Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1680 / 2024    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1680/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Βασιλική Παπαγιαννοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γρίνο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ...2018 του ίδιου Δικαστηρίου και ...2022 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από ...2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από ...2022 (αριθμ. έκθ κατ. ...2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ....2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας (άρθρο 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ), από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία εκδόθηκε στις ...2022 και επιδόθηκε, όπως επικαλείται το αναιρεσείον και δεν αμφισβητείται, στις ...2022, η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στις ...2022 (άρθρα 552,553 παρ. 1β, 556,558,564 παρ. 1,566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθ....2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου την από ...2017 (αρ. έκθ. κατ. ...2017) αγωγή του , με την οποία ισχυρίσθηκε ότι είναι κύριος του λεπτομερώς περιγραφόμενου σ' αυτήν ακινήτου, κειμένου στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ..., έκτασης 14.777,34 τ.μ., το οποίο απέκτησε με πρωτότυπο τρόπο και δη με έκτακτη χρησικτησία, αφού το κατέχει με διάνοια κυρίου, ενεργώντας τις πράξεις νομής, κατόπιν άτυπης παραχώρησης από τον πατέρα του, Ι. Μ., προ τριακονταετίας, συνυπολογίζοντας το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του, στους οποίους το ακίνητο είχε περιέλθει, επίσης, με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον το νέμονταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1880, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Ότι τμήμα του ως άνω ακινήτου, εμβαδού 4.241,92 τ.μ., απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας, δυνάμει της με αριθμό πρωτ. ...2012 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος και Ιονίων Νήσων, δημοσιευθείσας στο υπ' αριθμ. ...2012 ΦΕΚ (τεύχος ΑΑΠ), και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου "Βελτίωση Οδού ...". Ότι με την από ...2013 (αρ. ...2013) αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, ζήτησε να αναγνωρισθεί δικαιούχος της αποζημίωσης απαλλοτρίωσης, που θα καθοριζόταν προσωρινά από το ίδιο Δικαστήριο, κατόπιν αίτησης του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ωστόσο, με την υπ' αριθμ. ...2014 απόφασή του, το Δικαστήριο απείχε από την αναγνώριση, διότι το εναγόμενο, ήδη αναιρεσείον, προέβαλε δικαιώματα κυριότητας επί του απαλλοτριούμενου ακινήτου. Ότι, δυνάμει της υπ' αριθ....2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την υπ' αριθ....2016 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για την ιδιοκτησία του και τα επικείμενά της. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος του επιδίκου ακινήτου και δικαιούχος της ορισθείσας γι' αυτό αποζημίωσης, που ανέρχεται στο ποσό των 30.484,15 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής το Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία, με την υπ' αριθ....2018 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατόπιν άσκησης της από ...2018 (αριθμ. κατ. ...2018) έφεσης του το Μονομελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, εξέδωσε αντιμωλία των διαδίκων, την προσβαλλόμενη υπ' αριθ....2022 απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε αυτόν (ενάγοντα) κύριο του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και δικαιούχο της αποζημίωσης, που καθορίσθηκε οριστικά με την άνω υπ' αριθ....2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 και το προϊσχύσαν αυτού μουσουλμανικό δίκαιο, οι γαίες διακρίνονταν στις εξής πέντε κατηγορίες: α) Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κ.λπ., των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), όπως τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση κ.λπ., των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), όπως οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες κ.λ.π., οι οποίες ήταν προορισμένες για τη κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ), όπως τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση κλπ., οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο. Μετά την απελευθέρωση και δυνάμει του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου της 21.1/3.2.1830 "Περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και των ερμηνευτικών αυτού πρωτοκόλλων της 4/16.6.1830 και της 19.6./1.7.1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και του άρθρου 16 του ν. της 21.6./10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, αφενός τα ανήκοντα στο Τουρκικό Δημόσιο κτήματα και αφετέρου τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία το Ελληνικό Δημόσιο κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε, καθώς και εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο υπογραφής των άνω τριών Πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ν. 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" (ΑΠ 809/2021, ΑΠ 769/2020, ΑΠ 695/2018, ΑΠ 1443/2015). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ/τος της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου (29-11-1836). Έτσι, με τις προαναφερόμενες διατάξεις θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας επί των δασών, που προϋπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους, κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίστηκε η κυριότητα ιδιώτη κατά τη διαδικασία του ίδιου διατάγματος. Προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος. Δάσος, κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους, που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν. ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικος" και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979. Ειδικότερα, κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 998/1979, "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω η σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των άνω φυτών εξαγόμενα, ή να συμβάλει εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας, ή να εξυπηρέτηση την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" (άρθρο 3 παρ. 1) και ως "δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις της επιφάνειας του εδάφους, καλυπτόμενη υπό αραιάς ή πενιχράς, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως, οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρέτηση μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών" (άρθρο 3 παρ. 2). Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του Β. Δ/τος 3/15.12.1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 -1834" όλα τα λιβάδια, δηλαδή οι βοσκότοποι, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο "ταπί", εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο. Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Η έννοια αυτή προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ της 31.1./18.2.1864 "περί βοσκησίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδίων άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. ΨΝΖ της 27.3./1.4.1880 "περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδίων", κατά την οποία το Δημόσιο, ως προς τα εθνικά και οι Κοινότητες ως προς τα κοινοτικά λιβάδια διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκησίμων τόπων, επί των οποίων εγένοντο μέχρι το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί λιβαδίων ή βοσκοτόπων υπό ιδιωτών, εφόσον αυτοί τους ενέμοντο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριακονταετία μέχρι και της 11.9.1915 (ΑΠ 1816/2017, ΑΠ 52/2014). Περαιτέρω, στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα εθνικά δάση, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, για τον προ της ενάρξεως της ισχύος του ΑΚ χρόνο, διατάξεις των ν.8 παρ. 1, κωδ. (7.39), ν. 9 παρ 1 πανδ. (50.14), ν.2 παρ. 20 πανδ. (41.4), ν.6 πανδ., ν.76 παρ.1 πανδ. (18.1), ν.7 παρ.3 πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής επί του δημοσίου κτήματος με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, δυναμένου εκείνου που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στον χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού (ΑΠ 946/2017), ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (σχ. διατάξεις των ν. 18, 24 παρ.1 πανδ. (43.3), παρ.9 Εισ, (2. 9), ν.2 κωδ (7.30), Βασ. (50.10) (ΑΠ 279/2019, ΑΠ 69/2018, ΑΠ 1198/2014, ΑΠ 1196/2012). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο "περί διακρίσεως κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμεναι διατάξεις", επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του Βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου. Καλή πίστη, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν.20 παρ.12 πανδ. (5.3), ν.25 πανδ. (24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν. 10, 13 παρ.1, 17, 48 πανδ. (41.3), ν.5 πανδ. (41.7), ν.3 πανδ. (41.10), ν.7 παρ.6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ. (50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, τη συνδρομή δε της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς, από περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και επί των δημοσίων κτημάτων, όπως είναι τα εθνικά δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή επί τούτων, κατά τις διατάξεις των ν.8 παρ.1 κωδ. (7.39), Βασ. 9. παρ.1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες αναστέλλεται κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύτηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία επί τούτων (Ολ ΑΠ 75/1987, ΑΠ 78/2015), ενώ έκτοτε τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας (ΑΠ 1443/2015, ΑΠ 1249/2013). Ακόμη, στην περίπτωση χρησικτησίας δημόσιων δασικών εκτάσεων, η οποία συμπληρώθηκε πριν την 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων δασικών κωδίκων (όπως του άρθρου 49 του ν. 2052/1920, του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, του άρθρου 58 του α.ν. 86/1969), κατά τις οποίες το Δημόσιο θεωρείται νομέας στα δημόσια δάση, έστω και αν δεν ενεργήσει πράξεις νομής και ότι νομή δεν μπορεί να ασκήσει κανένας με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή άλλη πράξη (ΑΠ 1482/2008), ούτε απαιτείται, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης για την κτήση κυριότητας στα δημόσια κτήματα και συνεπώς στα δημόσια δάση με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή υποβολή εκ μέρους του τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του Β.δ. 17-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" (ΑΠ 647/2020, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 226/2015, ΑΠ 1249/2013), ούτε ασκεί έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 § 1 του ν.998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", με την οποία ορίζεται ότι "σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημοσίου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή όχι, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κ.λ.π., το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματός του" (ΑΠ 769/2020, ΑΠ 975/2008).
Συνεπώς με την απόδειξη συμπλήρωσης έκτακτης χρησικτησίας κατά τον ανωτέρω τρόπο επέρχεται ανατροπή του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου επί δασικών εκτάσεων. Οι πράξεις νομής επί δημοσίου κτήματος μετά την ημερομηνία αυτή δεν έχουν καμμιά αξία για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία, εφόσον δε η 30ετία δεν έχει συμπληρωθεί μέχρι την ημερομηνία αυτή, δεν μπορεί να συμπληρωθεί στον μετέπειτα χρόνο (ΑΠ 1816/2017, ΑΠ 185/2017). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 974,976, 1045 και 1051 ΑΚ προκύπτει ότι υπό την ισχύ του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Η ειδική διαδοχή στη νομή επέρχεται με άτυπη αναιτιώδη σύμβαση, η οποία έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια η νομή που είχε εκείνος, ο οποίος μεταβιβάζει και παραδίδει το ακίνητο (ΑΠ 304/2020, ΑΠ 502/2013, ΑΠ 475/2010). Παράλληλα, από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 976-979 του ΑΚ, συνάγεται ότι νομή είναι η φυσική εξουσία επί του πράγματος, που ασκείται με διάνοια κυρίου, απαιτουμένης, έτσι, για τη θεμελίωση αυτής, της συνδρομής δύο στοιχείων, ήτοι της φυσικής εξουσίας επί του πράγματος και της βούλησης εξουσίασης τούτου με διάνοια κυρίου, το οποίο τελευταίο στοιχείο συντρέχει, όταν κάποιος κατέχει το πράγμα ως κύριος. Άσκηση δε νομής επί ακινήτου, που οδηγεί στην κτήση κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις πάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχει δικό του, όπως είναι η καλλιέργεια αγροτεμαχίου, η εκμίσθωσή του, η χρησιμοποίησή του ως βοσκότοπου, η επίβλεψη, η επίσκεψη και η επιμέλεια του καθαρισμού του (ΑΠ 764/2022, ΑΠ 809/2021, ΑΠ 218/2019, ΑΠ 1443/2015, ΑΠ 1291/2011). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 764/2022, ΑΠ 780/2020, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά κατά το άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ για τις ανάγκες των ερευνώμενων αναιρετικών λόγων, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επίδικο είναι ένα τμήμα ακινήτου, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ..., εμβαδού (του τμήματος) 4.241,92 μ2, εμφαινόμενο στο από Αύγουστο 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου Μηχανικού Κ. Τ. υπό τα αριθμητικά στοιχεία 25, 26, 27, 28, 29, 48, 49, 36, 37, 38, 39, 40, 41, 47, 46, 45, 44, 43, 42, 25 και συνορευόμενο βόρεια επί τεθλασμένης πλευράς υπό τα στοιχεία 41-47-46-45-44-43-42-25 συνολικού μήκους 182,85 μ2 με υπόλοιπο του μείζονος ακινήτου, νοτιοδυτικά επί τεθλασμένης πλευράς υπό τα στοιχεία 29-48-49-36-37-38-39-40-41 συνολικού μήκους 168, 82μ με δασωμένη έκταση και ανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς υπό τα στοιχεία 25 έως 30 συνολικού μήκους 58,12μ με ιδιοκτησία Χ. Σ. Το μείζον ακίνητο συνολικής έκτασης 14.777,34 τ.μ. βρίσκεται στη ίδια θέση ..." της κτηματικής περιφέρειας ..., εμφαινόμενο λεπτομερώς στο από Αύγουστο 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου Μηχανικού Κ. Τ. υπό τα αριθμητικά στοιχεία 1 - 2 - 3 - 4 - 5 - 6 - 7 - 8 - 9 - 10 - 11 - 12 - 13 - 14 - 15 - 16 - 17 - 18 - 19 - 20 -21 - 22 - 23 - 24 - 25 - 26 - 27 - 28 - 29 - 30 - 31 - 32 - 33 -34 - 35 - 36 - 37 - 38 - 39 - 40 - 41 - 1, συνορευόμενο γύρωθεν βόρεια επί πλευράς υπό στοιχεία 14-15 του τοπογραφικού μήκους 19,02μ με ιδιοκτησία Μ. επί τεθλασμένης πλευράς υπό τα στοιχεία 18 έως και 25 συνολικού μήκους 174,74μ με δασωμένη έκταση και επί πλευράς υπό τα στοιχεία 6,7,8 συνολικού μήκους 42,94 με δασωμένη έκταση, βορειοδυτικά επί τεθλασμένης πλευράς υπό τα στοιχεία 8 έως 14 συνολικού μήκους 88,19 μ με δασωμένη έκταση, δυτικά επί πλευράς υπό τα στοιχεία 5-6 μήκους 22,77μ. με δασωμένη έκταση, νότια επί τεθλασμένης πλευράς υπό τα στοιχεία 5 - 4 - 3 - 2 - 1 - 41 - 40 - 39 - 38 - 37 - 36 - 35 - 34 - 33 - 32 - 31 - 30 συνολικού μήκους 252,76μ. με δασωμένη έκταση και ανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς υπό τα στοιχεία 25 έως 30 συνολικού μήκους 58,12μ με ιδιοκτησία Χ. Σ. Το επίδικο τμήμα, εμβαδού 4.241,92 μ2, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, μεταξύ άλλων, με την ...2012 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Περιφερειακής Δυτικής Ελλάδας και Ιονίων Νήσων, που δημοσιεύθηκε στο με αριθμό ...2012 Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών θεμάτων) και με την οποία κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου Βελτίωση Οδού ...", έκτασης συνολικού εμβαδού 266.225,34 τ.μ., που βρίσκεται στην Περιφερειακή Ενότητα Αιτωλοακαρνανίας και εικονίζεται σε κλίμακα 1:500 στα από Ιουνίου του 2006 κτηματολογικά διαγράμματα με αριθμούς ΚΔ1 ως και ΚΔ17 και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Διεύθυνσης Δημοσίων Έργων της πρώην κρατικής Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, τα οποία έχουν συντάξει η Εταιρεία Μελετών ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑ, Σύμβουλοι Μηχανικοί, Γ. Δ. & Συνεργάτες Ε.Ε. και έχει εγκρίνει ο Διευθυντής της υπηρεσίας Ν. Τ., τοπογράφος μηχανικός ΠΕ στις 14-06-2006, με θεώρηση ακριβούς φωτοαντιγράφου από το Χ. Λ., τοπογράφο μηχανικό της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, εμφαινόμενο στον οικείο κτηματολογικά πίνακα υπό στοιχείο 064. Η ανωτέρω απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου, που θα καλυφθεί με δαπάνες του προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, που ειδικότερα έχουν ενταχθεί στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα "Δυτική Ελλάδα -Πελοπόννησος - Ιόνιοι Νήσοι" για έργα αρμοδιότητας της Περιφερειακής Δυτικής Ελλάδας, όπως αναφέρεται στην ...2010 απόφαση του Γενικού Γραμματέα ΠΔΕ. Δυνάμει της ...2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεός Ελλάδας συνεκδικάσθηκαν, μεταξύ άλλων, η από ...2013 και με αριθμό κατάθεσης ...2013 αίτηση του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσείοντος) περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης των αναφερόμενων σε αυτήν ακινήτων και των επικειμένων τους και η από ...2013 και με αριθμό κατάθεσης ...2013 αίτηση, μεταξύ άλλων, και του ενάγοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου), με την οποία ο τελευταίος ζήτησε να αναγνωρισθεί δικαιούχος της προσωρινά καθορισθείσας αποζημίωσης για την εμφαινόμενη στον οικείο κτηματολογικό πίνακα υπό στοιχείο ΚΠ 064 φερόμενη ως δική του ιδιοκτησία, καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης, ενώ το Δικαστήριο απείχε από την έκδοση απόφασης ως προς το αίτημα αναγνώρισης του ενάγοντος ως δικαιούχου της αποζημίωσης, καθόσον το εναγόμενο προέβαλε δικαιώματα κυριότητας επ' αυτού. Αναφορικά με την απαλλοτριωθείσα επίδικη έκταση, εμβαδού 4.241,92 τ.μ. (4.236,88 τ.μ. βάσει συντεταγμένων ΕΓΣΑ 87), ως τμήματος μείζονος έκτασης, εμβαδού 14.777,34 τ.μ. με στοιχεία περιμέτρου "1, 2, 3,..., 40, 41, 1", κείμενης στη θέση "..." Δ.Κ. ..., Δ.Ε. ..., που αποτυπώθηκε στο από Αύγουστο 2013, Τοπογραφικό Διάγραμμα, που συντάχθηκε από τον Τ.Ε. Πολιτικό Μηχανικό Κ. Κ. Τ., το εναγόμενο προβάλλει δικαιώματα για τα επιμέρους τμήματα: α) Απαλλοτριωμένο τμήμα (ΔΔ9) εμβαδού (3.783,49) τ.μ. με στοιχεία περιμέτρου "25, 26, 27, 28, 29, 62, 63, 64, 48, 49, 65, 66, 67, 68, 69, 70, 36, 37, 38, 39, 40, 41, 50, 51, 52, 53, 54, 47, 46, 55, 56, 57, 58, 59, 45, 44, 60, 61, 43, 42, 42', 25', 25" και β) Απαλλοτριωμένο τμήμα (ΔΔ8), εμβαδού (313,34) τ.μ. με στοιχεία περιμέτρου "43, 42, 42', 25', 43', 43", διότι αυτά αποτελούσαν διαχρονικά δασικές εκτάσεις, που χαρακτηρίστηκαν με τις ...2012 και ...2013 πράξεις χαρακτηρισμού του Δασαρχείου Αμφιλοχίας, ως επιμέρους τμήματα μεγαλύτερων εκτάσεων, το μεν υπό στοιχ. α ως δάσος, το δε υπό στοιχ. β δεν χαρακτηρίστηκε, λόγω του ότι η έκταση είχε καεί στο πρόσφατο παρελθόν αλλά συνέτρεχαν οι λόγοι να κηρυχθεί αναδασωτέο ενώ για το απαλλοτριωμένο τμήμα (ΑΑ16) εμβαδού (140,05)τ.μ. με στοιχεία περιμέτρου "25, 26, 27, 28, 29, 29', 25', 25", που χαρακτηρίστηκε ως μη δασικής μορφής έκταση, η δασική υπηρεσία δεν προέβαλλε δικαιώματα υπέρ του Δημοσίου. Για το επίδικο απαλλοτριωμένο, εμβαδού 4.241,92 τ.μ., κατά τα επιμέρους εδαφικά τμήματα εμβαδού (3.783,49) τ.μ. και (313,34) τ.μ. αλλά και το τμήμα των (140,05)τ.μ. και σε μείζονα έκταση, αναφορικά με το ακίνητο με ..., κατά τη διαδικαστική πορεία της δίκης της απαλλοτρίωσης, συντάχθηκε από τον Δασολόγο Δ. Θ., η ...2017 έκθεση φωτοερμηνείας, σύμφωνα με την οποία η έκταση, με ..., συνολικού εμβαδού (βάση συντεταγμένων ΕΓΣΑ 87) 13.097,65 τ.μ. διαχωρίζεται, με βάση τα χαρακτηριστικά της σε τρία διαφορετικά τμήματα: Τμήμα 1 (Α1, Α2,..., Α13, Α14, Α15, Α1) εμβαδού 2.767,9298 τ.μ, τμήμα 2 (Β1, Β2, ..Β17, Β18, Β1) εμβαδού 3.962,3543 τ.μ. τμήμα εναπομείναν ΚΑΔΕ εμβαδού 6.367,3641 τ.μ. Το εν λόγω ΚΑΔΕ πριν την απαλλοτρίωση είχε τα εξής χαρακτηριστικά: α) Μορφολογικά χαρακτηριστικά εδάφους: Έκθεση: Απροσδιόριστη. Κλίση: από 10% έως 15% και έδαφος , β) Δεν ήταν κηρυγμένη αναδασωτέα, ούτε είχε εκδοθεί πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, γ) Τελούσε υπό καθεστώς κήρυξής της ως αναδασωτέας, χωρίς να έχει δημοσιευτεί σε ΦΕΚ. Από άποψη εδαφοπονικών εκμεταλλεύσεων η εν λόγω έκταση συνόρευε, βόρεια με δασική έκταση, νότια με δάσος, ανατολικά με αγροτική έκταση, δυτικά με δάσος και αγροτική έκταση. Το νότιο τμήμα του ακινήτου καταλήφθηκε από το κατάστρωμα του δρόμου ... Η ευρύτερη περιοχή έχει δασικό χαρακτήρα με διάσπαρτες αγροτικές καλλιέργειες. Κατά την ερμηνεία των αεροφωτογραφιών των ετών 1945,1960,1970 και 1985 διαπιστώθηκε ότι το έτος 1945, οι εκτάσεις, τμήμα 1 και τμήμα 2, δεν οριοθετούνται από τις γύρω εκτάσεις. Η υφή τους παρουσιάζεται τραχεία χωρίς ίχνη ανθρωπογενούς παρουσίας, προσδίδοντας στις εν λόγω εκτάσεις το δασικό χαρακτήρα. Στο τμήμα, εναπομείναν, εμφανίζεται λεία, απαλή - γραμμική με σαφή ίχνη ανθρωπογενούς παρουσίας (καλλιέργεια), γεγονός που προσδίδει στην εν λόγω έκταση τον αγροτικό χαρακτήρα. Το λοιπά έτη 1960,1970 και 1985, οι εκτάσεις εξακολούθησαν να παρουσιάζουν τον ίδιο χαρακτήρα με αυτόν του έτους 1945. Συμπερασματικά διαπιστώθηκε ότι για το τμήμα 1 (Α1, Α2,..., Α13, Α14, Α15, Α1), εμβαδού 2.767,9298 τ.μ και το τμήμα 2 (Β1, Β2, ..Β17,Β18,Β1) εμβαδού 3.962,3543 τ.μ. το Ελληνικό Δημόσιο προέβαλλε δικαιώματα ενώ για το εναπομείναν τμήμα του ακινήτου εμβαδού 6.367,3641 τ.μ. το Δημόσιο δεν ασκεί δικαιώματα. Το επίδικο τμήμα, εμβαδού 4.241,92 τ.μ., συναποτελούμενο από τα τρία συνεχόμενα τμήματα, ήτοι α) Εμβαδού (3.783,49) τ.μ., β) Εμβαδού (313,34) τ.μ. και γ) Εμβαδού (140,05) τ.μ. αποτελεί υποτμήμα της ευρύτερης έκτασης, η οποία εμφανίζεται στην έκθεση φωτοερμηνείας, με τις προαναφερόμενες διακρίσεις, ενώ τα επιμέρους τμήματά του βρίσκονται στη νότια πλευρά το πρώτο και στην ανατολική πλευρό τα λοιπά, του μείζονος ακινήτου, όπως προκύπτει από το από μηνός Αυγούστου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα. Ειδικότερα δε το τμήμα των (140,05) τ.μ, για το οποίο το εναγόμενο δεν προέβαλε δικαιώματα, λόγω του διαχρονικά εμφανούς αγροτικού χαρακτήρα του, έχει τη μορφή μιας εδαφικής λωρίδας, μήκους 60 μέτρων περίπου, εκτεινόμενης καθ'όλο το μήκος της ανατολικής πλευράς του μείζονος ακινήτου, όπου τα όρια με την όμορη ιδιοκτησία Χ. Σ. και εφάπτεται, τόσο με το τμήμα εμβαδού (3.783,49) τ.μ όσο και με το τμήμα εμβαδού (313,34) τ.μ. Οι ενόρκως βεβαιούντες, συγχωριανοί του ενάγοντος, επισημαίνουν τις ανθρωπογενείς δραστηριότητες στην θέση του επιδίκου και ειδικότερα την παλαιότερη εργασία άροσης από την πλευρά του ενάγοντος, τις προφορικές μισθώσεις ως αγρολίβαδο από το έτος 1970 έως και το 1993 στον Φ. Κ. καθώς και ότι αυτό είναι σαφώς οριοθετημένο από τις γειτονικές ιδιοκτησίες και περιφράσσεται κάθε φορά με πρόχειρους φράκτες, ότι αποτελεί το εύφορο μέρος του όλου ακινήτου, με γειτνιάζουσες παλαιότερες καλλιέργειες καπνών και μετά την εγκατάλειψη των καλλιεργειών αυτών την ανάπτυξη βλάστησης, λόγω της έλλειψης καλλιέργειας του επί μακρό χρονικό διάστημα και του χερσώδους χαρακτήρα του, όπως και της αδυναμίας διέλευσης μηχανοκίνητων οχημάτων από την στέρηση επικοινωνίας του με κοινοτική οδό. Τα γεγονότα αυτά επαληθεύονται και από τα σημαντικά αντικειμενικά ευρήματα της έκθεσης φωτοερμηνείας, όπως είναι τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του, το ήπιο των κλίσεων- όπου και διαμορφώθηκε το επίπεδο της διανοιχθείσας οδού- η γειτνίαση του, ως επί το πλείστον με καλλιεργούμενες εκτάσεις, η προσφορότητά του για βόσκηση ζώων, ο μη χαρακτηρισμός, διαδοχικών και ενδιάμεσων τμημάτων αυτού, ως δάσους και η χρήση του για τη διέλευση αλλά και για βοσκή ζώων, στοιχεία, που αποτελούν αντικειμενικούς προσδιοριστικούς παράγοντες για την αξιολόγηση των ιχνών της ανθρωπογενούς δραστηριότητας, που εμφανίζεται διαχρονικά. Ενόψει αυτών, δεν προέκυψε ότι το έτος 1945 το επίδικο μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα αποτελούσε, δια της αμοιβαίας αλληλεξαρτήσεως και αλληλεπιδράσεώς τους ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). Το επίδικο ακίνητο περιήλθε στον ενάγοντα, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατόπιν άτυπης παραχώρησης από τον πατέρα του Ι. Μ. προ 30ετίας και πλέον, ήτοι δια της ασκήσεως επ' αυτού, διάνοια κυρίου, διακατοχικών πράξεων νομής, που αρμόζουν σε έναν αληθινό κύριο, νομέα και κάτοχο, για το χρονικό διάστημα από το χρόνο κτήσεως του μέχρι και σήμερα συνέχεια και αδιάλειπτα, συνυπολογιζομένου και του χρονικού διαστήματος πλέον των 120 ετών, κατά το οποίο οι απώτεροι δικαιοπάροχοί του ασκούσαν σ' αυτό όλες τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις, με καλή πίστη, χωρίς κανείς και με οποιονδήποτε τρόπο να αμφισβητήσει τα κυριαρχικά του δικαιώματα επ' αυτού. Στον δικαιοπάροχο του ενάγοντος, Ι. Μ. του Γ., καθώς και στο δικαιοπάροχο αυτού Γ. Μ., είχε περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ήτοι με την άσκηση της νομής του με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, συνέχεια, αδιάλειπτα και ανεπίληπτα επί χρονικό διάστημα πλέον των 120 ετών, αρχόμενο πριν το έτος 1880, ως ασκούντες σ' αυτό όλες τις παραπάνω διακατοχικές πράξεις και συμπληρώσαντες στις 11-9-1915 τριαντακονταετή άσκηση νομής, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη. Κατά συνέπεια, τόσο οι ανωτέρω δικαιοπάροχοί του ενάγοντος ως νομείς και κάτοχοι του ευρύτερου αγρού στον οποίο εντάσσεται το επίδικο από το έτος 1880 όσο και ο ενάγων προ 30ετίας συνεχώς και αδιαλείπτως, άσκησαν τις παραπάνω πράξεις νομής με καλή πίστη και την πεποίθηση ότι το ανωτέρω ακίνητο, ανήκει στους ίδιους κατά κυριότητα, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανέναν στην ενάσκηση των δικαιωμάτων τους αυτών στην ως άνω (σ.σ.έκταση) και χωρίς ποτέ κανένας να αμφισβητήσει την αποκλειστική τους κυριότητα, νομή και κατοχή επί της ως άνω εκτάσεως, πολύ δε περισσότερο το Ελληνικό Δημόσιο το οποίο ουδέποτε διεκδίκησε ή άσκησε επ' αυτής της έκτασης δικαιώματα. Περαιτέρω, το εναγόμενο μέχρι την απαλλοτρίωση δεν αμφισβήτησε, με οποιονδήποτε τρόπο, το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο, ούτε το ίδιο (εναγόμενο) άσκησε με κάποιο τρόπο πράξεις νομής ή κατοχής ή εκμετάλλευσης αυτού έως το χρόνο αυτό. Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά συνάγεται ότι η περιοχή που βρίσκεται το επίδικο και συνεπώς το τελευταίο ουδέποτε-ούτε και κατά την ισχύ του β.δ. της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών"-είχαν το χαρακτήρα της δασικής έκτασης, ...., δηλαδή ότι ανήκαν σε ένα οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό, πάνω στην επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα, αποτελούν, λόγω της μεταξύ τους απόστασης, της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασο - βιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές) ή ότι ανήκαν σε περιοχή με οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σ' αυτήν (περιοχή) την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος.
Συνεπώς επειδή δεν αποδείχθηκε ότι τα ανωτέρω εδαφικά τμήματα αποτελούσαν από το έτος 1945 και μετά δασικές εκτάσεις, δεν αποδείχθηκε ότι είχαν τον ίδιο χαρακτήρα και κατά το χρόνο ισχύος του ΒΔ της 17-11/1-12-1836 "περί ιδιωτικών δασών". Επομένως ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι αυτά περιήλθαν στην κυριότητα του επειδή ήταν ανέκαθεν τμήματα δάσους είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Αλλά, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε σε δασική περιοχή, η κυριότητα αυτού περιήλθε στους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος, οι οποίοι σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ασκούσαν τη νομή με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, συνεχώς από το έτος 1880 έως το έτος 1915, δηλαδή για χρόνο μεγαλύτερο των 30 ετών. Επομένως, το έτος 1915, είχε συμπληρωθεί ήδη, ο απαιτούμενος κατά τις διατάξεις που ίσχυαν πριν την έναρξη ισχύος του Α.Κ. χρόνος των 30 ετών διαρκούς και συνεχούς εξουσίασης του επιδίκου ακινήτου με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, με αποτέλεσμα τόσο ο ενάγων όσο και οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοί του, προσμετρώντας στο δικό τους χρόνο νομής και αυτόν των δικαιοπαρόχων τους, να έχουν καταστεί κύριοι του ανωτέρω επιδίκου τμήματος, με έκτακτη χρησικτησία. Επομένως, ο ενάγων απέκτησε στο επίδικο δικαίωμα κυριότητας, με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία, στην τελευταία περίπτωση με την προσμέτρηση του χρόνου των άνω δικαιοπαρόχων του, που νέμονταν με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, δεδομένου ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις των άρθρων 1045,1046 και 1051 του Α.Κ και του προϊσχύσαντος δικαίου. Περαιτέρω, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι στο επίδικο και στην περιοχή στην οποία ανήκει εγκαταστάθηκε το εναγόμενο, το οποίο και προέβη στη δήμευση αυτών μετά την εγκατάλειψή του από το τουρκικό δημόσιο, ούτε ότι αποτελούσαν λιβάδι ή βοσκότοπο, ούτε ότι ασκούσε σ' αυτό πράξεις νομής με διάνοια κυρίου, ούτε ότι ήταν αδέσποτο, με αποτέλεσμα όλοι οι ισχυρισμοί του ότι έχει αποκτήσει κυριότητα του επιδίκου, λόγω του δασικού του χαρακτήρα, άλλως επειδή ανήκε στο τουρκικό κράτος και αφού εγκαταλείφθηκε από το τελευταίο δημεύθηκε από το ίδιο (εναγόμενο), άλλως λόγω του χορτολιβαδικού ή του αδέσποτου χαρακτήρα του, άλλως ότι απέκτησε αυτό με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, να παρίστανται ως αβάσιμοι κατ' ουσία και να κρίνονται απορριπτέοι. Επομένως, οι ισχυρισμοί του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, τους οποίους επαναφέρει με τις προτάσεις του πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά την κατά τα παραπάνω αμφισβήτηση εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου της κυριότητας του ενάγοντος επί του επιδίκου ακινήτου, το Δικαστήριο (Μον. Εφετείο Δυτ. Στερεάς Ελλάδας) με την ...2014 απόφαση του απείχε της έκδοσης απόφασης, σχετικά με την αναγνώριση του ως δικαιούχου αποζημίωσης λόγω της απαλλοτρίωσης του, με αποτέλεσμα να μην δυνηθεί ο ενάγων να εισπράξει την αποζημίωση για την απαλλοτρίωση του ακινήτου του, όπως αυτή καθορίστηκε προσωρινά με την ...2014 απόφαση του Μον.Εφετείου Δυτ. Στερεός Ελλάδας και οριστικά με την ...2016 του Τριμελούς Εφετείου Δυτ. Στερεός Ελλάδας, όπως η τελευταία συμπληρώθηκε με την 20/2016 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Η αποζημίωση που δικαιούται για την απαλλοτρίωση του παραπάνω ακινήτου ο ενάγων μετά των επικειμένων σ' αυτό δέντρων, όπως αυτή καθορίστηκε με βάση την παραπάνω 4/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτ. Στερεός Ελλάδας, συμπληρωθείσα με την 20/2016 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, ανέρχεται στο ποσό των 30.484,15 ευρώ [αξία εδάφους: 4.241,92 μ2 Χ 7,00 ευρώ/μ2 = 29.693,44 ευρώ + αξία 2 μεγάλων βελανιδιών Χ 100 ευρώ η κάθε μία και μείωση της αξίας του εναπομένοντος τμήματος από 590,71 ευρώ]. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ότι δεν αποδείχθηκαν τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής, με αποτέλεσμα να απορρίψει την από ...2017 (αρ. έκ. κατ. ...2017) αγωγή του ενάγοντος, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, και πρέπει, κατ' αποδοχή του σχετικού λόγου έφεσης και μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης προς εξέταση, να γίνει αυτή δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν ...". Το Εφετείο, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του, δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος- εκκαλούντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και εν συνεχεία, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο του επιδίκου ακινήτου, εμβαδού 4.241,92 τ.μ., που αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου έκτασης 14.777,34 τ.μ.. το οποίο απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία. Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ότι: 1) το επίδικο απαλλοτριωμένο ακίνητο, εμβαδού 4.241,92 τ.μ., με τα επιμέρους εδαφικά του τμήματα α)3.783,49 τ.μ., β)313,34τ.μ. και γ)140,05 τ.μ., για τα οποία (α) και (β) το Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε δικαιώματα λόγω του δασικού του χαρακτήρα ως προς το υπό στοιχείο (α) και επειδή το υπό στοιχείο (β) δεν χαρακτηρίστηκε, λόγω του ότι η έκταση είχε καεί στο παρελθόν και συνέτρεχαν οι λόγοι να κηρυχθεί αναδασωτέα, ενώ για το υπό στοιχείο (γ), που χαρακτηρίσθηκε ως μη δασική έκταση, δεν προέβαλε δικαιώματα, αποτελεί υποτμήμα της ευρύτερης έκτασης των 14.777,34 τ.μ., η οποία συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία ιδιώτη (Μ.) και με δασωμένη έκταση, βορειοδυτικά με δασωμένη έκταση, δυτικά με δασωμένη έκταση, νότια με δασωμένη έκταση και ανατολικά με ιδιοκτησία ιδιώτη (Χ. Σ.), και τα επιμέρους τμήματά του βρίσκονται το πρώτο στη νότια πλευρά και τα λοιπά στην ανατολική πλευρά, ενώ το τμήμα των 140,05 τ.μ., για το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο δεν προέβαλε δικαιώματα, λόγω του διαχρονικά εμφανούς αγροτικού χαρακτήρα του, έχει τη μορφή μιας εδαφικής λωρίδας, μήκους 60 μέτρων περίπου, εκτεινόμενης καθ' όλο το μήκος της ανατολικής πλευράς του μείζονος ακινήτου, όπου τα όρια με όμορη ιδιοκτησία, και εφάπτεται, τόσο με το τμήμα των 3.783,49 τ.μ. όσο και με το τμήμα των 313,34 τ.μ., 2) το επίδικο νέμονταν συνεχώς και διαρκώς ο ενάγων και οι αναφερόμενοι στην προσβαλλόμενη απόφαση δικαιοπάροχοι του ενάγοντος, τουλάχιστον, από το έτος 1880, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, έως τη μεταβίβασή του στον ενάγοντα, ασκώντας, άπαντες, εμφανείς διακατοχικές πράξεις νομής, προσιδιάζουσες στην αγροτική μορφή του, μεταξύ των οποίων, παλαιότερη εργασία άροσης από την πλευρά του ενάγοντος, προφορικές μισθώσεις ως αγρολίβαδο από το έτος 1970 έως και το 1993, οριοθέτησή του από τις γειτονικές ιδιοκτησίες και περίφραξη με πρόχειρους φράκτες, ενώ αποτελεί το εύφορο μέρος του όλου ακινήτου, με γειτνιάζουσες παλαιότερες καλλιέργειες καπνών, και έτσι η απαιτούμενη καλόπιστη 30ετής νομή είχε συμπληρωθεί στα πρόσωπα των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος στις 11-9-1915, που είχε ως έννομη συνέπεια την περιέλευση της κυριότητας του επιδίκου σ' αυτούς, κατά τις προεκτεθείσες διακρίσεις, με έκτακτη χρησικτησία (τριακονταετή καλόπιστη νομή) συμπληρωθείσα πριν από τις 11-9-2015, έννομη συνέπεια που δεν αποκλείει ο τυχόν χαρακτήρας του επιδίκου ως δημοσίου κτήματος (περιελθόντος στο Δημόσιο με βάση την προαναφερθείσα Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα σχετικά Πρωτόκολλα του Λονδίνου), αφού η κυριότητα του Δημοσίου είχε, σε κάθε περίπτωση, απολεσθεί πριν από τις 11-9-1915, 3) ο αγροτικός χαρακτήρας του επιδίκου ενισχύεται και από τα αντικειμενικά ευρήματα της ...2017 έκθεσης φωτοερμηνείας του δασολόγου Δ. Θ., όπως είναι τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του, το ήπιο των κλίσεων (10% έως 15%), η γειτνίασή του, ως επί το πλείστον με καλλιεργούμενες εκτάσεις, η προσφορότητά του για βόσκηση ζώων, ο μη χαρακτηρισμός, διαδοχικών και ενδιάμεσων τμημάτων αυτού, ως δάσους, και η χρήση του για τη διέλευση αλλά και για τη βοσκή ζώων, στοιχεία που αποτελούν, κατά τις παραδοχές, αντικειμενικούς προσδιοριστικούς παράγοντες για την αξιολόγηση των ιχνών της ανθρωπογενούς δραστηριότητας, που εμφανίζεται διαχρονικά, 4) κατά το χρόνο ισχύος του ΒΔ 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", σύμφωνα με το οποίο τα δάση, ως δημόσια κτήματα, ανήκουν κατά τεκμήριο κυριότητας στο Ελληνικό Δημόσιο, το επίδικο ακίνητο δεν είχε την μορφή δάσους ή δασικής έκτασης και συνεπώς, κατά τις παραδοχές, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου, που προϋποθέτει δασικό χαρακτήρα του ακινήτου, εφόσον αποδείχθηκε, ότι αυτό είχε ανέκαθεν αγροτικό χαρακτήρα και ουδέποτε το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε κυριότητα επ' αυτού, 5) το επίδικο ακίνητο περιήλθε στον αναιρεσίβλητο με άτυπη παραχώρηση από τον απώτερο δικαιοπάροχο πατέρα του, προ 30ετίας από την απαλλοτρίωσή (2010), και έκτοτε ο αναιρεσίβλητος, άσκησε με διάνοια κυρίου, επί τουλάχιστον 20 έτη, τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στην αγροτική του φύση, δηλαδή επίβλεψη, περίφραξη, εκμίσθωση ως αγρολίβαδο και κατέστη κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του Αστικού Κώδικα (άρθρο 1045 ΑΚ), χωρίς το δικαίωμά του να αμφισβητηθεί μέχρι την απαλλοτρίωσή του από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, 6) το επίδικο δεν αποτέλεσε δάσος ή δασική έκταση, ούτε ήταν λιβάδι, βοσκότοπος ή αδέσποτο, ώστε να μπορούν να θεμελιωθούν τα τεκμήρια κυριότητας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, αλλά ήταν αγροτική έκταση, το δε Ελληνικό Δημόσιο δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, τόσο κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου όσο και του Αστικού Κώδικα και 7) το επίδικο απαλλοτριώθηκε δυνάμει της αναφερόμενης απόφασης του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος και Ιονίων Νήσων για λόγους δημόσιας ωφέλειας και αναγνώρισε τον ενάγοντα δικαιούχο της αποζημίωσης που καθορίστηκε οριστικά με την υπ' αριθμ. 4/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Ελλάδος, όπως συμπληρώθηκε με την υπ' αριθμ. 20/2016 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε, εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των από 21.1/3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω Πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων, και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1), 7 παρ.3 Πανδ. (23.3), των άρθρων 1,2,3 του β.δ. της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", του άρθρου 1 του β.δ. /15.12.1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής", των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτό το νόμο και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", των άρθρων 1, 2, 3 του Οθωμανικού Νόμου της 7 Ραζαμάν 1274 (1856) "περί γαιών", του άρθρου 1 του Β. Δ/τος 3/15.12.1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 -1834" και των περί έκτακτης χρησικτησίας διατάξεων των άρθρων 974, 976, 1045 και 1051 του ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ήτοι ως προς το ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) κατά τις διατάξεις του ΑΚ και της μη απόδειξης ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ως δάσος, λιβάδι, βοσκότοπος, αδέσποτο ή με χρησικτησία και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι της υπό κρίση αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς την κρίση της περί της αγροτικής μορφής των δύο επιμέρους τμημάτων, εμβαδού 3.783,49 τ.μ. και 313,34 τ.μ., εκ της απαλλοτριωθείσης έκτασης των 4.241,92 τ.μ. και ως προς την κρίση της περί κτήσης κυριότητας εκ μέρους του αναιρεσίβλητου επί του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι ειδικότερες αιτιάσεις, που διαλαμβάνονται στον πρώτο αναιρετικό λόγο: α) ότι, ενώ, λόγω του τεκμηρίου κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, ο ιδιώτης βαρύνεται με την απόδειξη ότι το διεκδικούμενο ακίνητο δεν φέρει το χαρακτήρα δάσους ή δασικής έκτασης, παρά ταύτα, ουδόλως παραθέτει στο σκεπτικό της η προσβαλλόμενη απόφαση έκθεση φωτοερμηνείας, συνταγείσα έστω και από ιδιώτη Δασολόγο, που να αντικρούσει τα επιστημονικά συμπεράσματα της από 19-4-2017 έκθεσης φωτοερμηνείας του υπαλλήλου του Ελληνικού Δημοσίου και συνεπώς το εξαχθέν συμπέρασμά της περί αγροτικής μορφής του επιδίκου είναι παντελώς αυθαίρετο και αναιτιολόγητο, β) ότι, καίτοι, στην από 19-4-2017 έκθεση φωτοερμηνείας του Δασαρχείου Αμφιλοχίας αναφερόταν ότι τα τμήματα 1 και 2, εμβαδού του 1ου 2.767,9298 τ.μ. και του 2ου 3.962,3543 τ.μ. του όλου ακινήτου 13.097,6482 τ.μ. ,στα οποία ενέπιπτε και το επίδικο των 4.241,92 τ.μ., πλην ενός τμήματος 140,05 τ.μ., διαχρονικά από το έτος 1945 και το έτος 1985 δεν οριοθετούνται από τις γύρω εκτάσεις και πως η υφή τους παρουσιάζεται τραχεία, χωρίς ίχνη ανθρωπογενούς παρουσίας, η αναιρεσιβαλλόμενη δέχεται ότι "...Οι ενόρκως βεβαιούντες συγχωριανοί του ενάγοντος επισημαίνουν τις ανθρωπογενείς δραστηριότητες στη θέση του επιδίκου... είναι σαφώς οριοθετημένο από τις γειτονικές ιδιοκτησίες", γ) ότι, με αντιφατική αιτιολογία η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναφέρει ότι " Κατά την ερμηνεία των αεροφωτογραφιών των ετών 1945, 1960, 1970 και 1985 διαπιστώθηκαν, ότι το έτος 1945, οι εκτάσεις τμήμα 1 και τμήμα 2 δεν οριοθετούνται από τις γύρω εκτάσεις. Η υφή παρουσιαζόταν τραχεία, χωρίς ίχνη ανθρωπογενούς παρουσίας, προσδίδοντας στις εν λόγω εκτάσεις το δασικό χαρακτήρα", εντούτοις κρίνει ότι "...δεν προέκυψε ,ότι το έτος 1945 το επίδικο, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα, αποτελούσε δια της αμοιβαίας αλληλοεξαρτήσεως και αλληλεπιδράσεώς τους ιδιαίτερα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές)", δ) ότι, αν και αναφέρει ότι το απαλλοτριούμενο, εμβαδού 4.241,92 τ.μ. αποτελείται από τρία συνεχόμενα τμήματα, εμβαδού του 1ου 3783,49 τ.μ., του 2ου 303,34 τ.μ. και του 3ου 140,05 τ.μ. και πως μόνο για το τελευταίο τμήμα των 140,05 τ.μ. το εναγόμενο δεν προέβαλε δικαιώματα, λόγω του διαχρονικά εμφανούς αγροτικού χαρακτήρα του, σιωπά παντελώς για τα δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου επί των δύο άλλων εκτάσεων, ε) ότι, ενώ αναφέρει η απόφαση, ότι δύο τμήματα της όλης έκτασης των 13.097,654 τ.μ., εμβαδού του 1ου 2.767,9298 τ.μ. και του 2ου 3.962,3543 τ.μ. έχουν (σύμφωνα με την από 19-4-2017 έκθεση φωτοερμηνείας) δασική μορφή, εν συνεχεία, άνευ αιτιολογίας κρίνει ότι το επίδικο συνιστά το εύφορο μέρος του όλου ακινήτου", παραδοχή που αφορά το έλασσον τμήμα των 140,05 τ.μ. και στ) ότι, καίτοι δέχεται ότι το όλο ακίνητο των 13.097,65 τ.μ. συνορεύει βόρεια με δασική έκταση, νότια με δάσος, ανατολικά με αγροτική έκταση και δυτικά με δάσος και αγροτική έκταση, στη συνέχεια χωρίς αιτιολογία μνημονεύει, ότι το επίδικο ακίνητο γειτνιάζει επί το πλείστον με καλλιεργούμενες εκτάσεις και παλαιότερες καλλιέργειες καπνών, καθώς και οι ειδικότερες αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στον τρίτο αναιρετικό λόγο: α) ότι ο αναιρεσίβλητος δεν κατέστη κύριος του επιδίκου δι' εκτάκτου χρησικτησίας, β) ότι οι όποιες πράξεις νομής έγιναν χωρίς άδεια της αρμόδιας δασικής αρχής, γ)ότι δεν διευκρινίζεται στην απόφαση αν τα όσα κατέθεσαν οι ενόρκως καταθέσαντες αφορούν την όλη έκταση κυριότητας του αναιρεσίβλητου, ή μόνο την απαλλοτριούμενη ή τα τμήματα εμβαδού 3.783,49 τ.μ. και 313,34 τ.μ., δ)ότι η κρίση της προσβαλλομένης περί άσκησης νομής εκ μέρους του αναιρεσίβλητου και των δικαιοπαρόχων του έρχεται σε αντίθεση με τα όσα η ίδια δέχεται πως τα τμήματα 1, εμβαδού 2.767,9298 τ.μ. και 2, εμβαδού 3.962,3543 τ.μ. του όλου ακινήτου, έχουν τραχεία υφή, χωρίς ίχνη ανθρωπογενούς παρουσίας και ε) ότι δεν αναφέρεται αν οι μνημονευόμενες διακατοχικές πράξεις της άροσης, των προφορικών μισθώσεων του επιδίκου ως αγρολίβαδου, της περίφραξης και της βόσκησης αφορούν τα τμήματα 1, εμβαδού 2.767,9298 τ.μ. και 2, εμβαδού 2.767,9298 τ.μ. του όλου ακινήτου των 13.097,6482 τ.μ. στα οποία το Δασαρχείο Αμφιλοχίας ήγειρε δικαιώματα λόγω της δασικής τους μορφής ή το τμήμα 6.367,3641 τ.μ. που φέρει αγροτική μορφή, είναι αβάσιμες και απορριπτέες, σε κάθε δε περίπτωση πλήττουν απαραδέκτως την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία είναι σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, ενώ περαιτέρω οι αιτιάσεις, αυτές, οι οποίες δεν διατυπώνονται με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά με βάση εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που το αναιρεσείον θεωρεί ότι αποδεικνύονται από τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα και είναι αληθινά, παραθέτοντας τα δικά του επιχειρήματα ως προς την αλήθεια αυτών, δεν μπορούν να ιδρύσουν την αποδιδόμενη με τους άνω λόγους πλημμέλεια, αφού, δεν συνιστά ανεπάρκεια της αιτιολογίας η μη αναφορά του λόγου, για τον οποίο το δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκαν τα γενόμενα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά και δεν αποδείχθηκαν εκείνα που θεωρεί ως αληθινά το αναιρεσείον. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλομένη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση(ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 83/2021, ΑΠ 50/2020). Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) (ΑΠ 889/2020, ΑΠ 498/2018, ΑΠ 208/2018). Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 681/2022, ΑΠ 1252/2022, ΑΠ 342/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 12/2015), ενώ ο λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα, τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή τα σφάλματα αυτά αναφέρονται στα αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ή την ένσταση ως αόριστη ή νόμω αβάσιμη ή δεν εισέρχεται στην αποδεικτική διαδικασία, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο της ουσίας δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 25/2023, ΑΠ 1409/2018, ΑΠ663/2017, ΑΠ 481/1991).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός της, το ...2020 έγγραφο του Δασαρχείου Αμφιλοχίας, στο οποίο ήταν συνημμένα φωτοαντίγραφα των σχετικών Πράξεων Χαρακτηρισμού και Εκθέσεων Φωτοερμηνείας και Εισήγησης, καθώς και αποσπάσματα Δορυφορικών Εικόνων από το έτος 2013 μέχρι 2019, έγγραφο, το οποίο επικαλέστηκε και προσκόμισε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για την απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας των ισχυρισμών του, αναφορικά με τον διαχρονικό δασικό χαρακτήρα του επιδίκου πριν και μετά την κατασκευή του έργου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθ' όσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπου ρητά αναφέρει ότι έλαβε υπόψη "τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφα, ως νέα αποδεικτικά μέσα χωρίς πρόθεση στρεψοδικίας", σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο της, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το ως άνω, φερόμενο ως αγνοηθέν, έγγραφο, λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τις λοιπές αποδείξεις για την στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου, χωρίς να υποχρεούται το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτού και καθενός εγγράφου, πέραν βεβαίως του γεγονότος ότι το ως άνω έγγραφο δεν προσκομίζεται και, συνεπώς, είναι αδύνατο να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενό του, ώστε να ελεγχθεί και η τυχόν μη λήψη του υπόψη από το Εφετείο. Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Διάταξη περί παραβόλου δεν πρέπει να περιληφθεί στην απόφαση αυτή, διότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά το άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 4 Ν. 1868/1999 (ΑΠ 809/2021, ΑΠ 647/2020). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του (άρθρο 176,183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, τα οποία όμως πρέπει να επιβληθούν μειωμένα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, που ενεργεί υπέρ και κατά του Ελληνικού Δημοσίου (ΑΠ 561/2017), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από ...2022 (αριθμ. έκθ. κατ. ......2022) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθ....2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος (τακτική διαδικασία).
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ