ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1682/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1682/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1682/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1682 / 2024    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1682/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Σ. χας Ζ. (J.) Τ. (D.), 2) Δ. Ζ. Τ. του Ζ., 3) Ζ. Α. Τ. του Ζ., κατοίκων ..., 4) Α. χας Μ. Σ., το γένος Μ., κατοίκου ..., 5) Ζ. Ζ. του Σ. και 6) Λ. Μ. Τ., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 1η, 2ος, 3ος, 4η και 6η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Χριστέλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ ο 5ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΕΑΕ", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Καμβύση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...2019 αγωγή των 1ης έως και 5ου των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από ...2019 αγωγή της 6ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την από ...2020 αγωγή άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ...2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ...2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από ...2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η προς τον οποίο πληρεξουσιότητα δίδεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και παρέχει το δικαίωμα να παριστά στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ενδίκων μέσων καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις πράξεις αυτές. Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 13/2008). Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό μ' αυτές των άρθρων 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας των φερομένων ως ασκησάντων την αναίρεση διαδίκων, χωρίς την απόδειξη της υπάρξεως πληρεξουσιότητας αυτών προς τον υπογράφοντα αυτή (αναίρεση) δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1053/2018, ΑΠ 243/2014, ΑΠ 1852/2007). Κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (16.2.2024) δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά τα δικάσιμο αυτή, ο πέμπτος αναιρεσείων Ζ. Ζ., ο οποίος φέρεται να επισπεύδει με τους ομοδίκους του τη συζήτηση της αιτήσεως, όπως τούτο προκύπτει από την μετ' επίκληση προσκομιζόμενη υπ' αρ. ...2022 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή, του Πρωτοδικείου Αθηνών Π. Κ. Την αίτηση αναίρεσης άσκησε και ως προς τον απολιπόμενο, ως άνω, αναιρεσείοντα ο δικηγόρος ... Χαράλαμπος Χριστέλης, για τον οποίο, όμως δεν αποδεικνύεται ότι του είχε παρασχεθεί και από αυτόν η σχετική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφικό έγγραφο για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης. Επομένως, η υπό κρίση από ...2022 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. ...2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τον προαναφερόμενο πέμπτο εκ των αναιρεσειόντων Ζ. Ζ., είναι άκυρη και, κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ως προς αυτόν. Περαιτέρω, η κρινόμενη από ...2022 (με αρ. κατ. ...2022) αίτηση αναίρεσης κατά της ως άνω υπ' αριθμ. ...2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 614 παρ.6, 591 ΚΠολΔ), όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρα 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, (15.12.2021) σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικ. με τον αρ. του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΟλΑΠ 10/2018), αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε ο αναιρεσείοντες επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ) ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες. Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ. επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υποθέσεως προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγοντες - εκκαλούντες ήδη αναιρεσείοντες, εκ των οποίων οι ανήλικες Β., Κ. και Μ. Γ. του Α. και της Ι., 7η, 8η και 9η εκ των αναιρεσειόντων αντίστοιχα, νομίμως εκπροσωπούμενες από τους δύο γονείς τους, 2° και 5η εξ αυτών, οι οποίοι ασκούν τη γονική τους μέριμνα, με την από ...2019 και με αρ. καταθ. ...2019 αγωγή τους κατά του Σ. Ρ. και της αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ Α.Ε. Α.Ε.", ζήτησαν, μετά την παραδεκτώς γενόμενη παραίτηση ως προς τον πρώτο εκεί εναγόμενο Σ. Ρ. και τον παραδεκτώς γενόμενο περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, η οποία καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρα 223, 295 παρ. 1, 297, 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, στην οποία το ζημιογόνο όχημα ήταν ασφαλισμένο, για την κάλυψη της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης του, οφείλει να τους καταβάλει τα εκεί αναφερόμενα ποσά, ως χρηματική αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θανάσιμο τραυματισμό, κατά το περιγραφόμενο τροχαίο ατύχημα, του συζύγου της πρώτης, πατέρα των δευτέρου και τρίτου εκ των αναιρεσειόντων, ανηλίκων τέκνων του που εκπροσωπούνται νομίμως από την πρώτη αναιρεσείουσα μητέρα τους, γαμβρού της τετάρτης και αδελφού του πέμπτου εξ αυτών, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Επιπροσθέτως, η Λ. Μ. Τ., μητέρα του θανόντος, (ήδη έκτη αναιρεσείουσα) άσκησε κατά των ιδίων εναγομένων την από ...2019 αγωγή της (με ΓΑΚ/ΑΚΔ ...2019) και οι Κ. και Α. Λ. (μη διάδικοι στην παρούσα δίκη) την από ...2020 αγωγή τους (ΓΑΚ/ΑΚΔ ...2020) κατά του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης" (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη). Επί των ανωτέρω αγωγών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθ. ...2020 οριστική απόφαση του ως άνω Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από ...2020 αγωγή των Κ. και Α. (Λ.) κατά του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης" και αφού κρίθηκε δε αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος ο θανών Ζ. Τ., υποχρεώθηκε το τελευταίο να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα (Κ. Λ.) το ποσό των 1000 ευρώ και στον δεύτερο (Α. Λ.) το ποσό των 3.500 ευρώ, απορρίφθηκαν δε κατ'ουσίαν οι δύο αγωγές των αναιρεσειόντων. Κατά της αποφάσεως αυτής οι αναιρεσείοντες, ήτοι οι ενάγοντες της από ...2019 αγωγής και η ενάγουσα της από ...2019 αγωγής Λ. Τ., άσκησαν την από ...2021 και με αρ. κατ. ...2021 έφεσή τους, επικαλούμενοι εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων. Ομοίως, την ως άνω απόφαση προσέβαλαν οι ενάγοντες της από ...2020 αγωγής Κ. και Α. Λ. με την από ...2021 έφεσή τους, καθώς και το εναγόμενο της από ...2020 αγωγής ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης" με την από 3.2.2021 έφεσή του. Επί των εφέσεων αυτών που συνεκδικάστηκαν εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη υπ' αρ. ...2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε τυπικά τις ως άνω εφέσεις και απέρριψε αυτές ως αβάσιμες κατ' ουσίαν. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β` και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, κατ` άρθρο 330 ΑΚ, υπαιτιότητα με τη μορφή της αμέλειας υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή, που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ` αρχάς, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 502/2020, ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014), αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 1335/23, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013). Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος, ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων αυτών, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 601/2021, ΑΠ 90/2019, ΑΠ 49/2019, ΑΠ 301/2018). Με το ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), θεσπίζονται κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνονται οι οδηγοί ώστε να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, αυτοκινητικά ατυχήματα. Κατά τα άρθρα 17 παρ. 1, 2 και 3 περ. δ', 21 παρ. 2, 4 παρ. 3 και 19 παρ. 3 του ΚΟΚ: "1. Ο οδηγός επιτρέπεται να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα μόνον εφόσον μπορεί να το κάνει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και εφόσον προειδοποιήσει έγκαιρα γι` αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 του παρόντος Κώδικα. 2. Το προσπέρασμα επιτρέπεται, κατά κανόνα, από τα αριστερά. Κατ` εξαίρεση, το προσπέρασμα επιτρέπεται από τα δεξιά αν ο προπορευόμενος οδηγός έχει δώσει σήμα ότι προτίθεται να στρίψει αριστερά και έχει μετακινήσει το όχημα....προς την πλευρά αυτήν. 3. Το προσπέρασμα απαγορεύεται γενικά στις εξής περιπτώσεις: α) όταν κάποιος από τους οδηγούς που ακολουθούν αυτόν που προτίθεται να προσπεράσει άρχισε ήδη το προσπέρασμα. β)...γ)....δ) Αμέσως προ ή επί μη κυκλικού ισόπεδου οδικού κόμβου, εκτός αν: αα) επιτρέπεται το προσπέρασμα προς τα δεξιά, κατά την περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου αυτού, ββ) η οδός, στην οποία γίνεται το προσπέρασμα, έχει προτεραιότητα γγ)... δδ) ...." (17 παρ. 1, 2 και 3 περ. δ') και, "Πριν από κάθε ελιγμό, ο οδηγός υποχρεούται να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό τους δείκτες κατεύθυνσης, αν δε αυτοί δεν λειτουργούν, υποχρεούται να δώσει τα ακόλουθα σήματα με το χέρι: α) `Έκταση του βραχίονα για στροφή προς την κατεύθυνση αυτού, β) Κάμψη του βραχίονα προς τα πάνω για στροφή προς την αντίθετη πλευρά αυτού, γ) Κάμψη του βραχίονα προς τα κάτω, για τον ελιγμό στάθμευσης" (21 παρ. 2), "Οι ρυθμιστικές της κυκλοφορίας πινακίδες Ρ-1 μέχρι Ρ-77 τοποθετούνται για να πληροφορούν αυτούς που χρησιμοποιούν τις οδούς για τις ειδικές υποχρεώσεις, περιορισμούς ή απαγορεύσεις, προς τις οποίες πρέπει αυτοί να συμμορφώνονται. Η σημασία των πινακίδων αυτών είναι: ..... "Ρ-30 Απαγορεύεται το προσπέρασμα μηχανοκίνητων οχημάτων, πλην των δίτροχων μοτοσικλετών χωρίς καλάθι" (4 παρ. 3) και "Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές, πλησίον των σχολείων, πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων, στις απότομες κατωφέρειες, πλησίον των μέσων μαζικής μεταφοράς, που σταθμεύουν για να αποβιβάζουν ή επιβιβάζουν επιβάτες, κατά τις νυκτερινές ώρες, σε περίπτωση ομίχλης, βροχής, χιόνων, παγετού και γενικά όταν το οδόστρωμα είναι ολισθηρό. Την αυτή επίσης υποχρέωση έχει κατά τη διέλευσή του από στενές διόδους και αν η διασταύρωσή του με άλλα οχήματα καθίσταται δυσχερής, όταν υπάρχουν ζώα επί της οδού που παρουσιάζουν σημεία ταραχής, κατά τη διέλευσή του από κατοικημένες περιοχές, αν πεζοί, που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας" (αρ. 19 παρ. 3 του ΚΟΚ). Τέλος, κατά το άρθρο 4 παρ. 2 του ΚΟΚ: "Οι πινακίδες αναγγελίας κινδύνου (Κ-1 μέχρι Κ-41) τoπoθετoύνται για να εφιστoύν την πρoσoχή αυτών πoυ χρησιμoπoιoύν τις oδoύς για τoυς κινδύνoυς πoυ υπάρχoυν στην oδό πρoς την κατεύθυνση της κίνησής τoυς, ώστε να λαμβάνoυν έγκαιρα τα κατάλληλα μέτρα και, σε περίπτωση ανάγκης, να μειώνoυν την ταχύτητα πoρείας τoυς για να τoυς απoφεύγoυν. H σημασία των πινακίδων αυτών είναι: .....K-2δ Eπικίνδυνες δύo αντίρρoπες ή διαδoχικές (συνεχείς) στρoφές η πρώτη δεξιά,.....Κ-12 Oλισθηρό oδόστρωμα". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε, με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 521/2021, ΑΠ 464/2020, ΑΠ 1430/2019, ΑΠ 941/2018). Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/ 1992, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 122/2020, 1373/2019, ΑΠ 918/2019, ΑΠ 564/2018). Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές, όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (ΑΠ 805/2021, ΑΠ 1397/2019, ΑΠ 1653/2018, ΑΠ 1206/2018). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1388/2021, ΑΠ 145/2021, ΑΠ 605/2020, ΑΠ 30/2020). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1335/23, ΑΠ 621/23, ΑΠ 317/2021, ΑΠ 586/2020, ΑΠ 228/2020, ΑΠ 22/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) κρίση του, ως αποδειχθέντα, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: "Στις ...2019 και περί ώρα ..., ο Ζ. Τ., στενός συγγενής των εναγόντων των από ...2019 και ...2019 αγωγών, (ήδη αναιρεσειόντων) οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, με μικρή ταχύτητα, περίπου 40 χλμ./ω, εκινείτο επί της Παλαιός Εθνικής Οδού ..., με κατεύθυνση από ... Το ανωτέρω φορτηγό, με μήκος 7 μέτρα, ύψος 2,6 μέτρα και πλάτος 2 μέτρα, είχε την συνήθη στάθμευσή του στην Βουλγαρία, διέθετε ισχύουσα διεθνή Πράσινη κάρτα και επομένως το εναγόμενο της από ...2020 αγωγής, ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης", ευθύνεται για την αποκατάσταση της αστικής του ευθύνης έναντι τρίτων. Την ίδια ώρα, ο πρώτος ενάγων της από ...2020 αγωγής, Κ. Λ., (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) οδηγώντας το υπ'αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δεύτερου ενάγοντος της ως άνω αγωγής, αδερφού του (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία των από ...2019 και ...2019 αγωγών, (ήδη αναιρεσίβλητη) κινείτο σύννομα, με ταχύτητα περίπου 85-90 χιλ/ω , επί της ίδιας ως άνω οδού, ομόρροπα με το φορτηγό που οδηγούσε ο Ζ. Τ. και όπισθεν αυτού σε μακρινή απόσταση. Η ανωτέρω οδός, στο σημείο που έλαβε χώρα το ατύχημα (69,500 χλμ), είναι ευθεία, οριζόντια, ασφαλτόδρομος, διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, συνολικού πλάτους 7,40 μ, ήτοι 3,70 μ. έκαστη. Στα δεξιά του ρεύματος πορείας προς ... και προς … υπάρχει ασφάλτινο έρεισμα πλάτους 0,9 και 1,15μ. αντίστοιχα. Τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας, στο σημείο αυτό χωρίζονται με διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ανέρχεται σε 90 χλμ. την ώρα. Φθάνοντας ο οδηγός του ανωτέρω αυτοκινήτου το ως άνω φορτηγό, επιχείρησε να το προσπεράσει σύννομα από αριστερά, αφού προηγουμένως ενεργοποίησε εγκαίρως τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης (φλας) και έλεγξε ότι δεν κινούνταν άλλα οχήματα στην αντίθετη κατεύθυνση. Είχε δε, φθάσει σχεδόν λίγο πριν το ύψος της αριστερής πόρτας του οδηγού του φορτηγού, όταν ο τελευταίος, τελείως απρόβλεπτα, ενήργησε απότομο ελιγμό προς τα αριστερά, κινούμενος λοξά και εισήλθε περί το 1 μέτρο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της Π.Ε.Ο (τμήμα του οποίου είχε ήδη καταλάβει το ανωτέρω αυτοκίνητο, λόγω της προσπέρασης, που βρισκόταν σε εξέλιξη), έχοντας πρόθεση να διασχίσει το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να εισέλθει σε χωμάτινο οικόπεδο, όπου βρίσκεται παρακείμενο φυτώριο, χωρίς ωστόσο, αφενός να ενεργοποιήσει το δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης (φλας), προκειμένου να καταστήσει γνωστή εγκαίρως την πρόθεσή του αυτή, στους χρήστες της οδού που κινούνταν όπισθεν αυτού, αφετέρου να πλησιάσει προοδευτικά τον άξονα του οδοστρώματος και κυρίως χωρίς να έχει ενεργήσει επαρκή έλεγχο στα οχήματα που κινούταν πίσω και πλάι του. Αποτέλεσμα της ανωτέρω παράνομης και αιφνίδιας ενέργειας του οδηγού του φορτηγού ήταν να αποκλείσει την πορεία του οδηγού του αυτοκινήτου, που εκείνη την ώρα βρισκόταν ήδη σε πορεία προσπέρασης και να συγκρουστούν τα δύο οχήματα. Ειδικότερα, το φορτηγό συγκρούστηκε με το εμπρόσθιο τμήμα της αριστερής του πλευράς, ήτοι αριστερό τμήμα του εμπρόσθιου προφυλακτήρα, εμπρόσθιο αριστερό φτερό, εμπρόσθιο αριστερό φανάρι, αριστερό τζάμι, αριστερός εξωτερικός καθρέπτης, αριστερή πόρτα οδηγού και το αυτοκίνητο με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά του, ήτοι, ζάντα εμπρόσθιου δεξιού τροχού, εμπρόσθιο δεξιό φτερό, εμπρόσθια δεξιά πόρτα συνοδηγού, εμπρόσθιο δεξί τμήμα του καπό, μάσκα, προφυλακτήρας, δεξιός εξωτερικός καθρέπτης. Ακολούθως, λόγω της σύγκρουσης το αυτοκίνητο εξετράπη προς τα αριστερά και ακινητοποιήθηκε εκτός του οδοστρώματος σε θαμνώδη βλάστηση στο ρεύμα προς Θεσσαλονίκη, μετά το φυτώριο, ενώ το φορτηγό αφού ανετράπη με την αριστερή του πλευρά και σύρθηκε για 11 μέτρα επί του οδοστρώματος (βρέθηκε χαραγή στο ρεύμα από ... προς Θεσσαλονίκη, ήτοι στο αντίθετο ρεύμα της αρχικής πορείας των οχημάτων, μήκους 11 μ., η οποία συνεχιζόταν με ημικυκλική πορεία και κατέληγε στο ρεύμα από ..., η αρχή της οποίας απείχε 1 μέτρο περίπου από το μέσο του οδοστρώματος και το τέλος της 1,70.μ), ακινητοποιήθηκε διαγωνίως, κατά το μεγαλύτερο μήκος του εντός του ρεύματος προς Θεσσαλονίκη, φράσσοντας σχεδόν και τα δύο ρεύματα πορείας. Ο οδηγός, δε του φορτηγού, Ζ. Τ., λόγω του ότι δεν έκανε χρήση ζώνης ασφαλείας, εξήλθε βιαίως από την θέση του, κατά την σύγκρουση και ανατροπή του φορτηγού, και επέπεσε στο οδόστρωμα, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί θανάσιμα, ενώ ο οδηγός του αυτοκινήτου, λόγω της χρήσης εκ μέρους του ζώνης ασφαλείας, τραυματίστηκε ελαφρά, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω. Σημειωτέον ότι κατά την ώρα που έλαβε χώρα το ατύχημα, ήταν ημέρα, ο καιρός ήταν αίθριος, το οδόστρωμα ξηρό και η ορατότητα δεν περιοριζόταν. Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από το σύνολο του εισφερθέντος αποδεικτικού υλικού, ιδίως από τα αντικειμενικά ευρήματα της Τροχαίας, όπως αυτά καταγράφονται στην έκθεση αυτοψίας και αποτυπώνονται στο σχετικό σχεδιάγραμμα, σε συνδυασμό με τις από ...2019 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης του Πραγματογνώμονα που όρισε η Εισαγγελία Πρωτοδικών Δ. Κ., το ένδικο ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος οδηγού του ως άνω φορτηγού. Τούτο δε, διότι από αμέλειά του και συγκεκριμένα από έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις περιστάσεις προσοχής και σύνεσης, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως κάθε μέσος συνετός οδηγός, επιχείρησε αριστερό ελιγμό, σε εθνική οδό, i) χωρίς να προειδοποιήσει εγκαίρως για την αλλαγή αυτή κατεύθυνσης, τους λοιπούς χρήστες της οδού που κινούνταν όπισθεν αυτού, ii) χωρίς να έχει προηγουμένως πλησιάσει προοδευτικά στον άξονα του οδοστρώματος και iii) κυρίως χωρίς να έχει ενεργήσει επαρκή έλεγχο, ώστε να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το πράξει χωρίς κίνδυνο, ή, παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνταν πίσω, ή πλάι του, ή ετοιμάζονταν να τον προσπεράσουν, όπως εν προκειμένω ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, ο οποίος είχε καταστήσει γνωστή εγκαίρως την πρόθεσή του αυτή (οράτε ιδίως την από 19-8-2019 προανακριτική του κατάθεση), όπως ήδη επισημάνθηκε, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά του και λαμβάνοντας επίσης υπόψη ότι κινείτο σε εθνική οδό, με επιτρεπόμενη κίνηση των οχημάτων με υψηλές ταχύτητες, κατά προφανή παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 21 παρ, 1 και 2 και 23 παρ 2 του ΚΟΚ. Οιαδήποτε αμέλεια εκ μέρους του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, ουδόλως αποδείχθηκε, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους ενάγοντες- συγγενείς του θανόντος και το εναγόμενο ΝΠΙΔ της από ...2020 αγωγής. Ειδικότερα, οι ανωτέρω ισχυρίζονται ότι υπάρχει αποκλειστική υπαιτιότητα (το εναγόμενο προβάλλει επικουρικά ένσταση συνυπαιτιότητας) του οδηγού Κ. Λ., διότι α) προέβη σε παράνομη προσπέραση του φορτηγού, παραβιάζοντας την υφιστάμενη πινακίδα Ρ-30 (απαγόρευση προσπεράσματος μηχανοκίνητων οχημάτων, πλην των δίτροχων μοτοσικλετών, χωρίς κάνιστρο), η οποία υπήρχε πριν το σημείο της σύγκρουσης και β) λόγω της υπερβολικής ταχύτητας που είχε και λόγω έλλειψης προσοχής στην οδήγηση δεν αντιλήφθηκε ότι ο θανών είχε ήδη ξεκινήσει σύννομα τον αριστερό ελιγμό. Σχετικά με τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς, από το σύνολο του προσκομισθέντος αποδεικτικού υλικού, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα : Στο ρεύμα πορείας των δύο οχημάτων προς ... υφίσταται ρυθμιστική πινακίδα Ρ-30, η οποία είναι τοποθετημένη κάτω ακριβώς από πινακίδα αναγγελίας κινδύνου Κ-2δ (Επικίνδυνες δύο αντίρροπες ή διαδοχικές στροφές, η πρώτη δεξιά), οι οποίες σημειωτέον ενόψει της θέσης που είναι τοποθετημένες (κάτω από δέντρο, μπροστά από θαμνώδη βλάστηση), του χαμηλού σχετικά ύψους τους (οράτε σχετικές φωτογραφίες από την Τροχαία και την τεχνική έκθεση του Φ. Κ.- τεχνικού συμβούλου των συγγενών του θανόντος), είναι δυνατό να γίνουν αντιληπτές από έναν οδηγό που κινείται περί τα 90 χιλ/ω, με προπορευόμενο φορτηγό ύψους 2,6 μ., όπως εν προκειμένω, μόνο από πολύ κοντινή απόσταση. Οι ανωτέρω πινακίδες όμως, αποδείχθηκε ότι βρίσκονται λίγα μέτρα μετά το σημείο σύγκρουσης και όχι πριν από αυτό (περίπου 7 μέτρα μετά , σύμφωνα με την κατάθεση του τεχνικού συμβούλου Γ. Τ.), γεγονός που υποδηλώνει ότι η προσπέραση που επιχείρησε ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, ήταν καθόλα νόμιμη, λόγω της υφιστάμενης, όπως ήδη επισημάνθηκε, διακεκομμένης διαχωριστικής γραμμής επί του οδοστρώματος, προσπέραση την οποία θα είχε ολοκληρώσει, αν δεν γινόταν η ένδικη σύγκρουση, πριν την υποχρέωσή του να συμμορφωθεί στην ως άνω πινακίδα. Σε αυτό το σημείο αξίζει να επισημανθεί ότι η διαγράμμιση στο οδόστρωμα μετατρέπεται σε διπλή συνεχόμενη μετά από 60 μ. από την εν λόγω πινακίδα, ενώ οι στροφές για τις οποίες προειδοποιεί η πινακίδα Κ-2δ υφίστανται μετά από 300 μέτρα από την τελευταία. Η προρρηθείσα κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με την ακριβή θέση της πινακίδας Ρ-30 σε σχέση με το σημείο της σύγκρουσης των δύο οχημάτων στηρίζεται σε όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, ιδίως στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, το οποίο αποτυπώνει την ύπαρξη πινακίδας μετά το πιθανό σημείο σύγκρουσης και την έναρξη της χαραγής στο οδόστρωμα από το φορτηγό, την έκθεση αυτοψίας (επισημαίνεται ότι εκεί γίνεται λόγος για την ύπαρξη της πινακίδας πλησίον του ατυχήματος, ενώ αν η εν λόγω πινακίδα βρισκόταν πριν το σημείο του ατυχήματος θα αναγραφόταν αυτό ρητά, όπως συνέβη και με την ύπαρξη πινακίδας Κ-12, για την οποία αναγράφεται ότι βρίσκεται 300 μ. πριν το ατύχημα), το φωτογραφικό υλικό, την από 15-10-2019 τεχνική έκθεση του Γ. Τ., ορισθέντα από τον οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου και τις αεροφωτογραφίες της διαδικτυακής εφαρμογής Google Maps. Επομένως, ο πρώτος ισχυρισμός των εναγόντων συγγενών του θανόντος και του εναγομένου της αγωγής (σ.σ.του) Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης, κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος, τυγχάνει και ο δεύτερος ισχυρισμός τους, ότι λόγω της υπερβολικής ταχύτητας που είχε ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου και λόγω έλλειψης προσοχής στην οδήγηση δεν αντιλήφθηκε ότι ο θανών είχε ήδη ξεκινήσει σύννομα τον αριστερό ελιγμό, όταν ο πρώτος επιχείρησε να τον προσπεράσει, με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο να τον εμβολίσει σχεδόν κάθετα. Πλέον συγκεκριμένα, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψαν τα ανωτέρω, πλην της από ...2020 τεχνικής έκθεσης του Φ. Κ. (τεχνικού συμβούλου, που όρισαν οι συγγενείς του θανόντος), η οποία όμως κρίνεται μη πειστική. Τούτο δε, διότι αναιρείται από την σαφή και εμπεριστατωμένη από ...2019 πραγματογνωμοσύνη που συνέταξε σχετικά με το ένδικο ατύχημα ο διορισθείς πραγματογνώμονας από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, Δ. Κ. Ο τελευταίος, συγκρίνοντας τις συγκρουσθείσες επιφάνειες των εμπλεκομένων οχημάτων, αξιολογώντας τα ευρήματα της Τροχαίας, και διενεργώντας και ο ίδιος αυτοψία, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κατά την ώρα της επαφής και της σύγκρουσης τα δύο οχήματα σχημάτιζαν οξεία γωνία και ότι το φορτηγό, εκείνη την ώρα δεν κατείχε παράλληλη θέση στον νοητό άξονα του οδοστρώματος, αλλά λοξή. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό α) με την ύπαρξη χαραγής από το συρόμενο φορτηγό, η αρχή της οποίας βρίσκεται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας των δύο οχημάτων (προς Θεσσαλονίκη), μόλις 1 μέτρο από τη διακεκομμένη γραμμή του οδοστρώματος και τον προσδιορισμό του πιθανού σημείου σύγκρουσης από την Τροχαία στο ύψος της έναρξης της χαραγής (επισημαίνεται ότι το ίδιο δέχεται και ο τεχνικός σύμβουλος Κ......) και β) το γεγονός ότι η συγκρουσθείσα επιφάνεια του φορτηγού είναι κυρίως ο εμπρόσθιος αριστερός τροχός και η αριστερή πόρτα του οδηγού, ενώ του ΙΧΕ αυτοκινήτου κυρίως ο εμπρόσθιος δεξιός τροχός, δεξιό φτερό, εμπρόσθια δεξιά πόρτα συνοδηγού, καταδεικνύει ότι η εκκίνηση του αριστερού ελιγμού του οδηγού του φορτηγού δεν προηγήθηκε της εκκίνησης της προσπέρασης, διότι στην περίπτωση αυτή οι συγκρουσθείσες επιφάνειες των οχημάτων θα ήταν τελείως διαφορετικές. Συγκεκριμένα, το φορτηγό θα έπρεπε να φέρει βλάβες κυρίως από την πόρτα του οδηγού και προς το μέσον αυτού, ενώ το αυτοκίνητο θα έφερε βλάβες στο εμπρόσθιο μέρος του. Η ως άνω κρίση ενισχύεται και από την από 15-10-2019 τεχνική έκθεση του Γ. Τ. Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, Κ. Λ. έτρεχε υπερβολικά. Ακόμα, δε, και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η ταχύτητά του ήταν 101 χιλ/ω, όπως την προσδιορίζει ο τεχνικός σύμβουλος Κ., η υπέρβαση των 11 χιλ., δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, καθώς αυτό οφείλεται αποκλειστικά στην αιφνίδια και απότομη κίνηση του θανόντος να ενεργήσει αριστερό ελιγμό σε πολύ κοντινή απόσταση από το ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο εκείνη την ώρα βρισκόταν σε διαδικασία προσπέρασης, οπότε του έφραξε την πορεία και ο οδηγός του δεν είχε τη δυνατότητα να αποφύγει την σύγκρουση ακινητοποιώντας το αυτοκίνητό του, ή να διενεργήσει με επιτυχία αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά. Όσον αφορά δε, τον ισχυρισμό των συγγενών του θανόντος, ότι ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου έπρεπε να μειώσει την ταχύτητά του λόγω και της υφιστάμενης πινακίδας Κ-12, η οποία προειδοποιεί για ολισθηρότητα του οδοστρώματος, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον την ημέρα του ατυχήματος η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας, ήταν άνοιξη και επικρατούσε καλοκαιρία. Ως εκ τούτου η προειδοποίηση αυτή, που είχε τεθεί για τις περιπτώσεις που οι καιρικές συνθήκες στην περιοχή καθιστούν το οδόστρωμα ολισθηρό, δεν αφορούσε στους οδηγούς κατά τον χρόνο του ατυχήματος. Επιπλέον, ο ισχυρισμός τους, ότι ο ανωτέρω οδηγός έπρεπε να μειώσει την ταχύτητά του για τον επιπρόσθετο λόγο ότι πλησίαζε ισόπεδο οδικό κόμβο, κρίνεται επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, δοθέντος ότι σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ο ίδιος εκινείτο σε εθνική οδό και το σημείο που ήθελε να στρίψει ο θανών δεν ήταν αγροτικός δρόμος, ή ανώνυμη χωμάτινη οδός, αλλά χωμάτινο οικόπεδο, όπου βρισκόταν παρακείμενο φυτώριο, οπότε δεν επρόκειτο για ισόπεδο οδικό κόμβο. Τέλος, οι συγγενείς του θανόντος διατείνονται ότι ο θανών είχε ενεργοποιήσει τον δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης, πριν τον ελιγμό του, επικαλούμενοι την από ...2019 πραγματογνωμοσύνη του Δ. Κ. Ωστόσο, στην εν λόγω πραγματογνωμοσύνη ο ως άνω πραγματογνώμονας διαπίστωσε ότι κατά τον προ του ατυχήματος χρόνο, το σύστημα φωτισμού του φορτηγού βρισκόταν σε κατάσταση λειτουργίας, όπως επίσης αναφέρει ότι σε κατάσταση λειτουργίας ήταν το σύστημα διευθύνσεως και το σύστημα πεδήσεως, ήτοι καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα εν λόγω συστήματα δεν παρουσίαζαν τεχνικά κάποιο πρόβλημα και όχι ότι ο θανών είχε ενεργοποιήσει και μάλιστα εγκαίρως τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης, πριν τον ελιγμό του. Εξάλλου, αξίζει να επισημανθεί ότι και ο ίδιος ο τεχνικός σύμβουλος των συγγενών του θανόντος αναφέρει στην τεχνική του έκθεση ότι δεν μπορεί να αξιολογηθεί από τεχνικής άποψης εάν έγινε χρήση του αριστερού δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης τόσο από το αυτοκίνητο, όσο και από το φορτηγό. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, αποκλειστικός υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος τυγχάνει ο θανών και συνεπώς οι από ...2019 και ...2019 αγωγές πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμες. Ομοίως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η επικουρικώς προβληθείσα ένσταση συνυπαιτιότητας που προέβαλε το εναγόμενο της από ...2020 αγωγής, Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης και επανέφερε νομότυπα με τον πρώτο λόγο της έφεσής του". Με βάση τα ανωτέρω το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις κατά της υπ'αριθμ....2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πιο πάνω οδηγηκής συμπεριφοράς του θανόντος οδηγού και του επελθόντος ατυχήματος και της αποκλειστικής υπαιτιότητας αυτού στην πρόκλησή του, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, στο πραγματικό των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των διατάξεων των άρθρων 914, 297, 298, 300, 330 εδ. β' του ΑΚ (σε συνδ. με εκείνες των προαναφερθέντων άρθρων του ΚΟΚ) που εφάρμοσε και δικαιολογούν το διατακτικό της απόφασής του και, συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα το Εφετείο δέχτηκε, ότι ο Κ. Λ. (α' ενάγων της από ...2020 αγωγής) οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, κινούμενος ομόρροπα με το φορτηγό, που οδηγούσε ο θανών Ζ. Τ. και όπισθεν αυτού σε μακρινή απόσταση, με ταχύτητα περίπου 85-90 χιλ/ω, επί της Π.Ε.Ο. ... ..., που είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, συνολικού πλάτους 7,40 μ., με διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ανέρχεται σε 90 χλμ. την ώρα και ότι κατά την στιγμή που ο Κ. Λ. επιχείρησε να προσπεράσει το φορτηγό σύννομα από αριστερά, αφού προηγουμένως είχε ενεργοποιήσει εγκαίρως τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης (φλας) και έλεγξε ότι δεν κινούνταν άλλα οχήματα στην αντίθετη κατεύθυνση και ενώ είχε φθάσει σχεδόν λίγο πριν το ύψος της αριστερής πόρτας του οδηγού του φορτηγού, ο τελευταίος, τελείως απρόβλεπτα, ενήργησε απότομο ελιγμό προς τα αριστερά, κινούμενος λοξά και εισήλθε περί το 1 μέτρο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της Π.Ε.Ο (τμήμα του οποίου είχε ήδη καταλάβει το ανωτέρω αυτοκίνητο, λόγω της προσπέρασης, που βρισκόταν σε εξέλιξη), έχοντας πρόθεση να διασχίσει το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, για να εισέλθει σε χωμάτινο οικόπεδο, όπου βρίσκεται παρακείμενο φυτώριο, χωρίς να ενεργοποιήσει το δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης και χωρίς να πλησιάσει προοδευτικά τον άξονα του οδοστρώματος και κυρίως χωρίς να έχει ενεργήσει επαρκή έλεγχο στα οχήματα που κινούταν πίσω και πλάι του, με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουστούν και το μεν όχημα του Κ. Λ. να εκτραπεί προς τ' αριστερά και να ακινητοποιηθεί εκτός οδοστρώματος, το δε φορτηγό, που οδηγούσε ο θανών να ανατραπεί και να συρθεί επί του οδοστρώματος στο αντίθετο ρεύμα πορείας του και να ακινητοποιηθεί διαγωνίως επί του ρεύματος αυτού, να μετακινηθεί δε αυτός βιαίως από την θέση του οδηγού, λόγω της σύγκρουσης, εκτός του οχήματός του, επειδή δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, με συνέπεια την πτώση του στο οδόστρωμα, και εξ αυτής το θανάσιμο τραυματισμό του ενώ βρέθηκε και χαραγή στο ρεύμα από ... προς Θεσσαλονίκη, ήτοι στο αντίθετο ρεύμα της αρχικής πορείας των οχημάτων, μήκους 11 μ., η οποία συνεχιζόταν με ημικυκλική πορεία και κατέληγε στο ρεύμα από ..., η αρχή της οποίας απείχε 1 μέτρο περίπου από το μέσο του οδοστρώματος και το τέλος της 1,70 μ. Η ρυθμιστική πινακίδα Ρ-30, είναι τοποθετημένη στο ρεύμα πορείας των οχημάτων προς ... κάτω ακριβώς από πινακίδα αναγγελίας κινδύνου Κ-2δ (Επικίνδυνες δύο αντίρροπες ή διαδοχικές στροφές, η πρώτη δεξιά), οι οποίες είναι δυνατό να γίνουν αντιληπτές από έναν οδηγό που κινείται περί τα 90 χιλ/ω, με προπορευόμενο φορτηγό ύψους 2,6 μ., όπως εν προκειμένω, μόνο από πολύ κοντινή απόσταση και βρίσκονται περίπου 7 μέτρα μετά το σημείο σύγκρουσης και όχι πριν από αυτό, γεγονός που υποδηλώνει ότι η προσπέραση που επιχείρησε ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, ήταν καθόλα νόμιμη, λόγω της υφιστάμενης διακεκομμένης διαχωριστικής γραμμής επί του οδοστρώματος, και θα την είχε ολοκληρώσει, αν δεν γινόταν η σύγκρουση, η δε διαγράμμιση στο οδόστρωμα μετατρέπεται σε διπλή συνεχόμενη μετά από 60 μ. από την εν λόγω πινακίδα, ενώ οι στροφές για τις οποίες προειδοποιεί η πινακίδα Κ-2δ υφίστανται μετά από 300 μέτρα από την τελευταία. Οι αιτιολογίες αυτές της προσβαλλομένης αρκούσαν για να στηρίξουν το αποδεικτικό της πόρισμα, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος οδηγού. Οι φερόμενες ως ελλείψεις αιτιάσεις, σε σχέση με την ακριβή ταχύτητα των οχημάτων, την απόσταση του ζημιογόνου οχήματος από την απαγορευτική πινακίδα Ρ-30 κατά την έναρξη του προσπεράσματος, η μη αναφορά αν η μετακίνηση του προπορευομένου φορτηγού προς τον άξονα του οδοστρώματος έγινε προοδευτικά ή αιφνιδίως και αν μπορούσε έτσι να αναμένει οιονδήποτε ελιγμό του προπορευομένου οχήματος δεν εμποδίζουν τον αναιρετικό έλεγχο της εφαρμογής των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, ούτε υφίσταται ενδοιαστική διατύπωση σε σχέση με τις συνθήκες προσπέρασης που επεχείρησε ο οδηγός του αυτοκινήτου, που να καθιστά αμφίβολο το εξαχθέν ως άνω αποδεικτικό πόρισμα. Επί πλέον όσον αφορά στα έγγραφα, που έλαβε υπόψη το Εφετείο, πέραν της γενικής βεβαίωσης ότι σχημάτισε την κρίση του βάσει όλων των προσκομισθέντων και επικληθέντων αποδεικτικών στοιχείων και εγγράφων, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε αυτά ανεξαιρέτως, αναφέροντάς τα μάλιστα ειδικώς και με λεπτομερή μνεία και συσχέτιση με τα γεγονότα στην προσβαλλόμενη απόφασή του (φύλλο 4ο έως 6ο αυτής). Τέλος, η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη μετέβαλε αυθαιρέτως την τελική ταχύτητα του ζημιογόνου οχήματος προς το έλασσον καθιστώντας χείρονα τη θέση των αναιρεσειόντων, είναι αβάσιμη, δοθέντος ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να επανεκτιμήσει το όλο αποδεικτικό υλικό, προκειμένου να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της εκκαλουμένης, το οποίο δεν μετέβαλε εν προκειμένω, και δεν νοείται, ως εκ τούτου, χειροτέρευση της θέσης των αναιρεσειόντων. Επί πλέον δε να σημειωθεί ότι η προσβαλλομένη διαλαμβάνει και επάλληλη σκέψη σχετικά με το μέγεθος της ταχύτητας, στην περίπτωση που αυτή ήταν μεγαλύτερη των 90 χλμ/ω, και αιτιολογεί πλήρως το συμπέρασμα ότι η ταχύτητα δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα. Κατά συνέπεια, ο πρώτος και ο δεύτερος από τους λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 και αληθώς από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, και ειδικότερα ότι το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις του ΑΚ και αυτές των άρθρων 17 παρ. 1 και 3 εδ. δ, 21 παρ. 2 και 4 παρ. 3 του ΚΟΚ, διότι έκρινε σύννομη την έναρξη της προσπέρασης, ερμηνεύοντας ψευδώς, κατά τους ισχυρισμούς τους, ότι επιτρεπόταν αυτή σε σημείο πριν την πινακίδα Ρ-30 ανεξαρτήτως εάν θα ολοκληρωνόταν μετά την διέλευση από αυτήν και μολονότι στο σημείο αυτό σχηματιζόταν οδικός κόμβος και ακόμη υπήρχαν πινακίδες Κ2-δ, που προειδοποιούσαν για αντίρροπες επικίνδυνες στροφές, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Τέλος, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον λόγο αυτό, προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ' άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών για την υπαιτιότητα του θανόντος, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες οι αναιρεσείοντες έχουν διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση (και δεν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία), καθώς και για τη σαφήνεια, την επάρκεια και την πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, που εκτίθεται σαφώς ως προς το προαναφερθέν ουσιώδες ζήτημα. Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρισίμων περικοπών ή φράσεων αυτού αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιβλαβές για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του. Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά. Επίσης δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 945/2020, ΑΠ 1116/2009). Εξάλλου, έγγραφα για τη θεμελίωση του λόγου αυτού αναιρέσεως νοούνται μόνο τα αποδεικτικά έγγραφα υπό την έννοια των άρθρων 339 και 442 επ. ΚΠολΔ, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη. Αντίθετα, δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, όπως οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, ή οι γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, που συντάσσονται ύστερα από αίτηση διαδίκου και προσάγονται από εκείνον, το περιεχόμενο των οποίων εκτιμά ανελέγκτως και ελευθέρως το δικαστήριο (ΑΠ 945/2020, ΑΠ 10302/2014, ΑΠ 374/2013, ΑΠ 31/2011, ΑΠ 792/1993, ΑΠ 861/1994). Με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των επικαλεσθέντων και προσκομισθέντων από τους αναιρεσείοντες εγγράφων και ειδικότερα την έκθεση αυτοψίας του Τμήματος Τροχαίας Ασπροβάλτας, που επελήφθη του ενδίκου ατυχήματος, και την έκθεση του τεχνικού τους συμβούλου Φ. Κ. και των περιεχομένων σε αυτήν φωτογραφιών. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι "...κατά την ώρα που έλαβε χώρα το ατύχημα...η ορατότητα δεν περιοριζόταν ... ότι η κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με την ακριβή θέση της πινακίδας Ρ-30 σε σχέση με το σημείο της σύγκρουσης των δύο οχημάτων στηρίζεται σε όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, ιδίως στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, το οποίο αποτυπώνει την ύπαρξη πινακίδας μετά το πιθανό σημείο σύγκρουσης και την έναρξη της χαραγής στο οδόστρωμα από το φορτηγό, την έκθεση αυτοψίας (επισημαίνεται ότι εκεί γίνεται λόγος για την ύπαρξη της πινακίδας πλησίον του ατυχήματος, ενώ αν η εν λόγω πινακίδα βρισκόταν πριν το σημείο του ατυχήματος θα αναγραφόταν αυτό ρητά, όπως συνέβη και με τη ύπαρξη πινακίδας Κ-12, για την οποία αναγράφεται ότι βρίσκεται 300 μ. πριν το ατύχημα)....και ότι οι πινακίδες Ρ-30 και Κ-2δ.....ενόψει της θέσης που είναι τοποθετημένες (κάτω από δέντρο, μπροστά από θαμνώδη βλάστηση), του χαμηλού σχετικά ύψους τους (οράτε σχετικές φωτογραφίες από την Τροχαία και την τεχνική έκθεση του Φ. Κ. - τεχνικού συμβούλου των συγγενών του θανόντος) είναι δυνατό να γίνουν αντιληπτές από έναν οδηγό που κινείται περί τα 90 χλμ/ω, με προπορευόμενο φορτηγό ύψους 2,6 μ., όπως εν προκειμένω, μόνο από πολύ κοντινή απόσταση...", μολονότι στην εν λόγω έκθεση αναγράφεται ότι ο καιρός ήταν αίθριος και η ορατότητα δεν περιοριζόταν. Επί του άνω λόγου κατά τις προαναφερόμενες αιτιάσεις του, λεκτέα τα εξής: Η μεν θέση των πινακίδων έχει ληφθεί υπόψη και αναφέρεται στην προσβαλλομένη, όπως αποτυπώνεται στην έκθεση αυτοψίας, ήτοι πλησίον του σημείου σύγκρουσης με τη διευκρίνιση ότι αυτή βρισκόταν μετά από το εν λόγω πιθανό σημείο και την έναρξη της χαραγής, όπως προεκτίθεται. Από την ανωτέρω παραδοχή δεν συνάγεται ότι η προσβαλλομένη ανέγνωσε εσφαλμένα το έγγραφο αυτό. Περαιτέρω στο συμπέρασμα ότι η ορατότητα δεν περιορίζεται μεν στο σημείο αυτό, αλλά οι πινακίδες μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές από οδηγό κινούμενο με ταχύτητα περί τα 90 χλμ/ω και με προπορευόμενο όχημα ύψους 2,6 μ. μόνο από πολύ κοντινή απόσταση, κατέληξε η προσβαλλομένη μετά από συνεκτίμηση όλων τα αποδεικτικών στοιχείων, επιπροσθέτως δε το συμπέρασμα αυτό δεν αποτελεί γεγονός για το οποίο δεν χωρεί ανταπόδειξη, δεδομένου ότι το ατύχημα δεν έλαβε χώρα ενώπιον των αστυνομικών οργάνων που συνέταξαν τα έγγραφα αυτά. Με βάση τα ανωτέρω το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα (σφάλμα κατά την ανάγνωση), αλλά ορθά ανέγνωσε την έκθεση αυτοψίας ως προς τα επίμαχα στοιχεία, και δεν αποδόθηκε από το Δικαστήριο περιεχόμενο καταφανώς διαφορετικό από το πραγματικό του εγγράφου, αλλά κατά την εκτίμηση του περιεχομένου σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξάρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου, ως προς το προαναφερθέν περιεχόμενό του, στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος κατέληξε στη διαμόρφωση γνώμης διαφορετικής από τις απόψεις των αναιρεσείοντων.
Συνεπώς ο λόγος αυτός, κατά την αναφερθείσα αιτίασή του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά την αιτίασή του περί παραμόρφωσης του περιεχομένου της έκθεσης του τεχνικού συμβούλου Φ. Κ. και των περιεχομένων σε αυτήν φωτογραφιών, είναι επίσης απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον η εν λόγω έκθεση δεν αποτελεί έγγραφο κατά την έννοια του προκειμένου λόγου αναιρέσεως σύμφωνα με την ως άνω νομική σκέψη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλαν οι αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθούν οι τελευταίοι (αναιρεσείοντες) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας τους, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από ...2022 (με αρ. κατ. ...2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. ...2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τον πέμπτο εκ των αναιρεσειόντων Ζ. Ζ.

Απορρίπτει την από ...2022 (με αρ. κατ. ...2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. ...2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή