ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1679/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1679/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1679/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1679 / 2024    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1679/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Γ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιορδάνη Κωνσταντινίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Εγνατία ΑΕΓΑ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε οριστικά, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Καλλιόπη Ανδρή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ...2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ...2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από ...2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από ...2016 και με αριθμ. καταθ. ...2016 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. ...2014 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη με αριθμό ...2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Ο ήδη αναιρεσείων Κ. Γ. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από ...2010 με αρ. καταθ. ...2011 αγωγή του, με την οποία εξέθετε ότι, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ο Γ. Σ. , οδηγώντας το ΔΧΕ (ταξί) αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους ασφαλιστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", στη θέση της οποίας υπεισήλθε, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", προκάλεσε από υπαιτιότητά του τον τραυματισμό του, υπό τις συνθήκες που λεπτομερώς αναφέρονται στην αγωγή. Ζήτησε, δε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου να του καταβάλλει το ποσό των 672.000 ευρώ για την απώλεια εισοδημάτων ,τα οποία θα κέρδιζε το χρονικό διάστημα από το μήνα Μάιο του έτους 2009 έως το μήνα Απρίλιο του έτους 2016 κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αν δεν είχε τραυματιστεί, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ....2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. επειδή κρίθηκε, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης του διαδόχου της αρχικής εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ με την επωνυμία ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, ότι η ασκηθείσα με την αγωγή επίδικη αξίωση του ενάγοντα έχει υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από ...2012 και με αριθμ. καταθ. ...2012 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, δεχόμενο, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι οι αξιώσεις του ενάγοντα έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976, καθόσον έκρινε ότι η αναφερόμενη στην εν λόγω αγωγή ζημία της ενάγουσας ήταν δυνατό να προβλεφθεί κατά το χρόνο άσκησης της προηγούμενης αγωγής. Από συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 325 και 331 ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημιώσεως, λόγω θανάτωσης, ή βλάβης του σώματος, ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας, κατά την πρώτη αγωγή (ΑΠ 565/2023,ΑΠ 735/2021, ΑΠ 206/2020, ΑΠ 210/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 637/2017) Περαιτέρω, στο άρθρο 10 του ν. 489/ 1976, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007, στην μεν παράγραφο 1 ορίζεται ότι "το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή", στη δε παράγραφο 2 ότι "η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η διετής παραγραφή αρχίζει, ενόψει και του άρθρου 241 Α.Κ., όχι από την ίδια ημέρα, αλλά από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος. Μέσα στη διετία πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής, δηλαδή κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση στον εναγόμενο (άρθρο 215 ΚΠολΔ). Για την έναρξη της παραγραφής αυτής δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Δεν εφαρμόζεται εδώ η διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ, διότι αυτή ισχύει στην αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία. Η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, που ρυθμίζει ειδικά την αξίωση αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή που ευθύνεται έναντι του παθόντος όχι από αδικοπραξία, αλλά από το νόμο, επικρατεί της γενικής διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ. Η παραπάνω διετής παραγραφή ως προς την αφετηρία της καλύπτει την περίπτωση της προβλεπτής από την αρχή ζημίας του παθόντος. Δεν εφαρμόζεται αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, πράγμα που μπορεί να συμβεί σε απρόβλεπτη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωση της υγείας του παθόντος. Και στη διετή αυτή παραγραφή ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του ΑΚ ως προς τη διακοπή (ΑΚ 255 επ.) και αναστολή της παραγραφής (ΑΚ 260 επ.). Ειδικά , από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 261 εδ. α' ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο, δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία, όχι δε και για άλλες αξιώσεις προς αποζημίωση από την ίδια αιτία, που ανάγονται σε μεταγενέστερο χρόνο, έστω και αν, ως προς τις τελευταίες, είχε διατυπωθεί επιφύλαξη για τη δικαστική επιδίωξή τους. Εξαίρεση, υπάρχει στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ζημία είναι απρόβλεπτη, οπότε ισχύει νέα παραγραφή για εκείνες τις δυσμενείς συνέπειες, που δεν μπορούσαν από την αρχή να προβλεφθούν κατά τους κοινούς κανόνες, η οποία (παραγραφή) αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση των νέων δυσμενών συνεπειών και της αιτιώδους συνάφειάς τους με το ατύχημα. Αν, δε, πρόκειται για αξίωση αποζημίωσης κατά ασφαλιστή, η παραγραφή αρχίζει από τότε που αντικειμενικά καθίσταται δυνατή η πρόβλεψη της νέας δυσμενούς κατάστασης του παθόντος. Αν, επομένως, με τελεσίδικη απόφαση ο παθών από αυτοκινητικό ατύχημα κρίθηκε πρόσκαιρα ανίκανος προς εργασία για ορισμένο χρονικό διάστημα και του επιδικάστηκε για το διάστημα αυτό αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη και με νέα αγωγή του ζητεί πρόσθετη αποζημίωση για τις ίδιες αιτίες, λόγω της επικαλούμενης εφόρου ζωής ολικής ή μερικής αναπηρίας του, της οποίας έλαβε γνώση μετά την άσκηση της πρώτης αγωγής, το δικαστήριο που καλείται να δικάσει την υπόθεση δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο της απόφασης, ως προς την έκταση των ζημιών, διότι το δικαστήριο καλείται να κρίνει αξιώσεις του παθόντος από τις επιζήμιες συνέπειες του ατυχήματος που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κατά το χρόνο άσκησης της πρώτης αγωγής και δεν κρίθηκαν με την τελεσίδικη απόφαση που είχε αντικείμενο αποζημίωση για πρόσκαιρη ανικανότητα. Αντίθετα, αν πρόκειται για προβλεπτές ζημίες, η παραγραφή παρατείνεται σε εικοσαετία, υπό την αναγκαία προϋπόθεση, ότι η απόφαση κατέστη τελεσίδικη εντός του χρόνου της πενταετίας ή της διετίας, κατά περίπτωση, καθώς και ότι στο μεταξύ διάστημα, μέχρι την τελεσιδικία, δεν έχει υποκύψει η αξίωση σε τυχόν προβλεπόμενη συντομότερου χρόνου παραγραφή (ΑΠ 755/2005, ΑΠ 1100/2005). Προκύπτει, επίσης, ότι στις περιπτώσεις που οι ζημιές είναι προβλεπτές, η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση αγωγής για την καταβολή αποζημίωσης για μελλοντική ζημία, και ότι αρχίζει και πάλι η παραγραφή από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης. Κατά, δε, τη διάταξη του άρθρου 263 του ΑΚ "κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή". Κατά την έννοια της τελευταίας ως άνω διάταξης αυτή εφαρμόζεται όταν η απόρριψη της αγωγής γίνεται για λόγους τυπικούς. Απόρριψη της αγωγής για τυπικούς λόγους υπάρχει σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας ματαιώνεται για λόγο που δεν ανάγεται στη νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαίτησης. Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη της ικανότητας δικαστικής παραστάσεως, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι, οι οποίοι ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της ύπαρξης και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξίωσης και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωσή της, καθ' όσον στις περιπτώσεις αυτές είναι πρόδηλο ότι είναι αντικειμενικώς δυνατόν με τη νέα αγωγή να διορθωθεί το τυπικό σφάλμα της απορριφθείσας προηγουμένης αγωγής. Πρόβλημα ανακύπτει στην περίπτωση, κατά την οποία μία αγωγή απορρίπτεται ως προώρως ασκουμένη, δηλαδή εάν η απόρριψη αυτής θεωρείται, ότι έγινε για τυπικούς ή ουσιαστικούς λόγους. Συνήθως τέτοια απόρριψη γίνεται όταν νεαρής ηλικίας πρόσωπο τραυματίζεται σοβαρά από αδικοπραξία τρίτου και αξιώνεται αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματα για μεγάλο χρονικό διάστημα υπερβαίνον συνήθως τα δέκα έτη αλλά και για μέλλουσα θετική ζημία. Σε μια τέτοια περίπτωση με την συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου η αγωγή του παθόντος γίνεται δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της για τα πρώτα έτη και για τα υπόλοιπα απορρίπτεται ως προώρως ασκουμένη. Σημειώνεται ότι η τελεσίδικη απόφαση, με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προώρως ασκηθείσα, δεν παράγει δεδικασμένο, διότι με τέτοια απόφαση δεν τέμνεται η διαφορά (ΑΠ 1316/2023, ΑΠ 1299/2023, ΑΠ1545/2021, ΑΠ 999/2021, ΑΠ 416/2019, ΑΠ 2076/2006, ΑΠ 122/2006). Εξ άλλου, η απόρριψη της αγωγής ως προώρως ασκουμένης δεν αποτελεί απόρριψη της αγωγής για τυπικούς λόγους. Τούτο δε καθ' όσον κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε ότι είναι αντικειμενικώς δυνατή η εντός εξαμήνου από την προηγούμενη απόρριψη ως πρόωρης έγερση νέας αγωγής, γεγονός, δηλαδή, που δεν είναι δυνατόν στην συγκεκριμένη περίπτωση. Ως νέα έγερση της αγωγής νοείται η υποβολή νέου αιτήματος παροχής δικαστικής προστασίας από τον ίδιο ενάγοντα ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή από το διάδοχό του κατά του ιδίου εναγομένου ή των διαδόχων εκείνου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης, που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη (ΑΠ 1445/2018, ΑΠ 39/2007) Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' ΑΚ "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά 20 χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι σε περίπτωση βεβαιώσεως με τελεσίδικη δικαστική απόφαση της ύπαρξης αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για το οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση. Και αυτό, διότι και το μέρος αυτό της αξίωσης, αν και δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (αρ. 331 ΚΠολΔ), με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικώς για κάθε ζημία από την αδικοπραξία. Η νέα, όμως, αυτή εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαία κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης που δεν έχει υποκύψει στη μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης, δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατ' άρθρο 261 ΑΚ (ΟλΑΠ 24/2003, ΑΠ 1443/2022, ΑΠ 485/2021, ΑΠ 546/2021, ΑΠ 401/2020). Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης του άρθρου 268 εδ. α' ΑΚ, από την τελεσιδικία της δικαστικής απόφασης για την ύπαρξη αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία αρχίζει νέα εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της ίδιας αξίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας που κρίθηκε τελεσίδικα, έστω και αν αυτή ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση, με την προϋπόθεση βέβαια, ότι κατά το χρόνο επέλευσης της τελεσιδικίας δεν είχε συμπληρωθεί η πενταετία του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ (ή ο χρόνος παραγραφής του άρθρου 10 του ν. 489/1976) από τον χρόνο της αδικοπραξίας και η καθόλου αξίωση δεν είχε υποκύψει τότε, στη, μέχρι της τελεσιδικίας, ισχύουσα βραχυχρόνια πενταετή παραγραφή και ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι, η, μετά την τελεσιδικία, ασκούμενη αξίωση, με αφετηρία το χρόνο της αδικοπραξίας, απέχει από εκείνον, χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, όχι όμως και της εικοσαετίας, που ρυθμίζει πλέον, μετά την τελεσιδικία, αυτοτελώς την παραγραφή των επί μέρους αξιώσεων (ΑΠ 485/2021, ΑΠ 1270/2019, ΑΠ 1178/2019, ΑΠ 1025/2017, ΑΠ 767/2016, ΑΠ 317/2013, ΑΠ 1365/2010 ΑΠ 1365/2010). Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο, που επιλήφθηκε, αυτεπαγγέλτως ή με πρόταση κάποιου εκ των διαδίκων, της έρευνας για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού. Ο παρών λόγος απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος, αν ο Άρειος Πάγος, επισκοπώντας την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διαπιστώνει ότι το δικαστήριο δεν ασχολήθηκε καθόλου με το δεδικασμένο (ΑΠ 460/2020, ΑΠ 701/2008, 4/2007, 514/2002). Σε περίπτωση, δε, που το δικαστήριο δεν ερεύνησε ισχυρισμό για την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 και όχι από τον αριθμό 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1253/2009, 2084/2007, 1867/2006). Τέλος, οι περί δεδικασμένου διατάξεις είναι δικονομικού δικαίου και συνεπώς η παραβίασή τους δεν ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αλλά ο λόγος υπάγεται στον αριθμό 16 αυτού, με βάση τον οποίο ο Άρειος Πάγος ερευνά την επάρκεια της αιτιολογίας της απόφασης που δέχεται την ύπαρξη δεδικασμένου (ΑΠ 212/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων , με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθ. 8, 16 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση: α) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του, που είχε προταθεί στο Εφετείο με τον τέταρτο λόγο της έφεσής του κατά της πρωτόδικης με αριθ. ...2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, περί ύπαρξης δεδικασμένου από την υπ' αριθμ. ...2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί προηγούμενης αγωγής του, β) Άλλως, εφόσον ήθελε θεωρηθεί ότι ο εν λόγω ισχυρισμός του απορρίφθηκε σιωπηρά, ότι εσφαλμένα κρίθηκε ότι δεν συνέτρεχαν στην προκείμενη περίπτωση οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση, γ) επικουρικότερα, στερείται παντελούς αιτιολογίας ως προς το ανωτέρω ζήτημα της ύπαρξης ή μη δεδικασμένου. Από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και της προαναφερθείσας υπ` αριθμ. ...2010 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, (το δεδικασμένο της οποίας φέρεται ότι παραβίασε η προσβαλλόμενη) που εκδόθηκε επί της προηγούμενης από ...2006 και με αριθμ. καταθ. ...2006 αγωγής προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων είχε ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από ...2006 και με αριθμ. καταθ. ...2006 αγωγή του, την οποία απηύθυνε κατά του Γ. Σ. και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγόμενων να του καταβάλλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 647.344,58 ευρώ ως αποζημίωση για τον τραυματισμό του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, πρόσθετη ειδική αποζημίωση λόγω αναπηρίας άσκησης του επαγγέλματος του και το ποσό των 2.772.285 ευρώ για απώλεια εισοδήματος από την εργασία του για το χρονικό διάστημα από Απρίλιο του έτους 2006 μέχρι Δεκέμβριο του έτους 2012. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό ...2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία, αφού κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος και του εντεύθεν τραυματισμού του ενάγοντα ήταν ο πρώτος εναγόμενος, επιδικάσθηκε σε αυτόν α) το ποσό των 175.146,05 ευρώ για αποκατάσταση της θετικής ζημίας του μέχρι την άσκηση της αγωγής, αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ, χρηματική αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης και αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων, κατά το χρονικό διάστημα από ...2004 έως ...2006, γιατί κρίθηκε ανίκανος να ασκήσει την ειδικότητα του ορθοπεδικού χειρουργού, όχι όμως και του επαγγέλματος του ιατρού ορθοπεδικού χωρίς να χειρουργεί, β) το ποσό των 98.322 ευρώ για απώλεια εισοδήματος από ...2009 έως ...2009, λόγω της κατά τα ανωτέρω ανικανότητας προς άσκηση της ειδικότητας του ορθοπεδικού χειρουργού . Το αίτημα όμως της αγωγής του ενάγοντα για τα διαφυγόντα κέρδη του από ...2009 έως ...2012 χρονικού διαστήματος, απορρίφθηκε ως ασκηθέν πρόωρα, λόγω πιθανής βελτίωσης της υγείας του ενάγοντα από το σοβαρό τραυματισμό του. Συγκεκριμένα, αναφέρεται στην απόφαση ότι ο ενάγων "κρίνεται ανίκανος να ασκήσει την ειδικότητα του ορθοπεδικού χειρουργού, τουλάχιστον για μία πενταετία από την ημέρα του τραυματισμού του". Από την ως άνω απόφαση υπάρχει δεδικασμένο ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, τις περιγραφείσες σωματικές βλάβες που υπέστη ο ενάγων κατά το ένδικο ατύχημα, τη θετική του ζημία, αλλά και τα διαφυγόντα κέρδη του μέχρι το μήνα Απρίλιο του έτους 2009. Για το διάστημα όμως από ...2009 μέχρι ...2012 δεν δημιουργείται δεδικασμένο, καθώς σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας, ως προς το αίτημα αυτό, το οποίο απορρίφθηκε ως προώρως ασκηθέν, δεν τέμνεται η διαφορά . Περαιτέρω, σχετικά με το ως άνω ζήτημα της ύπαρξης ή μη δεδικασμένου και την παραγραφή ή μη της αγωγικής αξίωσης για διαφυγόντα κέρδη από μήνα Μάιο 2009 έως 30 Απριλίου 2016 με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα : "......Ο ενάγων άσκησε την από ...2008 αγωγή (αρ. καταθ. δικογρ. 383 6/2006) με την οποία ζητούσε αποζημίωση .........για ό,τι στερήθηκε από την εργασία του λόγω του τραυματισμού και ό,τι θα στερηθεί μέχρι τις ...2012, αποζημίωση προς αποκατάσταση της ζημίας λόγω της αναπηρίας του κατ' άρθρο 931 ΑΚ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ...2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ακολούθως, μετά την άσκηση εφέσεως από τον ενάγοντα και το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ...2010 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, αφού έγιναν δεκτά όσα ανωτέρω αναφέρονται, έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή και επιδικάσθηκε σε αυτόν.......και αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων κατά το χρονικό διάστημα από ...2004 έως ...2006 γιατί κρίθηκε ανίκανος να ασκήσει την ειδικότητα του ορθοπεδικού χειρουργού, όχι όμως και του επαγγέλματος του ιατρού ορθοπεδικού χωρίς να χειρουργεί και β) το ποσό....για απώλεια εισοδήματος..., ενώ απέρριψε την αγωγή για τα διαφυγόντα κέρδη του από ...2009 έως ...2012 χρονικού διαστήματος, ως ασκηθείσα πρόωρα, λόγω πιθανής βελτίωσης της υγείας του ενάγοντος από το σοβαρό τραυματισμό του. Συγκεκριμένα αναφέρεται στην απόφαση ότι ο ενάγων "κρίνεται ανίκανος να ασκήσει την ειδικότητα του ορθοπεδικού χειρουργού, τουλάχιστον για μία πενταετία από την ημέρα του τραυματισμού του". Από την απόφαση αυτή απορρέει δεδικασμένο ως προς την τέλεση αδικοπραξίας, την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, τις ως άνω σωματικές βλάβες που υπέστη ο ενάγων κατά το ένδικο ατύχημα, τη ζημία αυτού κατά το μέρος που φερόταν προς κρίση με την από ...2006 αγωγή του και για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται σε εκείνη την αγωγή και την ηθική βλάβη που υπέστη ο ενάγων με βάση την άνω κατάσταση της υγείας του. Αντίθετα, δεν δημιουργείται δεδικασμένο για την απόρριψη του περί διαφυγόντων κερδών κεφαλαίου της αγωγής για το μετά την 21η Απριλίου 2009 χρονικό διάστημα (μέχρι την ...2012), καθόσον δεν πρόκειται για τομή οριστική της διαφοράς της ουσίας ...Οι ασκούμενες με την ένδικη από ...2010 αγωγή αξιώσεις του ενάγοντος υπόκεινται στην διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976, όπως η διάταξη της παραγράφου 2 ίσχυε πριν την αντικατάσταση της με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007. Οι εν λόγω αξιώσεις γεννήθηκαν στις 21-04-2004, οπότε έλαβε χώρα η αδικοπραξία και εκδηλώθηκε ο επιζήμιος χαρακτήρας της πράξεως για την όλη ζημία, που αποτελεί ενιαία απαίτηση και δεν αναγεννάται εξακολουθητικώς για την μέλλουσα ζημία. Τούτο δε γιατί από τότε (...2004) επήλθαν οι παραπάνω αναφερόμενες σωματικές βλάβες του ενάγοντος και η συνεπεία αυτών ανικανότητά του προς άσκηση της ειδικότητας του ορθοπεδικού χειρουργού. Η ζημία δε του ενάγοντος δεν οφείλεται σε μεταγενέστερη απροσδόκητη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, δυσμενή εξέλιξη των ως άνω σωματικών του βλαβών και σε απρόβλεπτη επιδείνωση της καταστάσεως της υγείας του, αλλά ενόψει του είδους και της έκτασης των τραυμάτων του ήταν προβλεπτή, αναμενόμενη κατά τους κοινούς κανόνες και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και γνωστή στον ενάγοντα από τον χρόνο τραυματισμού του, καθώς επίσης και ο περαιτέρω προσδιορισμός και υπολογισμός της εκτάσεώς της. Η κρίση αυτή, στην οποία οδηγήθηκε το Δικαστήριο από την συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δεν αναιρείται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Αντίθετα ενισχύεται από όσα ο ίδιος ο ενάγων εξέθεσε στην παραπάνω αναφερόμενη από ...2006 πρώτη κατά σειρά αγωγή, με την οποία επικαλέστηκε μόνιμες αναπηρίες για ορισμένες βλάβες και προσωρινές αναπηρίες που θα αποκατασταθούν μετά παρέλευση δεκαετίας για άλλες σωματικές βλάβες, ζήτησε δε την επιδίκαση πρόσθετης εκ του άρθρου 931 ΑΚ αποζημιώσεως, αίτημα που έγινε κατά ένα μέρος δεκτό, ως κατ' ουσίαν βάσιμο. Επομένως, η διετής παραγραφή (άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 489/1976), των ενδίκων αξιώσεων άρχισε από την επομένη του ατυχήματος και συμπληρώθηκε στις 21.04.2006, δηλαδή πολύ πριν δημοσιευθεί η υπ' αριθμ. ...2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και επομένως ο χρόνος παραγραφής δεν έχει επιμηκυνθεί σε εικοσαετή, (αρθρ. 268 ΑΚ), ενώ ο ενάγων δεν' ισχυρίζεται ότι μεσολάβησε λόγος διακοπής ή αναστολής του χρόνου αυτής. Η ένδικη από ... 2010 αγωγή επιδόθηκε στο εναγόμενο στις ...2011, δηλαδή πολύ μετά την πάροδο διετίας από την επομένη του ενδίκου ατυχήματος και επομένως οι περιεχόμενες σε αυτή αξιώσεις αποζημιώσεως έχουν υποκύψει στην ως άνω διετή παραγραφή, καθόσον, όπως έχει αναφερθεί, αυτές ήταν προβλεπτές και ήταν δυνατή η δικαστική τους επιδίωξη. και συνεπώς τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα - ενάγοντα με την έφεσή του κρίνονται κατ' ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η ένσταση παραγραφής ....." . Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο, αφού ερεύνησε, απέρριψε τον ισχυρισμό που πρόβαλε με τον τέταρτο λόγο της έφεσής του ο εκκαλών-ενάγων και ήδη αναιρεσείων περί υπάρξεως δεδικασμένου και επομένως ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης που αποδίδει την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 α του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος . Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος με τον οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι επίσης αβάσιμος, καθώς το Δικαστήριο ορθά έκρινε και δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 325 και 331 ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 ΑΚ δεχθέν ότι αναφορικά με την αγωγική αξίωση για διαφυγόντα κέρδη του διαστήματος από μήνα Μάιο 2009 μέχρι ...2012 δεν δημιουργήθηκε δεδικασμένο από την ως άνω υπ'αριθμ ...2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών . Ειδικότερα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης περί υπάρξεως δεδικασμένου, αφενός διότι η ερευνώμενη αξίωση ήταν προβλεπτή και αφετέρου, διότι το σχετικό κονδύλιο είχε απορριφθεί ως προώρως ασκηθέν. Τέλος, η κατά τα άνω προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη διότι, όπως έχει προεκτεθεί, οι περί δεδικασμένου διατάξεις είναι δικονομικού δικαίου και η παραβίασή τους δεν ιδρύει την από τον αρ. 19 αναιρετική πλημμέλεια. Περαιτέρω, από, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 249, 250, 251, 261, 270, 272, 277 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η παραγραφή προβάλλεται με ένσταση, η οποία πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, των γεγονότων, δηλαδή, που αποτελούν την ιστορική της βάση, χωρίς να αρκεί η αναφορά σε άλλο έγγραφο στο οποίο περιλαμβάνονται κρίσιμα για τη θεμελίωσή της γεγονότα. Ειδικότερα, εκείνος που προβάλλει ένσταση παραγραφής της αξίωσης, πρέπει να επικαλείται όλα τα γεγονότα που προσδιορίζουν την αφετηρία της και καταρχήν εκείνα που προσδιορίζουν το χρόνο κατά τον οποίο έγινε απαιτητή η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, από τον οποίο προκύπτει και εάν έχει συμπληρωθεί ο απαιτούμενος χρόνος έως την άσκηση της αξίωσης, απόκειται δε στον ενάγοντα να επικαλεσθεί κατ` αντένσταση γεγονότα που επιφέρουν διακοπή ή αναστολή της και στην περίπτωση που από τη ζημιογόνο πράξη προκύπτει και δυσμενής συνέπεια, που είναι απρόβλεπτη και συνεπώς για τη σχετική αξίωση που απορρέει από αυτή αρχίζει νέα χωριστή παραγραφή, ο σχετικός ισχυρισμός του ενάγοντα ότι η δυσμενής συνέπεια ήταν από την αρχή απρόβλεπτη δεν αποτελεί αντένσταση, αλλά άρνηση της ένστασης παραγραφής. Κατά, δε, το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο (...) δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Τέτοιος λόγος αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό, μόνο, δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 19/2022). Εξάλλου, η ένσταση (άρθρο 262 παρ. 1 α ΚΠολΔ πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και ορισμένο αίτημα (...). Η ένσταση είναι ποσοτικά ή ποιοτικά αόριστη, αν δεν αναφέρονται σε αυτή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το νόμο για να θεμελιωθεί το αίτημά της. Η έλλειψη αυτή ελέγχεται αναιρετικά από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ (...), (ΑΠ 19/2022). Στη προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης επικαλείται ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, επειδή δέχθηκε ως ορισμένη την ένσταση του εναγόμενου-εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος περί παραγραφής της ένδικης αξίωσής του, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως αόριστη. Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι το αναιρεσίβλητο πρόβαλε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την ένσταση διετούς παραγραφής της ένδικης αξίωσης διότι η επίδικη σύγκρουση έλαβε χώρα την ...2004 και υπο κρίση αγωγή κοινοποιήθηκε την ...2011 ,ενώ με προγενέστερη αγωγή του ο ενάγων και δη την από ...2006 είχε αιτηθεί απώλεια εισοδήματος μέχρι την ...2012 . Ο ενάγων με την προσθήκη αντίκρουση των προτάσεων που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αρνήθηκε την ένσταση αυτή ως προφανώς αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ'αριθμ ...2012 απόφαση του δέχθηκε την ένσταση αυτή ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη και, όπως ήδη αναφέρθηκε, απέρριψε την αγωγή. Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την έφεση που άσκησε κατά της απόφασης αυτής και συγκεκριμένα με τον πρώτο λόγο αυτής ζήτησε την εξαφάνισή της, διότι η εν λόγω ένσταση δεν απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Το Μονομελές Εφετείο, σχετικά με το λόγο αυτό έφεσης του εκκαλούντα ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα δέχθηκε ανελέγκτως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) τα εξής: "... Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η ένσταση παραγραφής, την οποία παραδεκτά και νόμιμα πρότεινε το εναγόμενο ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επανέφερε νόμιμα με τις προτάσεις του στο παρόν Δικαστήριο, περιέχει δε με σαφήνεια όλα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τη θεμελίωσή της (ημέρα του ατυχήματος, ημέρα επίδοσης της αγωγής) καθόσον δε ήταν απαραίτητο για την πληρότητα της σχετικής ενστάσεως να αναφέρει το ενιστάμενο νομικό πρόσωπο ότι η ζημία ήταν από την αρχή προβλεπτή. Και τούτο γιατί ο ενάγων, αρνούμενος την εν λόγω ένσταση, μπορεί να ισχυρισθεί ότι η παραγραφή δεν άρχισε την ημέρα του ατυχήματος αλλά αργότερα όταν έλαβε γνώση των νέων δυσμενών συνεπειών του τραυματισμού του, που δεν μπορούσαν από την αρχή να προβλεφθούν και να αποδείξει τον ισχυρισμό αυτό στα πλαίσια της απόδειξης....."-. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο με το να κρίνει παραδεκτή και νόμιμη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες για το ορισμένο της ένστασης δεν απαιτείται ο ενιστάμενος να επικαλεσθεί το απρόβλεπτο και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο των οφειλετών. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός ς λόγος αναίρεσης. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από ...2016 και με αριθμ. καταθ. ...2016 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. ...2014 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή