ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1694/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1694/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1694/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1694 / 2024    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1694/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Μ. του Β., 2) Α. συζύγου Ε. Μ., το γένος Σ. και Ζ. Α., 3) Π. Λ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χρύσα Εψίμου-Μανάβη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Χ. Β. του Ο., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεωργίου Ζαρζώνη, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...2019 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ...2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ...2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως, που διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. ...2021 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από ...2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από ...2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. ...2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που δίκασε ως Εφετείο, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. ...2021 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η από ...2020 (αριθμ. ...2020) έφεση της αναιρεσίβλητης, κατά της υπ' αριθμ. ...2020 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας που είχε κάνει δεκτή την από ...2019 (αριθμ. καταθ. ...2019) αγωγή περί προσβολής της οιονεί νομής δουλείας διόδου των εναγόντων, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558, 560, 564 παρ.1, 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την από 5-11-2021 βεβαίωση της έκθεσης κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 976, 979, 980, 983, 984 παρ. 1, 987, 989 εδ. α`, 992, 993 και 994 ΑΚ προκύπτουν τα εξής: Για την απόκτηση της νομής επί πράγματος, κινητού ή ακινήτου, απαιτείται, αφενός μεν βούληση του αποκτώντος να εξουσιάζει το πράγμα ως κύριος, αφ` ετέρου δε φυσική εξουσίαση στο πράγμα. Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη των στοιχείων αυτών, είναι δημιουργική του δικαιώματος της νομής. Η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του κατέχοντος να κατέχει και εξουσιάζει το πράγμα κατά τρόπο διαρκή, απεριόριστο και αποκλειστικό, εκδηλώνεται δε με πράξεις επί του πράγματος που αρμόζουν στον κύριο αυτού (ΑΠ 1420/2003). Αν λείπει το πνευματικό στοιχείο της νομής (βούληση) υπάρχει μόνο κατοχή, η οποία, κατά κανόνα, ασκείται στο όνομα και για λογαριασμό του κυρίου, δυνάμει ενοχικής σχέσεως ισχυρής ή όχι (ΑΠ 1025/2002). H νομή προσβάλλεται είτε με αποβολή είτε με διατάραξη, που γίνεται από τρίτο παράνομα. Παράνομη είναι η προσβολή όταν ο νομέας δεν την επιτρέπει. Επομένως εννοιολογικά στοιχεία προσβολής της νομής είναι: α) αποβολή ή διατάραξη, β) παράνομη, γ) χωρίς τη θέληση του νομέα. Άλλες προϋποθέσεις, π.χ. διάρκεια της προσβολής, περιουσιακή ζημία του νομέα, χρήση βίας, γνώση ή άγνοια, υπαιτιότητα ή κακή πίστη του προσβολέα, δεν θέτει ο νόμος. Διατάραξη είναι κάθε παρεμπόδιση ή παρακώλυση της φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα που δεν φτάνει μέχρι την αποβολή (ΑΠ 1260/98). H διατάραξη αποτελεί μερική προσβολή της νομής, γιατί ο νομέας δεν στερείται πλήρως τη φυσική εξουσία, αλλά παρακωλύεται σε κάποια από τις εκδηλώσεις της, δηλαδή σε κάποια από τις χρησιμότητες του πράγματος. Η διατάραξη μπορεί να επέλθει με πράξη, όταν αυτός που διαταράσσει είτε ενεργεί πάνω στο πράγμα (π.χ. αφαιρώντας ή και κόβοντας ή και καταστρέφοντας αντικείμενα από ξένη ιδιοκτησία,), είτε εμποδίζει το νομέα από το να ενεργήσει πάνω στο πράγμα (π.χ. δυσχεραίνει το νομέα να εισέλθει στην ιδιοκτησία του με την τοποθέτηση αντικειμένων που φράζουν ή παρεμποδίζουν ή παρακωλύουν την είσοδο και έξοδο απ` αυτήν), ή με παράλειψη όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης, όπως συμβαίνει όταν αυτός παραλείπει να άρει διαταρακτικό κατασκεύασμα ή αντικείμενο που συνεπάγεται διαρκή και εξακολουθητική παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του (ΑΠ 1717/2006). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1119, 1120, 1121,1045 και 1051 ΑΚ επί ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου, που να του παρέχει κάποια ωφέλεια δηλαδή πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού. Η σύσταση του εμπραγμάτου αυτού δικαιώματος μπορεί να γίνει και με έκτακτη χρησικτησία, ως προς την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την κτήση κυριότητας ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία και προς τούτο απαιτείται άσκηση πάνω στο δουλεύον από τον κύριο του δεσπόζοντος αντίστοιχης οιονεί νομής, δηλαδή νομής που αποτελεί περιεχόμενο πραγματικής δουλείας με διάνοια δικαιούχου αντίστοιχης δουλείας, για μια συνεχή εικοσαετία, προς συμπλήρωση της οποίας επιτρέπεται να συνυπολογιστεί, επί καθολικής ή ειδικής διαδοχής στην οιονεί νομή, και ο χρόνος χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου. Αν όμως η οιονεί νομή ασκείται από οικειότητα ή κατά παράκληση δεν υφίσταται διάνοια δικαιούχου και δεν μπορεί να αποκτηθεί δικαίωμα δουλείας με χρησικτησία. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει επομένως ότι η πραγματική δουλεία διόδου συνιστάται και με έκτακτη χρησικτησία, ήτοι με τη διέλευση του κυρίου του δεσπόζοντος ακινήτου από το δουλεύον ακίνητο επί μία εικοσαετία με διάνοια δικαιούχου, δηλαδή με άσκηση σωματικής εξουσίας του ακινήτου κατά τρόπο που ανταποκρίνεται στο κατά νόμο περιεχόμενο και με τη διάνοια ασκήσεως του δικαιώματος της δουλείας αυτής και όχι από οικειότητα η κατά παράκληση (Α.Π. 2225/2009, ΑΠ 1484/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. ...2021 απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας (όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. ...2021 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου) προκύπτει ότι τούτο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο πρώτος, η δεύτερη, ο τρίτος και η έκτη των εναγόντων τυγχάνουν κύριοι, νομείς και κάτοχοι ακινήτων οικοπέδων (μετά των επ' αυτών υφισταμένων κτισμάτων) κειμένων στην περιοχή "..." της Τοπικής Κοινότητας ... Ειδικότερα, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...1982 πωλητηρίου συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Λάρισας Π. Π., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, ο πρώτος εφεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα επί ενός οικοπέδου έκτασης 180 τ.μ., ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ. ...1983 πωλητηρίου συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Λάρισας Π. Π., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, η δεύτερη εφεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα επί ενός οικοπέδου έκτασης 225 τ.μ. Επίσης δυνάμει του υπ' αριθμ. ...1990 πωλητηρίου συμβολαίου και σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας τη Συμβολαιογράφου Ολύμπου Ι. Μ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, ο πρώτος και η δεύτερη των εφεσιβλήτων απέκτησαν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ένας έκαστος εξ αυτών την κυριότητα επί ενός οικοπέδου έκτασης 540 τ.μ επί του οποίου συστάθηκε κάθετη ιδιοκτησία. Επί των ανωτέρω ακινήτων, οι ως άνω πρώτος και δεύτερη των εφεσιβλήτων έχουν ανεγείρει δέκα (10) διαμερίσματα, τα οποία εκμεταλλεύονται με την εκμίσθωσή τους σε παραθεριστές κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Από το περιεχόμενο των άνω συμβολαίων αποδεικνύονται ότι τα ακίνητα αυτών δεν είναι "περίκλειστα", αλλά κατά μία (κατ' ελάχιστο) πλευρά τους συνορεύουν με τον κοινοτικό δρόμο, ο οποίος ήδη από το έτος υπογραφής των συμβολαίων ήταν πλήρως λειτουργικός, ήτοι ασφαλτοστρωμένος και προσβάσιμος σε πεζούς και οχήματα. Επίσης, δυνάμει των υπ' αριθμ. ...1989 και ...1992 πωλητηρίων συμβολαίων της Συμβολαιογράφου Ολύμπου Ι. Μ., τα οποία μεταγράφηκαν νόμιμα, ο τρίτος εφεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα επί ενός οικοπέδου έκτασης 272 τ.μ. και ενός ετέρου οικοπέδου έκτασης 41,46 τ.μ.. Ομοίως, από το περιεχόμενο του πρώτου ως άνω συμβολαίου αποδεικνύεται ότι το ακίνητο επιφανείας 272 τ.μ. δεν είναι "περίκλειστο", αλλά συνορεύει από τις τρεις πλευρές με κοινοτικό δρόμο, ο οποίος ήδη από το έτος υπογραφής του συμβολαίου ήταν πλήρως λειτουργικός, ήτοι ασφαλτοστρωμένος και προσβάσιμος σε πεζούς και οχήματα. Επί των ανωτέρω ακινήτων, ο ως άνω τρίτος εφεσίβλητος έχει ανεγείρει οκτώ (8) διαμερίσματα τα οποία εκμεταλλεύεται με την εκμίσθωσή τους σε παραθεριστές κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Τέλος, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...1966 πωλητηρίου συμβολαίου του άλλοτε Συμβολαιογράφου Λάρισας Δ. Κ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, η έκτη εφεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα επί ενός οικοπέδου έκτασης 175 τ.μ., επί του οποίου έχει ανεγείρει οικία εμβαδού 30 τ.μ.. Εξ ετέρου, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...1990 πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Λάρισας Β. Ν., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, η εκκαλούσα, από κοινού με τον σύζυγό της Ν. Κ. του Χ., ενεργώντας ατομικώς αλλά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους, Χ. και Σ., απέκτησαν κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου η εκκαλούσα και κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο σύζυγός της Ν. Κ. του Χ., την επικαρπία (παραμένουσας της ψιλής κυριότητας κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε ένα έκαστο εκ των ως άνω ανηλίκων τέκνων τους) επί ενός διαμερίσματος (οριζόντιας ιδιοκτησίας) υπό στοιχεία Γ-3 ευρισκομένου επί πολυώροφης οικοδομής κειμένης στη θέση "..." της Τοπικής Κοινότητας ... υπό την ένδειξη "...", η οποία (οικοδομή) είναι κτισμένη στο βόρειο τμήμα μείζονος οικοπέδου συνολικής έκτασης 1.302 τ.μ.. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι στη βορειοδυτική πλευρά του οικοπέδου, επί του οποίου έχει κτιστεί η προαναφερόμενη πολυώροφη οικοδομή με την ένδειξη "...", βρίσκεται η επίδικη σκάλα, η οποία αποτελείται από πενήντα (50) σκαλοπάτια πλέον των τεσσάρων (4) ενδιάμεσων πλατύσκαλων, έχει μήκος 24 μ. περίπου είναι επικλινής και ενώνει την παραλιακή οδό και τον πρώτο παράλληλο κοινοτικό (παραλιακό) δρόμο αυτής, συνορεύει δε γύρωθεν, ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ σε πλευρά πλάτους 2 μ. με την παραλιακή οδό και στη συνέχεια με θάλασσα, ΔΥΤΙΚΑ σε πλευρά πλάτους 2 μ. με πρώτη κοινοτική οδό, ΒΟΡΕΙΑ σε πλευρά μήκους 24 μ. με ιδιοκτησία Α. Σ. (πρώην ιδιοκτησία Κ.) και ΝΟΤΙΑ σε πλευρά μήκους 24 μ. με υπόλοιπο οικόπεδο ιδιοκτησίας αδελφών Α. Περαιτέρω αποτέλεσε μείζον αποδεικτικό ζήτημα μεταξύ των διαδίκων σε πολυάριθμες μεταξύ τους δικαστικές διαμάχες (βλ. προσκομιζόμενα εισαγωγικά δικόγραφα και δικαστικές αποφάσεις) το έτος κατασκευής της επίδικης σκάλας με τους ενάγοντες και νυν εφεσίβλητους να υποστηρίζουν ότι αυτή κατασκευάστηκε το έτος 1983 και την εναγομένη και νυν εκκαλούσα να υποστηρίζει ότι έχει αποπερατωθεί η κατασκευή της έως το έτος 1991...... εν προκειμένω δεν έχει σημασία το έτος κατασκευής αυτής, καθώς, ακόμη και αν είχε γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί ολοκληρώσεως της κατασκευής αυτής το έτος 1991 και πάλι συμπληρώνεται η απαιτούμενη εικοσαετία (2011), ήτοι το χρονικό διάστημα που απαιτεί ο νόμος για να πληρούται το ένα από τα δύο στοιχεία για τη θεμελίωση δικαιώματος χρησικτησίας. Αποδεικτικά κρίσιμη και ερευνητέα όμως παραμένει η οικονομική συμβολή των εναγόντων στην κατασκευή της σκάλας, καθώς αν τούτο αποδειχθεί αληθές, αποδεικνύει τον ισχυρισμό τους περί οιονεί νομής δικαιούχου και αποκρούει το βασικό ισχυρισμό της εναγομένης περί χρήσης της σκάλας κατ' ανοχή των συγκυρίων αυτής και χάριν οικειότητας κι εξυπηρετήσεως των εναγόντων. Ειδικότερα, οι ενάγοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν το με αριθμό 4 σχετικό έγγραφό τους (βλ. σελ. 3 του δικογράφου των προτάσεών τους, που προσκόμισαν στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) το οποίο φέρεται να έχει συνταχθεί το έτος 1983 και να φέρει τις υπογραφές όλων όσων συνεισέφεραν σε χρήμα για την κατασκευή της επίδικης σκάλας. Παράλληλα δε με το άνω έγγραφο, χωρίς να είναι συραμμένο και φέροντας αριθμό 4α προσκομίζεται μια κατάσταση εξόδων και εσόδων οικισμού, από την οποία προκύπτει ότι για "έξοδα και αμοιβή σκάλας" απαιτήθηκε ποσό 195.200 δραχμών. Το ως άνω προσκομιζόμενο από τους ενάγοντες έγγραφο (με αριθμό 4) το οποίο τιτλοφορείται ως "Για τη σκάλα έγινε το 1983 το είχε παραχωρήσει η κα Ε. Ζ.", φέρει υπογραφές προσώπων, οι οποίοι κατά το έτος 1983 δεν είχαν καταστεί κύριοι ακινήτων στην υπό κρίση περιοχή και κατ' επέκταση δεν θα μπορούσαν να είχαν συνεισφέρει οικονομικά στην κατασκευή της σκάλας. Πιο συγκεκριμένα, αποδεικνύεται ότι ο πρώτος υπογράφων Λ. Π. απέκτησε ακίνητο στην εν λόγω περιοχή επιφανείας 272 τ.μ. δυνάμει του με αριθμό ...1989 πωλητηρίου συμβολαίου (βλ. σελ.4 στιχ. 1-5- του δικογράφου της αγωγής των εναγόντων), ήτοι έξι χρόνια μεταγενέστερα από την άνω υπογραφή. Ο τρίτος υπογράφων, Π. Β. κατέστη κύριος ακινήτου στην υπό κρίση περιοχή δυνάμει του με αριθμό ...2001 συμβολαίου (βλ. σελ.4, τελευταία παράγραφος του δικογράφου της αγωγής των εναγόντων), ήτοι δεκαοκτώ έτη μετά από την άνω υπογραφή. Επίσης ο Ν. Ε. (15ος υπογράφων) και η Μ. Γ. κατέστησαν κύριοι ακινήτων της περιοχής δυνάμει των με αριθμούς ...2016 και ...2016 συμβολαίων αγοραπωλησίας ακινήτων, ήτοι 33 χρόνια μετά την άνω υπογραφή. Επίσης από τα με αριθμούς ... και ...1975 συμβολαιογραφικά έγγραφα δωρεάς εν ζωή τα οποία έχουν μεταγραφεί νομίμως, αποδεικνύεται ότι η Ε. Ζ. μεταβίβασε την κυριότητα του υπό κρίση οικοπέδου, στο οποίο κατασκευάστηκε η σκάλα στους Δ. και Χ. Α. αντιστοίχως, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, ελεύθερο δουλείας πάσης φύσεως και εφεξής αποξενώθηκε από την κυριότητα αυτού, χωρίς επομένως να έχει η ίδια το έτος 1983 εξουσία διαθέσεως επί του ακινήτου, ώστε να είναι σε θέση να παραχωρήσει τμήμα αυτού προς κατασκευή σκάλας για τη διευκόλυνση των περιοίκων (αντικρούεται συνεπώς στην ουσία της η ένορκη βεβαίωση που προσκομίζουν οι ενάγοντες των μαρτύρων Ο. Β., Α. Θ. και Δ. Κ. που καταθέτουν περί παραχωρήσεως σχετικού δικαιώματος το έτος 1983 από την οικοπεδούχο Ζ.). Σημειώνεται ότι η διορθωτική πράξη των άνω συμβολαίων του έτους 1989 αφορά απλά και μόνο την επιφάνειά του (ορθή εμβαδομέτρηση), χωρίς περαιτέρω μεταβολές. Άλλωστε, από τα διδάγματα της κοινής πείρας προκύπτει ότι τέτοιου είδους παραχωρήσεις από οικοπεδούχους που έχουν χαρακτήρα δουλείας οδού, δεν γίνονται προφορικά, αλλά συμβολαιογραφικά ώστε, κατόπιν δημοσιεύσεως, να μπορούν να επιφέρουν τα έννομα αποτελέσματά τους.
Συνεπώς από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι η υπό κρίση σκάλα κατασκευάστηκε το έτος 1983 με την οικονομική συμβολή των υπογραφόντων το άνω έγγραφο, έσφαλε στην κρίση του, αφού δεν έλαβε υπόψιν του και δεν αιτιολόγησε επαρκώς πως θα μπορούσαν να έχουν συνεισφέρει οικονομικά για την κατασκευή της σκάλας το έτος 1983 πρόσωπα που κατέστησαν κύριοι των ακινήτων με συμβόλαια αγοραπωλησίας μεταγενέστερα. Δέχεται, μάλιστα η εκκαλουμένη απόφαση ότι "η οικοπεδούχος" ουδέποτε τους ενόχλησε (εννοείται τους ενάγοντες), στοιχείο που δεν είναι αληθές κατά τα ανωτέρω, καθώς δυνάμει των άνω συμβολαιογραφικών εγγράφων δεν μπορεί να γίνει λόγος για "οικοπεδούχο" αλλά για "οικοπεδούχους", ήτοι τον Χ. και τον Δ. Α. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου. Όσον αφορά δε το υπό στοιχείο 4α σχετικό των εναγόντων, που τιτλοφορείται ως " Κατάσταση εξόδων και εσόδων οικισμού", αυτό δεν προσκομίστηκε νομίμως στην πρωτοβάθμια δίκη, καθώς δεν υπήρξε επίκληση αυτού στο δικόγραφο των προτάσεων των εναγόντων, η δε εναγομένη με το από 13-5-2021 υπόμνημα γραφολογικών διαπιστώσεων της ειδικής γραφολόγου Β. Τ. αμφισβητεί τη γνησιότητα του άνω εγγράφου ως προς την αριθμογραφή "1983" που έχει προστεθεί με στυλό στο φωτοαντίγραφο. Το ως άνω έγγραφο παραδεκτώς και νομίμως προσκομίζεται στην παρούσα δίκη (άρθρο 529 Κ.Πολ.Δ.), πλην όμως εν όψει της συνδέσεώς του με το υπό στοιχείο 4 έγγραφο των εναγόντων, η αποδεικτική δύναμη του οποίου κρίθηκε αμέσως παραπάνω αποδυναμώνεται ως προς την αποδεικτική του ισχύ. Ειδικότερα πρόκειται για μία έγγραφη κατάσταση εξόδων και εσόδων οικισμού, η οποία στο πάνω δεξιό μέρος της φέρει τη χειρόγραφη ένδειξη "1983". Στην πρώτη στήλη του συγκεκριμένου εγγράφου αναφέρονται (δακτυλογραφημένα) τα ονόματα 33 κατοίκων της συγκεκριμένης περιοχής, στη δεύτερη στήλη αναφέρονται (δακτυλογραφημένα) διάφορα ποσά και στην τρίτη στήλη αναφέρονται (με χειρόγραφη ένδειξη) διάφορες εργασίες και ονόματα τρίτων προσώπων (πιθανόν ελεύθερων επαγγελματιών ή εργατών). Αν και το ως άνω έγγραφο φέρει μεν τη χειρόγραφη ένδειξη "1983", πλην, όμως, από την ένδειξη αυτή δεν προκύπτει με ασφάλεια αφενός ότι αυτό πράγματι συνετάγη καθ' ολοκληρίαν κατά το προσημειούμενο έτος, αφετέρου δε ότι οι αναφερόμενες στο ανωτέρω έγγραφο εργασίες περιελάμβαναν και την κατασκευή της επίδικης σκάλας (δεν προκύπτει ταυτοποίηση). Το περιεχόμενό του δε είναι ανακόλουθο, καθώς φαίνεται να έχει συμβάλλει οικονομικά η Ζ., ενώ απουσιάζουν εντελώς οι νέοι οικοπεδούχοι (αδελφοί Α.), οι οποίοι εξυπηρετούνταν πρωτίστως με την επίδικη σκάλα. Ούτε μπορεί να υποτεθεί ότι οι αδελφοί Α. συνεισέφεραν σε γη και οι λοιποί σε χρήμα, καθώς κατά τους ισχυρισμούς τους οι ίδιοι (ενάγοντες) συνεισέφεραν οικονομικά στην κατασκευή της σκάλας, ήτοι δεν ανέλαβαν εξ ιδίων αποκλειστικά στην δαπάνη κατασκευής της. Από όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με τις προσκομιζόμενες από την εναγομένη και νυν εκκαλούσα φωτογραφίες κατασκευής του ..., από τις προσκομιζόμενες αεροφωτογραφίες του έτους 1986 (όπου και είναι φανερό ότι στη θέση που εντοπίζεται η επίδικη σκάλα, υπάρχει νεροφάγωμα σε συνδυασμό με πυκνή βλάστηση) και από την από ...2019 τεχνική έκθεση της πολιτικού μηχανικού Ε. Κ., η οποία δεν αντικρούεται από αντίστοιχη έκθεση εκ μέρους των εναγόντων και για την αλήθεια του περιεχομένου της το παρόν Δικαστήριο δεν έχει κανένα λόγο να αμφιβάλλει, αποδεικνύεται ότι η επίδικη σκάλα κατασκευάστηκε το έτος 1991 προς εξυπηρέτηση των ιδιοκτητών των διαμερισμάτων του οικήμ...., που έχουν είσοδο από την πάνω πλευρά του οικοπέδου (επί του πρώτου παράλληλου στην παραλία κοινοτικού δρόμου) η δε αντίθετη κρίση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κρίνεται εσφαλμένη για τους παραπάνω λόγους. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες έκαναν χρήση της άνω σκάλας από το χρόνο κατασκευής της και εφεξής, προκειμένου να διευκολύνεται η πρόσβασή τους στην παραλία, καθώς από τον πρώτο παράλληλο στην παραλία δρόμο (από όπου εκκινεί η επίδικη σκάλα) απαιτείται να διασχίσουν 80,31 μέτρα για να βρεθούν στην παραλία, ενώ αν κατέλθουν από τη σκάλα διασχίζουν 25,46 μέτρα για να βρεθούν στην παραλία (βλ. σχετικά σχεδιάγραμμα google maps). Ουσιαστικά οι ενάγοντες διασχίζοντας (80,31-25,46=)54,85 περισσότερα μέτρα από τον κοινοτικό δρόμο, πλήρως ασφαλτοστρωμένο και λειτουργικό καταλήγουν στον παραλιακό κοινοτικό δρόμο και έχουν πρόσβαση στην παραλία. Η επιβάρυνση λοιπόν των εναγόντων είναι τα άνω 54,85 μέτρα που πρέπει να διασχίσουν επιπροσθέτως για να έχουν πρόσβαση στην παραλία του ... Η ακώλυτη πρόσβαση των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων στην παραλία μέσω δημοτικού δρόμου, πλήρως λειτουργικού καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, καθώς τα οικόπεδά τους δεν τυγχάνουν "περίκλειστα", αντιθέτως διαθέτουν "αυτάρκεια", χωρίς να προκύπτει ανάγκη εξυπηρετήσεως αυτών από τρίτο- δουλεύον ακίνητο, αποδεικνύει τον βασικό ισχυρισμό της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ότι η διέλευση αυτών από την επίδικη σκάλα από το έτος κατασκευής της και εφεξής γινόταν κατ' ανοχή των ιδιοκτητών της, από την καλή τους διάθεση και προαίρεση για λόγους οικειότητας και όχι επειδή αναγνώριζαν το δικαίωμα αυτών.
Συνεπώς η διέλευση των εναγόντων από την επίδικη σκάλα δεν πραγματοποιούνταν με την πεποίθηση αυτών ότι είχαν δικαίωμα οιονεί νομής (δουλείας διόδου) αλλά χάριν διευκολύνσεώς τους προς την ταχύτερη πρόσβαση στην παραλία, καθώς ήδη από το έτος κατασκευής της επίδικης σκάλας υπήρχε πλήρως κατασκευασμένος και λειτουργικός κοινοτικός δρόμος που οδηγούσε στην παραλία, η μόνη δε επιβάρυνση που υφίσταντο οι ενάγοντες ήταν καθαρά σωματική (αν όδευαν πεζή στην παραλία) ή χρονική (αν έκαναν χρήση του ιδιωτικού τους οχήματος). Οι ενάγοντες άλλωστε στο δικόγραφο της αγωγής τους ισχυρίζονται ότι είχαν την πεποίθηση ότι η σκάλα ήταν κοινόχρηστη (σελ. 7, στοιχ. 24-25) και μπορούσαν να διέλθουν από αυτήν χωρίς την άδεια και τρίτοι μη ιδιοκτήτες του οικισμού, ισχυρισμός που αντιβαίνει στο κύριο αίτημά τους περί αναγνωρίσεως του δικαιώματός τους, μέσω των διατάξεων περί προστασίας των δουλειών και όχι των διατάξεων περί προστασίας της προσωπικότητας (όπως προσήκει σε παρακώλυση χρήσης κοινόχρηστου χώρου). Ουδεμία άλλωστε συμμετοχή του δήμου στη δημιουργία ή στη συντήρηση της σκάλας αποδεικνύεται (βλ. την από ...2018 κατάθεση του προέδρου της τοπικής κοινότητας ..., η οποία όμως αν και επιχειρεί να αναφερθεί και να στηριχθεί σε αρχεία του Δήμου, αυτά δεν προσκομίζονται από τους ενάγοντες και νυν εφεσίβλητους), αντιθέτως από την από ...2015 απόδειξη είσπραξης, ποσού 368 ευρώ, την οποία υπογράφει ο Α. Ρ. με την αιτιολογία "για αγορά υλικού (σωλήνες και τοποθέτηση στη σκάλα της οικοδομής), αποδεικνύεται ότι η συντήρηση της επίδικης σκάλας γινόταν από τους ιδιοκτήτες του οικοπέδου, χωρίς την οικονομική συνεισφορά των εναγόντων, η οποία θα αναγνώριζε εμμέσως και το δικαίωμά τους σε δουλεία διόδου. Η δε ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Α. Ρ. δεν αντικρούει τα ανωτέρω, καθώς κάνει λόγο για απόδειξη ύψους 260 ευρώ, ενώ η προσκομισθείσα από την εκκαλούσα είναι ύψους 368 ευρώ. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η εναγομένη και νυν εκκαλούσα δεν ενεργεί εν προκειμένω ατομικώς, αλλά δυνάμει της από 14-6-2018 αποφάσεως της πλειοψηφίας συνιδιοκτητών του οικοδομικού συγκροτήματος του Β οικήματος της παραλιακής ζώνης ... Λάρισας με την οποία αποφασίστηκε η τοποθέτηση δύο σιδερένιων καγκελόπορτων μήκους 2 μέτρων η κάθε μία και ύψους ενάμιση (1,5) μέτρου περίπου η κάθε μία, στα δυο σημεία εισόδου και εξόδου της συγκεκριμένης σκάλας, προκειμένου να αποκλεισθεί η διέλευση αγνώστων παραθεριστών από αυτήν, οι οποίοι διαταράσσουν την ησυχία τους, καθώς διέρχονται από αυτήν αδιακρίτως ωραρίου, ρυπαίνοντας το χώρο, προκαλώντας φθορές τις οποίες αποκαθιστούν οι ιδιοκτήτες του .... Η δε χρήση της επίδικης σκάλας γίνεται από όλους τους παραθεριστές της "...", ιδιοκτησίας του τρίτου των εναγόντων (βλ. σχετικές αναρτήσεις στο διαδίκτυο που προσκομίζονται αποδελτιωμένες από την εναγομένη και νυν εκκαλούσα), γεγονός που αποδεικνύει το μεγάλο αριθμό ανθρώπων που διέρχονται από αυτήν κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, προκαλώντας την επιβάρυνση των κατοίκων του συγκροτήμ... και εξαντλώντας τα όρια της ανοχής τους, ενώ επιπροσθέτως, τίθεται και ζήτημα ασφαλείας των ιδιοκτησιών τους (βλ. και σχετική με αριθμό ...17 διάταξη της εισαγγελέως Πρωτοδικών Λάρισας, με την οποία απέρριψε την από 2-7-2019 έγκληση των εναγόντων για την πράξη της ψευδούς κατάθεσης και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή κατάθεση σε βάρος της εναγομένης και του Κ. και Α.). Δεν πρόκειται, δηλαδή για ιδιοτροπία της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, που διαταράσσει την ομαλότητα (βλ. αίτηση των εναγόντων στο Δήμο Αγιάς), αλλά για μία απόφαση πλειοψηφίας ιδιοκτητών προς προάσπιση του δικαιώματος κυριότητάς τους. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι κατά την κατασκευή της άνω καγκελόπορτας πραγματοποιήθηκε διαπληκτισμός με πρωταγωνιστή τον τρίτο των εναγόντων, ο οποίος ισχυρίσθηκε ενώπιον των αρχών ότι έχτισε τη σκάλα με δικά του έξοδα κατά παραχώρηση της τότε ιδιοκτήτριας Ζ. Λ. και εξυπηρετείται η πανσιόν ιδιοκτησίας του (βλ. αντίγραφο του δελτίου συμβάντων της 15-6-2018 του Αστυνομικού Τμήματος Τεμπών), ισχυρισμός ο οποίος είναι αληθής μόνο ως προς το ζήτημα της εξυπηρετήσεως της πανσιόν του από την επίδικη σκάλα, ενώ δεν συμφωνεί με τα όλα όσα διατείνεται ο ίδιος ότι ισχύουν ως ενάγων με την υπό κρίση αγωγή του. Σημειώνεται εδώ ότι στις προσκομισθείσες από την εναγομένη και νυν εκκαλούσα φωτογραφίες αποδεικνύεται ότι ενώ το κτίριο Β ήταν ακόμη "γιαπί", χωρίς να έχει στο δεξί του μέρος (με πλάτη στην παραλία) κατασκευασμένη την επίδικη σκάλα, η πανσιόν του τρίτου ενάγοντος ήταν πλήρως αποπερατωμένη και λειτουργική, οι δε παραθεριστές αυτής είχαν πρόσβαση στην παραλία από τον κοινοτικό δρόμο, επωφελήθηκαν δε μεταγενέστερα από την κατασκευή της σκάλας για να επιταχύνουν την πρόσβασή τους στη θάλασσα, χωρίς όμως η ανοχή των ιδιοκτητών του κτιρίου Β να θεμελιώνει δικαίωμα δουλείας των εναγόντων. Περαιτέρω, από την με α./α. 3891418 δήλωση ένταξης Ν. 4178/2013, αποδεικνύεται ότι κατά την επιθεώρηση του οικήματος από την αρμόδια κρατική υπηρεσία, διαπιστώθηκε ότι η επίδικη σκάλα έχει κατασκευασθεί κατά παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων (βλ. την από 2-11-2017 έκθεση αυτοψίας) ο δε κύριος του οικοπέδου Α. Χ., ανέλαβε την ρύθμιση της αυθαίρετης κατασκευής και πλήρωσε το σχετικό πρόστιμο, χωρίς την παραμικρή οικονομική συμμετοχή των εναγόντων, οι οποίοι το έτος 2017 έκαναν ακώλυτη χρήση της άνω σκάλας (ημερομηνία υποβολής της δήλωσης 20-9-2017 και ημερομηνία λήξης του προστίμου 23-9-2017). Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε άλλως, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και των αποδείξεων, κατά παραδοχή και ως ουσιαστικά βάσιμου του πρώτου λόγου της εφέσεως". Ακολούθως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την με αριθμό ...2020 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας και αφού δίκασε επί της ουσίας την ένδικη αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίοντων απέρριψε αυτήν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ.α του Κ.Πολ.Δ., (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ ( Α.Π.1351/2021, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007). Κατά δε την έννοια του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. β` του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ` αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ` άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ (βλ. ΑΠ 64/2017, ΑΠ 92/2013, ΑΠ 322/2012, ΑΠ 1241/2010). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ, η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.ΠολΔ., κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων), καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 59/2021, 71/2020). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε ( Α.Π. 1351/2021, Α.Π. 1153/2020, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 1351/2021, ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011). Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση που συντρέχει, όταν με αυτόν υποστηρίζεται, ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά ή εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε τις διατάξεις, που επικαλείται ο αναιρεσείων, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 654/2020, ΑΠ 587/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 269/1993).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της προαναφερόμενης διατάξεως του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παραβάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 975, 1045, 1118, 1120 και 1121 Α,Κ,, δεχθέν ότι η χρήση της ένδικης διόδου εκ μέρους τους γινόταν από οικειότητα της αναιρεσίβλητης (κυρίας του δουλεύοντος ακινήτου) και ότι οι ίδιοι εξυπηρετούντο για την πρόσβασή τους στη θάλασσα από κοινοτική οδό (ότι δηλαδή τα ακίνητά τους δεν ήταν περίκλειστα). Συγκεκριμένα, αναφέρεται σχετικά με τις αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., ότι "η προσβαλλομένη δέχθηκε εσφαλμένα τον αβάσιμο και αναπόδεικτο ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης ότι η ίδια επέτρεπε τη χρήση της σκάλας- διόδου από οικειότητα, γιατί ήταν δυνατόν δήθεν να εξυπηρετηθούν οι ίδιοι (αναιρεσείοντες) από διερχόμενη κάθετη στη σκάλα οδό, ο χρόνος έναρξης της χρήσης της διόδου από τους αναιρεσείοντες (που δεν αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιολογημένα) είχε ιδιαίτερη σημασία στην προκειμένη περίπτωση για να δειχθεί η διάνοια δικαιούχου πραγματικής δουλείας κατά το χρόνο απόκτησης της νομής, ενώ οι ίδιοι ισχυρίστηκαν και απέδειξαν με ποιον συμφώνησαν (δηλ. την απώτερη δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης που τους παραχώρησε τη χρήση της διόδου στο χαμηλότερο ακίνητό της, όπου κατασκεύασαν με κοινές δαπάνες τη σκάλα ως αντάλλαγμα για την αγορά των οικοπέδων της ίδιας που βρισκόταν υψηλότερα απ' αυτή) και πότε άρχισαν τη χρήση της διόδου, ότι ενώ η αναιρεσίβλητη δεν απέδειξε τον ισχυρισμό της περί ανοχής των αναιρεσειόντων , ώστε να είναι δυνατή ή μη η υπαγωγή της στον ουσιαστικό κανόνα δικαίου (975 Α.Κ.) η προσβαλλόμενη δέχθηκε ανεξέλεγκτα αλλιώς με πλημμελή και αντιφατική αιτιολογία ότι η χρήση της διόδου γίνονταν δήθεν για λόγους οικειότητας και κατά παράκληση, χωρίς να προκύπτει από πουθενά. Ακολούθως στον ίδιο λόγο αναφέρεται ότι η προσβαλλομένη ουδόλως εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1051 Α.Κ. για τον υπολογισμό στο χρόνο χρησικτησίας του νομέως του χρόνου του δικαιοπαρόχου του, αλλά ανέφερε εσφαλμένα για τον τρίτο αναιρεσείοντα ότι ο τίτλος του ήταν δήθεν μεταγενέστερος του 1983 ενώ τόσο στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες του 1983 απεικονίζονταν το ξενοδοχείο του όταν ανεγείρονταν ακόμη η οικοδομή, στην οποία η αναιρεσίβλητη απέκτησε δέκα χρόνια μετά οριζόντια ιδιοκτησία, αλλά είχε ήδη άλλο τίτλο κτήσεως και ότι τέλος παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των κανόνων ουσιαστικού δικαίου , και ειδικότερα, προκειμένου να κρίνει με βάση τα περιστατικά που δέχθηκε ότι η χρήση της διόδου γινόταν δήθεν με ανοχή της αντιδίκου, ανέφερε ότι αν είχαν συμφωνήσει οι αναιρεσείοντες με την δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης το 1983, θα συνέτασσαν και συμβολαιογραφική πράξη, ενώ αυτό δεν ήταν συνηθισμένο τότε και μάλιστα σε μια κοινότητα, που ο λόγος ήταν τότε συμβόλαιο και ότι οι ίδιοι είχαν άλλωστε αναλάβει τις δαπάνες για την κατασκευή της σκάλας, που αποδεικνύουν ότι η χρησιμοποίησή της δεν γινόταν από οικειότητα, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η προσβαλλομένη. Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη διάταξη του οικείου άρθρου 561 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., καθώς υπό το πρόσχημα ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο παραβίασε κανόνες δικαίου και τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην πραγματικότητα με τις αναφερόμενες στον λόγο αυτό αιτιάσεις πλήττεται αποκλειστικά η ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Εξάλλου το Δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία τις διατάξεις των άρθρων 975, 1045, 1051, 1118, 1120, 1121 Α.Κ., οι οποίες αφορούν στην απόκτηση του δικαιώματος οιονεί νομής δουλείας διόδου, αφού στην προκείμενη περίπτωση δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση το πραγματικό γεγονός ότι η διέλευση των αναιρεσειόντων από την επίδικη διάβαση γινόταν με την ανοχή της αναιρεσίβλητης, ήτοι η οιονεί νομή των αναιρεσειόντων ασκούνταν κατά παράκληση και ως εκ τούτου δεν υφίστατο διάνοια δικαιούχου, ώστε να μπορούσε να αποκτηθεί δικαίωμα δουλείας των τελευταίων με χρησικτησία, καθώς σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις η πραγματική δουλεία διόδου συνιστάται και με έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή με τη διέλευση του κυρίου του δεσπόζοντος ακινήτου από το δουλεύον ακίνητο επί μία εικοσαετία με διάνοια δικαιούχου, δηλαδή με άσκηση σωματικής εξουσίας του ακινήτου κατά τρόπο που ανταποκρίνεται στο κατά νόμο περιεχόμενο και με τη διάνοια ασκήσεως του δικαιώματος της δουλείας αυτής και όχι από οικειότητα η κατά παράκληση. Ομοίως η προβαλλόμενη αιτίαση για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι δεν ανάγεται στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς αλλά στην εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης ή μη πραγματικών περιστατικών που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ. 6 Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι με τις παραδοχές της υπέπεσε στην πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανύπαρκτων ή ανεπαρκών αιτιολογιών αναφορικά με το ανωτέρω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της αναγνώρισης των αναιρεσειόντων ως οιονεί νομέων δουλείας διόδου με έκτακτη χρησικτησία. Ειδικότερα, με το λόγο αυτό της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με ανεπαρκείς, άλλως αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι η διέλευσή τους από την επίδικη σκάλα (δίοδο) γινόταν δήθεν κατ' ανοχή των ιδιοκτητών της από την καλή τους διάθεση και προαίρεση, για λόγους οικειότητας και όχι γιατί αναγνώριζαν το δικαίωμά τους να ασκούν τη χρήση της σκάλας διανοία δικαιούχων, ότι δεν έχει σημασία το έτος κατασκευής- έναρξης χρήσης της επίδικης σκάλας-διάβασης από τους αναιρεσείοντες, δηλαδή είτε το 1983 (που ισχυρίζονται και απέδειξαν οι ίδιοι), είτε το έτος 1991, που ισχυρίστηκε (και δεν απέδειξε) η αναιρεσίβλητη και η απαιτούμενη εικοσαετία είχε συμπληρωθεί το έτος 2018 που η τελευταία τους απέκλεισε τη χρήση της διαβάσεως, καθώς δεν προκύπτει παντάπασι πως οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι οι διακατοχικές πράξεις τους, ήτοι η διέλευση της διόδου γινόταν από οικειότητα των ιδιοκτητών και κατά παράκληση (με συμφωνία τίνος), δεδομένου του γεγονότος ότι η αναιρεσίβλητη δεν θα ανεχόταν την εκ μέρους τους χρήση της διόδου αν δεν γνώριζε ότι ασκούσαν ίδιο δικαίωμα, από της αποκτήσεως της οριζόντιας ιδιοκτησίας (δουλεύοντος ακινήτου) το έτος 1990 μέχρι και το έτος 2018. Ακολούθως στον ίδιο λόγο αναφέρεται ότι με την προσβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκαν χωρίς καμιά αιτιολογία οι ισχυρισμοί τους περί της οιονεί νομής τους διανοία δικαιούχων στην ένδικη δίοδο, αν και απέδειξαν την οικονομική τους συμβολή στην κατασκευή της σκάλας - διόδου, που αναιρούσε τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί της χρήσης της χάριν οικειότητας και κατ' ανοχή των συγκυρίων αυτής, από τα προσαγόμενα εκ μέρους τους έγγραφα σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των μαρτύρων τους, αποδεικτικά στοιχεία που ουδόλως έλαβε υπόψιν της, εν τούτοις έκρινε δεχόμενη μόνο τις καταθέσεις των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, καθώς δεν αναφέρονται σε αυτόν οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ του πλαγίου, δεν προσδιορίζεται δηλαδή ποιο είναι κατά την εκδοχή των αναιρεσειόντων το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά ούτε παρατίθενται στο ίδιο δικόγραφο με πληρότητα και σαφήνεια, οι κρίσιμες για την ουσία παραδοχές της πληττόμενης απόφασης επί των σχετικών ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως προς τα οποία να υφίσταται ανεπάρκεια ή, τυχόν, αντιφατικότητα στις αιτιολογίες της αποφάσεως, με την επισήμανση κάποιου σφάλματος του δικαστηρίου εκείνου που να σχετίζεται με ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών, αλλά αντίθετα διαλαμβάνονται αποσπασματικές και μεμονωμένες κατ' επιλογή των αναιρεσειόντων παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, παρεκτός του ότι τυγχάνει και απαράδεκτος καθώς οι παραπάνω αιτιάσεις ανάγονται αποκλειστικά στη στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας και την αξιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τις προεκτεθείσες παραδοχές του αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα του αγωγικού ισχυρισμού των αναιρεσιόντων ότι έκαναν χρήση της επίδικης διόδου πλέον της εικοσαετίας, διανοία δικαιούχου πραγματικής δουλείας διόδου, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (975, 1045, 1051, 1118, 1120 και 1121 Α.Κ.) και δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του της νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και στηρίζουν το αρνητικό για τον ανωτέρω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή η εκ μέρους των τελευταίων χρήση της επίδικης διόδου γινόταν κατά παράκληση των ιδιοκτητών της, μεταξύ αυτών και της αναιρεσίβλητης και όχι διανοία δικαιούχου και ότι ως εκ τούτου οι αναιρεσείοντες δεν έχουν αποκτήσει δια χρησικτησίας πραγματική δουλεία διέλευσης από την επίδικη δίοδο, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ειδικότερες παραδοχές της προσβαλλομένης. Περαιτέρω κατά το άρθρο 560 αριθ. 5 ΚΠολΔικ., που είναι ταυτόσημο με τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη, λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβάσιμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων. Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997, Α.Π. 1153/2020). Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη, ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ., αναφέροντας ότι αυτή δεν έλαβε υπόψη νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους ίδιους αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα το έγγραφο του έτους 1983 από το οποίο σε συνεκτίμηση του με τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων τους που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν προέκυπτε η γνησιότητα ως προς το περιεχόμενο του άνω εγγράφου, που αφορούσε την συμβολή τους στην κατασκευή της ένδικης σκάλας- διόδου αλλά και στη (μεταγενέστερη) κατασκευή της κουπαστής της, γεγονός που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, είναι απαράδεκτος, διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, αλλά ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος. Αλλά και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι με τον λόγο αυτό της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση περί μη λήψης υπόψιν των άνω αποδεικτικών μέσων που οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ο λόγος αυτός εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δ και είναι απαράδεκτος, διότι σύμφωνα με το άρθρο 560 αρ. 1 κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, μόνο για τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους, στην περιοριστική απαρίθμιση των οποίων δεν περιλαμβάνεται ο άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ (Α.Π. 304/2021, 1032/2019). Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της ...2021 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στον διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από ...2021 αίτηση για αναίρεση της ...2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας που δίκασε ως Εφετείο.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή