορισμό αυτής (της υπαιτιότητας) προβαίνει το δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς εντεύθεν να επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 660/2022, ΑΠ 1206/2019). Εξάλλου, δόλος, ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, συντρέχει όχι μόνο όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας σε άλλον, αλλά και όταν, χωρίς να την αποσκοπεί, προβλέπει και αποδέχεται την επέλευση της ζημίας αυτής, είτε ως αναγκαία, είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του. (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1206/2019), ενώ αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας κατά το άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια, που, αν κατέβαλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει (ΑΠ 210/2023, ΑΠ 693/2020). Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 ΑΚ), ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε, δε, πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 484/2023, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 895/2019).). Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 2061/2022). Κατά το άρθρο 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, λογίζεται δε ως τέτοιο το προσδοκώμενο με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Για τη διαμόρφωση έτσι της αποδεικτικής κρίσεως του δικαστή, ως προς την επέλευση και το ύψος της εν λόγω ζημίας στο μέλλον, ο νόμος αρκείται σε πιθανολόγηση και δεν απαιτεί πλήρη απόδειξη (ΑΠ 260/2022, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 1385/2012). Όταν ζητείται αποζημίωση λόγω διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να εκτίθενται στην αγωγή τα συγκεκριμένα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πιθανότητα ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί και καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια. Δεν είναι απαραίτητο όμως να αναγράφεται στην αγωγή και ότι ο ενάγων δεν εξοικονόμησε δαπάνη ή να αφαιρείται η εξοικονομηθείσα, ούτε να εξειδικεύονται τα προσδίδοντα τη δυναμική του προσδοκώμενου κέρδους στοιχεία με αναφορά συγκεκριμένων συναλλαγών, προσώπων και παραστατικών (ΑΠ 60/2019, ΑΠ 1596/2017, ΑΠ 496/2016, ΑΠ 730/2015). Ειδικότερα, για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, που συνίσταται στην απώλεια εσόδων λόγω διακοπής ή μειωμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, πρέπει, αλλά και αρκεί, να αναφέρονται στο δικόγραφο της, όλα εκείνα τα κρίσιμα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων θα εισέπραττε με πιθανότητα από την επαγγελματική του δραστηριότητα το αιτούμενο ποσό κέρδους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδίως τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα (ΑΠ 689/2021, ΑΠ 2/2020). Στην κρινόμενη υπόθεση, από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων, που εξετάστηκαν με επιμέλεια των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και περιέχονται στα υπ' αριθμ. 444/2014 και 1049/2016 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, από όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται, με επίκληση, από τους διαδίκους, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, στα οποία συμπεριλαμβάνονται οι υπ' αριθ. 6234/02-09-2009 και 6235/02-09-2009 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που προσκομίζονται από τον εφεσίβλητο ΟΠΑΠ και λήφθηκαν μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εκκαλούντος (βλ. την 5389/28-8-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Π.) στα πλαίσια των 1407/2008 και 6624/2009 προηγούμενων συναφών αγωγών του εκκαλούντος κατά του ΟΠΑΠ, που απορρίφθηκαν ως αόριστες, από την προσκομιζόμενη από τον ΟΠΑΠ υπ' αριθ. 259/21-05-2013 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος, Α. Τ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Περιστερίου Αττικής, η οποία λήφθηκε μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εκκαλούντος (βλ. την υπ' αριθ. 444/15-05-2013, έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Β. Μ.) και από την κατωτέρω ρητά αναφερόμενη ομολογία από τον ΟΠΑΠ πραγματικών περιστατικών των αγωγών, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: (Σημειώνεται ότι ο εκκαλών επικαλείται με τις προτάσεις του και με αριθμούς σχετικών ..., ..., ... και ... ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών οι δύο πρώτες και της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Μ. οι λοιπές, καθώς και τις 6745/18-9-2009 και 1186/26-4-2013 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Αθηνών Θ. Τ. και Χ. Τ. αντιστοίχως, με τις οποίες ο ΟΠΑΠ καλείτο να παραστεί κατά τη λήψη των ενόρκων βεβαιώσεων, αλλά δεν προσκομίζει τα ανωτέρω έγγραφα. Επίσης ο ΟΠΑΠ επικαλείται με τις προτάσεις του και με αριθμό σχετικού 48 τη με αριθμό ..., χωρίς ημερομηνία, ένορκη βεβαίωση μάρτυρα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Θ. Α., ληφθείσα μετά από προηγούμενη κλήτευση του εκκαλούντος να παραστεί κατά τη λήψη της, την οποία επίσης δεν προσκομίζει). Όπως προαναφέρθηκε, με το ΒΔ 20/29-12-1958 συστάθηκε και λειτουργεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου (ΟΠΑΠ), που ήδη, με το ΠΔ 228/21-9-1999, έχει μετατραπεί σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ ΑΕ", και το διακριτικό τίτλο "ΟΠΑΠ ΑΕ", με έδρα την Αθήνα και με κύριο μέτοχο, κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, το Ελληνικό Δημόσιο. Η εν λόγω εταιρία έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, την οργάνωση, λειτουργία και διεξαγωγή από την ίδια, ή σε συνεργασία με τρίτους, των παιχνιδιών ΠΡΟ-ΠΟ, ΛΟΤΤΟ, ΠΡΟΤΟ, ΠΡΟΠΟΓΚΟΛ, ΤΖΟΚΕΡ, ΜΠΙΝΓΚΟ, ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΛΑΧΕΙΟ, αριθμολαχείων, λαχείων - παιγνίων, καθώς και κάθε άλλου τυχερού παιχνιδιού, που στο μέλλον ήθελε αποφασίσει το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής, σε όλη τη χώρα και εκτός αυτής, για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 2 του Π.Δ. 228/1999). Για την εκπλήρωση" του σκοπού αυτού, ο ΟΠΑΠ δικαιούται να λειτουργεί ανά τη χώρα πρακτορεία, στα οποία θα πρακτορεύονται τα εν γένει παιχνίδια του κατ' αποκλειστικότητα, με τη χορήγηση άδειας λειτουργίας πρακτορείων της, σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα (άρθρο 2 § 2 εδ. δ' του ΠΔ 228/1999). Στα πλαίσια της δυνατότητάς του αυτής και με αίτηση κάθε ενδιαφερομένου, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του χορηγεί άδεια για τη λειτουργία εξουσιοδοτημένου πρακτορείου του, υφίσταται δε μεταξύ του ΟΠΑΠ και του κάθε μεμονωμένου πράκτορα, σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, κατά την οποία λειτουργούν στο πρακτορείο του τελευταίου, όλα τα προαναφερθέντα παιχνίδια, σύμφωνα με τον ισχύοντα κάθε φορά κανονισμό λειτουργίας πρακτορείων και τις νόμιμες εγκυκλίους του. Περαιτέρω, δυνάμει της από 27-09-2001 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του, ο ΟΠΑΠ ενέκρινε, κατόπιν σχετικού αιτήματος του εκκαλούντος, την χορήγηση σε αυτόν άδειας λειτουργίας πρακτορείου ΟΠΑΠ, στο Περιστέρι Αττικής (οδός Αρετής, αριθ. 36), ήτοι άδεια πρακτόρευσης των παιχνιδιών της ΟΠΑΠ ΑΕ, σύμφωνα με το υπ' αριθ. 20/25-09-2001 πρακτικό της επιτροπής πρακτορείων γενικών και ειδικών θεμάτων της ΟΠΑΠ Α.Ε. Τα ανωτέρω γνωστοποιήθηκαν στον εκκαλούντα, με το υπ' αριθ. πρωτ. Α/2509/03-10-2001 έγγραφο της διεύθυνσης πρακτορείων. Με το έγγραφο αυτό του γνωστοποιήθηκαν και οι απαιτούμενες περαιτέρω ενέργειες του, όπως η προσκόμιση δικαιολογητικών, καθώς και η ενημέρωση στα γραφεία του ΟΠΑΠ. Ο εκκαλών ανταποκρίθηκε και ο ΟΠΑΠ του χορήγησε την από 26-11-2001 "Άδεια Λειτουργίας Πρακτορείου ΟΠΑΠ" στην ανωτέρω διεύθυνση, με αριθμό πρακτορείου 18370, σύμφωνα με την οποία "επιτρέπεται η λειτουργία του παραπάνω πρακτορείου ΟΠΑΠ για το συγκεκριμένο όνομα και διεύθυνση, σύμφωνα με τους νόμους και διατάξεις, που διέπουν τον ΟΠΑΠ".
Συνεπώς, με την κατά τα ανωτέρω χορήγηση στον εκκαλούντα της άδειας λειτουργίας πρακτορείου ΟΠΑΠ, την αποδοχή αυτής από τον ίδιο με τη εκτέλεση όλων των απαιτούμενων ενεργειών, που του ζητήθηκαν, καθώς και με την "ΟΝ LINE" σύνδεση του πρακτορείου με τα κεντρικά πληροφοριακά συστήματα του ΟΠΑΠ και εν συνεχεία με την έναρξη λειτουργίας του πρακτορείου, συνήφθη μεταξύ του ΟΠΑΠ και του εκκαλούντος άτυπη σύμβαση πρακτορείας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας ο εκκαλών, έχοντας τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, που αναλαμβάνουν όλοι οι πράκτορες πρακτορείων του ΟΠΑΠ, σύμφωνα ιδίως με την προαναφερθείσα και ισχύουσα κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης υπ' αρ. 25148/27-10-1999 (ΦΕΚ Β' 2004/1999) απόφαση της Υπουργού και του Υφυπουργού Πολιτισμού "Κανονισμός Λειτουργίας Πρακτορείων Υποχρεώσεις και Δικαιώματα Πρακτόρων ΟΠΑΠ", παρείχε υπηρεσίες πρακτόρευσης των παιχνιδιών του ΟΠΑΠ, ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό του ΟΠΑΠ και λαμβάνοντας ως αμοιβή για τις υπηρεσίες, που του παρείχε την συμφωνηθείσα προμήθεια. Πιο συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ανωτέρω κανονισμού, που επιγράφεται "Υποχρεώσεις πρακτόρων", ο πράκτορας είναι υποχρεωμένος, μεταξύ άλλων: "1) Με την υπογραφή της σύμβασης να καταθέσει στον ΟΠΑΠ εγγύηση το ύψος της οποίας θα καθορίζεται με απόφαση του Δ.Σ. του Οργανισμού. 2) Να καταθέσει στον Ο.Π.Α.Π. πρόσθετη εγγύηση για την διασφάλιση των εισπράξεων του πρακτορείου η οποία μπορεί να αναπροσαρμοστεί με απόφαση του Δ.Σ. του ΟΠΑΠ μέχρι το ποσό που καλύπτει το μέσο όρο των εβδομαδιαίων εισπράξεων του πρακτορείου, σε ετήσια βάση. 3) Να καταθέτει χωρίς καμία καθυστέρηση τις εισπράξεις των παιγνιδιών στην τράπεζα με την οποία συνεργάζεται ο Οργανισμός και σύμφωνα με τον τρόπο και τον χρόνο που θα του υποδειχθεί από τον ΟΠΑΠ. Επίσης να είναι συνεπής προς όλες τις Οικονομικές του υποχρεώσεις προς τον Οργανισμό. 4) Να μοιράζει δωρεάν σε κάθε ενδιαφερόμενο τα δελτία των παιχνιδιών του ΟΠΑΠ, να τα επισημαίνει με τη μηχανή σήμανσης εισπράττοντας το αντίτιμο των στηλών και συμμετοχών. 5) Να ελέγχει αν το δελτίο συμπληρώθηκε σωστά από το διαγωνιζόμενο και σημάνθηκε κανονικά από τη μηχανή. Να υποδεικνύει στο διαγωνιζόμενο την ανάγκη επαλήθευσης των προβλέψεών του με τις αντίστοιχες προβλέψεις που εκτυπώνονται από την τερματική μηχανή και να τονίζει στον διαγωνιζόμενο ότι σε περίπτωση διαφοράς λαμβάνονται υπόψη οι εκτυπούμενες από την τερματική μηχανή προβλέψεις. Ο πράκτορας που δεν προβαίνει στις παραπάνω ενέργειες έχει ευθύνη μόνο απέναντι στον ΟΠΑΠ και όχι στο διαγωνιζόμενο, που μόνο αυτός είναι υπεύθυνος για τη σωστή συμπλήρωση των δελτίων του. 6) Να παραδίδει στους κατά τόπους κεντρικούς πράκτορες και την καθορισμένη μέρα και ώρα για κάθε διαγωνισμό, τις κάψουλες και τις μήτρες των δελτίων αφού προηγουμένως βεβαιωθεί ότι δεν παρέμεινε στη μηχανή ή στο πρακτορείο του κάποια κάψουλα ή δεσμίδα μητρών. 7) Να παραδίδει στον ΟΠΑΠ: α) Τα αντίγραφα των λογιστικών καταστάσεων που εκτυπώνει η μηχανή την καθορισμένη μέρα, πλην ενός που θα παραμείνει στο αρχείο του πρακτορείου του. β) Όλα τα υπόλοιπα στοιχεία του διαγωνισμού ταξινομημένα και ασφαλισμένα όπως, επιταγή ή επιταγές, ανακεφαλαιωτική λογιστική κατάσταση για όσους έχουν περισσότερες από μία μηχανές, πίνακα ακύρωσης δελτίων, δελτίο περιεχομένου σάκου κ.λ.π. 8) Να φροντίζει για την ασφάλεια της τερματικής μηχανής τη διαφύλαξη των μητρών των δελτίων, των καψουλών και των λοιπών υλικών. 9) Σε περίπτωση αποκλεισμού δελτίου ή δελτίων από διαγωνισμό λόγω απώλειας μητρών και των αντίστοιχων καψουλών, μετά από συνεννόηση με τις αρμόδιες υπηρεσίες του Οργανισμού, να το δηλώνει στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής του και να αναρτά στην προθήκη του καταστήματος τη σχετική ανακοίνωση. Σε περίπτωση ακύρωσης δελτίου να συμπληρώνει και να υπογράφει την αίτηση ακύρωσης σε όλα τα αντίγραφα που ο ΟΠΑΠ καθορίζει και να τα αποστέλλει στον Οργανισμό εμπρόθεσμα, πλην ενός αντιγράφου που θα παραμείνει στο αρχείο του πρακτορείου. Στην αίτηση αυτή θα επισυνάπτει οπωσδήποτε και το δελτίο από όσα τμήματα αποτελείται αυτό, διαφορετικά η αίτηση για ακύρωση θα θεωρείται ως μηδέποτε υποβληθείσα και δεν θα εξετάζεται από τον ΟΠΑΠ. Όταν το δελτίο που ζητείται η ακύρωση είναι λευκό, με μερικά στοιχεία ή κακέκτυπο πρέπει οπωσδήποτε να επισυνάπτεται το "αντίτυπο". 10) Να ακολουθεί πιστά τις διαδικασίες διεξαγωγής των παιχνιδιών σύμφωνα με τις εκάστοτε εγκυκλίους και ανακοινώσεις του ΟΠΑΠ που έχουν εκδοθεί ή θα εκδοθούν.11) α. Να ενημερώνει σύμφωνα με τις οδηγίες του Οργανισμού σωστά και υπεύθυνα τους διαγωνιζόμενους για όλα τα θέματα που αφορούν στην πληρωμή των κερδών και στην υποβολή σχετικών ενστάσεων. β. Να καταβάλλει αμέσως στους δικαιούχους τα αναλογούντα κέρδη βάσει των επίσημων στοιχείων που εκδίδει και αποστέλλει ο ΟΠΑΠ, να παραλαμβάνει τα κερδισμένα αποκόμματα, να επικυρώνει την εξόφλησή τους με την σφραγίδα και την υπογραφή του και να τα επιστρέφει με τη σειρά που είναι γραμμένα στις καταστάσεις, χωριστά για κάθε ένα διαγωνισμό και μέσα στην προθεσμία που ορίζει ο ΟΠΑΠ. γ. Να πληρώνει τους παίκτες που εμφανίζονται στο Πρακτορείο του εκπρόθεσμα για είσπραξη κέρδους και πάντως μέχρι τη σύνταξη του πίνακα απλήρωτων, από τα αντίγραφα των καταστάσεων κερδών που υποχρεούται να φυλάττει στο πρακτορείο του. δ. Να αναγράφει τα στοιχεία των παικτών (ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, αριθμό και ημερομηνία έκδοσης δελτίου αστυνομικής ταυτότητας) στα δελτία που εξοφλεί πλέον των 100.000 δραχμών, ή και μικρότερου ποσού, εφ' όσον οι διαγωνιζόμενοι προτίθενται να ζητήσουν βεβαίωση κέρδους" (άρθρο 3 παρ.1-11). "α. Να επιδεικνύει άκρα επιμέλεια, προκειμένου να λαμβάνει γνώση όλων των εγκυκλίων που εκδίδει ο ΟΠΑΠ και αναφέρονται στη λειτουργία του πρακτορείου του και να ακολουθεί τις οδηγίες που αναφέρονται στον εξοπλισμό και την προβολή του καταστήματος του. Η διαφημιστική προβολή του ΟΠΑΠ να καλύπτει περίπου το 70% της προβολής των εν γένει δραστηριοτήτων του καταστήματος β. Να εφαρμόζει σωστά και, να ενημερώνει υπεύθυνα τους διαγωνιζόμενους στα θέματα που αναφέρονται στον τρόπο διεξαγωγής των παιχνιδιών, στις εγκυκλίους, οδηγίες και ανακοινώσεις του ΟΠΑΠ. Να τηρεί πλήρες-οργανωμένο αρχείο" (άρθρο 3 παρ. 13), "Να συνεργάζεται με τους επιθεωρητές του ΟΠΑΠ ή εξουσιοδοτημένα με τον ΟΠΑΠ όργανα κατά τη διάρκεια ελέγχου στο πρακτορείο του και να συμμορφώνεται με τις οδηγίες τους" (άρθρο 3 παρ. 15), "α. Να μην δέχεται την πρακτόρευση στο κατάστημα του άλλων επιχειρήσεων χωρίς την έγκριση του ΟΠΑΠ, εκτός των Κρατικής εποπτείας Λαχείων και παιχνιδιών, β. Να μην συμμετέχει ή συνεργάζεται σε εταιρείες που προωθούν, παρεμφερή ή ανταγωνιστικά για τα παιχνίδια του οργανισμού στοιχήματα, εκτός των εταιρειών που ασχολούνται σε Κρατικά παιχνίδια, γ. Να μην συμμετέχει καθ' οιοδήποτε τρόπο στη διοργάνωση και διεξαγωγή παράνομων στοιχημάτων" (άρθρο 3 παρ. 21), "Να συμβάλει με όλες του τις δυνάμεις στην επιτυχία των στόχων και σκοπών του οργανισμού" (άρθρο 3 παρ. 27), "Να επιδεικνύει έντονο και συνεχές ενδιαφέρον για την αύξηση της κίνησης των παιγνιδιών, πραγματοποιώντας προς το σκοπό αυτό τις όποιες προωθητικές ενέργειες υποδεικνύονται από τον οργανισμό και όποιες κρίνει ο ίδιος ότι είναι ικανές να επιφέρουν το καλύτερο αποτέλεσμα, αρκεί να μην προσβάλλουν το κύρος και την αξιοπιστία του οργανισμού. Σε τέτοια περίπτωση δικαιούται να παρέμβει άμεσα ο οργανισμός και να τις διακόπτει" (άρθρο 3 παρ. 29). Επίσης στο άρθρο 4, που επιγράφεται "Αποζημίωση Πρακτόρων", ορίζεται σε σχέση με την αμοιβή του πράκτορα "Η αποζημίωση του πράκτορα για τις υπηρεσίες που προσφέρει στους παίκτες, καθορίζεται σε ποσοστό 12% επί της τιμής της στήλης στα υπάρχοντα παιγνίδια του ΟΠΑΠ ΠΡΟΠΟ, ΛΟΤΤΟ, ΠΡΟΤΟ, ΠΡΟΠΟΓΚΟΛ, ΤΖΟΚΕΡ και παρακρατείται άμεσα από το αντίτιμο δελτίου που καταθέτει ο παίκτης. Στα παιγνίδια που ο Οργανισμός θα καθιερώσει στο μέλλον, η αποζημίωση του πράκτορα θα καθορίζεται με βάση τα Προεδρικά Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, και Αποφάσεις του Δ.Σ του ΟΠΑΠ που θα αφορούν ειδικότερα στο κάθε παιχνίδι. Με απόφαση του Δ.Σ. μπορούν να χορηγηθούν πρόσθετες παροχές, είτε για παρακίνηση του πράκτορα, είτε για αμοιβή του, όταν αυτός επιδεικνύει ιδιαίτερο ζήλο στην προώθηση των παιγνιδιών του Ο.Π.Α.Π". Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 07-06-2006 και περί ώρα 20:00 μ.μ. και ενώ το πρακτορείο του εκκαλούντος βρισκόταν σε λειτουργία, εισήλθαν αιφνιδιαστικά σ' αυτό αστυνομικά όργανα της Διεύθυνσης Λεσχών και Παιγνίων της Ασφάλειας Αττικής, προκειμένου να ελέγξουν ανώνυμη καταγγελία για διενέργεια παράνομου στοιχήματος, δηλαδή για την τέλεση της αξιόποινης πράξης που προβλέπεται από το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν.2433/1996. Ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η καταγγελία αυτή έγινε μεθοδευμένα από τον ΟΠΑΠ, για να επιτύχει την αφαίρεση της άδειάς του και το κλείσιμο του πρακτορείου, γιατί, λόγω της μεγάλης εξειδικεύσεως του ιδίου στο παιγνίδι "ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ", που αποτελούσε το μεγαλύτερο τμήμα του τζίρου του πρακτορείου και λόγω των σωστών συμβουλών που ακολούθως έδινε στους διαγωνιζόμενους πελάτες του, αυτό συνηθέστατα ήταν κερδοφόρο για τους παίκτες και ζημιογόνο για τον ΟΠΑΠ, αφού ειδικά στο παιγνίδι αυτό, παρά τις αποδόσεις που επιβάλλει ο ΟΠΑΠ, οι οποίοι είναι συνήθως δυσμενείς για τους παίκτες, το κέρδος του δεν είναι εξασφαλισμένο από πριν, αφού πρόκειται για "ευθύ στοίχημα" μεταξύ του παίκτη και του ΟΠΑΠ για το αποτέλεσμα αθλητικών αγώνων. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδεικνύεται ενόψει ιδίως του ότι κατά την ένορκη κατάθεση ενός εκ των διενεργησάντων τον έλεγχο αστυνομικών, ο έλεγχος έγινε μετά από ανώνυμη καταγγελία, ενώ περαιτέρω δεν προσκομίστηκαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για ζημιογόνα για τον ΟΠΑΠ λειτουργία του πρακτορείου, η οποία κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος θα παρείχε το κίνητρο στο ΟΠΑΠ να προβεί στην καταγγελία αυτή. Επακολούθησε του ελέγχου κατάσχεση των χρημάτων και των επιταγών, που βρέθηκαν, καθώς και αφαίρεση του κομπιούτερ και αρκετών εγγράφων, που υπήρχαν στο πρακτορείο. Στη συνέχεια ασκήθηκε ποινική δίωξη και ο εκκαλών και οι παρευρισκόμενοι εντός του πρακτορείου του Τ. Ν. και Ι. Σ., παραπέμφθηκαν στο Αυτόφωρο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, για να δικασθούν ως αυτουργοί της αξιόποινης πράξης που προβλέπεται από το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν.2433/1996 (παράνομο στοίχημα), αφού από την έρευνα που διενεργήθηκε στο πρακτορείο και σύμφωνα με τις καταθέσεις των αστυνομικών οργάνων, που δόθηκαν, κατά την αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση, που διενεργήθηκε, δημιουργήθηκαν ενδείξεις ότι αυτοί διεξήγαγαν παράνομα στοίχημα αγώνων ομάδων του Φινλανδικού πρωταθλήματος και του Παγκόσμιου πρωταθλήματος ποδοσφαίρου, οι οποίοι ήταν εκτός του νόμιμου δελτίου του ΟΠΑΠ, που διατηρεί την αποκλειστικότητα διεξαγωγής του στοιχήματος, και οι αγώνες αυτοί δεν προσφέροντο για στοιχηματισμό. Επίσης βρέθηκαν εκτυπώσεις της στοιχηματικής εταιρείας "ΒΕΤΦΑΙΡ", η οποία δεν επιτρέπεται να διενεργεί στοίχημα με κανένα τρόπο, όπως μέσω τηλεφώνου ή διαδικτύου, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 6 του άρθρου 1 του Γενικού Κανονισμού Λειτουργίας Παιχνιδιών Στοιχημάτων Περιορισμένης Απόδοσης, ο δε ο υπολογιστής του εκκαλούντος ήταν ανοιχτός στην ιστοσελίδα της εταιρίας αυτής και πάνω σε έγγραφο FAX, ήταν γραμμένο το τηλέφωνό της. Ο ΟΠΑΠ, μόλις πληροφορήθηκε από την Ασφάλεια Αττικής την εις βάρος του εκκαλούντος άσκηση ποινικής δίωξης για συμμετοχή σε παράνομο στοίχημα, διέκοψε, στις 08-06-2006, την ΟΝ LINE σύνδεση του πρακτορείου του, η λειτουργία του οποίου για τον λόγο αυτό κατέστη αδύνατη, ήτοι ανέστειλε την λειτουργία του πρακτορείου, ακολούθως δε, δυνάμει της 33/27-07-2006 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου (ΔΣ) του με αριθ. πρωτ. 412/02-08-2006, εγκρίθηκε ομόφωνα η αναστολή αυτή, σύμφωνα με την εισήγηση της επιτροπής πρακτορείων γενικών και ειδικών θεμάτων του ΟΠΑΠ στο υπ' αριθ. 14/27-07-2006 πρακτικό της και την από 26-07-2006 εισήγηση της διεύθυνσης προώθησης και ανάπτυξης δικτύου του (τμήμα αδειών), η δε απόφαση αυτή γνωστοποιήθηκε εγγράφως από τον ΟΠΑΠ στον εκκαλούντα τον μήνα Αύγουστο του έτους 2006, με το Α/11.478/25-8-2006 έγγραφο του, στο οποίο αναφέρεται ότι το ΔΣ αποφάσισε την αναστολή "σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1γ', παρ. 2ε' (ενν. του κανονισμού), μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης δικαστηρίου". Πράγματι στο άρθρο 7 παρ. 1 εδ. γ' και δ', 2 παρ. α', γ' και δ' του κανονισμού, το οποίο προβλέπει τις ποινές στον πράκτορα αναφέρεται και ότι "1) Παράβαση ή πλημμελής εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού, που αναφέρονται στις ουσιώδεις υποχρεώσεις του πράκτορα καθώς και των εγκυκλίων και οδηγιών που κατά καιρούς έχει εκδώσει ή θα εκδώσει ο Οργανισμός, μπορεί να επιφέρουν τις παρακάτω κυρώσεις: α)...β)... γ) Προσωρινή ανάκληση της άδειας λειτουργίας του πρακτορείου μέχρι τριάντα (30) ημέρες. Ανάκληση της άδειας λειτουργίας του πρακτορείου πέραν των 30 ημερών επιβάλλεται στις περιπτώσεις όπου υπάρχουν οικονομικές εκκρεμότητες ή εκκρεμούν δικαστικές αποφάσεις και μέχρι της τελεσιδικίας αυτών. δ) Οριστική αφαίρεση αδείας. 2) α. Οι ποινές επιβάλλονται από το Δ.Σ. του ΟΠΑΠ με εισήγηση του Συντονιστή Διευθυντή μετά από εισήγηση της Επιτροπής Πρακτορείων η οποία αξιολογεί κατά περίπτωση τη βαρύτητα της παράβασης. β...γ. Όλες οι κυρώσεις κοινοποιούνται αιτιολογημένα στον πράκτορα το αργότερο μέσα σε 30 ημέρες από την επιβολή τους ή την κοινοποίηση της αποφάσεως του Δ.Σ. δ. Για την επιβολή των ποινών του άρθρου 7 παράγραφος 1 εδάφια γ και δ απαιτείται η προηγούμενη κλήση του πράκτορα για παροχή στον Οργανισμό των αναγκαίων εξηγήσεων, οι οποίες πρέπει να υποβληθούν στον Ο.Π.Α.Π. εντός 5 ημερών από της ειδοποιήσεώς του. ε. Σε περίπτωση παράβασης πράκτορα που εμπίπτει στις κυρώσεις του παρόντος άρθρου και μέχρι τη λήψη οριστικής απόφασης...παρέχεται η δυνατότητα στον Συντονιστή Δ/ντή να διακόπτει προσωρινά τις εργασίες του πρακτορείου, με σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων του Οργανισμού και των διαγωνιζομένων. 3) Για παραβάσεις άρθρων του παρόντος κανονισμού, που δεν επισείουν την ποινή της αφαίρεσης της άδειας όπως ρητά αναφέρονται στο άρθρο 8, είναι δυνατόν να επιβληθούν οι ποινές της επίπληξης, προστίμου και προσωρινής ανάκλησης ανάλογα με τη βαρύτητα και τη σπουδαιότητά τους, κατά περίπτωση, μετά από εισήγηση της Επιτροπής Πρακτορείων και απόφαση του Συντονιστή Διευθυντή του ΟΠΑΠ", ενώ στο άρθρο 8 που αφορά ειδικά την αφαίρεση της άδειας ορίζεται ότι "1) Η άδεια αφαιρείται στις περιπτώσεις που παραβιάζονται από τον παρόντα κανονισμό τα παρακάτω : α...β)...γ)... 2) α. Η άδεια αφαιρείται άμεσα και δεν επαναχορηγείται όταν μετά από συλλογή στοιχείων από την Αρμόδια Υπηρεσία του Οργανισμού προκύπτουν αποδείξεις για διεξαγωγή παράνομου στοιχήματος. β. Η άδεια αναστέλλεται σε περίπτωση παραπομπής σε δίκη του πράκτορα ή του νόμιμου εκπρόσωπου η διαχειριστή ή εταίρου της εταιρίας, για παράνομο στοίχημα και αφαιρείται οριστικά με Απόφαση του Δ.Σ του ΟΠΑΠ και δεν επαναχορηγείται μετά την έκδοση οριστικής καταδικαστικής απόφασης. Σε κάθε περίπτωση αίρεται η αναστολή και επαναχορηγείται η άδεια αμέσως μετά την έκδοση απαλλακτικού βουλεύματος από το Αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο ή αθωωτικής απόφασης με Απόφαση του Δ.Σ του ΟΠΑΠ. 3)... 4)...". Ο ΟΠΑΠ προέβη στην λήψη της εν λόγω απόφασης, ήτοι στην επιβολή της ποινής της παρ. 1γ' του άρθρου 7 του κανονισμού του, χωρίς προηγούμενη κλήση του εκκαλούντος, για την παροχή αναγκαίων εξηγήσεων, η οποία απαιτείται ρητά, σύμφωνα με την παρ. 2δ' του ιδίου άρθρου. Ακολούθως, ο εκκαλών, ο οποίος, ουδέποτε προσέφυγε κατά του ΟΠΑΠ για αυτήν καθ' αυτήν την απόφαση του για αναστολή της λειτουργίας του πρακτορείου του, ζήτησε να του επιστραφεί, το συνολικό χρηματικό ποσό των 380.000 ευρώ, που είχε καταθέσει στον ΟΠΑΠ, ως εγγύηση για την λειτουργία του πρακτορείου του κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του κανονισμού. Ειδικότερα, με την από 06-12-2006 αίτησή τού προς τον ΟΠΑΠ, ο ενάγων επικαλέστηκε και ζήτησε, κατά λέξη, τα ακόλουθα: "...Εν συνεχεία της από17-06-2006 με αριθμό πρωτοκόλλου Δ/11726 αναλόγου αιτήσεώς μου - η οποία, όπως ενημερώθηκα αρμοδίως από την υπηρεσία σας, απωλέσθη, επανέρχομαι ήδη με την παρούσα μου και ζητώ να μου επιστραφεί άμεσα η καταβληθείσα από εμένα και για την εύρυθμη και ασφαλή λειτουργία του πρακτορείου μου προς την ανώνυμη εταιρεία σας εγγύηση ύψους 380.000 ευρώ (330.000 τοις μετρητοίς και 50.000 δια ισόποσης επιταγής της τραπέζης NOVA BANK), δεδομένου ότι όπως καλώς γνωρίζετε λόγω αβάσιμων και καταχρηστικών ενεργειών και καταγγελιών της εταιρείας σας έχει ασκηθεί σε βάρος μου ποινική δίωξη για τη διενέργεια δήθεν παράνομου στοιχήματος και ως εκ τούτου από Ιουνίου του 2006 το πρακτορείο μου παραμένει κλειστό, με αποτέλεσμα η κατά τα ανωτέρω από εμένα καταβληθείσα εγγύηση να έχει καταστεί άνευ αντικειμένου και ως εκ τούτου να είναι άμεσα επιστρεπτέα...". Κατόπιν τούτου η ενάγουσα, κατ' άρθρο 9 παρ. 7 του κανονισμού, σύμφωνα με το οποίο "Στον πράκτορα ο οποίος παραιτείται ή του αφαιρείται η άδεια, επιστρέφεται ατόκως μετά την τακτοποίηση των λογαριασμών που έχει το ποσό εκείνο του κεφαλαίου της εγγύησης που έχει καταθέσει και παραμένει άθικτο στο κοινό κεφάλαιο. Η επιστροφή του ποσού αυτού γίνεται αμέσως μετά τη λογιστική εκκαθάριση και πάντα μετά την παρέλευση εξαμήνου", προέβη στην επιστροφή στον εκκαλούντα του παραπάνω χρηματικού ποσού. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. 3921/14-6-2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 7-12-2007, ο εκκαλών και οι λοιποί παραπεμφθέντες στο ακροατήριο του δικαστηρίου αυτού κηρύχθηκαν αθώοι της αξιόποινης πράξης της παράβασης του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν. 2433/1996 (παράνομο στοίχημα), "γιατί το δικαστήριο δεν πείσθηκε πλήρως ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις πράξεις, που τους αποδίδονται", όπως αναφέρεται στην απόφαση. Μετά την έκδοση της ανωτέρω αθωωτικής απόφασης και αφού αυτή κατέστη αμετάκλητη, ο εκκαλών υπέβαλε στον ΟΠΑΠ την από 14-12-2007, με αριθ. πρωτ. Α16290/2007 αίτησή του, με την οποία γνωστοποίησε και με το έγγραφο αυτό την αμετάκλητη αθώωσή του και υπέβαλε το αίτημα της επαναχορήγησης της άδειας του πρακτορείου του, αφού εξέλιπε πλέον ο λόγος της αναστολής λειτουργίας του. Στην παραπάνω αίτηση ουδέποτε απάντησε ο ΟΠΑΠ, αλλά ούτε και την άδεια λειτουργίας επαναχορήγησε όπως ορίζει ο ανωτέρω κανονισμός του στο άρθρο 8 παρ. 2β' αυτού. Κατόπιν τούτου ο εκκαλών άσκησε, κατά του ΟΠΑΠ, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 01-02-2008 με αριθμό κατάθεσης 1407/8-2-2008), αγωγή του, και επικαλούμενος ότι ο ΟΠΑΠ προέβη παρανόμως και υπαιτίως στην ανάκληση της λειτουργίας του πρακτορείου του, ζήτησε την καταβολή αποζημίωσης για τα διαφυγόντα κέρδη που απώλεσε, για το διάστημα από τον μήνα Ιούνιο του έτους 2006 έως και τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2008, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 8688/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του ΟΠΑΠ, να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 30.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενώ το αίτημα για διαφυγόντα κέρδη απορρίφθηκε ως αόριστο και γι' αυτό απαράδεκτο, για το αίτημα δε αυτό ασκήθηκε ακολούθως η πρώτη από τις ένδικες αγωγές του εκκαλούντος. Ο ΟΠΑΠ άσκησε έφεση κατά της ανωτέρω απόφασης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3107/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή αυτή και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του ΟΠΑΠ, να καταβάλει στον εκκαλούντα για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 20.000 ευρώ. Με τις τρεις όμοιες κατά το βασικό τους περιεχόμενο ένδικες αγωγές του ο εκκαλών ισχυρίζεται, όπως προαναφέρθηκε, ότι ο ΟΠΑΠ τέλεσε αδικοπραξία εις βάρος του και για τον λόγο αυτό δικαιούται αποζημίωσης για τα διαφυγόντα κέρδη, που απώλεσε, αλλά ο αγωγικός αυτός ισχυρισμός του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος για τους ακόλουθους λόγους: α) Η διακοπή της ΟΝ-LINE σύνδεσης του πρακτορείου από τον ΟΠΑΠ στις 8/6/2006 αποτελεί εύλογο ασφαλιστικό μέτρο προς διασφάλιση των συμφερόντων αυτού, μέχρι να εκδοθεί η οριστική απόφαση από το Διοικητικό του Συμβούλιο (Δ.Σ.), το οποίο μέτρο ρητά προβλέπεται στο άρθρο 7 παρ. 2 εδ. ε' του κανονισμού. β) Η μη γνωστοποίηση της κατηγορίας και η μη κλήση του εκκαλούντος να δώσει εξηγήσεις πριν τη λήψη απόφασης από το Δ.Σ., όπως και η μη άρση της αναστολής και η μη επαναχορήγηση της άδειας μετά την αμετάκλητη αθώωση του εκκαλούντος αποτελούν μεν παραβάσεις του κανονισμού, που επιβάλλει το αντίθετο, όπως προαναφέρθηκε, αλλά ο κανονισμός δεν έχει κανονιστική, αλλά μόνο συμβατική ισχύ, όπως κρίθηκε δεσμευτικά για το δικαστήριο τούτο με την 1356/2023 παραπεμπτική απόφαση και συνεπώς δεν συνιστά εκ του λόγου αυτού και μόνο αδικοπραξία, αφού πρόκειται μόνο για παράβαση της σύμβασης. γ) Σε κάθε περίπτωση, η μη γνωστοποίηση της κατηγορίας και η μη κλήση του εκκαλούντος να δώσει εξηγήσεις είναι μεν παράνομες πράξεις, όπως κρίθηκε τελεσίδικα με την ανωτέρω 3107/2014 απόφαση του Εφετείου, που επεδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και για τον λόγο αυτό στον εκκαλούντα, όμως η παρανομία αυτή δε βρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την επικαλούμενη ζημία του εκκαλούντος, αφού η παράλειψη αυτή του ΟΠΑΠ δεν συνδέεται με την αναστολή λειτουργίας του πρακτορείου, η οποία ήταν υποχρεωτική κατά το ανωτέρω άρθρο 8 παρ. 2β' του κανονισμού εφ' όσον, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση είχε γίνει παραπομπή σε δίκη του εκκαλούντος για παράνομο στοίχημα και συνεπώς θα επιβάλλετο και αν τυχόν είχε κληθεί ο εκκαλών να δώσει εξηγήσεις. δ) Η μη άρση της αναστολής και μη επαναχορήγηση της άδειας μετά την αμετάκλητη αθώωση του εκκαλούντος, η οποία είναι αντίθετη στον κανονισμό δεν αποτελεί και χωρίς τη συμβατική σχέση παράνομη πράξη, αφού δεν αντίκειται στην καλή συναλλακτική πίστη, ούτε υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από αυτήν, από τα χρηστά ήθη και από τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του ασκηθέντος δικαιώματος και συνεπώς δεν είναι καταχρηστική, αφού αποτελεί θεμιτή συναλλακτική δυνατότητα του ΟΠΑΠ να καταγγείλει ουσιαστικά τη σύμβαση, όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια της απόφασης, λόγω της διατάραξης της αναγκαίας εμπιστοσύνης που διέπει τη σχέση του με τους πράκτορές του, ενόψει και της αθώωσης του εκκαλούντος ουσιαστικά "λόγω αμφιβολιών" ότι τέλεσε την αξιόποινη πράξη που του αποδιδόταν, ενόψει και του ότι ο ΟΠΑΠ είχε ο ίδιος το δικαίωμα να επιλέξει τους πράκτορες του με τα αυστηρά κριτήρια, που προβλέπονται στο άρθρο 2 του κανονισμού. Η αντίθετη απόφανση της 3107/2014 απόφασης δεν αφορά την παρανομία για την οποία ζητείται αποζημίωση λόγω διαφυγόντων κερδών, αλλά παρανομία εξαιτίας της οποίας ο εκκαλών υπέστη ηθική βλάβη και όπως προαναφέρθηκε έχει κριθεί δεσμευτικά ότι δεν αποτελεί δεδικασμένο στην ένδικη υπόθεση, ο δε σχετικός λόγος έφεσης έχει ήδη απορριφθεί με την 1170/2021 απόφαση του Εφετείου. ε) Όπως προαναφέρθηκε η ανώνυμη καταγγελία δεν ήταν καταγγελία που υποβλήθηκε μεθοδευμένα από τον ΟΠΑΠ για να κλείσει το πρακτορείο του εκκαλούντος. Επομένως η σωρευμένη και στις τρεις αγωγές βάση της αδικοπραξίας είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, όπως και το Πολυμελές Πρωτοδικείο με διαφορετικές εν μέρει αιτιολογίες έκρινε και γι' αυτό, αφού αντικατασταθούν οι αιτιολογίες του κατά το άρθρο 534 ΚΠολΔ από τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής, πρέπει να απορριφθούν οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες λόγοι έφεσης του κυρίως δικογράφου, όπως και των προσθέτων λόγων αυτής.
Περαιτέρω ως προς τη σωρευομένη στα δικόγραφα των τριών αγωγών βάση, με την οποία ζητείται η ίδια αποζημίωση λόγω παράβασης της σύμβασης, που συνέδεε τους διαδίκους, αποδεικνύονται και τα ακόλουθα: Ο ΟΠΑΠ ανέστειλε τη λειτουργία του πρακτορείου του εκκαλούντος σύμφωνα με τον κανονισμό, που αποτελούσε ουσιαστικά το περιεχόμενο της σύμβασης πρακτορείας που τον συνέδεε με αυτόν και συνεπώς για το χρονικό αυτό διάστημα της αναστολής ο εκκαλών δεν δικαιούται αποζημίωση για τα διαφυγόντα κέρδη, που απώλεσε από τη μη λειτουργία του πρακτορείου του. Στη συνέχεια όμως, μετά τις 14/12/2007, όταν και επισήμως του γνωστοποιήθηκε η αμετάκλητη αθώωση του εκκαλούντος από τον ίδιο, ο ΟΠΑΠ, κατά παράβαση της περιεχομένης στο άρθρο 8 παρ. 2 β'εδ. τελευταίο του κανονισμού συμβατικής υποχρέωσής του προς τον εκκαλούντα, δεν προέβη εντός ευλόγου χρόνου στην άρση της αναστολής και στην επαναχορήγηση της άδειας και συνεπώς, με τον τρόπο αυτό, με σιωπηρή, απευθυντέα προς τον εκκαλούντα δήλωση, κατήγγειλε τη σύμβαση πρακτορείας αορίστου χρόνου, που τον συνέδεε με τον εκκαλούντα. Η δήλωση αυτή έγινε αντιληπτή από τον τελευταίο μετά την πάροδο του ευλόγου χρόνου απαντήσεως από τον ΟΠΑΠ, ο οποίος παρήλθε με το τέλος του Δεκεμβρίου του 2007, ενόψει και του ότι ο εκκαλών ουσιαστικά ανέμενε την μη άρση της αναστολής, γι' αυτό και είχε ήδη ζητήσει και λάβει και πριν την αμετάκλητη αθώωσή του την εγγύηση ποσού 380.000 ευρώ που είχε προκαταβάλει για τη σύναψη της επίδικης σύμβασης πρακτορείας, αλλά και του ότι αμέσως μετά άρχισε την προετοιμασία κατάθεσης στις 8/2/2008 της ανωτέρω 1407/2008 πρώτης αγωγής του. Επομένως η επαναφερθείσα κατά τα ανωτέρω στο δικαστήριο τούτο σχετική ένσταση του ΟΠΑΠ, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη. Η σιωπηρή αυτή καταγγελία αποτελούσα τακτική καταγγελία της σύμβασης, χωρίς επίκληση και απόδειξη σπουδαίου λόγου, δεν επέφερε αμέσως από 31/12/2007 τη λύση της σύμβασης, η οποία επήλθε έξι μήνες μετά κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 και 4 του Π.Δ. 219/1991 Περί Εμπορικών Αντιπροσώπων", που εφαρμόζεται αναλογικά στη συγκεκριμένη περίπτωση και για την επίδικη σύμβαση πρακτορείας αορίστου χρόνου, σύμφωνα και με τη ρητή πλέον διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 Ν. 3357/2007 που άρχισε να ισχύει κατά το άρθρο 18 αυτού από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 14/5/2007, δηλαδή πριν από την καταγγελία, για τους ακόλουθους ιδίως λόγους: Με τις ανωτέρω υποχρεώσεις που ανέλαβε κατά το άρθρο 3 του Κανονισμού ο εκκαλών έναντι του ΟΠΑΠ, όμοιες κατά περιεχόμενο με τις υποχρεώσεις που είχαν αναλάβει και οι 4.000 περίπου λοιποί, τότε, πράκτορες αυτού στην Ελλάδα, ο εκκαλών εντάχθηκε μαζί με αυτούς στο δίκτυο πρακτόρων του ΟΠΑΠ και ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει υπηρεσίες πρακτόρευσης των παιχνιδίων του ΟΠΑΠ προς το κοινό στο όνομα και για λογαριασμό του ΟΠΑΠ, λαμβάνοντας ως αμοιβή την οριζόμενη στο καταστατικό προμήθεια, συμμορφούμενος απολύτως στις εξαντλητικά αναφερόμενες οδηγίες και εντολές του ΟΠΑΠ για τον τρόπο άσκησης της εργασίας του, ενώ υποχρεώθηκε να διαθέτει το 70% των εξόδων προβολής των δραστηριοτήτων του για τη διαφημιστική προβολή του ΟΠΑΠ, του απαγορεύτηκε να δέχεται την πρακτόρευση άλλων επιχειρήσεων χωρίς έγκριση του ΟΠΑΠ και υποχρεώθηκε να μη συμμετέχει σε εταιρείες που προωθούν παρεμφερή ή ανταγωνιστικά παιχνίδια με τα δικά του. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι η διαμεσολαβητική λειτουργία του εκκαλούντος ως πράκτορα, προσομοιάζει, κατά περιεχόμενο, με τη λειτουργία της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία συνταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, αφού κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του π.δ/τος 219/1991, που καθορίζει τις βασικές υποχρεώσεις του εμπορικού αντιπροσώπου "1. Ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος οφείλει κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων του να μεριμνά για τα συμφέροντα του αντιπροσωπευομένου και να δρα νόμιμα με βάση την καλή πίστη. Ιδιαίτερα ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος οφείλει: α) Να ασχολείται με την δέουσα επιμέλεια κατά την διαπραγμάτευση και ενδεχομένως κατά την σύναψη των πράξεων οι οποίες του έχουν ανατεθεί. β) Να ανακοινώνει στον αντιπροσωπευόμενο κάθε αναγκαία πληροφορία που διαθέτει. γ) να συμμορφώνεται προς τις εύλογες υποδείξεις του αντιπροσωπευομένου" και συνεπώς για τον λόγο αυτό, όπως προαναφέρθηκε στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, αφ' ενός μεν η σύμβαση μπορούσε να καταγγελθεί από κάθε συμβαλλόμενο κατά το άρθρο 8 παρ. 3 του π.δ. 219/1991, με τήρηση της ορισμένης στην παρ. 4 προθεσμίας, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν 6 μήνες, αφού η σύμβαση που άρχισε να ισχύει στις 26/11/2001, συνυπολογιζόμενου και του χρονικού διαστήματος της αναστολής, είχε διαρκέσει μέχρι την καταγγελία περισσότερα από 6 έτη, αφ' ετέρου δε κατά το χρονικό αυτό διάστημα των έξι μηνών, κατά το οποίο ο εκκαλών δε λειτούργησε το πρακτορείο, λόγω της, κατά παράβαση της σύμβασης υπαίτιας (από δόλο) άρνησης του ΟΠΑΠ να του άρει την αναστολή λειτουργίας για το διάστημα αυτό, δικαιούται ως αποζημίωση κατά το άρθρο 9 παρ. 1 γ' του π.δ. 219/1991 αναλογικώς εφαρμοζόμενο και στην σύμβαση πρακτορείας, την οποία είχε συνάψει με τον ΟΠΑΠ κατά το άρθρο 361 Α.Κ., τα εισοδήματα που προσδοκούσε αυτός με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα, που είχε λάβει και τα οποία απώλεσε. Σημειώνεται ότι ο ΟΠΑΠ, μετά την κατά το έτος 2013 ιδιωτικοποίησή του, όταν πλέον είχε παύσει να είναι μέτοχός του το Ελληνικό Δημόσιο, με την από 23/2/2017 εξώδικη γνωστοποίηση - καταγγελία και πρόσκληση, που επέδωσε στον εκκαλούντα στις 28/2/2007, του αναφέρει ότι "καταγγέλλει την υφιστάμενη ... σύμβαση πρακτόρευσης αορίστου χρόνου, τα δε αποτελέσματα της καταγγελίας θα επέλθουν μετά την πάροδο 12 μηνών από τη λήψη της παρούσας, οπότε και θα λυθεί η μεταξύ μας συμβατική σχέση" και του δηλώνει ότι "εφ' όσον υπογράψει τη νέα σύμβαση πρακτόρευσης, που του στέλνουν, η μεταξύ τους συνεργασία θα ρυθμίζεται πλέον αποκλειστικά από αυτήν". Η καταγγελία αυτή, όπως σαφώς προκύπτει και από το ανωτέρω περιεχόμενό της, στάλθηκε εκ παραδρομής και στον εκκαλούντα, μαζί με τους περίπου 4.500 ενεργούς, τότε, πράκτορες του ΟΠΑΠ, στα πλαίσια αναδιατύπωσης των συμβάσεων του ΟΠΑΠ με το σύνολο των ενεργών πρακτόρων του, γιατί το όνομα του ενάγοντος εσφαλμένα δεν είχε απαλειφθεί από τον σχετικό κατάλογο των πρακτόρων, αφορούσε δε πράκτορες με ενεργές συμβάσεις και δεν θα μπορούσε να σταλεί πραγματικά στον ενάγοντα, με τον οποίο ο ΟΠΑΠ είχε ήδη την ένδικη σφοδρή αντιδικία. Σε κάθε περίπτωση η καταγγελία αυτή δεν ασκεί οποιαδήποτε έννομη επιρροή στην ένδικη υπόθεση, γιατί έγινε όταν η σύμβαση πρακτορείας του ενάγοντος με τον ΟΠΑΠ είχε λήξει από τις 30-6-2008, όταν παρήλθε η ανωτέρω εξάμηνη προθεσμία από τη σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε με την κύρια αιτιολογία του ότι η σύμβαση των διαδίκων καταγγέλθηκε από τον ΟΠΑΠ στις 8/6/2006, όταν διέκοψε την ON-LINE σύνδεση του πρακτορείου και συνεπώς η άρνηση επαναχορήγησης της άδειας αυτής στις 14/12/2007 δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επικαλούμενη αποθετική ζημία, γιατί η σύμβαση είχε ήδη λήξει στις 8/6/06 και απέρριψε έτσι τις αγωγές, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 361 Α.Κ., 8 παρ. 3-4 και 9 παρ. ιγ' Π.Δ. 219/1991 και 14 παρ. 4 εδ. α' Ν. 3557/2007 και συνεπώς κατά παραδοχή των συναφών λόγων της έφεσης και των δύο δικογράφων προσθέτων λόγων αυτής πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση α)κατά το μέρος που απέρριψε τη σωρευομένη στο δικόγραφο των τριών αγωγών βάση της καταβολής αποζημίωσης από τη σύμβαση πρακτορείας και β)ως προς τα δικαστικά έξοδα, για την ενότητα του τίτλου εκτέλεσης, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στον εκκαλούνται και αφού κρατηθούν και συνεκδικασθούν οι τρεις αγωγές να εξετασθούν κατ' ουσίαν, κατά το μέρος, που έγινε δεκτή η έφεση, αφού καταβλήθηκε το απαιτούμενο για το αντικείμενό τους τέλος δικαστικού ενσήμου, με τις υπέρ τρίτων προσαυξήσεις, όπως αναλυτικά αναφέρεται και στις ανωτέρω 444/2014 και 1049/2016 πρωτόδικες αποφάσεις.
Όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων, σύμφωνα με το νόμιμο, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις αίτημά του, δικαιούται αποζημίωση για χρονικό διάστημα 6 μηνών μετά τις 31/12/2007, δηλαδή για τους μήνες από Ιανουάριο έως και Ιούνιο του 2008 και συνεπώς η τρίτη χρονολογικά αγωγή του, με την οποία ζητεί αποζημίωση για το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2009 έως τον Δεκέμβριο του 2011, το οποίο κείται εκτός του χρονικού αυτού διαστήματος, είναι ουσιαστικά αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί. Η ένσταση του ΟΠΑΠ ότι η απαίτηση του ενάγοντος έχει αποσβεσθεί κατά το άρθρο 9 παρ. 2 του π.δ. 219/1991, γιατί ο ενάγων δεν γνωστοποίησε σε αυτόν την πρόθεσή του να ασκήσει οποιαδήποτε αξίωσή του από τη σύμβαση πρακτορείας εντός έτους από την καταγγελία, είναι ουσιαστικά αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, γιατί ο ενάγων γνωστοποίησε για πρώτη φορά τις επίδικες αξιώσεις του από τη σύμβαση εντός έτους από την ανωτέρω καταγγελία, με την άσκηση στις 4/8/2008 της ανωτέρω 1407/2008 αγωγής του στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Απορριπτέα επίσης ως ουσιαστικά αβάσιμη είναι και η εκ του άρθρου 300 Α.Κ. ένσταση του ΟΠΑΠ ότι ο ενάγων συνέβαλε από υπαιτιότητά του στην ανάκληση της άδειας λειτουργίας του πρακτορείου του λόγω του γενομένου στις 7/6/2006 ελέγχου στο πρακτορείο και της άσκησης ακολούθως ποινικής δίωξης κατ' αυτού, αφού τελικά ο εκκαλών αθωώθηκε και δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα ότι πράγματι διενεργούσε παράνομο στοίχημα στο πρακτορείο. Επομένως, ως προς το αίτημα αποζημίωσης η πρώτη αγωγή πρέπει να εξετασθεί για τον μήνα Ιανουάριο του 2008 και η δεύτερη αγωγή για τους μήνες Φεβρουάριο έως και Ιούνιο 2008. Το πρακτορείο του ενάγοντος λειτουργούσε στελεχωμένο από τον ίδιο, την σύζυγο του, τον πεθερό του καθώς και τον υπάλληλο του Ά. Μ. Αυτό ήταν πλήρως οργανωμένο, σύμφωνα με τις προδιαγραφές, που επιβάλλει στους πράκτορές του ο ΟΠΑΠ, και ειδικότερα είχε για την εξυπηρέτηση των πελατών ΟΠΑΠ πλήρη εξοπλισμό γραφείου με συρταριέρες, τρία γραφεία, δύο κομπιούτερ, ιδιαίτερα γραφεία με πλήρη εξοπλισμό κομπιούτερ και επιπλέον χώρο για τους πελάτες με μεγάλα τραπέζια, καρέκλες, ταμείο ΟΠΑΠ, ταμείο ΟΔΔΥ, οκτώ τηλεοράσεις μεγάλες, όλο το πακέτο της συνδρομητικής τηλεόρασης NOVA, δορυφορική τηλεόραση, τρεις τηλεφωνικές γραμμές, ΦΑΞ, αερισμό και κλιματισμό, ψύξη και θέρμανση, σύστημα συναγερμού σε 24ωρη βάση, ασφάλεια (security), ρολά ασφαλείας τελευταίου τύπου, 2 ψύκτες - καφετερίες, 7 τραπέζια και 30 καθίσματα. Από την έναρξη λειτουργίας του το 2001 και μέχρι την αναστολή λειτουργίας του στις 8-6-2006, παρουσίαζε την με βάση τα ειδικά εκκαθαριστικά του ΟΠΑΠ κίνηση, που αναλύεται στους προσκομιζόμενους με επίκληση από τον ενάγοντα και προσαρτημένους στις αγωγές πίνακες, όπου εμφανίζεται ανά τριήμερο ή τετραήμερο και ανά παιχνίδι το ύψος πωλήσεων, ο τζίρος, η προμήθεια ποσοστού επί τοις %, το κέρδος του, το ποσοστό κάθε παιχνιδιού στο σύνολο του τζίρου και ο αριθμός των παικτών, ενώ αναφέρεται και ο συνολικός τζίρος, όπως και το συνολικό κέρδος του από προμήθειες, κάθε μήνα. Τα ανωτέρω παρατιθέμενα και στις αγωγές στοιχεία δεν τα αμφισβητεί ειδικώς ο ΟΠΑΠ και συνεπώς, κατά την κρίση του δικαστηρίου, τα συνομολογεί. Περαιτέρω ο ενάγων προσκομίζει και βεβαιώσεις του ΟΠΑΠ, σύμφωνα με τις οποίες ο ενάγων έλαβε ως αμοιβή από αυτόν για τα έτη 2003, 2004, 2005 και 2006 (για το τελευταίο για το χρονικό διάστημα μέχρι τις 7/6/2006) τα συνολικά ποσά των 329.673,52, 471.695,83, 577.245,51 και 937.036,07 ευρώ αντιστοίχως. Από τα ανωτέρω ιδίως στοιχεία αποδεικνύεται ότι το πρακτορείο του ενάγοντος ήταν ένα πρακτορείο με μεγάλο τζίρο, που απέφερε σημαντικά κέρδη τόσο στον ΟΠΑΠ όσο και στον ενάγοντα, στο οποίο πρακτορείο διενεργούνταν, κατά το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό, που υπερβαίνει κατά μέσο όρο εκάστου μηνός το 95% του όλου τζίρου του πρακτορείου, το παιχνίδι ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ. Το γεγονός αυτό όμως, επειδή συνδέεται με αθλητικούς αγώνες, ο αριθμός των οποίων διαφέρει από μήνα σε μήνα, είχε ως αποτέλεσμα να εμφανίζονται πολύ μεγάλες αποκλίσεις του τζίρου ανά μήνα και έτσι ενδεικτικά αναφέρεται ότι, ενώ τον Δεκέμβριο του 2005 ο τζίρος ήταν 1.703.878 ευρώ, τον Ιανουάριο του 2006 αυτός κατέρχεται στο ποσό των 565.177 ευρώ και τον Φεβρουάριο του 2006 εκτινάσσεται στα 2.552.741 ευρώ. Εξάλλου το πρακτορείο του ενάγοντος, ως εξειδικευμένο κυρίως στο παιχνίδι ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ, είχε γίνει ευρέως γνωστό, με δημοσιεύσεις γι' αυτό και στον ειδικό τύπο, που ασχολείται με το παιχνίδι αυτό. Αν ο ΟΠΑΠ κατά το χρονικό διάστημα από την καταγγελία της σύμβασης του ενάγοντος και μέχρι τη λήξη αυτής, δηλαδή για τους μήνες από Ιανουάριο έως και Ιούνιο του 2006, όπως προαναφέρθηκε, συνέδεε και πάλι το πρακτορείο ΟΝ-LINE και επέτρεπε έτσι τη λειτουργία του, όπως είχε συμβατική υποχρέωση, την οποία παραβίασε, ο ενάγων με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ενόψει όλων των ανωτέρω, θα συνέχιζε τη λειτουργία του πρακτορείου με την κατάσταση που λειτουργούσε αυτό στις 8/6/2006, όταν ανεστάλη η λειτουργία του και θα εισέπραττε αντίστοιχα ποσά για προμήθειες, τα οποία απώλεσε. Για τον υπολογισμό των προμηθειών αυτών δεν θα ληφθεί υπόψη μόνο το πεντάμηνο του έτους 2006, όπως ζητεί ο ενάγων με την καταστάσα κυρία βάση των αγωγών του, γιατί το χρονικό διάστημα αυτό είναι μικρό και συνεπώς όχι αντιπροσωπευτικό των προμηθειών που εισέπραττε, ενόψει και της κατά τα ανωτέρω διακυμάνσεως αυτών, αλλά η αποθετική ζημία του θα υπολογισθεί με το μέσο όρο των εισπράξεων και των προηγούμενων δύο ετών, δηλαδή των ετών 2004 και 2005, αφού από τις αρχές του 2004 το πρακτορείο είχε πλέον αναπτυχθεί και κατακτήσει την ανωτέρω σημαντική θέση του ως πρακτορείο εξειδικευμένο στο παιχνίδι ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ. Για το χρονικό αυτό διάστημα των 29 μηνών από τις 1/1/2004 έως και τις 31/5/2006 ο ενάγων εισέπραξε συνολικά ως προμήθειες [471.695,83 ευρώ για το έτος 2004 + 577.245,51 ευρώ για το έτος 2005 + (937.036,07 ευρώ για το διάστημα από 1/1/2006 έως 8/6/2006-9.186 ευρώ για το διάστημα από 1/6/2006 έως 8/6/2006 =)927.850,07 ευρώ] = 1.976.791,41 ευρώ, που αντιστοιχούν στο ποσό των 68.165,22 ευρώ ανά μήνα, το οποίο και αποτελεί και το κέρδος ανά μήνα που απώλεσε και συνεπώς και την αποθετική ζημία του. Από το ποσό αυτό για τον Ιανουάριο του 2008 πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 1.780,50 ευρώ, το οποίο ο ίδιος ο ενάγων αφαιρεί στην πρώτη αγωγή του ως λειτουργικά έξοδα του πρακτορείου και συνεπώς αυτός για την πρώτη αγωγή δικαιούται (68.165,22 - 1.780,50 =) 66.384,72 ευρώ, το οποίο ποσό πρέπει να του επιδικασθεί νομιμοτόκως από τις 4/4/2008, όταν επιδόθηκε στον ΟΠΑΠ η ανωτέρω 1407/2008 αγωγή του ενάγοντος, η οποία αποτελεί όχληση αυτού, γιατί έχει το ίδιο περιεχόμενο και αίτημα με την ένδικη πρώτη αγωγή και η οποία κατά το αίτημα καταβολής αποζημίωσης, απορρίφθηκε ως αόριστη με την 8688/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επίσης από το ποσό των (68.165,22 Χ 5 μήνες =) 340.826,10 ευρώ, που δικαιούται για το χρονικό διάστημα από Φεβρουάριο έως και Ιούνιο 2006 πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των (20.940,50 : 11 μήνες Χ 5 μήνες =) 9.518,40 ευρώ, το οποίο ο ίδιος ο ενάγων αφαιρεί στη δεύτερη αγωγή του ως λειτουργικά έξοδα του πρακτορείου για το διάστημα αυτό και συνεπώς αυτός για τη δεύτερη αγωγή δικαιούται (340.826,10 - 9.518,40 =) 331.307,70 ευρώ, το οποίο ποσό πρέπει να του επιδικασθεί νομιμοτόκως από τις 25/6/2009, όταν επιδόθηκε η έχουσα το ίδιο αντικείμενο και αίτημα με τη δεύτερη αγωγή υπ' αρ. 6624/2009 αγωγή, η οποία αποτελεί όχληση του ΟΠΑΠ και η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη με την 8689/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επομένως η πρώτη και η δεύτερη αγωγή πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές ως βάσιμες κατ' ουσίαν. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων για τις τρεις αγωγές, την έφεση και τα δύο δικόγραφα πρόσθετων λόγων έφεσης πρέπει να συμψηφιστούν ολικά μεταξύ τους, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών, αλλά και λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας της ερμηνείας των ανωτέρω κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν (άρθρα 176, 178, 179, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Δικάζει κατ' αντιμωλία των διαδίκων.
-Απορρίπτει το αίτημα αναβολής, που υπέβαλε ο καθ' ου η κλήση- εκκαλών- ενάγων.
-Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και τους από 11-9-2019 και 12-4-2024 προσθέτους λόγους έφεσης.
-Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου της έφεσης στον εκκαλούντα.
-Εξαφανίζει την υπ'αριθ. 1049/2016 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος, που αναφέρεται στο σκεπτικό.
-Κρατεί και συνεκδικάζει κατ' ουσίαν, κατά το μέρος αυτό, τις από α)16-12-2010 και με αριθ.κατάθ. 831/2011, β)20-12-2010 και με αριθ. κατάθ. 832/2011 και γ) 7-2-2012 και με αριθ. κατάθ. 1751/2012 αγωγές.
-Δέχεται εν μέρει την πρώτη από 16-12-2010 αγωγή.
-Υποχρεώνει την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των εξήντα έξη χιλιάδων τριακοσίων ογδόντα τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα δύο λεπτών (66.384,72), νομιμοτόκως από 4-4-2008 και μέχρι την εξόφληση.
-Δέχεται εν μέρει την δεύτερη από 20-12-2010 αγωγή.
-Υποχρεώνει την εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των τριακοσίων τριάντα μίας χιλιάδων τριακοσίων επτά ευρώ και εβδομήντα λεπτών (331.307, 70), νομιμοτόκως από 25-6-2009 και μέχρι την εξόφληση.
-Απορρίπτει την τρίτη από 7-2-2012 αγωγή. Και
-Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων των δύο πρώτων βαθμών δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ