ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1751/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1751/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1751/2024 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1751 / 2024    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1751/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μ. Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μ. Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Α. Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Α. Σ. του Β. και της Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Π. Σταμαδιάνο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων-καθ'ων η κλήση: 1) Β. Π. του Κ. και της Α., κατοίκου ..., 2) Μ., συζ. Ν. Λ., το γένος Κ. και Α. Π., κατοίκου ...

Του αναιρεσιβλήτου: 3) Θ. Κ. του Π. και της Α., κατοίκου ....

Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 4) Α., συζ. Ι. Κ., το γένος Θ. και Χ. Κ., κατοίκου ..., 5) Π. Κ. του Θ. και της Χ., κατοίκου ..., 6) Α., συζ. Ζ. Τ., το γένος Θ. και Χ. Κ., κατοίκου ..., 7) Κ. Κ. του Θ. και της Χ., κατοίκου ... Οι υπό στοιχεία 1, 2, 4, 5, 6 και 7 αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δ. Καλλίγερο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις. Ο υπό στοιχείο 3 αναιρεσίβλητος, δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Β. Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΙΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ, ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ" και το διακριτικό τίτλο "ΤΡΙΤΩΝ Α.Ε.", με ΑΦΜ: ... Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά, που εδρεύει στον Πειραιά, οδός ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ι. Ζ. του Γ., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αντώνιου Σεμιτέκολου, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Π. του Κ. και της Α., κατοίκου ..., 2) Μ. συζύγου Ν. Λ., το γένος Κ. και Α. Π., κατοίκου ..., 3) Α. συζ. Ι. Κ., το γένος Θ. και Χ. Κ., κατοίκου ..., ατομικά και ως καθολικής διαδόχου, δυνάμει διαθήκης, του αρχικού διαδίκου (ήδη αποβιώσαντος την ...2019) Θ. Κ. του Π. και της Α., κατοίκου ..., 4) Π. Κ. του Θ. και της Χ., κατοίκου ..., ατομικά και ως καθολικής διαδόχου, δυνάμει διαθήκης, του αρχικού διαδίκου (ήδη αποβιώσαντος την ...2019) Θ. Κ. του Π. και της Α., κατοίκου ..., 5) Α. συζ. Ζ. Τ., το γένος Θ. και Χ. Κ., κατοίκου ..., ατομικά και ως καθολικής διαδόχου, δυνάμει διαθήκης, του αρχικού διαδίκου (ήδη αποβιώσαντος την ...2019) Θ. Κ. του Π. και της Α., κατοίκου ..., 6) Κ. Κ. του Θ. και της Χ., κατοίκου ..., ατομικά και ως καθολικής διαδόχου, δυνάμει διαθήκης, του αρχικού διαδίκου (ήδη αποβιώσαντος την ...2019) Θ. Κ. του Π. και της Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δ. Καλλίγερο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Θ. Κ. του Π., την από ...2012 αγωγή του ήδη υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντος και την από ...2012 αγωγή της ήδη υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ...2013 μη οριστική, ...2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ...2021 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο υπό στοιχείο Α αναιρεσείων με την από ...2021 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ματαιώθηκε στη δικάσιμο ...2022 και ο αναιρεσείων την επαναφέρει για συζήτηση με την από ...2022 κλήση του, και, η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από ...2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσας, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα αιτήματά του και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων υποθέσεων, που εκκρεμούν ενώπιόν του μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο συζητήθηκαν: α) η από ...2021 αίτηση αναίρεσης του Α. Σ. κατά των 1) Β. Π., 2) Μ. Π., 3) Θ. Κ., 4) Α. Κ., 5) Π. Κ., 6) Α. Κ. και 7) Κ. Κ. και β) η από ...2021 αίτηση αναίρεσης της εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΙΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ, ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ" και το διακριτικό τίτλο "ΤΡΙΤΩΝ Α.Ε." κατά των 1) Β. Π., 2) Μ. Π., 3) Α. Κ., 4) Π. Κ., 5) Α. Κ. και 6) Κ. Κ., των τεσσάρων τελευταίων ατομικά και ως καθολικών διαδόχων δυνάμει διαθήκης του ήδη αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Θ. Κ. Οι αιτήσεις αυτές, που στρέφονται κατά της αυτής, υπ' αριθμ. ...2021, απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, είναι συναφείς και επομένως, πρέπει να συνεκδικασθούν, προκειμένου να διευκολυνθεί η διεξαγωγή της δίκης και να μειωθούν τα έξοδα αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Η ως άνω ...2021 αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης: Οι αναιρεσίβλητοι της πρώτης αναίρεσης άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από ...2011 αγωγή κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων των δύο αναιρέσεων, με την οποία εξέθεταν ότι είναι (συγ)κύριοι, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, ενός ακινήτου εμβαδού 13.828,57 τ.μ., που βρίσκεται στην ειδικότερη θέση "..." της τοπικής Κοινότητας ... Κυθήρων, το οποίο απέκτησαν παραγώγως και πρωτοτύπως. Ότι με το ...2010 πωλητήριο συμβόλαιο, ο δεύτερος εναγόμενος Α. Σ. πώλησε ένα μέρος του ανωτέρω ακινήτου τους εμβαδού 8.446,50 τ.μ. στην πρώτη εναγομένη με το διακριτικό τίτλο "ΤΡΙΤΩΝ Α.Ε.", το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του απέκτησε με γονική παροχή από τον πατέρα του. Με αυτά τα δεδομένα και έχοντας έννομο προς τούτο συμφέρον, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η (συγ)κυριότητάς τους, κατά ποσοστό 320/960 εξ αδιαιρέτου για τον καθένα από τους πρώτο και δεύτερη από αυτούς, κατά ποσοστό 76/960 εξ αδιαιρέτου για τον τρίτο και κατά ποσοστό 61/960 εξ αδιαιρέτου για τον καθένα από τους τέταρτη, πέμπτο, έκτη και έβδομη απ' αυτούς επί του ανωτέρω ακινήτου των 8.446,50 τ.μ. και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την αναφερόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του δευτέρου εναγομένου. Επίσης, ο αναιρεσείων της πρώτης αναίρεσης Α. Σ. άσκησε, ενώπιον του ίδιου πιο πάνω Δικαστηρίου, την από ...2012 αγωγή κατά των εναγόντων της προηγούμενης αγωγής και ήδη αναιρεσιβλήτων της πρώτης αναίρεσης, με την οποία εξέθετε ότι με το ...2010 συμβόλαιο πώλησε στην εταιρεία "ΤΡΙΤΩΝ Α.Ε." ένα ακίνητο εμβαδού 10.070 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." ..., το οποίο είχε αποκτήσει κατά κυριότητα παραγώγως και πρωτοτύπως. Ότι οι εναγόμενοι του κοινοποίησαν την από ...2011 αγωγή, με την οποία διεκδικείται ακίνητο 8.466,50 τ.μ., το οποίο όμως συμπίπτει με το μεγαλύτερο τμήμα του ως άνω πωληθέντος ακινήτου των 10.070 τ.μ. Με αυτά τα δεδομένα και έχοντας προς τούτο έννομο συμφέρον, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι μέχρι την κατάρτιση του ανωτέρω πωληθέντος συμβολαίου, ήτοι μέχρι τις 10-3-2010, ήταν αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος του ακινήτου των 10.070 τ.μ., το οποίο κατά νεότερη εμβαδομέτρηση έχει έκταση 9.877,72 τ.μ. Τέλος, η αναιρεσείουσα της δεύτερης αναίρεσης εταιρεία Τρίτων Α.Ε. άσκησε, ενώπιον του ίδιου πιο πάνω Δικαστηρίου, την από ...2012 αγωγή κατά των εναγόντων της πρώτης ως άνω αγωγής και ήδη αναιρεσιβλήτων της πρώτης αναίρεσης, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά της επί ενός ακινήτου εμβαδού 4.079,21 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." ... και το οποίο απέκτησε κατά κυριότητα με το ...2006 πωλητήριο συμβόλαιο, καθώς και επί ενός ακινήτου εμβαδού 10.070 τ.μ. και κατά νεότερη καταμέτρηση 9.877,72 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." ..., το οποίο απέκτησε κατά κυριότητα με το ...2010 συμβόλαιο και των οποίων την κυριότητα απέκτησε και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία. Αιτιολογώντας δε το έννομο συμφέρον της, εξέθετε ότι οι εναγόμενοι αμφισβητούν την κυριότητά της επί των ανωτέρω ακινήτων, έχοντας ασκήσει κατ' αυτής την από ...2011 αγωγή. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με την ...2013 μη οριστική του απόφαση, αφού συνεκδίκασε τις πιο πάνω τρεις αγωγές, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη και στη συνέχεια, μετά τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, με την ...2017 οριστική του απόφαση, α) αφού απέρριψε τη βάση της πρώτης ως άνω αγωγής περί αδικοπραξίας των εναγομένων, δέχθηκε αυτήν κατά τα λοιπά, β) απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη τη δεύτερη πιο πάνω αγωγή και γ) δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την τρίτη ως άνω αγωγή και αναγνώρισε την ενάγουσα κυρία ακινήτου εμβαδού 1.944 τ.μ. Κατά των ανωτέρω αποφάσεων του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου άσκησαν, ο μεν ενάγων της δεύτερης αγωγής και ήδη αναιρεσείων της πρώτης αναίρεσης Α. Σ. την από ...2018 έφεση, η δε ενάγουσα εταιρεία της τρίτης αγωγής και ήδη αναιρεσείουσα της δεύτερης αναίρεσης "ΤΡΙΤΩΝ Α.Ε." την από ...2018 έφεση. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η πιο πάνω αναιρεσιβαλλόμενη ...2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποίαν απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν και οι δύο εφέσεις. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η πρώτη από ...2021 αίτηση αναίρεσης, η συζήτηση της οποίας ματαιώθηκε κατά την ορισθείσα δικάσιμο της ...2022 και μετά το θάνατο στις ...2019 του τρίτου αναιρεσιβλήτου Θ. Κ., ο οποίος κληρονομήθηκε δυνάμει ιδιόγραφης διαθήκης από τους τέταρτη, πέμπτο και έκτη των αναιρεσιβλήτων (βλ. το απόσπασμα της ...2019 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου του Δήμου Κυθήρων και τα ...2020 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Κυθήρων περί δημοσίευσης της από ...2016 ιδιόγραφης διαθήκης του Θ. Κ., σε συνδυασμό με το ...2022 πιστοποιητικό της γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης του ανωτέρω πλην της πιο πάνω αναφερόμενης), νόμιμα φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με την από ...2022 κλήση του αναιρεσείοντος Α. Σ. Σημειωτέον ότι δεν αποδεικνύεται ότι ο εν λόγω αναιρεσείων γνώριζε ότι ο ανωτέρω τρίτος αναιρεσίβλητος είχε ήδη αποβιώσει κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσής του. Ενόψει των ανωτέρω, οι ένδικες αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτές (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλ. οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 1165/2019). Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, η επίκληση αποδεικτικού μέσου και το περιεχόμενό τους (ΑΠ 2/2022) και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 258/2023, ΑΠ 2166/2009). Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989, 14/2004), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλ. σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου. Εξάλλου, πράγματα κατά την παραπάνω έννοια αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, εφόσον όμως έχουν αυτοτέλεια και η παραδοχή τους οδηγεί σε εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασής (ΑΠ 1057/2011, ΑΠ 570/2008). Αντίθετα, λόγοι έφεσης που αφορούν σε απλές αρνήσεις των διαδίκων ή σε επιχειρήματα και συμπεράσματα τους από την εκτίμηση των αποδείξεων δεν έχουν αυτοτέλεια και η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει ειδικά σ' αυτούς δεν ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1083/2022, ΑΠ 533/2022, ΑΠ 15/2021). Δεν στοιχειοθετείται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης και στην περίπτωση που ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριό της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε εκ των πραγμάτων και απέρριψε στην ουσία προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 595/2022, ΑΠ 15/2020). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1288/2017). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. (ΑΠ 1392/2023, ΑΠ 536/2022, ΑΠ 1055/2018, ΑΠ 1225/2018). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιό δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκεια τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποιά αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 14/2023, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ621/2017). Από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη από τις αποδείξεις κρίση του τα ακόλουθα: "Τα επίδικα τρία τμήματα ακινήτων ανήκουν σε ακίνητα, τα οποία αποτελούν συνεχόμενα αγροτεμάχια, που βρίσκονται στην περιοχή ... της περιφέρειας Αττικής. Από τα ανωτέρω επίδικα τμήματα, το πρώτο έχει έκταση, σύμφωνα με το υπό στοιχεία ΠΡ-4 τοπογραφικό διάγραμμα του διορισθέντος με την υπ' αριθμό ...2013 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πραγματογνώμονος, αγρονόμου-τοπογράφου-μηχανικού Γ. Α., 8.519 τ.μ. και εμφαίνεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα περιμετρικά με τα στοιχεία Ε1-Ε2-Ε3-Ε4-Ε5-Ε6-Ε7-Ε8-Ζ-Ε9-Ε10-Ε11-Ε12-Ε13-Ε14-Ε15-Ε16-Ε17-Ν-Ξ-Ο-Ε29-Ε30-Ε1. Το δεύτερο έχει έκταση, σύμφωνα με το ως άνω υπό στοιχεία ΠΡ-4 τοπογραφικό διάγραμμα 4.910 τ.μ.(13.429 τ.μ. - 8.519 τ.μ.) και εμφαίνεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα περιμετρικά με τα στοιχεία Ν-Ε18-Ε19-Ε20-Ε21-Ε22-Ε23-Ε24-Ε25-Ε26-Ε27-Ε28-Ε29-Ο-Ξ-Ν. Το τρίτο έχει έκταση 912,26 τ.μ. και εμφαίνεται περιμετρικά, σύμφωνα με το από Νοεμβρίου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού δομικών έργων Δ. Σ., με τα στοιχεία Σ-Υ-Τ-Ζ-Ε-Σ και σύμφωνα με το ως άνω υπό στοιχεία ΠΡ-4 τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία Ε1-Ε2-Ε3-Β-Α-Ε1. Τα ανωτέρω επίδικα νεμόταν αρχικά, κατά μείζονα έκταση, ο Δ. Κ. του Β., αρχικός δικαιοπάροχος όλων των διαδίκων, ο οποίος απεβίωσε την ...1911 και κληρονομήθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. ...1910 δημόσιας διαθήκης του, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Κυθήρων Β. Σ., κατ' ιδανικό μερίδιο 1/2 εξ αδιαιρέτου, από τους υιούς του Π. Κ. και Β. Κ., στους οποίους ως κληρονόμους του προηγουμένου νομέα, μεταβιβάστηκε η νομή - μεταξύ άλλων ακινήτων - και μείζονος έκτασης, τμήματα της οποίας αποτελούσαν τα ως επίδικα τμήματα. Ακολούθως, μεταξύ των εν λόγω συγκληρονόμων έλαβε χώρα άτυπη διανομή του ως άνω μείζονος ακινήτου σε δύο τμήματα κατά την κατεύθυνση βορράς-νότος με λιθορριπή που τοποθετήθηκε στο κοινό όριο και έλαβε το μεν δυτικό τμήμα ο Β. Κ., το δε ανατολικό ο Π. Κ. Ειδικότερα, σε ότι αφορά το πρώτο επίδικο σημειώνονται τα εξής: Ο Β. Κ. του Δ., ο οποίος ήταν αγρότης και κατοικούσε μόνιμα στα ..., απεβίωσε στα Κύθηρα στις ...1946 και κληρονομήθηκε δυνάμει της με αριθ. ...1941 δημόσιας διαθήκης του, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Κυθήρων Σ. Φ. και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθ. ...1980 πρακτικό δημοσιεύσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την ως άνω διαθήκη ο κληρονομηθείς εγκατέστησε κληρονόμους του τη σύζυγό του Χ. το γένος Π. Π. και τα νόμιμα τέκνα του Δ., Π., Ε., Α., Κ. και Γ. και συγκεκριμένα την εν λόγω σύζυγό του, επί δήλων κληρονομιαίων ακινήτων και τους γιούς του, Δ. και Π. στην υπόλοιπη περιουσία του, στην οποία περιλαμβανόταν και το δυτικό τμήμα του αρχικώς μείζονος ακινήτου, τμήμα του οποίου αποτελούσε το πρώτο επίδικο, με τον όρο να αποδώσουν, από τα χρήματα της κληρονομίας σε καθεμία των προαναφερόμενων αδελφών τους το ποσό των 4.000 δραχμών, αμέσως μετά το θάνατό του. Ωστόσο, οι ως άνω κληρονόμοι Δ. Κ. και Π. Κ., μετά το θάνατο του πατέρα τους, αναχώρησαν για μόνιμη εγκατάσταση στην Αυστραλία, οι δε δύο αδελφές τους Κ. Κ. και Γ. Κ. εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Αθήνα. Ακολούθως, όλα τα ως άνω τέκνα του Β. Κ., συμφώνησαν άτυπα να παραχωρηθούν τα παραπάνω κληρονομικά τους μερίδια, επί όλης της καταλειφθείσας ακίνητης περιουσίας του πατέρα τους στα Κύθηρα, στις εναπομείνασες στα Κύθηρα αδελφές τους, Ε. σύζυγο Ι. Σ. και Α. σύζυγο Κ. Π., κατά το μισό στην καθεμιά τους, τόσο λόγω της μόνιμης παραμονής τους στα Κύθηρα, όσο και λόγω του ότι οι οικογένειές τους ασχολούνταν με αγροτικές εργασίες. Έκτοτε, οι προαναφερόμενες αδελφές, νέμονταν και συνεκμεταλλεύονταν από κοινού και αδιαιρέτως, όλη την κληρονομιαία περιουσία του πατέρα τους Β. Κ., η οποία βρισκόταν στις περιοχές των ... και της ... των Κυθήρων. Κατά το έτος 1953, υπήρξε διένεξη μεταξύ των δύο προαναφερομένων οικογενειών, λόγω της προκύψασας διαφοράς τους για την εκμετάλλευση ενός ελαιοφύτου αγροτεμαχίου στη θέση "..." ... Με την παρέμβαση του τότε Προέδρου της Κοινότητας ... αλλά και του Ειρηνοδίκη Κυθήρων, επιτεύχθηκε τότε συμβιβασμός και ταυτόχρονα άτυπη διανομής της όλης κληρονομιαίας περιουσίας, που περιελάμβανε τη ρητή συμφωνία, ότι η Ε. σύζυγος Ι. Σ. θα ελάμβανε όλα τα ακίνητα της περιοχής ..., στα οποία ανήκε και η πατρική κατοικία και σημαντικός αριθμός μελισσοσμηνών, ενώ, αντίστοιχα, η Α. σύζυγος Κ. Π. θα ελάμβανε όλα τα ακίνητα της περιοχής ... των Κυθήρων, στα οποία ανήκε και το πρώτο των επιδίκων. Εν συνεχεία, την ...1987, απεβίωσε η Α. χήρα Κ. Π., χωρίς να αφήσει διαθήκη, κληρονομηθείσα από τους μόνους πλησιέστερους και εξ αδιαθέτου συγγενείς της, κατά το χρόνο του θανάτου της, δηλαδή τα τέσσερα τέκνα της και συγκεκριμένα από τον πρώτο ενάγοντα, τη δεύτερη ενάγουσα, τον Γ. Π. και την μεταποβιώσασα θυγατέρα της Χ. σύζυγο Θ. Κ., κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου από έκαστο, επί της καταληφθείσας κληρονομιαίας περιουσίας της, μεταξύ της οποίας ήταν και το πρώτο επίδικο. Την ...2010 απεβίωσε η Χ. συζ. Θ. Κ., χωρίς να αφήσει διαθήκη, κληρονομηθείσα εξ αδιαθέτου από τους μόνους πλησιέστερους συγγενείς της, κατά το χρόνο θανάτου της, δηλαδή το νόμιμο σύζυγό της, τρίτο ενάγοντα, κατά ποσοστό 1/4 επί της καταληφθείσας κληρονομιαίας περιουσίας της, στην οποία περιλαμβανόταν και το κληρονομικό της μερίδιό της του 1/4 εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω πρώτου επιδίκου, δηλαδή κατά ποσοστό (1/4 του 1/4) 1/16 ή 4/64 εξ αδιαιρέτου επί του εν λόγω ακινήτου και κατά ποσοστό επίσης 1/4 εξ αδιαιρέτου, επί της καταληφθείσας περιουσίας της, από καθένα των τεσσάρων τέκνων της, δηλαδή τους τέταρτη, πέμπτο, έκτη και έβδομη των εναγόντων και συγκεκριμένα κατά ποσοστό (3/4 του 1/4 : 4) 3/64 εξ αδιαιρέτου από έκαστο αντίστοιχα. Άπαντες οι ανωτέρω κληρονόμοι αποδέχθηκαν τις επαχθείσες σε αυτούς κληρονομίες και ειδικότερα την κληρονομία της αποβιωσάσης Α. χήρας Κ. Π., με την υπ' αριθμό ...2010 πράξη δηλώσεως αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Κυθήρων Α. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κυθήρων στον τόμο 235 και με α.α. 33 και την κληρονομία της αποβιωσάσης Χ. συζύγου Θ. Κ. το γένος Κ. Π., με την αντίστοιχη υπ' αριθμό ...2011 πράξη της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κυθήρων στον τόμο 237 και με α.α. 16. Ακολούθως, την ...2011, δυνάμει του υπ' αριθ. ...2011 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κυθήρων Α. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κυθήρων στον τόμο 238 και με α.α. 75, ο Γ. Π. του Κ. μεταβίβασε, λόγω δωρεάς, το 1/4 ή τα 15/60 εξ αδιαιρέτου τους ως άνω κληρονομιαίου ακινήτου, κατά ποσοστό 5/60 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο των πρώτου και δεύτερης των εναγόντων και κατά ποσοστό 1/60 σε έκαστο των τρίτου, τέταρτης, πέμπτου, έκτης και έβδομης των εναγόντων, αντίστοιχα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τόσο η Α. σύζυγος Κ. Π., μετά την ως άνω άτυπη διανομή, ακολούθως μετά το θάνατό της οι κληρονόμοι της και δη ο πρώτος ενάγων, η δεύτερη ενάγουσα και η Χ. σύζυγος Θ. Κ., μετά το θάνατο αυτής και οι κληρονόμοι της, τρίτος, τέταρτη, πέμπτος, έκτη και έβδομη των εναγόντων και ο Γ. Π. μέχρι τη δωρεά, στους ενάγοντες, νεμήθηκαν το ως άνω τμήμα, έκαστος κατά το ιδανικό του μερίδιο, ασκώντας, διανοία κυρίων, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του, υλικές, εμφανείς διακατοχικές πράξεις, δηλωτικές αξουσίασης και ειδικότερα, η Α. σύζυγος Κ. Π., τόσο η ίδια αυτοπροσώπως, όσο και ο πρώτος ενάγων, ο οποίος ήταν κτηνοτρόφος, ως βοηθός νομής αυτής, το όργωναν, το έσπερναν με ζωοτροφές, έβοσκαν ζώα επ' αυτού, το επέβλεπαν, μετά δε το θάνατό της, ο πρώτος ενάγων ενεργώντας για τον εαυτό του αλλά και για λογαριασμό των λοιπών συγκληρονόμων, το έσπερνε με ζωοτροφές, έβοσκε τα ζώα του επ' αυτού, το επιτηρούσε, το επέβλεπε, το εκμίσθωνε για δέκα έτη το έτος 1997 δυνάμει του από ...1997 ιδιωτικού συμφωνητικού βέβαιης χρονολογίας στον υιό του Κ. Π., επίσης κτηνοτρόφο, για τη βόσκηση των ζώων του, όλοι δε οι συννομείς έδωσαν εντολή το έτος 1999 για την επιμέτρησή του και την περιγραφή του σε τοπογραφικό στον μηχανικό Δ. Γ., ο οποίος μετά από υποδείξεις των ορίων συνέταξε το από το μήνα Απρίλιο του έτους 1999 τοπογραφικό διάγραμμα, το δήλωναν στις δηλώσεις ακίνητης περιουσίας που υπέβαλαν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Ο ισχυρισμός της εναγομένης-ενάγουσας ότι η ως άνω τοπογράφηση δεν έλαβε χώρα το έτος 1999, καθώς το ως άνω τοπογραφικό δεν φέρει βέβαιη χρονολογία, από κανένα από τα προσκομιζόμενα και προσαχθέντα από την ίδια αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε, εκ μόνου δε του γεγονότος ότι δεν φέρει βέβαιη χρονολογία, δεν προσαρτήθηκε σε κάποιο συμβόλαιο και ότι δεν προσκομίζονται τα τοπογραφικά και των λοιπών κληρονομιαίων ακινήτων, δεν συνάγεται ότι δεν συντάχθηκε κατά το μήνα Απρίλιο του έτους 1999, τα όσα δε ισχυρίζεται η εναγομένη-ενάγουσα συνιστούν απλώς επιχειρήματα που δεν δύνανται να ανατρέψουν τη δήλωση του συντάκτη του ως άνω τοπογραφικού σχετικά με τη σύνταξή του κατά μήνα Απρίλιο του έτους 1999.
Συνεπώς, οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι, έκαστος κατά τα προαναφερόμενα ιδανικά μερίδια, του ανωτέρω πρώτου επιδίκου τμήματος, με παράγωγο τρόπο, ως αποκτήσαντες αυτό από κύριο, δεδομένου ότι η δικαιοπάροχός τους, Α. χήρα Κ. Π., απέκτησε την κυριότητα του ως άνω επιδίκου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο και συγκεκριμένα με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον από το έτος 1953, ήτοι μετά την άτυπη διανομή του μείζονος ακινήτου, και εφεξής νεμήθηκε το επίδικο, ήτοι για χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας, ασκώντας, διανοία κυρίας, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του υλικές, εμφανείς διακατοχικές πράξεις, δηλωτικές εξουσίασης. Πέραν του παραγώγου τρόπου οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι του ως άνω επιδίκου και πρωτοτύπως, με έκτακτη χρησικτησία, λόγω της ασκήσεως επ' αυτού εμφανών, υλικών διακαταχικών πράξεων δηλωτικών εξουσιάσεως για χρονικό διάστημα πλέον των είκοσι (20) ετών, αντίστοιχα, συνυπολογίζοντας στο χρόνο νομής της και τον αντίστοιχο χρόνο, που χρησιδέσποζαν επ' αυτού οι δικαιοπάροχοί τους. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το έτος 2001 ο Β. Σ., πατέρας του εναγομένου-ενάγοντος, Α. Σ., μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στον τελευταίο, δυνάμει του υπ' αριθ. ...2001 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Κυθήρων Α. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κυθήρων στον ... και με ..., ένα ακίνητο επιφάνειας 10.070 τ.μ., στην έκταση του οποίου συμπεριέλαβε και το ως άνω επίδικο τμήμα καθ' όλη την επιφάνεια αυτού. Ακολούθως, το έτος 2010, ο εναγόμενος-ενάγων μεταβίβασε, λόγω πώλησης, στην εναγομένη-ενάγουσα, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΙΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ, ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ", δυνάμει του υπ' αριθ. ...2010 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Π.-Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κυθήρων στον ... και με ... το ως άνω ακίνητο, που του είχε μεταβιβάσει λόγω γονικής παροχής ο πατέρας του. Στο ανωτέρω συμβόλαιο γονικής παροχής η κυριότητα του παρέχοντος πατέρα του εναγομένου-ενάγοντος επί του μεταβιβαζομένου ακινήτου θεμελιώνεται στην έκτακτη χρησικτησία, καθόσον, όπως αναγράφεται σε αυτό από το έτος 1945 και για χρονικό διάστημα πλέον των πενήντα πέντε ετών ο παρέχων νεμόταν και κατείχε αυτό με διάνοια κυρίου, συνεχώς, αδιαλείπτως και αδιαταράκτως, ασκώντας επ' αυτού τις πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση του. Ωστόσο, διενέργεια πράξεων νομής επί του επιδίκου από τον ανωτέρω παρέχοντα, Β. Σ., σε προγενέστερο του έτους 2000 χρόνο, οπότε δόθηκε εντολή για την επιμέτρησή του και την περιγραφή του σε τοπογραφικό στη μηχανικό Κ. Ζ.-Τ. και δόθηκε εντολή για τον καθαρισμό αυτού στον Μ. Χ. με γεωργικό ελκυστήρα για συνεχές χρονικό διάστημα είκοσι ετών, ώστε να καταστεί κύριος αυτού με τους όρους της έκτακτης χρησικτησίας, όπως απαιτείται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1045 του ΑΚ, προκειμένου να αποκτήσει και ο εναγόμενος-ενάγων κυριότητα επί του ακινήτου αυτού και ακολούθως και η εναγομένη-ενάγουσα, δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά την ως άνω πρώτη μεταβίβαση ο εναγόμενος-ενάγων κατέλαβε κατά το έτος 2001 το ως άνω επίδικο τμήμα, ασκώντας έκτοτε και μέχρι τη μεταβίβαση αυτού, ακολούθως η εναγομένη-ενάγουσα πράξεις νομής και ειδικότερα ο εναγόμενος-ενάγων υπέβαλε την από ...2002 αίτηση προς το Δασαρχείο Πειραιά για χαρακτηρισμό του ακινήτου που του είχε μεταβιβασθεί, όπως περιγραφόταν στο από Μαρτίου 2010 τοπογραφικό της μηχανικού Κ. Ζ.-Τ., το καθάριζε, το δήλωνε στις δηλώσεις ακίνητης περιουσίας που υπέβαλε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Ακολούθως, η εναγομένη-ενάγουσα από τη μεταβίβαση σε αυτή το επέβλεπε, το επιτηρούσε, το επιστατούσε με εγκατεστημένο σε παρακείμενο ακίνητό της υπάλληλό της, υπέβαλε αίτηση για άδεια περιτοίχισης, κατασκεύασε περιμετρικά τοιχίο, κατέβαλε όλες τις δαπάνες, τέλη και φόρους που το αφορούσαν. Πλην όμως, από το έτος 2001 μέχρι τη μεταβίβαση του ακινήτου στην εναγομένη-ενάγουσα δεν παρήλθε συνεχές χρονικό διάστημα δέκα ετών, ώστε να καταστεί ο εναγόμενος-ενάγων κύριος αυτού με τους όρους της τακτικής χρησικτησίας, όπως απαιτείται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1045 του ΑΚ και αυτό ανεξαρτήτως της συνδρομής ή μη της προϋποθέσεως της καλής πίστης στο πρόσωπό του.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός των εναγομένων-εναγόντων ότι ο εναγόμενος-ενάγων όταν πώλησε το ακίνητο στην εναγομένη-ενάγουσα ήταν κύριος αυτού και ότι η εναγομένη-ενάγουσα κατέστη κυρία αυτού λόγω πώλησης από τον προηγούμενο κύριο αυτού, εναγόμενο-ενάγοντα, δυνάμει του υπ' αριθ. ...2010 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Π.-Τ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Ομοίως, απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν κρίνεται και οι ισχυρισμός της εναγομένης-ενάγουσας ότι κατέστη κυρία αυτού με τακτική χρησικτησία, καθόσον από τη μεταβίβαση του ακινήτου στην ίδια μέχρι την άσκηση της πρώτης από ...2011 και υπ' αριθ. έκθ. κατάθ. ...2011 αγωγής, συνυπολογίζοντας και το χρόνο που ο δικαιοπάροχός της το νεμόταν με νόμιμο τίτλο και αυτό ανεξαρτήτως της συνδρομής ή μη της προϋποθέσεως της καλής πίστης στο πρόσωπό του, δεν παρήλθε συνεχές χρονικό διάστημα δέκα ετών και κατά λογική ακολουθία απορριπτέος κρίνεται και ο ισχυρισμός της εναγομένης-ενάγουσας ότι κατέστη κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Περαιτέρω, σε ότι αφορά το δεύτερο επίδικο σημειώνονται τα εξής: Αποδείχθηκε ότι ο Π. Κ. του Δ., ο οποίος απεβίωσε στα Κύθηρα στις ...1961, κληρονομήθηκε από τον υιό του Θ. Κ. του Π., δυνάμει της υπ' αριθ. ...1951 δημόσιας διαθήκης του, που συντάχθηκε ενώπιο του συμβολαιογράφου Κυθήρων Σ. Φ., η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθ. ...1975 πρακτικό δημοσιεύσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Ο ως άνω κληρονόμος αποδέχθηκε με την υπ' αριθ. ...1989 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Κυθήρων Α. Α. - Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κυθήρων στον τόμο 108 και με α.α. 69, την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομία, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και το ανατολικό ακίνητο, το οποίο είχε περιέλθει στον Π. Κ., κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, κατόπιν της άτυπης διανομής με τον αδελφό του Β. Κ., συνολικής έκτασης, κατά τα αναφερόμενα στην ως άνω πράξη, 18.570 τ.μ. Στη συνέχεια, ο Θ. Κ. παραχώρησε ατύπως στην αδελφή του Ε. συζ. Π. Π., τμήμα του ως άνω μείζονος ακινήτου, επιφάνειας 2.728,50 τ.μ. Ακολούθως, την ...1992, δυνάμει του υπ' αριθ. ...1992 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κυθήρων Α. Α. - Λ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κυθήρων στον ... και με ..., ο Θ. Κ. του Π., μεταβίβασε, λόγω πώλησης στους Α. Π., Π. Π., Α. Π. και Δ. Π., κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο, το περιελθόν στον ίδιο από την κληρονομία του πατέρα του ακίνητο, έκτασης, μετά την ως άνω παραχώρηση στην αδελφή του, 15.841,80 τ.μ. Εν συνεχεία, την ...2006, δυνάμει του υπ' αριθ. ...2006 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Φ. Δ.-Π., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κυθήρων στον ... και με ..., οι Α. Π., Π. Π., Α. Π. και Δ. Π., μεταβίβασαν, λόγω πώλησης, το ακίνητο που είχαν αποκτήσει στην πρώτη εναγομένη. Το επίδικο δεύτερο τμήμα περιλαμβάνεται εν μέρει στο ανωτέρω υπ' αριθ. ...1992 πωλητήριο συμβόλαιο και συγκεκριμένα κατά το τμήμα αυτού το εμφαινόμενο στο συνοδεύον την έκθεση πραγματογνωμοσύνης υπό στοιχεία ΠΡ-5 τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία Ε25-Ε26-Ε27-Ε28-Ε28α-Ω-Ψ-Χ-Θ-Υ-Ε25, έκτασης 1.944 τ.μ., ενώ το υπόλοιπο τμήμα δεν περιλαμβάνεται στον προαναφερόμενο τίτλο κτήσης κυριότητας, όπως αναφέρεται στην κατατεθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Επίσης, περιλαμβάνεται εν μέρει στο ανωτέρω ...2006 πωλητήριο συμβόλαιο και συγκεκριμένα κατά το τμήμα αυτού το εμφαινόμενο στο συνοδεύον την έκθεση πραγματογνωμοσύνης υπό στοιχεία ΠΡ-6 τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία Ε25-Ε26-Ε27-Ε28-Υ-Φ-Χ-Ψ-Ω-Ε21α-Ε22-Ε23-Ε24-Ε25, έκτασης 3.841 τ.μ., ενώ το υπόλοιπο τμήμα δεν περιλαμβάνεται στον προαναφερόμενο τίτλο κτήσης κυριότητας, όπως αναφέρεται στην κατατεθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Μετά δε την επίθεση των ως άνω τοπογραφικών διαγραμμάτων, ο εν λόγω πραγματογνώμονας διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει ταύτιση των απεικονιζομένων ορίων και συγκεκριμένα του βόρειου-βορειοδυτικού και του νότιου-νοτιοδυτικού λόγω μεταβολής από τη θέση Φ1-Ψ-Χ-Θ-Υ (τίτλος ...1992) στη θέση Φ1-Χ-Ψ-Ω-Α1-Β1-Γ1-Υ (τίτλος ...2006), η οποία δημιουργεί επιφάνεια με τα στοιχεία Φ1-Χ-Ψ-Ω-Α1-Β1-Γ1-Υ-Θ-Ψ-Φ1, εμβαδού 1.897 τ.μ., σύμφωνα με το υπό στοιχεία ΠΡ-8 τοπογραφικό του ως άνω πραγματογνώμονα, η οποία περιλαμβάνεται στον ...1992 τίτλο. Καθίσταται συνεπώς σαφές ότι με το ως άνω ...2006 συμβόλαιο οι δικαιοπάροχοι της εναγομένης-ενάγουσας πώλησαν σε αυτή τμήμα του επιδίκου, που δεν περιλαμβανόταν στον αρχικό τους ...1992 τίτλο, εμβαδού 1.897 τ.μ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι επί του τμήματος του δευτέρου επιδίκου, το οποίο εμφαίνεται με τα στοιχεία Ε25-Ε26-Ε27-Ε28-Ε28α-Ω-Ψ-Χ-Θ-Υ-Ε25, έκτασης 1.944 τ.μ., στο ΠΡ-5 τοπογραφικό διάγραμμα, τόσο ο Θ. Κ., όσο και οι διάδοχοί του, Α. Π., Π. Π., Α. Π. και Δ. Π., ακολούθως μετά την πώληση σε αυτή η εναγομένη, νεμήθηκαν το ως άνω τμήμα του επιδίκου, κατά το ιδανικό τους μερίδιο, ασκώντας, διανοία κυρίων, με καλή πίστη, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του, υλικές, εμφανείς διακατοχικές πράξεις, δηλωτικές εξουσίασης και ειδικότερα, ο Θ. Κ., τόσο ο ίδιος αυτοπροσώπως όσο και η αδελφή του Ε. Π., ως βοηθός νομής αυτού, έβοσκε ζώα, το καθάριζε, το όργωνε, το καλλιεργούσε κατά διαστήματα, έδωσε εντολή το έτος 1989 για την επιμέτρησή του και την περιγραφή του σε τοπογραφικό στον μηχανικό Μ. Μ., υπέβαλε την από ...1989 αίτηση προς το Δασαρχείο Πειραιά να του χορηγηθούν πληροφορίες για το ακίνητο ιδιοκτησίας του, όπως αυτό περιγραφόταν στο ως άνω τοπογραφικό του Μ. Μ., ακολούθως οι Α. Π., Π. Π., Α. Π. και Δ. Π. το φύλασσαν, το καθάριζαν, το όργωναν, το δήλωναν στις δηλώσεις ακίνητης περιουσίας που υπέβαλαν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., κατέβαλαν δαπάνες που απαιτούνταν για τη φύλαξή του, υπέβαλαν αίτηση προς την Επιτροπή Εγχωρίου Περιουσίας για έκδοση βεβαίωσης περί μη προβολής ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, συνυποβάλλοντας το τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Μ. Μ., το οποίο είχε προσαρτηθεί στο ως άνω υπ' αριθ. ...1992 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κυθήρων Α. Α.-Λ., η εναγομένη-ενάγουσα το επέβλεπε, το επιτηρούσε με εγκατεστημένο σε παρακείμενο ακίνητο υπάλληλό της, το καθάριζε, το όργωνε, το δήλωνε στις δηλώσεις ακίνητης περιουσίας που υπέβαλε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
Συνεπώς, η εναγομένη-ενάγουσα κατέστη κυρία του ως άνω τμήματος του δευτέρου επιδίκου, το οποίο εμφαίνεται με τα στοιχεία Ε25-Ε26-Ε27-Ε28-Ε28α-Ω-Ψ-Χ-Θ-Υ-Ε25, έκτασης 1.944 τ.μ. στο ΠΡ-5 τοπογραφικό διάγραμμα, με παράγωγο τρόπο, ως αποκτήσασα από κυρίους, δεδομένου ότι οι δικαιοπάροχοί της απέκτησαν την κυριότητα του πωληθέντος επιδίκου τμήματος με πρωτότυπο τρόπο και συγκεκριμένα με τακτική χρησικτησία, καθόσον από το έτος 1992, ήτοι μετά την αγορά από αυτούς του μείζονος ακινήτου στο οποίο περιλαμβάνετο το ως άνω επίδικο τμήμα και εφεξής νεμήθηκαν το μεταβιβασθέν σε αυτούς συνεχώς και αδιατάρακτα, μέχρι τη μεταβίβαση αυτού στην ενάγουσα το έτος 2006, ήτοι για χρονικό διάστημα πλέον της δεκαετίας, με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν δικαίωμα άλλου και τον προαναφερόμενο νόμιμο τίτλο, ασκώντας, διανοία συγκυρίων, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του υλικές, εμφανείς, διακατοχικές πράξεις, δηλωτικές εξουσίασης, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, λόγω ασκήσεως επ' αυτού εμφανών, υλικών, διακατοχικών πράξεων δηλωτικών εξουσιάσεως για χρονικό διάστημα πλέον των είκοσι ετών συνυπολογίζοντας στο χρόνο νομής της και τον αντίστοιχο χρόνο, που χρησιδέσποζε επ' αυτού ο δικαιοπάροχός τους. Πέραν του παραγώγου τρόπου, η ενάγουσα κατέστη κυρία του ως άνω τμήματος του δευτέρου επιδίκου πρωτοτύπως, με τη συνδρομή των όρων της τακτικής χρησικτησίας, λόγω ασκήσεως επ' αυτού εμφανών, υλικών, διακατοχικών πράξεων δηλωτικών εξουσιάσεως για χρονικό διάστημα πλέον των δέκα ετών, με καλή πίστη, δηλ. με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλει δικαίωμα άλλου και νόμιμο τίτλο, συνυπολογίζοντας στο χρόνο νομής της και τον αντίστοιχο χρόνο, που χρησιδέσποζαν επ' αυτού με τα ίδια προσόντα οι δικαιοπάροχοί της, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, λόγω ασκήσεως επ' αυτού εμφανών, υλικών, διακατοχικών πράξεων δηλωτικών εξουσιάσεως για χρονικό διάστημα πλέον των είκοσι ετών, συνυπολογίζοντας στο χρόνο νομής της και τον αντίστοιχο χρόνο, που χρησιδέσποζαν επ' αυτού οι δικαιοπάροχοί της. Περαιτέρω, η εναγομένη-ενάγουσα ισχυρίζεται ότι έχει καταστεί αποκλειστική κυρία και του υπολοίπου τμήματος του επιδίκου δεύτερου ακινήτου. Ωστόσο, ο ισχυρισμός της αυτός ουδόλως αποδείχθηκε. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη απέκτησε κυριότητα επί του υπολοίπου τμήματος με παράγωγο τρόπο από κύριο, δεδομένου ότι οι δικαιοπάροχοί της μέχρι τη μεταβίβαση σε αυτή του ως άνω υπολοίπου τμήματος του δευτέρου επιδίκου το 2006, δεν ήταν κύριοι, καθώς ουδόλως προέκυψε διενέργεια πράξεων νομής επ' αυτού από τους ανωτέρω και τον άμεσο δικαιοπάροχό τους Θ. Κ. του Π., για συνεχές χρονικό διάστημα είκοσι ετών, ώστε να καταστούν συγκύριοι αυτού με τους όρους της έκτακτης χρησικτησίας, ούτε και η διενέργεια πράξεων νομής επ' αυτού από τους ανωτέρω για χρονικό διάστημα πλέον της δεκαετίας, με καλή πίστη, δηλ. με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν δικαίωμα άλλου και νόμιμο τίτλο, δεδομένου ότι το υπόλοιπο τμήμα δεν περιλαμβανόταν στον τίτλο τους και δη στο υπ' αριθ. ...1992 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κυθήρων Α. Α. - Λ., ώστε να καταστούν κύριοι αυτού με τους όρους της τακτικής χρησικτησίας, όπως απαιτείται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1041 του ΑΚ, προκειμένου να αποκτήσουν κυριότητα επί αυτού. Εξάλλου, η ενάγουσα δεν κατέστη κυρία αυτού ούτε με πρωτότυπο τρόπο, δεδομένου ότι από το 2006, που το ως άνω υπόλοιπο τμήμα περιήλθε στη νομή της, ναι μεν άσκησε επ' αυτού εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις νομής και δη το επέβλεπε, το επιτηρούσε, το επιστατούσε, προέβη στη φύτεση σειράς κυπαρισσιών στο με βάση τον ...2006 τίτλο της όριο, πλην όμως, δεν παρήλθε συνεχές χρονικό διάστημα δέκα ετών, ώστε να καταστεί κυρία αυτού με τους όρους της τακτικής χρησικτησίας. Η μη άσκηση από τους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας διακατοχικών πράξεων νομής στο υπόλοιπο τμήμα του επιδίκου τεκμαίρεται και από το ότι, όπως αποδείχθηκε, όταν το έτος 1989 ο Α. Π. καθάρισε με εκσκαπτικό μηχάνημα το ακίνητο του πατέρα του, παρεμβαίνοντας και στο όμορο ακίνητο καταστρέφοντας το μεταξύ των ακινήτων όριο, οι Α. Π., Θ. Π., Σ. Π., Β. Σ. και Α. Σ. ήρθαν σε συμφωνία προκειμένου να επαληθεύσουν τα μεταξύ των όμορων ακινήτων σύνορα, και έκαναν επαλήθευση των συνόρων, στα όρια που υπήρχαν από τους Π. Κ. και Β. Κ., τοποθέτησαν δε πασσάλους στην οριογραμμή και με βάση το όριο αυτό συντάχθηκε κατά το έτος 1989 τοπογραφικό του μηχανικού Μ. Μ., με εντολή του Θ. Κ., το οποίο υπέγραψε η Ε. Π., δηλώνοντας ότι τα όρια υπεδείχθησαν από τους αντιπροσώπους της. Το ως άνω τοπογραφικό συνυποβλήθηκε από τον Θ. Κ., με την από ...1989 αίτησή του προς το Δασονομείο Κυθήρων με την οποία ζητούσε πληροφορίες για το ακίνητό του και επιπλέον προσαρτήθηκε στο ως άνω με αριθμό ...1992 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κυθήρων Α. Α. - Λ.
Συνεπώς, το ως άνω όριο, όπως έχει αποτυπωθεί στο τοπογραφικό του Μ. Μ., αποδεικνύεται ότι αποτελούσε και το όριο μεταξύ των αρχικών ιδιοκτησιών του Π. Κ. και του Β. Κ. Προς επίρρωση των ανωτέρω σαφής είναι η κατάθεση του μάρτυρα Α. Π., ο οποίος ήταν ένας εκ των πωλητών στην εναγομένη-ενάγουσα, ο οποίος κατέθεσε "αυτά τα όρια υπήρχαν από παλιά από το 1880, 1860 κάπου εκεί, από τον προπάππο... ήταν αυτά τα σύνορα. Απλά το 1989 πήγαμε και κάναμε επαλήθευση των συνόρων γιατί ήθελα να καταθέσω εγώ χαρτιά στο δασαρχείο... και πήγαμε εγώ, ο Α. Π., ο πατέρας μου Θ. Π., ο θείος μου Σ. Π., ο Β. Σ., ο Α. Σ. γιος του και κάναμε επαλήθευση συνόρων και από εκεί προχώρησαν τα χαρτιά για το δασαρχείο". Ο ίδιος δε μάρτυρας καταθέτει ότι "να σας πω ειλικρινά είχα συμφωνήσει με την Τρίτων Α.Ε. να πάρει 16 στρέμματα... πήρε η Τρίτων Α.Ε. τα 16 στρέμματα... ότι μεγεθύνθηκε περίπου ένα στρέμμα μεγεθύνθηκε". Σαφής και πειστική είναι και η κατάθεση του μάρτυρα Ι. Π., ο οποίος κατέθεσε "έβαλαν ξανά κάποια όρια με πασσάλους, έβαλαν κάποιες μπετόβεργες και βάσει αυτών των ορίων έκαναν μία τοπογράφηση μετά, που αυτό σεβάστηκαν τα επόμενα χρόνια". Ο ισχυρισμός της εναγομένης-ενάγουσας ότι το κοινό όριο μεταξύ των ιδιοκτησιών ήταν μέχρι το έτος 2006 αυτό στο οποίο η ίδια προέβη στη φύτευση σειράς κυπαρισσιών, αναιρείται πλήρως από τα συμπεράσματα του πραγματογνώμονα, ότι δεν υπάρχει ταύτιση των απεικονιζομένων ορίων και συγκεκριμένα του βόρειου-βορειοδυτικού και του νότιου-νοτιοδυτικού λόγω μεταβολής από τη θέση Φ1-Ψ-Χ-Θ-Υ (τίτλος ...1992) στη θέση Φ1-Χ-Ψ-Ω-Α1-Β1-Γ1-Υ (τίτλος ...2006), η οποία δημιουργεί επιφάνεια με τα στοιχεία Φ1-Χ-Ψ-Ω-Α1-Β1-Γ1-Υ-Θ-Ψ-Φ1, εμβαδού 1.897 τ.μ., σύμφωνα με το υπό στοιχεία ΠΡ-8 τοπογραφικό του ως άνω πραγματογνώμονα και σε καμία περίπτωση δεν επιβεβαιώνεται από την κατάθεση του μάρτυρα Π. Κ., ο οποίος εξάλλου κατέθεσε ότι "δεν ξέρω αν είναι πάνω στα όρια τώρα ή να πήγαν λίγο πιο εκεί ή πιο εδώ", αναιρείται δε και από την κατάθεση του μάρτυρα Ι. Π., ο οποίος καταθέτει ότι "αυτή τη στιγμή τα κυπαρίσσια δεν είναι πάνω στο κοινό όριο".
Συνεπώς, σύμφωνα με τα ανωτέρω η εναγομένη-ενάγουσα δεν έχει καταστεί κυρία του υπολοίπου τμήματος του δευτέρου επιδίκου. Σημειωτέον ότι εκ του γεγονότος ότι ο Β. Σ. και ο Α. Σ. μετείχαν στην ως άνω συμφωνία δεν αποδεικνύεται δίχως άλλο ότι οι ως άνω είχαν καταλάβει το επίδικο πρώτο τμήμα ήδη από το έτος 1989, και είχαν αποβάλει τους ενάγοντες-εναγομένους, καθώς καμία απολύτως εμφανής διακατοχική πράξη νομής δεν αποδείχθηκε εντός αυτού από τους ίδιους πριν από το έτος 2000, όπως προεκτέθηκε. Μόνη δε η συμμετοχή τους στην ανωτέρω συμφωνία δεν αρκεί προκειμένου να καταδειχθεί ότι ήδη από το έτος 1989 είχαν αποβάλει τους ενάγονες-εναγομένους και νέμονταν έκτοτε το πρώτο επίδικο. Εξάλλου, ο ισχυρισμός των εναγόντων-εναγομένων ότι μόνο αν συμπεριληφθεί το ως άνω τμήμα με τα στοιχεία Ε25-Ε26-Ε27-Ε28-Ε28α-Ω-Ψ-Χ-Θ-Υ-Ε25, έκτασης 1.944 τ.μ. στην ιδιοκτησία τους θα προκύπτει ισότητα επιφάνειας μεταξύ των δύο τμημάτων της αρχικής διανομής μεταξύ των αδελφών Π. Κ. και Β. Κ., δεν μπορεί να ανατρέψει όσα ως άνω έγιναν δεκτά. Περαιτέρω, σε ότι αφορά στο τρίτο επίδικο σημειώνονται τα εξής: Οι εναγόμενοι-ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος-ενάγων ήταν κύριος, μέχρι το 2010, ενός τρίτου τμήματος, το οποίο έχει έκταση 912,26 τ.μ. και εμφαίνεται, σύμφωνα με το από Νοεμβρίου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού δομικών έργων Δ. Σ., με τα στοιχεία Σ-Υ-Τ-Ζ-Ε-Σ και σύμφωνα με το υπό στοιχεία ΠΡ-4 τοπογραφικό διάγραμμα του διορισθέντος με την υπ' αριθμό ...2013 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πραγματογνώμονος με τα στοιχεία Ε1-Ε2-Ε3-Β-Α-Ε1, το οποίο δυνάμει του υπ' αριθμό ...2010 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Π.-Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στην εναγομένη-ενάγουσα. Ωστόσο, ουδόλως προέκυψε ο λόγος, που να δικαιολογεί την ύπαρξη στο πρόσωπο των εναγομένων-εναγόντων εννόμου συμφέροντος, για τη ζητούμενη αναγνώριση της κυριότητάς τους επί αυτού, καθώς δεν αποδείχθηκε αβεβαιότητα της σχέσης, από την οποία δημιουργείται κίνδυνος για τα συμφέροντα των ιδίων, είτε άμεσος, είτε επικείμενος, είτε εξαρτώμενος από τη συνδρομή και άλλου μελλοντικού περιστατικού, σε αποτροπή κινδύνου του οποίου τείνει η αιτούμενη αναγνώριση, μόνο η δε αιτούμενη δικαστική προστασία δεν είναι ικανή να συμβάλει στην προστασία των δικαιωμάτων αυτών που ζητούν τη δικαστική προστασία και στην πραγμάτωση του δικαίου και στην αποκατάσταση της κοινωνικής ειρήνης, με άρση της αβεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων και αποτροπή κινδύνου βλάβης των συμφερόντων των εναγομένων-εναγόντων, δεδομένου ότι οι ενάγοντες-εναγόμενοι δεν ισχυρίζονται ότι το εν λόγω τμήμα του ακινήτου ανήκει στους ίδιους, ουδέποτε δε προέκυψε ότι το έχουν διεκδικήσει. Εκ μόνου δε του γεγονότος ότι οι ενάγοντες-εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το ως άνω τμήμα ανήκει στο μη διάδικο Γ. Π. δεν δικαιολογείται έννομο συμφέρον των εναγομένων-εναγόντων να ζητήσουν προστασία.
Συνεπώς, δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση αμφισβητούμενη έννομη σχέση αλλά βεβαίωση απλού πραγματικού γεγονότος, χωρίς να συνδέεται με συγκεκριμένη έννομη σχέση της οποίας να ζητείται με την αγωγή η προστασία... Απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη είναι και η ένσταση της εναγομένης-ενάγουσας, που προέβαλε παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρει με σχετικό λόγο της εφέσεώς της, περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος των εναγόντων-εναγομένων, διότι μόνη η παρέλευση του χρονικού διαστήματος από το 2001, που κατά τα ανωτέρω ο εναγόμενος-ενάγων, Α. Σ. κατέλαβε αυθαιρέτως το πρώτο επίδικο, μέχρι την άσκηση της ένδικης πρώτης αγωγής, δεν καθιστά την άσκηση αυτής καταχρηστική, ως υπερβαίνουσα καταφανώς τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τις εφέσεις των ήδη αναιρεσειόντων και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση, κάνοντας δεκτή την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, απορρίπτοντας την αγωγή του αναιρεσείοντος της πρώτης αναίρεσης και κάνοντας δεκτή εν μέρει την αγωγή της αναιρεσείουσας Ανώνυμης εταιρίας της δεύτερης αναίρεσης.

Α. Επί της από ...2021 αίτησης αναίρεσης του Α. Σ.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 8 και 19 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και διαφορετικά, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς. Ειδικότερα, με το πρώτο μέρος του λόγου αυτού διατείνεται ο αναιρεσείων ότι με τον δεύτερο λόγο έφεσης ισχυρίστηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι προέβαιναν σε πράξεις νομής επί του επιδίκου, αναφέροντας απλώς τα είδη αυτών, δίχως οι επιμέρους πράξεις νομής να προκύπτουν από αποδεικτικά μέσα και ότι τα μόνα αποδεικτικά μέσα είναι το δήθεν μισθωτήριο του αγροτεμαχίου το έτος 1997, το τοπογραφικό διάγραμμα αυτού δήθεν το έτος 1999 και δηλώσεις Ε9 των αναιρεσιβλήτων. Ότι στο μεν πρώτο δεν περιλαμβάνεται το επίδικο, η ημερομηνία που φέρει το δεύτερο δεν είναι βέβαιη και τέλος οι δηλώσεις Ε9 δεν περιλαμβάνουν το επίδικο, αντίθετα φέρουν αλλοιώσεις σε ύστερο χρόνο αναφορικά με τη δηλωθείσα έκταση αγροτεμαχίων και προσθήκες στην ονομασία της θέσης αυτών. Διατείνεται, επίσης, ο αναιρεσείων με το δεύτερο μέρος του αυτού ως άνω πρώτου αναιρετικού λόγου, ότι με τον ενδέκατο λόγο της έφεσής του έπληξε την πρωτοβάθμια απόφαση ως προς την πλημμελή εκτίμηση αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι και συγκεκριμένα των ανωτέρω δηλώσεων Ε9 και τούτο διότι, ενώ στις δηλώσεις αυτές δεν περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο, παρόλα αυτά αποτέλεσαν τη βάση για την τεκμηρίωση πράξεων δηλωτικών άσκησης νομής από τους αναιρεσίβλητους. Ότι, επίσης, επικαλέστηκε ότι από τις δηλώσεις αυτές δεν προκύπτει ότι αυτοί είχαν στην κυριότητά τους αγροτεμάχιο ευρισκόμενο στη θέση "..." Κοινότητας ... και ότι ορισμένες από τις δηλώσεις αυτές έχουν υποστεί αλλοιώσεις και προσθήκες. Διατείνεται, τέλος, ο αναιρεσείων με το τρίτο μέρος του αυτού ως άνω λόγου αναίρεσης ότι με τον ένατο λόγο της έφεσής του ισχυρίστηκε ότι το προσκομισθέν από τους αναιρεσίβλητους τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Δ. Γ., που φέρεται να έχει συνταχθεί το έτος 1999, στερείται βέβαιης χρονολογίας, αφού ο φερόμενος χρόνος κατάρτισής του δεν μπορεί να βεβαιωθεί, καθώς δεν προσαρτήθηκε σε κάποια συμβολαιογραφική πράξη, ούτε τεκμηριώθηκε ο λόγος κατάρτισής του. Ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αγνόησε πλήρως τους ανωτέρω λόγους της έφεσής του και παρέλειψε να απαντήσει στους ως άνω ισχυρισμούς του, καθώς η παράλειψη αυτή προκύπτει από το γεγονός ότι η ελάσσων πρόταση του δικανικού συλλογισμού της απόφασής του αποτελεί κυριολεκτικά μία αυτούσια και κατά γράμμα αντιγραφή των ουσιαστικών παραδοχών της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ότι για το λόγο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις πιο πάνω επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειες. Ο λόγος αυτός καθ' όλα τα σκέλη του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τούτο διότι, κατ' αρχήν η αντιγραφή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 481/2016, ΑΠ 187/2011). Επί πλέον ο λόγος αυτός υπό την επίκληση της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστος, δεδομένου ότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης. Όσον αφορά την αναιρετική πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος για το λόγο ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, οι οποίοι προβλήθηκαν από τον αναιρεσείοντα ως λόγοι έφεσης, αποτελούσαν αρνητικούς και όχι αυτοτελείς ισχυρισμούς, ή γινόταν με αυτούς επίκληση αποδεικτικών μέσων ή του περιεχομένου τους και περιείχαν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος αντλούμενα από τις αποδείξεις, και επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν αποτελούσαν πράγματα κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ώστε να ιδρυθεί ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλαδή, για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς (ΑΠ 604/2022, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1662/2010). Δεν ιδρύεται, όμως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 884/2022, ΑΠ 589/2020, 334/2019, ΑΠ 757/2015). Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση, για εσφαλμένη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας μέσων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 2157/2014). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Ολ ΑΠ 23/2008). Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων. Δεν αποκλείεται, βεβαία, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 552/2024). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1520/2021, ΑΠ 410/2021, ΑΠ 573/2018).
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 8, 11 και 19 ΚΠολΔ και κατ' εκτίμηση και από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 ιδίου Κώδικα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, άλλως δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν με επίκληση και άλλως, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς. Ειδικότερα, με το πρώτο μέρος του λόγου αυτού και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνεται ο αναιρεσείων ότι με τον τρίτο λόγο της έφεσής του, τον οποίο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αγνόησε εντελώς, επικαλέστηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτό ως αληθές ότι το έτος 1953 υπήρξε διένεξη μεταξύ των δύο προαναφερομένων οικογενειών, λόγω της προκύψασας διαφοράς τους για την εκμετάλλευση ενός ελαιοφύτου αγροτεμαχίου στη θέση "..." ... Ότι με την παρέμβαση του τότε Προέδρου της Κοινότητας ..., αλλά και του Ειρηνοδίκη Κυθήρων, επιτεύχθηκε τότε συμβιβασμός και ταυτόχρονα άτυπη διανομή της όλης κληρονομιαίας περιουσίας, που περιελάμβανε την ρητή συμφωνία ότι η Ε. σύζυγος Ι. Σ. θα ελάμβανε όλα τα ακίνητα της περιοχής ..., που περιελάμβαναν και το πατρικό σπίτι και σημαντικό αριθμό μελισσοσμηνών, ενώ αντίστοιχα, η Α. σύζυγος Κ. Π. θα ελάμβανε όλα τα ακίνητα της περιοχής ... των Κυθήρων, στα οποία περιλαμβανόταν και το πρώτο των επιδίκων. Ισχυρίζεται δε περαιτέρω ο αναιρεσείων ότι το ως άνω πραγματικό περιστατικό δεν έλαβε ποτέ χώρα στην εμπειρική πραγματικότητα, αλλά αποτελεί μία βολική για τους αναιρεσίβλητους επινόηση, επί της οποίας επιχειρούν να βασίσουν τις ανύπαρκτες αξιώσεις τους. Ότι η ως άνω άτυπη διανομή δεν αποδεικνύεται από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο και παρά το γεγονός ότι προσκόμισε βεβαιώσεις από το Δήμο Κυθήρων και το Ειρηνοδικείο Κυθήρων περί μη ύπαρξης σχετικού εγγράφου και μη καταγραφής του περιστατικού αυτού, το Εφετείο έκρινε το περιστατικό αυτό ως αληθές, αρκούμενο αποκλειστικά στην μειωμένης αξιοπιστίας κατάθεση του μάρτυρα Ι. Π., παρότι είναι ανήκουστο στο πλαίσιο των συναλλακτικών ηθών η διανομή μιας σημαντικής κληρονομιαίας περιουσίας, ειδικά ενώπιον Προέδρου Κοινότητας και κυρίως Ειρηνοδίκη, να μην αποτυπώνεται εγγράφως και να μην υφίσταται καμία σχετική αναφορά καταγεγραμμένη. Ο λόγος αυτός, όσον αφορά την αναιρετική πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, οι οποίοι προβλήθηκαν από τον αναιρεσείοντα ως λόγος έφεσης, αποτελούσαν αρνητικούς ισχυρισμούς έναντι της ιστορικής βάσης της αγωγής των αναιρεσιβλήτων περί διανομής της κληρονομιαίας περιουσίας το έτος 1953 και όχι αυτοτελείς ισχυρισμούς, ή γινόταν με αυτούς επίκληση αποδεικτικών μέσων ή του περιεχομένου τους, επιπλέον δε, περιείχαν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος αντλούμενα από τις αποδείξεις, και επομένως, δεν αποτελούσαν πράγματα κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ώστε να ιδρυθεί ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης. Όσον αφορά δε την αναιρετική πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός από τον αριθμό 19 του ανωτέρω άρθρου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων υπό την επίφαση της παράβασης του εν λόγω άρθρου πλήττει την εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, που είναι ανέλεγκτη αναιρετικά (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Με το δεύτερο μέρος του αυτού ως άνω δεύτερου λόγου αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνεται ο αναιρεσείων ότι με τον έκτο λόγο της έφεσής του ισχυρίστηκε ότι ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου επικαλέστηκε και προσκόμισε τις από ...2011 και ...2011 βεβαιώσεις του Δήμου και του Ειρηνοδικείου Κυθήρων, αντίστοιχα, οι οποίες βεβαιώνουν την ανυπαρξία σχετικού με την εν λόγω διανομή ακινήτων εγγράφου, αλλά και την απουσία καταγραφής οποιουδήποτε σχετικού περιστατικού. Ότι τα αποδεικτικά αυτά μέσα, τα οποία δίχως αμφιβολία ανατρέπουν πλήρως τους ισχυρισμούς των αντιδίκων (ήδη αναιρεσιβλήτων) και καθιστούν τις αξιώσεις τους ανεδαφικές, δεν λήφθηκαν υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, άλλως δεν εκτιμήθηκαν ορθώς, παρότι ασκούν άμεση επιρροή στη δίκη. Ότι αντίθετα, το δικαστήριο δεν έκανε την παραμικρή αναφορά επί των βεβαιώσεων αυτών και αρκέστηκε στην μαρτυρική κατάθεση του Ι. Π., δίχως να αναρωτηθεί περί της έλλειψης εγγράφου τύπου της διανομής ενώπιον του Προέδρου της Κοινότητας και κυρίως του Ειρηνοδίκη. Ισχυρίζεται δε περαιτέρω ο αναιρεσείων ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν σχολίασε την αιτίαση αυτή και ως εκ τούτου καθίσταται βέβαιο ότι δεν έλαβε υπόψη του τον ανωτέρω ισχυρισμό του, και επίσης, παρέλειψε να λάβει υπόψη του τα δύο πιο πάνω κρίσιμα για την ένδικη διαφορά αποδεικτικά μέσα, με αποτέλεσμα να καταστήσει την προσβαλλόμενη απόφασή του αναιρετέα. Με το τέταρτο μέρος του αυτού ως άνω δεύτερου λόγου αναίρεσης, διατείνεται ο αναιρεσείων ότι με τον έβδομο λόγο της έφεσής του προσέβαλε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, επειδή παρέλειψε να λάβει υπόψη του το από ...1959 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του Β. Σ. και του Μ. Κ. Ότι ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι, όταν ο πατέρας του, Β. Σ. απέκτησε δυνάμει αγοράς ένα περιβόλι στα ... έξι χρόνια μετά τη δήθεν άτυπη διανομή, που επικαλούνται οι αντίδικοι (ήδη αναιρεσίβλητοι) και εσφαλμένα δέχθηκε ως γενόμενη το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, βάσει της οποίας η γιαγιά του, Ε. σύζυγος Ι. Σ., το γένος Β. Κ. απέκτησε δήθεν όλα τα ακίνητα που ανήκαν στον πατέρα της και βρίσκονταν στα ..., αναφέρει ως όμορο ιδιοκτήτη τον παππού του Β. Κ. και όχι τη μητέρα του Ε. Ότι αν η μητέρα του είχε πράγματι αποκτήσει βάσει της υποτιθέμενης διανομής το 1953, το όμορο ακίνητο, προφανώς θα ανέφερε ως όμορη ιδιοκτήτρια τη μητέρα του και όχι τον παππού του, Β. Κ. Ότι, συνεπώς και από το στοιχείο αυτό προκύπτει η ανυπαρξία της φερόμενης άτυπης διανομής μεταξύ των αδελφών Ε. και Α., κατά την οποία δήθεν η μεν πρώτη έλαβε τα ευρισκόμενα στα ... ακίνητα, η δε δεύτερη όσα βρίσκονταν στην ..., συμπεριλαμβανομένου του επιδίκου. Ισχυρίζεται δε περαιτέρω ο αναιρεσείων ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ούτε το σχετικό λόγο της έφεσής του, ούτε το ανωτέρω αποδεικτικό μέσο που νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε, με αποτέλεσμα να καταστήσει την απόφασή του αναιρετέα. Με το πέμπτο μέρος του αυτού, επίσης, δεύτερου λόγου αναίρεσης, διατείνεται ο αναιρεσείων ότι με τον δέκατο πέμπτο λόγο της έφεσής του προέβαλε την αιτίαση ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του την από ...1941 δημόσια διαθήκη του Β. Κ. Ότι ειδικότερα, επικαλέστηκε ότι ένα επί πλέον ισχυρό τεκμήριο για την ανυπαρξία της φερόμενης από τους αντιδίκους και ατυχώς γενομένης δεκτής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο διανομής της κληρονομίας του Β. Κ. μεταξύ των αδελφών, Ε. Β. και Α. Π., προσφέρει ο χρόνος δημοσίευσης της από ...1941 δημόσιας διαθήκης του Β. Κ., ο οποίος ανάγεται στο έτος 1980. Ότι συγκεκριμένα η ως άνω διαθήκη του απώτερου δικαιοπαρόχου τους, Β. Κ., δημοσιεύθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς δυνάμει του υπ' αριθμ. ...1980 πρακτικού δημοσίευσης, 34 χρόνια μετά το θάνατο του διαθέτη και 27 χρόνια μετά τη δήθεν άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του Β. Κ. μεταξύ των θυγατέρων του, Ε. και Α. Ότι αν πράγματι είχε λάβει χώρα η επίμαχη διανομή, δεν θα παρίστατο λόγος για την επιδίωξη δημοσίευσης της διαθήκης, η οποία είχε εν τοις πράγμασι ακυρωθεί από την φερόμενη, ανύπαρκτη, διανομή. Ισχυρίζεται δε περαιτέρω ο αναιρεσείων ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη το ανωτέρω έγγραφο της διαθήκης και παρέλειψε επίσης να αξιολογήσει τον ανωτέρω ισχυρισμό-λόγο έφεσης, αφού ο ισχυρισμός του αυτός αφορά κρίσιμο για την έκβαση της δίκης γεγονός, ήτοι τον τρόπο κτήσης της κυριότητας εκ μέρους των φερόμενων δικαιοπαρόχων του ιδίου και των αναιρεσιβλήτων, καθώς και το ζήτημα της έναρξης του χρόνου εκδήλωσης διακατοχικών πράξεων νομής διανοία κυρίου επί του επιδίκου ακινήτου. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα για το γεγονός ότι έλαβε χώρα άτυπη διανομή των ακινήτων το έτος 1953 μεταξύ των αδελφών Ε. και Α., ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα υπ' αριθμ. ...2013 πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, τα έγγραφα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για να χρησιμεύσουν είτε προς άμεση απόδειξη, στα οποία περιλαμβάνονται και οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες φωτογραφίες, εφόσον δεν αμφισβητείται η γνησιότητα αυτών..., είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τις νόμιμα προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους διαδίκους ένορκες βεβαιώσεις, την υπ' αριθμ. ...2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Α., τοπογράφου μηχανικού..., τις νόμιμα προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους διαδίκους τεχνικές εκθέσεις, που εκτιμώνται ελεύθερα... και από τα διδάγματα της κοινής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και χωρίς απόδειξη...". Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση, αλλά και από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα που επικαλείται ο αναιρεσείων, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος. Πλην όμως, το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά και όχι σύμφωνα με τις απόψεις του αναιρεσείοντος την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των ισχυρισμών του.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος κατά το δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο μέρος του αναφορικά με την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Όσον αφορά δε την επικαλούμενη με τα μέρη αυτά του πρώτου αναιρετικού λόγου παράβαση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, οι οποίοι προβλήθηκαν από τον αναιρεσείοντα ως λόγοι έφεσης, αποτελούσαν αρνητικούς ισχυρισμούς έναντι της ιστορικής βάσης της αγωγής των αναιρεσιβλήτων περί διανομής της κληρονομιαίας περιουσίας το έτος 1953 και όχι αυτοτελείς ισχυρισμούς, ή γινόταν με αυτούς επίκληση αποδεικτικών μέσων ή του περιεχομένου τους, επιπλέον δε, περιείχαν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος αντλούμενα από τις αποδείξεις, και επομένως, δεν αποτελούσαν πράγματα κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ώστε να ιδρυθεί ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης. Με το τρίτο μέρος του αυτού ως άνω δεύτερου αναιρετικού λόγου, διατείνεται ο αναιρεσείων ότι με τον δέκατο λόγο της έφεσής του παραπονέθηκε ότι δεχόμενο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι δήθεν η δικαιοπάροχός του Ε. σύζυγος Ι. Σ., το γένος Β. Κ., κατόπιν υποτιθέμενης διανομής, απέκτησε από την κληρονομιά του πατρός της ακίνητη περιουσία συνολικής έκτασης μόλις 1.386,60 τ.μ. (4 ακίνητα), ενώ η δικαιοπάροχος των αντιδίκων του (ήδη αναιρεσιβλήτων), Α. Π., απέκτησε δυνάμει της ως άνω διανομής ακίνητη περιουσία έκτασης 120.000 τ.μ. (11 ακίνητα), ενώ μάλιστα είχε λάβει ήδη ως προίκα το ιδιαίτερα μεγάλο για την εποχή εκείνη χρηματικό ποσό των 100.000 δραχμών το έτος 1929, παραβίασε ευθέως τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, που θέλουν τη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας ναν λαμβάνει χώρα ισομερώς ανάμεσα στα τέκνα του κληρονομουμένου. Ότι το Εφετείο παρέλειψε να απαντήσει στο λόγο αυτό της έφεσής του, ούτε αιτιολόγησε την καταφανή αυτή δυσαναλογία, που αποδεικνύει την αναλήθεια του εφευρήματος των αντιδίκων του περί δήθεν διανομής της κληρονομιαίας περιουσίας του Β. Κ. Ωστόσο, αν ήθελε θεωρηθεί, κατ' αρχήν, ότι ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι, με το να δεχθεί ότι έλαβε χώρα άτυπη διανομή μεταξύ της Ε. συζ. Ι. Σ. και της Α. Π. της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα τους Β. Κ. με τον τρόπο που εκθέτει ανωτέρω, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι οι αιτιάσεις αυτές αναφέρονται στις παραδοχές του Εφετείου που προέκυψαν από την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, οι οποίες παραδοχές, ως συνεχόμενες με την ουσία της υπόθεσης, δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο. Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και για τον επί πλέον λόγο ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ο οποίος προβλήθηκε από αυτόν ως λόγος έφεσης, αποτελούσε αρνητικό ισχυρισμό της ιστορικής βάσης της αγωγής των αναιρεσειόντων και όχι αυτοτελή ισχυρισμό και επομένως, δεν αποτελούσε πράγμα κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ώστε να ιδρυθεί ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης.
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για το γεγονός ότι δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (άρθρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι με τον πέμπτο λόγο της έφεσής του προέβαλε ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις ενώπιον του ακροατηρίου του ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των αντιδίκων, Ι. Π. και Π. Π., λόγω καταφανούς και αποδεικνυόμενης αναξιοπιστίας τους. Ότι πιο συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε με τον ως άνω λόγο έφεσης ότι η ένορκη επ' ακροατηρίου κατάθεση του μάρτυρα των αντιδίκων (ήδη αναιρεσιβλήτων) Ι. Π. είναι αναξιόπιστη και δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το πρωτόδικο δικαστήριο. Ότι το ίδιο πρόσωπο, σε ανύποπτο χρόνο, ήτοι το έτος 2000, ως μέλος της Επιτροπής Εγχωρίου Περιουσίας Νήσων Κυθήρων και Αντικυθήρων, είχε απαντήσει επί αίτησής του ότι το ως άνω νομικό πρόσωπο δεν έχει αξιώσεις εμπράγματης φύσης επί του επιδίκου ακινήτου, αναγνωρίζοντας ξεκάθαρα και άμεσα την κυριότητά του επ' αυτού. Ότι περαιτέρω, η Πράξη Χαρακτηρισμού του Δασαρχείου Πειραιά με αριθμό πρωτοκόλλου ...2002 αναφορικά με το επίδικο, στο πλαίσιο της σχετικής διαδικασίας κατά την οποία αποκλειστικά ο ίδιος προέβη στις απαραίτητες ενέργειες, κοινοποιήθηκε και στην Επιτροπή Εγχωρίου Περουσίας Κυθήκων και Αντικυθήρων. Ότι ως γαμπρός (σύζυγος της κόρης) της πρώτου των αντιδίκων, εάν πράγματι κατά το χρόνο εκείνο θεωρούσε το επίδικο ιδιοκτησίας του πρώτου των αντιδίκων (πεθερού του), δεν θα είχε υπογράψει το επίμαχο έγγραφο ή σε κάθε περίπτωση θα τον είχε ενημερώσει, προκειμένου να κινηθεί προς διεκδίκηση του επιδίκου, πράγμα που δεν έγινε και ότι συνεπώς μετά βεβαιότητας προκύπτει ότι οι αντίδικοι δεν θεωρούσαν ότι έχουν εμπράγματο δικαίωμα επί του επιδίκου ακινήτου. Ότι επί πλέον, ο Σ. Π., πατέρας του ως άνω μάρτυρα των αντιδίκων, Ι. Π. και συμπέθερος του πρώτου των αντιδίκων, κατά το έτος 1989 σε ένορκη βεβαίωσή του προς επιβεβαίωση της ιδιοκτησίας γειτονικού ακινήτου, αναφέρει το επίδικο ακίνητο ως ιδιοκτησίας Β. Κ. Ότι εάν είχε λάβει χώρα η φερόμενη άτυπη διανομή και το επίδικο είχε περιέλθει στην κυριότητα της Α. Π. ήδη από το 1953, τότε η αναφορά στο επίδικο ακίνητο θα γινόταν επ' ονόματι της τελευταίας, μητέρας του πρώτου αντιδίκου και συμπεθέρας του και όχι του Β. Κ. Ότι περαιτέρω, ο ίδιος ως άνω ομολογεί τη άτυπη δωρεά ακινήτων από το Β. Κ. στον εγγονό του και πατέρα του (του αναρεσείοντος), Β. Σ., καθώς στη με αριθμό ...2012 ένορκη βεβαίωσή του αναφέρει ότι "... παρ' όλο που για το σπίτι αυτό ο Β. Σ. δεν είχε κανονικό συμβόλαιο και σ' αυτό που κάναμε ανέφερε ότι του το άφησε ο παππούς του Β. Κ. το 1950 με προφορική δωρεά. Επί πλέον είχα τη σιγουριά αυτή και για το λόγο ότι όλα τα χρόνια είχε και εκμεταλλευόταν το σπίτι αυτό ο Β. Σ.". Ότι αντίστοιχης αποδεικτικής αξίας και εν γένει αναξιοπιστίας είναι και η μαρτυρική κατάθεση του μάρτυρα των αντιδίκων, Π. Π., ο οποίος μετά βεβαιότητας αρνείται την ύπαρξη ακινήτων στα ... κυριότητας των αντιδίκων, αναφέροντας μάλιστα ότι ουδέποτε τους έχει δει στον τόπο αυτό. Ότι, εντούτοις, τα λεγόμενά του διαψεύδονται ευθέως από τους ίδιους τους αντιδίκους και δη από τις δηλώσεις Ε9 που έχουν κάνει. Ότι ειδικότερα, η Χ. σύζυγος Θ. Κ. έχει δηλώσει κυριότητα σε δύο ακίνητα στα ..., ο Β. Π. έχει δηλώσει κυριότητα επί τριών ακινήτων στα ... και η Μ. Λ. κυριότητα επί δύο ακινήτων επίσης στα .... Ισχυρίζεται δε περαιτέρω ο αναιρεσείων ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του τον ανωτέρω ισχυρισμό-λόγο έφεσης περί της αξιοπιστίας των μαρτύρων των αναιρεσιβλήτων, με αποτέλεσμα να αποδεικνύεται παραχρήμα ότι ο λόγος αυτός της έφεσής του δεν εξετάστηκε, με αποτέλεσμα το Εφετείο να υποπέσει στην ανωτέρω αναφερόμενη αναιρετική πλημμέλεια. O λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι, σύμφωνα με την προηγηθείσα ανωτέρω νομική σκέψη, δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, η επίκληση αποδεικτικών μέσων ή του περιεχομένου τους (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 1148/2019), ή η αξιοπιστία των μαρτύρων (ΑΠ 2/2022, 1915/2013).
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης διατείνεται ο αναιρεσείων ότι με τον όγδοο λόγο της έφεσής του προσέβαλε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, επειδή αυτό παρέλειψε να λάβει υπόψη του την από ...1981 ταχυδρομική επιστολή του Β. Κ., την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ως αποδεικτικό στοιχείο. Ότι ειδικότερα επικαλέστηκε με τον ανωτέρω λόγο της έφεσής του τα εξής: "Η από ...1981 ταχυδρομική επιστολή, με την οποία ο Β. Κ., υιός του Δ. Κ. και εγγονός του αρχικού δικαιοπαρόχου μου, Β. Κ., απευθύνεται στον πατέρα μου ως διαχειριστή της περιουσίας του πατέρα του, δεν αφήνει καμία αμφιβολία για το ποιος διαχειριζόταν την ακίνητη αυτή περιουσία και ασκούσε επ' αυτής πράξεις νομής με διάνοια κυρίου. Μάλιστα, από τον πατέρα μου, Β. Σ., ζητά να αποδώσει το κτίσμα που αναφέρει ως χάλασμα στον ξάδελφό του και μιλά για τα ακίνητα της περιουσίας που περιήλθε στον πατέρα του από τον παππού του, τα οποία διαχειρίζεται ο πατέρας μου. Το εν λόγω αποδεικτικό μέσο καθιστά ξεκάθαρο ότι ουδεμία σχέση με την ακίνητη περιουσία του Β. Κ. είχαν οι κληρονόμοι του της Α. Π. το γένος Β. Κ., ούτε βέβαια και η ίδια. Επιπλέον, αποδεικνύει την παρουσία και διαχείριση αυτών από τον πατέρα μου όλα αυτά τα χρόνια. Γεννάται επομένως το εύλογο ερώτημα, για ποια δήθεν ακίνητα μιλούν οι αντίδικοι αναφερόμενοι στην περιουσία που κληρονόμησαν από την Α. Π.; Επιπλέον, με την υπόψη επιστολή διαψεύδεται πλήρως ο ισχυρισμός περί δήθεν διανομής, διότι αν πράγματι αυτή είχε λάβει χώρα ήδη πριν σχεδόν 30 χρόνια, ο Β. Κ. δεν θα είχε κανένα λόγο να την αποστείλει αναφερόμενος στα εν λόγω ακίνητα που περιλαμβάνονταν στην υποτιθέμενη διανομή". Ισχυρίζεται δε περαιτέρω ο αναιρεσείων ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του τον ισχυρισμό του αυτό, άλλως αγνόησε το εν λόγω αποδεικτικό μέσο, αφού απουσιάζει καταφανώς από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οποιαδήποτε αναφορά τόσο στο περιεχόμενο του λόγου έφεσης όσο και στο αποδεικτικό μέσο, το οποίο έτυχε νόμιμης επίκλησης και προσκόμισης, η γνησιότητα του οποίου δεν αμφισβητήθηκε από τους αναιρεσίβλητους. Ότι σημειωτέον ότι το συγκεκριμένο ιδιωτικό έγγραφο έχει ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα, γιατί συντάκτης και αποστολέας του είναι το τέκνο του Δ. Κ., ήτοι ενός εκ των δύο γιων του αρχικού αδιαμφισβήτητου κυρίου του επιδίκου αγροτεμαχίου, Β. Κ., οι οποίοι μετανάστευσαν και πέρασαν το υπόλοιπο της ζωής τους στην Αυστραλία. Ότι με τον τρόπο αυτό το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 8, 11 γ' και 19 ΚΠολΔ. O λόγος αυτός, όσον αφορά την επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι, όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω, δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης η επίκληση αποδεικτικών μέσων ή του περιεχομένου τους (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 1148/2019). Όσον αφορά την αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου η αναιρεσιβαλλομένη στερείται νόμιμης βάσης. Αναφορικά δε, με την επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ' του ίδιου επίσης ως άνω άρθρου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα για το γεγονός ότι έλαβε χώρα άτυπη διανομή των ακινήτων το έτος 1953 μεταξύ των αδελφών Ε. και Α., ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα υπ' αριθμ. ...2013 πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, τα έγγραφα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για να χρησιμεύσουν είτε προς άμεση απόδειξη, στα οποία περιλαμβάνονται και οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες φωτογραφίες, εφόσον δεν αμφισβητείται η γνησιότητα αυτών..., είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τις νόμιμα προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους διαδίκους ένορκες βεβαιώσεις, την υπ' αριθμ. ...2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Α., τοπογράφου μηχανικού..., τις νόμιμα προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους διαδίκους τεχνικές εκθέσεις, που εκτιμώνται ελεύθερα... και από τα διδάγματα της κοινής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και χωρίς απόδειξη...". Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση, αλλά και από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και το ανωτέρω έγγραφο που επικαλείται ο αναιρεσείων, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος. Πλην όμως, το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά και όχι σύμφωνα με τις απόψεις του αναιρεσείοντος την αποδεικτική του δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των ισχυρισμών του.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 8 και 19 ΚΠολΔ, διατείνεται ο αναιρεσείων ότι με τον δωδέκατο λόγο της έφεσής του ισχυρίστηκε τα ακόλουθα: "... κατά την παραδοχή των πραγματικών περιστατικών που έλαβαν χώρα αναφορικά με τα επιμέρους επίδικα ακίνητα και το νομικό τους ισχυρισμό, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε σε αντιφάσεις. Συγκεκριμένα, παρότι σε σχέση με το όμορο του αναφερομένου στην παρούσα ακινήτου αναφέρεται στην εκκαλουμένη ότι "όπως αποδείχθηκε όταν το έτος 1989 ο Α. Π. καθάρισε με εκσκαπτικό μηχάνημα το ακίνητο του πατέρα του παρεμβαίνοντας και στο όμορο ακίνητο καταστρέφοντας το μεταξύ των ακινήτων όριο, οι Α. Π., Θ. Π., Σ. Π., Β. Σ. και Α. Σ. ήρθαν σε συμφωνία προκειμένου να επαληθεύσουν τα μεταξύ των όμορων ακινήτων σύνορα και έκαναν επαλήθευση των συνόρων, στα όρια που υπήρχαν από τους Π. Κ. και Β. Κ., τοποθέτησαν δε πασσάλους στην οριογραμμή και με βάση το όριο αυτό συντάχθηκε το 1989 τοπογραφικό του μηχανικού Μ. Μ.", στη συνέχεια διαπιστώνεται ότι εγώ και ο δικαιοπάροχός μου πατέρας μου, δεν ασκήσαμε με τον τρόπο αυτό διακατοχικές πράξεις νομής επί του επιδίκου και άρα δεν είχαμε αποβάλει από τη νομή του τους αντιδίκους. Γεννάται, ωστόσο, το εύλογο ερώτημα πώς είναι δυνατό να μην είχε ο πατέρας μου, Β. Σ. τη νομή του επιδίκου κατά το έτος 1989, ενώ αναγνωριζόταν ως κύριος αυτού οπωσδήποτε τουλάχιστον από τους όμορους ιδιοκτήτες και συμμετείχε στην οριοθέτησή του. Είναι εμφανές ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο υποπίπτει εν προκειμένω σε σχήμα οξύμωρο. Η οριοθέτηση ακινήτου αποτελεί κατεξοχήν πράξη νομής, με διάνοια κυρίου.
Συνεπώς, πρόκειται για πλήρως αποδεδειγμένο γεγονός θεμελιωτικό της χρησικτησίας εκ μέρους του δικαιοπαρόχου πατρός μου εν έτει 1989, το οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με προχειρότητα παρέβλεψε. Περαιτέρω, μολονότι για το γειτονικό ακίνητο αναγνωρίζονται ως πράξεις νομής η φύλαξη, ο καθαρισμός και κυρίως η δήλωσή του στις δηλώσεις ακίνητης περιουσίας και η αίτηση προς την Επιτροπή Εγχωρίου Περιουσίας για την έκδοση βεβαίωσης περί μη ύπαρξης ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων της, στην περίπτωση του επιδίκου αγροτεμαχίου κυριότητάς μου, όχι απλώς δεν θεώρησε τις πράξεις αυτές ως δυνάμενες να αποδείξουν άσκηση νομής, αλλά δεν έκανε καμία απολύτως αναφορά στη δήλωσή του από τον πατέρα μου και από εμένα στις δηλώσεις Ε9 και στη βεβαίωση της Επιτροπής Εγχωρίου Περιουσίας. Αντίθετα, με τρόπο αυθαίρετο χρησιμοποιήθηκε ως βάση διαμόρφωσης του σκεπτικού της εκκαλουμένης η κατάθεση του Ι. Π., ο οποίος ως μέλος της Επιτροπής μου είχε χορηγήσει τη σχετική βεβαίωση". Ισχυρίζεται δε περαιτέρω ο αναιρεσείων ότι ο ως άνω ισχυρισμός του - λόγος έφεσης δεν λήφθηκε υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ότι η ανωτέρω πλημμέλεια συγκροτεί τον αναιρετικό λόγο της αντίφασης αιτιολογιών, καθώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως και το πρωτοβάθμιο, ενώ δέχεται την εκδήλωση διακατοχικών πράξεων νομής διανοία κυρίου εκ μέρους του δικαιοπαρόχου πατέρα του επί του επιδίκου αγροτεμαχίου, όπως κατεξοχήν είναι η συμμετοχή στην οριοθέτηση όμορων ακινήτων, η οποία σε συνδυασμό με λοιπές τέτοιες αληθείς πράξεις που εκτίθενται αναλυτικά στα δικόγραφά του και εκτείνονται χρονικά σε διάστημα μείζον της εικοσαετίας, εντούτοις απέρριψε την έφεσή του. Περαιτέρω, με τον ένατο λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αιτιολογίες αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, διατείνεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ως αληθές ότι, όταν το έτος 1989 ο Α. Π. καθάρισε με εκσκαπτικό μηχάνημα το ακίνητο του πατέρα του, παρεμβαίνοντας και στο όμορο ακίνητο καταστρέφοντας το μεταξύ των ακινήτων όριο, οι Α. Π., Θ. Π., Σ. Π., Β. Σ. και Α. Σ. ήρθαν σε συμφωνία προκειμένου να επαληθεύσουν τα μεταξύ των όμορων ακινήτων σύνορα και έκαναν επαλήθευση των συνόρων, στα όρια που υπήρχαν από τους Π. Κ. και Β. Κ., τοποθέτησαν δε πασσάλους στην οριογραμμή και με βάση το όριο αυτό συντάχθηκε κατά το έτος 1989 τοπογραφικό του μηχανικού Μ. Μ. Ότι δηλαδή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτό ότι για τον καθορισμό των ορίων μεταξύ του επιδίκου και του όμορού του ακινήτου, οι ιδιοκτήτες του τελευταίου συνεργάστηκαν με τον ίδιο και το δικαιοπάροχο πατέρα του. Ότι από την άλλη πλευρά δέχθηκε ότι διενέργεια πράξεων νομής επί του επιδίκου από τον Β. Σ., σε προγενέστερο του έτους 2000 χρόνο, οπότε δόθηκε εντολή για την επιμέτρησή του και την περιγραφή του σε τοπογραφικό στη μηχανικό Κ. Ζ.-Τ. και δόθηκε εντολή για τον καθαρισμό αυτού στον Μ. Χ. με γεωργικό ελκυστήρα, δεν αποδείχθηκε, ερχόμενο σε πλήρη αντίθεση με τα όσα δέχθηκε ως άνω και παραγνωρίζοντας την πιο τρανή εκδήλωση άσκησης πράξεων νομής επί ακινήτου, ήτοι την οριοθέτησή του. Ωστόσο και οι δύο αυτοί λόγοι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, δεδομένου ότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε από τις παραδοχές του Εφετείου, σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου κανόνα, η προσβαλλόμενη στερείται νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών. Όσον αφορά δε την επικαλούμενη, με τον πέμπτο ως άνω λόγο, αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και, τούτο, διότι, οι περιλαμβανόμενοι στο λόγο αυτό ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος συνιστούν αρνητικούς ισχυρισμούς της ιστορικής βάσης της αγωγής και όχι αυτοτελείς ισχυρισμούς, ώστε να θεμελιωθεί, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, ο από την ανωτέρω διάταξη προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων. Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, καθώς αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ ΑΠ 7/2002, ΑΠ 75/2023, ΑΠ 151/2016).
Εν προκειμένω, με τον έκτο λόγο αναίρεσης διατείνεται ο αναιρεσείων ότι με τον δέκατο τρίτο λόγο της έφεσής του προσέβαλε την πρωτοβάθμια απόφαση λόγω πλημμελούς εκτίμησης των αποδείξεων και παραβίασης των διδαγμάτων κοινής πείρας και περαιτέρω εσφαλμένης απόρριψης της ένστασής του περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων. Ότι τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, παρά το γεγονός ότι τον επανέφερε με λόγο έφεσης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν τον έλαβε υπόψη, καθώς δεν γίνεται καμία σχετική αναφορά στην απόφασή του, αν και η συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων με βάση τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε, αλλά και των παραδοχών που περιλήφθηκαν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αποτελεί κατεξοχήν παράδειγμα καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Ότι με τον τρόπο αυτό το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, άλλως παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ). Όπως προκύπτει από την από ...2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της ...2017 οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία παραδεκτά επισκοπείται για την έρευνα του αναιρετικού λόγου, ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε με τον δέκατο τρίτο λόγο της τα ακόλουθα: "Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι το έτος 1989 ο πατέρας μου κι εγώ συμμετείχαμε στην οριοθέτηση του επιδίκου. Περαιτέρω, ο ίδιος ο μάρτυρας των αντιδίκων, Π. Κ., συνομολογεί, έγινε δεκτό ότι το έτος 2004 καθάρισα το αγροτεμάχιο με τη χρήση ελκυστήρα. Επίσης, ιδιοκτήτης του όμορου αγροτεμαχίου βορειοδυτικά είναι ο Σ. Π., πατέρας του Ι. Π., μάρτυρα των αντιδίκων και συμπέθερος του πρώτου εξ αυτών. Ακόμα, ο Ι. Π. ήταν μέλος της Επιτροπής Εγχωρίου Περιουσίας όταν έκανε αίτηση και μου χορηγήθηκε βεβαίωση για τη μη ύπαρξη δικαιωμάτων της Επιτροπής επί του αγροτεμαχίου μου. Η αίτηση στις αρμόδιες αρχές για το χαρακτηρισμό του ως δασικού ή μη έγινε από μένα. Όλες αυτές οι ενέργειες ήταν φανερές σε βάθος πολλών ετών, όχι μόνο στους αντιδίκους, αλλά και ευρέως γνωστές στην ευρύτερη περιοχή, δεδομένου ότι πρόκειται για μικρή κοινωνία με λίγους μόνιμους κατοίκους, ειδικά κατά το παρελθόν. Πώς είναι δυνατόν οι αντίδικοι όχι μόνο να μην παρατήρησαν την παρουσία μου και τη φροντίδα μου για όλα αυτά τα χρόνια, αλλά μάλιστα να ασκούσαν και διακατοχικές πράξεις και παρόλα αυτά να το διεκδικήσουν πρώτη φορά το 2011, μετά από τόσα χρόνια, αλλά λίγο καιρό μετά την πώλησή του; Είναι λοιπόν ξεκάθαρο το σφάλμα της εκκαλουμένης εν προκειμένω, καθώς το Δικαστήριο πραγματοποίησε λογικό άλμα, παραβιάζοντας κάθε σχετικό δίδαγμα της κοινής πείρας, ειδικά αν ληφθούν υπόψη τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας των Κυθήρων. Πέρα από την πλήρως αποδεδειγμένη κατά τα ανωτέρω υπέρ της εικοσαετίας άσκηση νομής διανοία κυρίου επί του επιδίκου ακινήτου από εμένα και το δικαιοπάροχο πατέρα μου και τη συνακόλουθη, δυνάμει αυτής, κτήση κυριότητας επ' αυτού με πρωτότυπο τρόπο, σε κάθε περίπτωση συντρέχει υπό το πρίσμα των ως άνω αποδεδειγμένων πραγματικών περιστατικών περίπτωση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ μέρους των αντιδίκων, αφού αυτοί για πολλά έτη αναγνώριζαν εν τοις πράγμασι διαδοχικά τον πατέρα μου και εμένα ως κύριο του επιδίκου. Εξάλλου, πρέπει να συνεκτιμηθεί ότι οι αντίδικοι οψίμως προέβησαν σε αποδοχή της δήθεν επαχθείσας σε αυτούς κληρονομίας και άσκησαν την αγωγή τους εναντίον μου, παρά την επί πολλά έτη και διαρκώς εξωτερικευόμενη παρουσία και φροντίδα μου στο επίδικο, και μάλιστα έναν χρόνο μετά την πώληση αυτού εκ μέρους μου προς την ανώνυμη εταιρεία ΤΡΙΤΩΝ Α.Ε.". Η με τον ανωτέρω λόγο έφεσης προτεινόμενη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων είναι μη νόμιμη. Τούτο διότι, ο αναιρεσείων ουσιαστικά επικαλείται περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις και όχι περιστατικά που προβλήθηκαν από αυτόν πρωτοδίκως για να στοιχειοθετήσουν την ένσταση αυτή και επαναφέρθηκαν στο Εφετείο με το ως άνω λόγο έφεσης, ενώ, επί πλέον, επικαλείται περιστατικά αρνητικά της ιστορικής βάσης της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, που ως τέτοια δεν στοιχειοθετούν την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 582/2004, ΑΠ 950/1989). Επίσης, η συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων να αποδεχθούν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομία οψίμως, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, και να ασκήσουν την αγωγή τους κατ' αυτού ένα χρόνο μετά την πώληση του επιδίκου από τον ίδιο προς την εταιρεία "ΤΡΙΤΩΝ Α.Ε.", δεν υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα επιβαλλόμενα όρια του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει στο λόγο αυτό της έφεσης του αναιρεσείοντος και ειδικότερα στην προτεινόμενη με αυτόν ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αφού η ένσταση αυτή ως μη νόμιμη δεν είναι πράγμα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, και συνεπώς, ως μη νόμιμη, δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 235/2019, ΑΠ 1553/2018, ΑΠ 14/2004). Κατά συνέπεια, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, ενώ απορρίπτοντας σιωπηρά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την ανωτέρω ένσταση, ορθώς ερμήνευσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή της και επομένως, ο ίδιος λόγος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης διατείνεται ο αναιρεσείων ότι με τον έβδομο λόγο της έφεσής του εξέθεσε τα εξής: "Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά το σχηματισμό της εσφαλμένης του κρίσης, πέραν των ως άνω αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε, δεχόμενο αφενός τη συμμετοχή μου στην οριοθέτηση του επιδίκου, αλλά και την παρουσία των αντιδίκων σε αυτό, βασιζόμενο σε ψευδή και ανακριβή στοιχεία, αγνόησε πλήρως τα αποδεικτικά της παρουσίας και της μέριμνάς μου για το εν λόγω ακίνητο. Προσκόμισα τα διαγράμματα από τις επανειλημμένες τοπογραφικές επιμετρήσεις που πραγματοποίησα, επιβαρυνόμενος αποκλειστικά το κόστος αυτών και συγκεκριμένα το από Ιουνίου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Κ. Ζ.-Τ., καθώς και το από Μαρτίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα της ίδιας πολιτικού μηχανικού (τα οποία εντοπίζονται πλήρως εντός της επίδικης έκτασης και εφαρμόζονται επί του εδάφους, σύμφωνα με την πραγματογνωμοσύνη), αλλά και τα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει το σύνολο των διαδικαστικών ενεργειών στις οποίες προέβην για το χαρακτηρισμό του ακινήτου ως μη δασικού. Ειδικότερα, υπέβαλα ενώπιον του Δασαρχείου Πειραιά την από 12.03.2002 αίτησή μου, ακολούθησε αυτοψία παρουσία μου και εκδόθηκε η με αριθμό πρωτοκόλλου ...2002 απόφαση της Διεύθυνσης Δασών Πειραιά - Δασαρχείο Περαιά, η οποία κοινοποιήθηκε στο Δασονομείο Κυθήρων, στο Δήμο Κυθήρων, όπου αναρτήθξκε επί ένα (1) μήνα και στην Επιτροπή Εγχωρίου Περιουσίας, μέλος της οποίας κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα ήταν, όπως υπογραμμίστηκε ανωτέρω, και ο Ι. Σ. Π., γαμπρός (σύζυγος της κόρης) του εκ των εναγομένων Β. Π. Κατά της απόφασης αυτής υπέβαλα τις από ...2003 και με αριθμό πρωτοκόλλου ...2003 αντιρρήσεις μου ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Διαφορών, διενεργήθηκε νέα αυτοψία και τελικά η ανωτέρω Επιτροπή με τη με αριθ....2004 απόφασή της δέχθηκε τις αντιρρήσεις μου, σύμφωνα με το με αριθμό πρωτοκόλλου ...2007 έγγραφο του Δασαρχείου Πειραιά. Τις ως άνω ενέργειές μου αγνόησε πλήρως το πρωτοβάθμιο, όπως και την παντελή απουσία των αντιδίκων κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα και την αδιαφορία τους σχετικά με το χαρακτηρισμό του επιδίκου, προκαλώντας ερωτήματα σχετικά με το τι παραπάνω θα έπρεπε να κάνω για να καταστήσω εμφανή την παρουσία μου και την πραγματοποίηση πράξεων νομής επί του επιδίκου με διάνοια κυρίου, ενώ, μάλιστα, οι ενέργειές μου, πέρα από εμφανείς, παρέμειναν δημοσιευμένες επί ικανό χρονικό διάστημα σε σημεία που έδωσαν τη δυνατότητα στους αντιδίκους να λάβουν γνώση". Ισχυρίζεται δε περαιτέρω ο αναιρεσείων ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει τον ανωτέρω λόγο της έφεσής του, από τον οποίο αποδεικνυόταν η εκδήλωση εκ μέρους του διακατοχικών πράξεων νομής επί του επιδίκου και παράλληλα η απουσία των αναιρεσιβλήτων από το επίδικο ακίνητο. Επικουρικά δε, ισχυρίζεται ότι το ίδιο δικαστήριο αγνόησε πλήρως τα προσκομισθέντα και επικληθέντα από τον ίδιο, προς υποστήριξη του ως άνω λόγου της έφεσής του, δημόσια έγγραφα που αναφέρονται παραπάνω, με αποτέλεσμα να υποπέσει στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ωστόσο, ο λόγος αυτός, όσον αφορά την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι ο διαλαμβανόμενος στον ανωτέρω λόγο έφεσης ισχυρισμός του αναιρεσείοντος είναι αρνητικός της ιστορικής βάσης της αγωγής των αναιρεσιβλήτων και όχι αυτοτελής, ώστε να θεμελιωθεί, σύμφωνα με τις προηγηθείσες και πιο πάνω εκτιθέμενες νομικές σκέψεις, ο από το ανωτέρω άρθρο προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα υπ' αριθμ. ...2013 πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, τα έγγραφα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για να χρησιμεύσουν είτε προς άμεση απόδειξη, στα οποία περιλαμβάνονται και οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες φωτογραφίες, εφόσον δεν αμφισβητείται η γνησιότητα αυτών..., είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τις νόμιμα προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους διαδίκους ένορκες βεβαιώσεις, την υπ' αριθμ. ...2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Α., τοπογράφου μηχανικού..., τις νόμιμα προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους διαδίκους τεχνικές εκθέσεις, που εκτιμώνται ελεύθερα... και από τα διδάγματα της κοινής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και χωρίς απόδειξη...". Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση, αλλά και από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα που επικαλείται ο αναιρεσείων, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος. Πλην όμως, το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά και όχι σύμφωνα με τις απόψεις του αναιρεσείοντος την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των ισχυρισμών του, ότι δηλαδή ο αναιρεσείων βρισκόταν στη νομή του επιδίκου επί είκοσι και πλέον έτη, αλλά αντίθετα ότι αυτός κατέλαβε και νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο από το 2001 έως το 2011, οπότε οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την ένδικη αγωγή τους. Κατά συνέπεια, ο έβδομος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Για το ορισμένο του λόγου πρέπει εκτός των άλλων, να εκτίθενται ποια ήταν η επίδραση των πραγμάτων που δέχθηκε το δικαστήριο ως αληθινά δίχως απόδειξη στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 258/2023, ΑΠ 1020/2019, 449/2019). Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ ορίζει ότι κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση, ή ανταίτηση του. Το βάρος απόδειξης φέρει αυτός που προτείνει τους ισχυρισμούς, δηλαδή, ο ενάγων φέρει το βάρος απόδειξης της ιστορικής βάσης της αγωγής του και ο εναγόμενες το βάρος απόδειξης της ανταγωγής, των ενστάσεων κοκ. Ορίζει ακόμα ότι, όταν ο νόμος θεσπίζει κάποιο τεκμήριο για την ύπαρξη, ενός πραγματικού γεγονότος, επιτρέπεται αντίθετη απόδειξη αν δεν ορίζεται διαφορετικά. Επίσης, κατά το άρθρο 559 αρ. 13 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ βάρος της αποδείξεως. Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί αποδείξεως απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή, αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ. και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα. Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης (ΑΠ 385/2021, ΑΠ 1182/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για το γεγονός ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου, ως προς το βάρος απόδειξης (άρθρ. 559 αρ. 13 ΚΠολΔ), άλλως, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (αρθρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ), άλλως, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη (άρθρ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, διατείνεται ο αναιρεσείων ότι με τον τέταρτο λόγο της έφεσής του παραπονέθηκε για εσφαλμένη κατανομή του βάρους απόδειξης εκ μέρους του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του. Ότι ειδικότερα, επικαλέστηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά τη διαμόρφωση του σκεπτικού του, έχοντας λάβει ως αυταπόδεικτους τους ισχυρισμούς των αντιδίκων του, αντέστρεψε εσφαλμένα και παρά το νόμο το βάρος απόδειξης, εξετάζοντας αποκλειστικά τους ισχυρισμούς που προέβαλε και την αποδεικτική αξία των μέσων που επικαλέστηκε και προσκόμισε, ζητώντας ουσιαστικά από τον εναγόμενο να διαψεύσει τους ισχυρισμούς των εναγόντων, δίχως να εξετάσει αν πράγματι αυτοί ευσταθούν και αν αποδεικνύονται. Ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως και το πρωτοβάθμιο, δέχθηκε ως αληθές γεγονός τη φερόμενη από τους αναιρεσίβλητους ως γενόμενη το έτος 1953 άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του θανόντος πατέρα τους, Β. Κ., μεταξύ της Ε. συζύγου Ι. Σ. και της Α. συζύγου Κ. Π., δίχως να αιτιολογήσει την κρίση του αυτή και παρά την παντελή έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων από τους αναιρεσίβλητους προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Ότι το ανωτέρω γεγονός έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι τόσο οι ίδιοι οι αναιρεσίβλητοι, όσο και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζουν αυτό το γεγονός ως αφετηριακό χρονικό σημείο της έκτακτης εκ μέρους της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων χρησικτησίας επί του επιδίκου αγροτεμαχίου, δια της οποίας κατέστη δήθεν κυρία της έκτασης. Ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παρά το νόμο και χωρίς να προκύπτει από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, δέχθηκε ότι όντως συνέβη η ανωτέρω άτυπη διανομή, ορίζοντας μάλιστα το γεγονός αυτό ως χρονικό σημείο αφετηρίασης της έκτακτης χρησικτησίας. Ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ανωτέρω, ενώ τα μέσα ανταπόδειξης που ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων περί δήθεν άτυπης διανομής, που χώρησε εν έτει 1953 ενώπιον προέδρου κοινότητας και ειρηνοδίκη, είναι συντριπτικά, αφού προσκομίστηκαν επίσημες βεβαιώσεις τόσο από το Δήμο, όσο και από το Ειρηνοδικείο, στις οποίες βεβαιώνεται ότι δεν είναι καταχωρημένο τέτοιο γεγονός στο αρχείο τους. Ότι συνεπώς, ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έπρεπε να αξιώσει το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης περί του γεγονότος της άτυπης διανομής ως αφετηριακού χρονικού σημείου της έκτακτης χρησικτησίας, χωρίς να καταλείπεται η ελάχιστη αμφιβολία ως προς τη βασιμότητά του, επιβαλλομένης στην περίπτωση αυτή της απόρριψης της αγωγής στα πλαίσια του αντικειμενικού βάρους απόδειξης κατ' άρθρο 338 ΚΠολΔ, παρά ταύτα, χωρίς απόδειξη, άλλως με μη επιτρεπτή πιθανολόγηση έκανε δεκτό το γεγονός ως αληθές. Ότι επιπλέον, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα αναγνώρισε τη διενέργεια πράξεων νομής επί του επιδίκου αγροτεμαχίου εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων και των δικαιοπαρόχων τους, βασιζόμενο σε μία αναξιόπιστη μαρτυρική κατάθεση του Ι. Π., ένα μισθωτήριο στο οποίο δεν αναφέρεται το επίδικο και ένα τοπογραφικό διάγραμμα, η ημεροχρονολογία του οποίου δεν προκύπτει από πουθενά, απαιτώντας από τον ίδιο να αποδείξει το ψευδές ή μη της χρονολόγησής του, δεχόμενο αβασάνιστα την αναφερόμενη ημεροχρονολογία από τους αναιρεσίβλητους ως αληθή. Ότι με τον τρόπο αυτό το Εφετείο υπέπεσε στις ανωτέρω αναφερόμενες αναιρετικές πλημμέλειες. Ωστόσο, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν πλήρως τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα η άτυπη διανομή των ακινήτων της κληρονομιαίας περιουσίας του Β. Κ. μεταξύ των θυγατέρων του Ε. και Α. το έτος 1953, η μετέπειτα χρησικτησία του επιδίκου από την τελευταία και τους κληρονόμους της και η κτήση της κυριότητας του επιδίκου από τους αναιρεσίβλητους παραγώγως και πρωτοτύπως. Επομένως, δεν παραβίασε τους ορισμούς του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ σχετικά με το βάρος απόδειξης των θεμελιωτικών περιστατικών της αγωγής για την κυριότητα των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου και συνεπώς δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, παρά τα όσα αντίθετα και γι' αυτό αβάσιμα και απορριπτέα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Όσον αφορά την επικαλούμενη με τον ίδιο λόγο από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη, δηλαδή τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τα έγγραφα τα οποία νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση απόδειξη ή για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις ένορκες βεβαιώσεις, την έκθεση πραγματογνωμοσύνης και τις τεχνικές εκθέσεις τις οποίες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τα οποία αποδεικτικά μέσα το Εφετείο συνεκτίμησε και έτσι οδηγήθηκε στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να έχει υποχρέωση, ενόψει τις συνεκτίμησης των αποδεικτικών μέσων, να προσδιορίσει το κάθε συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο από το οποίο συνήγαγε τις επί μέρους παραδοχές της απόφασής του. Όσον αφορά, τέλος, την επικαλούμενη με τον ίδιο ως άνω λόγο αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και, τούτο, διότι, ο αναιρεσείων ουσιαστικά αρνείται την ιστορική βάση της αγωγής και ειδικότερα την επικαλούμενη με αυτήν άτυπη διανομή του έτους 1953 μεταξύ της Ε. και Α. της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα τους Β. Κ., με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται εν προκειμένω ο από την ανωτέρω διάταξη αναιρετικός λόγος. Και τούτο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο αρνητικός αυτός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, σε κάθε περίπτωση, λήφθηκε υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και απορρίφθηκε, με την παραδοχή από το Εφετείο ως αποδειχθέντων, πραγματικών γεγονότων αντίθετων με αυτά που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό. Κατόπιν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τέλος, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Β. Επί της από ...2021 αίτησης αναίρεσης της εταιρείας ΤΡΙΤΩΝ Α.Ε.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (άρθρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ), άλλως ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση (άρθρ. 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ), άλλως ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς (άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, ισχυρίζεται με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης ότι με τον πρώτο λόγο της έφεσής της επικαλέστηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε δεχόμενο ότι το έτος 1953, μετά από διένεξη μεταξύ των δύο αδελφών, Ε. και Α. και μετά από παρέμβαση του Ειρηνοδίκη Κυθήρων και του Προέδρου της Κοινότητας ..., η διένεξη αυτή έληξε συμβιβαστικά με την άτυπη διανομή της όλης κληρονομιαίας περιουσίας, σύμφωνα με την οποία η Ε. Σ. έλαβε όλα τα ακίνητα της περιοχής ..., που περιελάμβαναν και το πατρικό σπίτι και σημαντικό αριθμό μελισσοσμηνών και η Α. Π. όλα τα ακίνητα της περιοχής ..., στα οποία περιλαμβανόταν και το πρώτο επίδικο ακίνητο. Ότι για την απόδειξη του ανωτέρω λόγου της έφεσής της, ότι δηλαδή δεν έλαβε χώρα τέτοια άτυπη διανομή το έτος 1953 μεταξύ των αδελφών Ε. και Α., όπως δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επικαλέστηκε και προσκόμισε με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου τα ακόλουθα έγγραφα: α) Το με αριθμό ...1920 προικοσυμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κυθήρων Ν. Λ., από το οποίο προκύπτει ότι τόσο τα ακίνητα που η Ε. Σ. απέκτησε στα ..., όσο και οι μελισσοκυψέλες δεν περιήλθαν σε αυτήν δυνάμει της επικαλούμενης από τους αναιρεσίβλητους άτυπης διανομής, όπως εσφαλμένα είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά είχαν περιέλθει σε αυτήν και τον μέλλοντα σύζυγό της Ι. Σ., λόγω προικός, συσταθείσας με το ανωτέρω συμβόλαιο. Ότι συγκεκριμένα, σύμφωνα με το ανωτέρω προικοσυμβόλαιο, η Ε. Σ. και ο μέλλον σύζυγό της έλαβαν ως προίκα, μεταξύ άλλων τα εξής ακίνητα που βρίσκονται στα ...: i) αγρό κείμενο στη θέση ..., του χωρίου ..., ii) αγρόν κείμενο στη θέση ... της περιφέρειας του χωρίου ... και ... και iii) "...λόγω ομοίως πατρικής προικός παρέδωκε προς τον συμβαλλόμενο Ι. Σ. εξ κυψέλες μελισσών αξίας δραχμών εξήκοντα..." β) Το από ... 1959 συμφωνητικό που υπογράφηκε μεταξύ, αφενός του πατέρα του δικαιοπαρόχου της Α. Σ., ήτοι του Β. Ι. Σ. και αφετέρου του Μ. Κ., σύμφωνα με το οποίο ο Β. Σ. αγόρασε από τον Μ. Κ. ένα περιβόλι "εις θέσιν ... περιφέρειας της Κοινότητος ..., συνορευόμενον γύρωθεν από κληρονόμους Β. Δ. Κ., λαγκαδάκι και Ε. Κ. Φ. Κ.... με το δικαίωμα του ποτίσματος εκ της πηγής βασκίνας ευρισκομένης εντός του περιβολίου Β. Δ. Κ.". Ότι επικαλέστηκε το ανωτέρω συμφωνητικό γιατί σε αυτό δεν αναφέρεται ότι η όμορη ιδιοκτησία, η οποία μάλιστα βαρύνεται με δουλεία αντλήσεως νερού, ανήκει στη μητέρα του αγοραστή Β. Σ., Ε., αλλά στους κληρονόμους του πατέρα της Β. Δ. Κ. Ότι αν ο ισχυρισμός των αντιδίκων (ήδη αναιρεσιβλήτων) περί ατύπου διανομής ήταν αληθής και συνεπώς η Ε. συζ. Ι. Σ. και μητέρα του συμβαλλόμενου στο συμφωνητικό αυτό Β. Ι. Σ., είχε πράγματι, όπως ισχυρίζονται οι αντίδικοι, λάβει συνεπεία της διανομής αυτής, όλα τα κληρονομιαία ακίνητα του πατέρα της Β. Δ. Κ. που βρίσκονταν στην τότε κοινότητα ... Κυθήρων, τότε θα έπρεπε να είχε αποκτήσει και το συγκεκριμένο ακίνητο, το οποίο στο ανωτέρω συμφωνητικό περιγράφεται ως όμορο του πωλούμενου και μεταβιβαζόμενου. Ότι προφανώς, αφού το άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο καταρτίστηκε έξι (6) έτη μετά τη φερόμενη διανομή, θα έπρεπε στο συμβόλαιο αυτό να αναφέρεται ότι το συγκεκριμένο περιβόλι που αγόρασε ο Β. Σ. του Ι., συνορεύει με το περιβόλι ιδιοκτησίας της μητέρας του Ε. συζ. Ι. Σ. και όχι κληρονόμων Β. Δ. Κ. γ) Τη με αριθμό ...2010 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Κυθήρων Α. Ε. Σ., την οποία προσκόμισε με επίκληση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σε συνδυασμό με το ανωτέρω αναφερόμενο με αριθμό ...1920 προικοσυμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κυθηρίων Ν. Λ., από την οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός των αντιδίκων περί ατύπου διανομής της όλης κληρονομιαίας περιουσίας μεταξύ των αδελφών Ε. και Α. θυγατέρων Β. Κ. του Δ., σύμφωνα με την οποία (διανομή) η Ε. σύζυγος Ι. Σ. έλαβε όλα τα ακίνητα της περιοχής ... Κυθήρων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν ελαιόφυτα, περιβόλια με νερά, το πατρικό σπίτι, καθώς και σημαντικός αριθμός μελισσοσμηνών, ενώ αντίστοιχα η Α. συζ. Κ. Π. έλαβε όλα τα ακίνητα της περιοχής ... των Κυθήρων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ένδικο ακίνητο, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι αληθής, διότι μεταξύ των δήθεν συμφωνηθέντων μερίδων, οι οποίες σκοπίμως δεν προσδιορίζονται από τους αντιδίκους, ούτε εκτιμήθηκε το ύψος τους από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ώστε να ελεγχθεί η βασιμότητα του προβαλλόμενου από τους εφεσίβλητους ισχυρισμού, δεν υφίσταται ούτε κατά προσέγγιση η στοιχειώδης απαιτούμενη αναλογία ώστε ο ισχυρισμός αυτός να μοιάζει τουλάχιστον αληθοφανής. Ότι ειδικότερα, προέβαλε με την έφεσή της ότι σύμφωνα με τις με αριθμούς ...2010 και ...2011 πράξεις αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Κυθήρων Α. Ε. Σ., τις οποίες επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, οι αντίδικοί της (εναγόμενοι) ισχυρίζονται ότι στη μερίδα της δικαιοπαρόχου τους Α. συζ. Κ. Π. το γένος Β. Κ., η οποία, κατά τους αναληθείς ισχυρισμούς τους, προέκυψε από τη μεταξύ αυτής και της αδελφής της Ε. καταρτισθείσα άτυπη διανομή, περιλαμβάνονται όλα τα κληρονομιαία ακίνητα που βρίσκονται στην περιοχή ... Κυθήρων και συγκεκριμένα στις πράξεις αυτές απαριθμούνται έντεκα (11) ακίνητα συνολικής εκτάσεως 119.500 τ.μ., σε κάποια από τα οποία μάλιστα περιλαμβάνονται και δύο (2) κτίσματα με στέρνες. Όλα δε, βρίσκονται στην ..., η οποία είναι μία περιοχή ιδιαιτέρως εύφορη, προσφερόμενη για κάθε είδος καλλιέργεια. Επιπροσθέτως επεσήμανε με την έφεση ότι η Α. συζ. Κ. Π. το γένος Β. Κ., είχε αντιστοίχως προικισθεί από τον πατέρα της πλουσιοπάροχα, λαμβάνοντας κατά το έτος 1929 μεγάλο χρηματικό ποσό ανερχόμενο τότε στις 100.000 δραχμές, ως προκύπτει από την από 09 Αυγούστου 1929 έγγραφη δήλωση του Μ. Π. προς τον πατέρα της Α. συζ. Κ. Π. Β. Κ., την οποία προσκόμισε με επίκληση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Ότι στον αντίποδα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν κάνει καμία αναφορά στα ακίνητα που περιλαμβάνονται στη φερόμενη ως συμφωνηθείσα μερίδα της Ε. συζ. Ι. Σ., για την περιουσία της οποίας, εν αντιθέσει με την άνω παραδοχή του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προέκυψε από έγγραφα: i) ότι είχε ήδη από το 1920 αποκτήσει ακίνητα στα ..., λόγω προικός από τον πατέρα της (προικοσυμβόλαιο ...1920) και όχι ως αποτέλεσμα της επικαλούμενης από τους αντιδίκους άτυπης διανομής, ii) ότι το περιβόλι με το νερό το απέκτησε ο σύζυγός της Ι. Σ. με αγορά από το Μ. Κ., iii) ότι τα μελισσοσμήνη τα απέκτησε λόγω προικός από τον πατέρα της και iv) ότι το πατρικό σπίτι (καμάρα με βοηθητικούς χώρους, στέρνα κλπ) το απέκτησε δυνάμει άτυπης προφορικής δωρεάς από τον ίδιο το Β. Κ. του Δ., όπως αναφέρεται στο με αριθμό ...2006 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κυθήρων Α. Ε. Σ., το οποίο επικαλέστηκε και προσκόμισε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. δ) Τη με αριθμό ...1979 δημόσια διαθήκη της Ε. συζύγου Ι. Σ., το γένος Β. Κ., η οποία συντάχθκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Κυθήρων Α. Α. - Λ. και την οποία προσκόμισε με επίκληση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Από αυτήν προκύπτει ότι η ως άνω διαθέτιδα δεν εγκαθιστά κληρονόμο σε κανένα από τα περιουσιακά στοιχεία του πατέρα της που ευρίσκονται στα ..., προφανώς διότι αυτά δεν περιλαμβάνονταν στα δική της περιουσία. Ότι το γεγονός αυτό αποδεικνύει πλήρως ότι ο ισχυρισμός των αντιδίκων περί διανομής είναι έωλος και κατασκευασμένος προκειμένου να στηρίξουν τους αγωγικούς τους ισχυρισμούς. ε) Την από 23 Φεβρουαρίου 1981 επιστολή του Β. Κ., υιού του Δ. Κ. του Β. (κληρονόμου του τελευταίου βάσει της ...1941 διαθήκης), αντίγραφο της οποίας της παρέδωσε ο Α. Σ., την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Ότι σύμφωνα με αυτήν, ο ανωτέρω Β. Κ. γράφει προς τον Β. Σ. (πατέρα του δικαιοπαρόχου της) και αναφέρεται στην περιουσία που απέκτησε από τον αποβιώσαντα πατέρα του, κληρονόμο, βάσει της ανωτέρω διαθήκης, της περιουσίας του Β. Κ. του Δ. Ότι μάλιστα, εκφράζει την επιθυμία του να παραχωρηθει στον εξάδελφό του Δ. Π. το χάλασμα, που συνορεύει με το σπίτι του, το οποίο περιλαμβανόταν στην κληρονομιαία περιουσία του Β. Κ. του Δ. Ότι η επιθυμία του μάλιστα αυτή έγινε απολύτως σεβαστή. Ότι είναι προφανές ότι εάν πράγματι οι κληρονόμοι του Β. Κ. (Δ. και Π.) είχαν παραχωρήσει την περιουσία που κληρονόμησαν από τον πατέρα τους, στις αδελφές τους Ε. και Α., όπως εσφαλμένα δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ακολούθως, πράγματι είχε γίνει η άτυπη διανομή μεταξύ των αδελφών Ε. και Α., την οποία επικαλούνται οι αντίδικοι και εσφαλμένα δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ο ανωτέρω συντάκτης της επιστολής δεν θα είχε κανένα περιουσιακό στοιχείο. στ) Ότι προσέτι, αυτοτελώς προέβαλε με την έφεσή της τον ισχυρισμό ότι η άνω παραδοχή του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εκτός από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, παραβιάζει και τα διδάγματα της κοινής πείρας, της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας. Ότι ειδικότερα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εσφαλμένα ως αληθή τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων περί άτυπης διανομής το έτος 1953 και μάλιστα λόγω της διένεξης μεταξύ των δύο οικογενειών. Ότι δέχθηκε ειδικότερα ότι η διανομή αυτή υπήρξε αποτέλεσμα συμβιβασμού, ο οποίος επετεύχθη μετά από παρέμβαση του Προέδρου της Κοινότητας ... και του Ειρηνοδίκη Κυθήρων. Ότι συγκεκριμένα, με τον ανωτέρω λόγο της έφεσής της παραπονέθηκε ότι το δικαστήριο δεχόμενο τα ανωτέρω, παραβίασε στοιχειώδη διδάγματα της κοινής πείρας, καθώς βάσει αυτών δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτό ως αληθές το συγκεκριμένο περιστατικό, χωρίς να υπάρχει έστω και ένα έγγραφο που να δηλοποιεί τη βασιμότητά του, δεδομένης μάλιστα της ανάμειξης δημοσίων φορέων. Ότι ειδικότερα, ισχυρίστηκε πως βάσει της ανθρώπινης εμπειρίας στις συναλλαγές, δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτό ότι οι δύο οικογένειες ευρισκόμενες σε σοβαρή μεταξύ τους διένεξη, προσέφυγαν στον Πρόεδρο της Κοινότητας και στον Ειρηνοδίκη και έτσι επιτεύχθηκε συμβιβασμός, χωρίς ωστόσο να καταγραφεί πουθενά η συμφωνία βάσει της οποίας έληξε η διαμάχη μεταξύ των δύο οικογενειών. Ότι με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και της ανθρώπινης εμπειρίας, είναι αδύνατον η υπόθεση να έφθασε ενώπιον του Ειρηνοδίκη, χωρίς να υπάρχει κάποια αίτηση και πολύ περισσότερο, αφού επετεύχθη συμβιβασμός, με την επέμβαση δικαστικού λειτουργού, ο συμβιβασμός αυτός να μην έχει καταγραφεί σε πρακτικό προς εξασφάλιση της υλοποίησής του. Ότι προς απόδειξη των ανωτέρω, προσκόμισε με επίκληση ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου βεβαίωση από το Ειρηνοδικείο Κυθήρων, σύμφωνα με την οποία "από έρευνα που έγινε στα έγγραφα των ετών 1952, 1953 και 1954 που φυλάσσονται στην Υπηρεσία μας δεν εντοπίστηκε ούτε προφορική άτυπη διανομή πατρογονικής περιουσίας μεταξύ των αδελφών Ε. Σ. του Ι. και Α. Π. του Κ. το γένος Β. και Χ. Κ., ούτε κάποια πράξη συμβιβασμού, ούτε οποιοδήποτε άλλο σχετικό έγγραφο". Ισχυρίζεται δε περαιτέρω η αναιρεσείουσα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να αξιολογήσει στα πλαίσια εξέτασης του προαναφερόμενου λόγου της έφεσής της, τόσο τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό-λόγο έφεσης, όσο και τα ανωτέρω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, με αποτέλεσμα να μην απαντήσει στη συγκεκριμένη αιτίασή της, ενώ δεν διέλαβε στο σκεπτικό του κάποια κρίση ενδεικτική της αξιολόγησής του. Ο λόγος αυτός, όσον αφορά την αναιρετική πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, καθώς, ο ανωτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί μη διενέργειας της άτυπης διανομής το έτος 1953 μεταξύ των αδελφών Ε. και Α. της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα τους Β. Κ., όπως ισχυρίστηκαν οι αναιρεσίβλητοι με την αγωγή τους και δέχθηκε και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και ο οποίος ισχυρισμός προβλήθηκε από αυτήν ως λόγος έφεσης, αποτελούσε απλή άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής των αναιρεσιβλήτων και όχι αυτοτελή ισχυρισμό. Επιπλέον, με τον περιλαμβανόμενο στο λόγο έφεσης ισχυρισμό αυτό, γινόταν επίκληση αποδεικτικών μέσων ή του περιεχομένου τους, περιείχε δε ο εν λόγω ισχυρισμός επιχειρήματα της αναιρεσείουσας αντλούμενα από τις αποδείξεις που προσκόμισε. Επομένως, σύμφωνα με την ανωτέρω εκτεθείσα νομική σκέψη, δεν αποτελούσε ?πράγμα? κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ώστε να ιδρυθεί ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παρατιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο έλαβε υπόψη το ως άνω λόγο έφεσης και τον περιλαμβανόμενο σε αυτόν ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, τον οποίο απέρριψε εκ των πραγμάτων κατ' ουσίαν, καθώς δέχθηκε ως αποδεδειγμένα πραγματικά γεγονότα αντίθετα με αυτά που περιλαμβάνονται στον ισχυρισμό και συγκεκριμένα ότι πράγματι έλαβε χώρα η πιο πάνω αναφερόμενη άτυπη διανομή μεταξύ των αδελφών Ε. και Α. της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα τους Β. Κ. το έτος 1953. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα για το γεγονός ότι έλαβε χώρα άτυπη διανομή των ακινήτων το έτος 1953 μεταξύ των αδελφών Ε. και Α., ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα υπ' αριθμ. ...2013 πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, τα έγγραφα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για να χρησιμεύσουν είτε προς άμεση απόδειξη, στα οποία περιλαμβάνονται και οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες φωτογραφίες, εφόσον δεν αμφισβητείται η γνησιότητα αυτών..., είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τις νόμιμα προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους διαδίκους ένορκες βεβαιώσεις, την υπ' αριθμ. ...2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Α., τοπογράφου μηχανικού..., τις νόμιμα προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους διαδίκους τεχνικές εκθέσεις, που εκτιμώνται ελεύθερα... και από τα διδάγματα της κοινής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και χωρίς απόδειξη...". Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση, αλλά και από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα που επικαλείται η αναιρεσείουσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος. Πλην όμως, το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά και όχι σύμφωνα με τις απόψεις της αναιρεσείουσας την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των ισχυρισμών της.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός κατά το μέρος του που αφορά την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, με τον ίδιο ως άνω λόγο, κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι, με το να δεχθεί ότι έλαβε χώρα άτυπη διανομή μεταξύ της Ε. συζ. Ι. Σ. και της Α. Π. της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα τους Β. Κ. με τον τρόπο που εκθέτει ανωτέρω και χωρίς να υφίσταται, όπως ισχυρίζεται, ούτε κατά προσέγγιση η στοιχειώδης απαιτούμενη αναλογία μεταξύ των μεριδίων που έλαβε η κάθε μία, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας. Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε στην εκτιθέμενη ανωτέρω νομική σκέψη, η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς (ΑΠ 884/2022), ενώ οι πιο πάνω εκτιθέμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας αναφέρονται στις παραδοχές του Εφετείου που προέκυψαν από την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, οι οποίες παραδοχές, ως συνεχόμενες με την ουσία της υπόθεσης, δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο. Με το τελευταίο μέρος του πρώτου σκέλους του αυτού ως άνω πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, όπως έγινε δεκτό από την αναιρεσιβαλλομένη, με την ...1941 δημόσια διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε με το ...1980 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ο Β. Κ. του Δ., ο οποίος απεβίωσε στα Κύθηρα την ...1946, εγκατέστησε κληρονόμους του τη σύζυγό του Χ. το γένος Π. Π. και τα τέκνα του Δ., Π., Ε., Α., Κ. και Γ. και συγκεκριμένα την εν λόγω σύζυγό του επί δήλων ακινήτων και τους γιούς του Δ. και Π. στην υπόλοιπη περιουσία του, στην οποία περιλαμβανόταν και το δυτικό τμήμα του αρχικώς μείζονος ακινήτου, τμήμα του οποίου αποτελούσε το πρώτο επίδικο, με τον όρο να αποδώσουν από τα χρήματα της κληρονομιάς σε κάθε μία των αδελφών τους το ποσό των 4.000 δραχμών μετά το θάνατό του. Ότι έγινε επίσης δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι ως άνω κληρονόμοι Δ. και Π. μετά το θάνατο του πατέρα τους αναχώρησαν για μόνιμη εγκατάσταση στην Αυστραλία, οι δε αδελφές τους Κ. και Γ. εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Αθήνα και ότι ακολούθως, όλα τα τέκνα του Β. Κ. συμφώνησαν ατύπως να παραχωρηθούν τα παραπάνω κληρονομικά τους μερίδια, επί όλης της καταληφθείσας ακίνητης περιουσίας του πατέρα τους στα Κύθηρα, στις αδελφές τους Ε. και Α. κατά το μισό στην κάθε μία, τόσο λόγω της μόνιμης παραμονής τους στα Κύθηρα, όσο και λόγω του ότι οι οικογένειές τους ασχολούνταν με αγροτικές εργασίες. Ισχυρίζεται δε περαιτέρω η αναιρεσείουσα ότι η αντίφαση μεταξύ των ως άνω παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, που αφορούν, αφενός μεν την ύπαρξη άτυπης συμφωνίας για κατάργηση των διατάξεων της διαθήκης του Β. Κ. και την κατά το έτος 1953 γενόμενη διανομή και αφετέρου τη δημοσίευση της ανωτέρω ...1941 διαθήκης, είναι ολοφάνερη, ενόψει του χρόνου δημοσίευσης αυτής (1980). Και αυτό γιατί, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ποιος λόγος υπήρχε να δημοσιευθεί η ανωτέρω διαθήκη το έτος 1980, δηλαδή μετά από μακρό χρόνο από τότε, που κατά την προσβαλλόμενη απόφαση είχε λάβει χώρα άτυπη διανομή της κληρονομίας του διαθέτη, η οποία κατά τις παραδοχές της απόφασης, κατήργησε τις διατάξεις της διαθήκης. Ότι λόγω των αντιφατικών αυτών αιτιολογιών, η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών. Με το δεύτερο σκέλος του αυτού ως άνω πρώτου λόγου αναίρεσης, διατείνεται η αναιρεσείουσα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αγνόησε τις συγκεκριμένες αιτιάσεις της που προέβαλε με λόγο έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου για εσφαλμένες παραδοχές αυτής. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι: (I) Ως προς την παράδοση της νομής. Ότι με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της έφεσής της παραπονέθηκε ότι η παραδοχή πως το ένδικο πρώτο ακίνητο περιήλθε στη νομή και κατοχή των αντιδίκων της και των δικαιοπαρόχων τους, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι αυτής της αποκτήσεως της νομής και κατοχής δια παραδόσεώς της κατόπιν: i) της άτυπης διανομής που δήθεν έλαβε χώρα μετά το θάνατο του Δ. Κ. το 1911, ii) της δήθεν άτυπης παραίτησης των πραγματικών κληρονόμων από τα κληρονομικά τους δικαιώματα που απέρρεαν από τις διατάξεις της με αριθμό ...1941 δημόσιας διαθήκης του Β. Κ., που απεβίωσε το 1946 και iii) της άτυπης διανομής που δήθεν έλαβε χώρα το έτος 1953 μεταξύ των αδελφών Ε. Σ. και Α. Π. Ότι ισχυρίστηκε με τον ως άνω λόγο της έφεσής της ότι όλες οι ανωτέρω παραδοχές είναι εσφαλμένες, σύμφωνα και με όσα εξέθεσε προηγουμένως στο πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης. Ότι, όμως, την αιτίαση αυτή ουδόλως εξέτασε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αλλά την αγνόησε πλήρως, παραλείποντας κάθε αναφορά τόσο σε αυτήν, όσο και στα αποδεικτικά μέσα που τη στηρίζουν και που αναφέρονται στο πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης. II) Ως προς τα ίχνη καλλιέργειας. Ότι με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της έφεσής της παραπονέθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παραβίασε το πόρισμα της διενεργηθείσας δικαστικής πραγματογνωμοσύνης. Ότι ειδικότερα, επικαλέστηκε ότι ο άνω πραγματογνώμονας μετά από εξέταση και ανάλυση ζευγών αεροφωτογραφιών των ετών 1945, 1960, 1989 και 1992, αλλά και των αεροφωτογραφιών των ετών 2007, 2011 και 2013, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μόνο στις αεροφωτογραφίες των ετών 1945 και 1960 "... εμφανίζεται η εν λόγω έκταση να αποτελεί αντικείμενο καλλιέργειας...". Ότι αντιθέτως, στις αεροφωτογραφίες των ετών 1989 και 1992, ενώ δέχεται ότι το επίδικο ακίνητο δεν έχει καταστεί δασικό, ήτοι διατηρεί τον αγροτικό του χαρακτήρα, δεν εντοπίζει ίχνη καλλιέργειας. Ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να αξιολογήσει, τόσο την προαναφερόμενη ειδικά με τον άνω λόγο έφεσής της αιτίασή της, όσο και το ανωτέρω αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης. III) Ως προς το από 23.07.1997 συμφωνητικό εκμίσθωσης. Ότι με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου της έφεσής της παραπονέθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Β. Π., ενεργώντας και για λογαριασμό των λοιπών συγκληρονόμων του, εκμίσθωσε το ένδικο ακίνητο δυνάμει του από 23.07.1997 ιδιωτικού συμφωνητικού βεβαίας χρονολογίας για 10 έτη και ότι επί της παραδοχής αυτής δέχθηκε περαιτέρω ως αποδεδειγμένη την άσκηση πράξεων νομής εκ μέρους των αντιδίκων της και ήδη αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου. Ότι ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω συμφωνητικό, που αφορά ενοικίαση ακινήτων ιδιοκτησίας του πρώτου των εναγόντων προς τον υιό του Κ. Π. και προσκομίστηκε από τους αναιρεσίβλητους μαζί με άλλα όμοια συμφωνητικά, έχει συνταχθεί σε ομοιόμορφο προδιατυπωμένο έντυπο, στο οποίο αναφέρεται μόνο η θέση των ακινήτων και η επιφάνειά τους, χωρίς άλλους προσδιορισμούς, όπως συνηθίζεται στα μισθωτήρια. Ότι, όπως εξέθεσε με το λόγο της έφεσής του, τα μισθωτήρια αυτά μοναδικό σκοπό είχαν την εισπραξη επιδοτήσεων με βάσι τη στρεμματική επιφάνεια, γεγονός που αποδεικνύεται και από την αρχή που είχε χορηγήσει τα αντίγραφα αυτά (Επαρχείο Κυθήρων), στο οποίο τα έντυπα αυτά κατατίθεντο για την κίνηση της διαδικασίας λήψεων των επιδοτήσεων. Ότι εν όψει των ανωτέρω, ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω μίσθωση (23.07.1997) δεν συνιστά άσκηση πράξης νομής επί του ένδικου ακινήτου, όπως εσφαλμένα διέλαβε στην απόφασή του το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού δεν συνεπάγεται πραγματική φυσική εξουσίαση επ' αυτού. Ότι, επίσης, για τους ίδιους λόγους ισχυρίστηκε ότι ο μισθωτής με την κατάρτιση του ως άνω συμφωνητικού, δεν απέβλεψε στη βόσκηση ζώων σε αυτά, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το δικαστήριο, αλλά στην είσπραξη επιδοτήσεων, διότι σε όλα τα ως άνω προσκομισθέντα μισθωτήρια αναφέρεται πως ενοικιάζονται για καλλιέργεια και εκμετάλλευση (όχι ως βοσκότοποι για τη βόσκηση ζώων) και σε όλα αναφέρεται ότι ο ενοικιαστής υποχρεούται να διατηρεί τα αγροκτήματα σε καλή κατάσταση (λίπανση-κλάδεμα-όργωμα κλπ.). Ότι στα πλαίσια του ίδιου λόγου έφεσης, ο οποίος αφορούσε την παραδοχή του δικαστηρίου ότι το έτος 1953 εχώρησε άτυπη διανομή, βάσει της οποίας η δικαιοπάροχος των αντιδίκων, Α. Π., έλαβε στη νομή και κατοχή της έντεκα ακίνητα στην ... Κυθήρων, συνολικής επιφάνειας περί τα 120 στρέμματα, μεταξύ των οποίων και το επίδικο, ισχυρίστηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την ανωτέρω παραδοχή του παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθώς εάν πράγματι ο Β. Π. είχε κληρονομήσει από τη μητέρα του Α. Π. και ο ίδιος διαχειριζόταν και νεμόταν για λογαριασμό και των λοιπών συγκληρονόμων του-αντιδίκων της τα ανωτέρω ακίνητα, δεν είναι λογικό να μην έχει συμπεριληφθεί σε κάποιο από τα άνω μισθωτήρια ούτε ένα ακίνητο εκ των φερομένων ως ανηκόντων σε αυτόν και τους λοιπούς αντιδίκους, αλλά ο υιός του Κ. Π. να υποχρεωθεί να προσφύγει σε μισθώσεις από τρίτα πρόσωπα και μάλιστα σε άλλες μακρινές περιοχές (..., Μυλοπόταμος). Ότι παρά τα ανωτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στηρίχθηκε στο από 23.07.1997 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης που προσκομίσθηκε από τους αναιρεσίβλητους, το οποίο ειδικά μνημονεύει, χωρίς να απαντήσει στις πιο πάνω προβαλλόμενες αιτιάσεις της που προέβαλε με το λόγο της έφεσής της, παραλείποντας κάθε αναφορά τόσο σε αυτές, όσο και στα ανωτέρω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα που τις στηρίζουν. Ότι περαιτέρω, προέβαλε με τον ίδιο πιο πάνω λόγο της έφεσής της ότι το αναγραφόμενο στο από 23.07.1997 συμφωνητικό με αριθμό 5 "εις θέση ... (...) κοινότητας ... στρέμ. Είκοσι" το οποίο οι αναιρεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι είναι το ένδικο ακίνητο, ουδόλως ταυτίζεται με αυτό. Ότι ειδικότερα, αφού επισήμανε με το λόγο της έφεσης ότι η θέση "..." είναι μια πολύ κοινή ονομασία για ακίνητα στα Κύθηρα και εμφανίζεται σχεδόν σε όλες τις περιοχές, ισχυρίστηκε ότι τα συγκεκριμένα ένδικα ακίνητα δεν βρίσκονται στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας ..., όπως ισχυρίζονται οι αντίδικοι και εσφαλμένα έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... Ότι εξέθεσε μάλιστα ότι τούτο αποτελεί γεγονός γνωστό στους αντιδίκους, καθώς αποδεικνύεται από το με αριθμό ...2010 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κυθήρων Α. Ε. Σ., το οποίο προσκόμισε με επίκληση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και το οποίο αφορά το προς νότο όμορο με το ένδικο ακίνητο ιδιοκτησίας Γ. Π. Ότι στο συμβόλαιο αυτό συμβάλλονται αφενός ο Γ. Π., αφετέρου η κόρη του Α. Κ. και εκ τρίτου οι Β. Π. του Κ., Μ. σύζυγος Ν. Λ. και Χ. σύζυγος Θ. Κ. Δηλαδή οι δύο πρώτοι των αντιδίκων και η αποβιώσασα σύζυγος του 3ου και μητέρα της 4ης, 5ου, 6ης και 7ης των αντιδίκων. Ότι σύμφωνα με το συμβόλαιο αυτό οι ανωτέρω συμβαλλόμενοι ομολογούν και δηλώνουν ότι το μεταβιβαζόμενο με το συμβόλαιο αυτό ακίνητο (... επιφανείας 5.698,24 τ.μ.) βρίσκεται "... στην κτηματική περιφέρεια του Τοπικού Διαμερίσματος ΦΡΙΛΙΓΚΙΑΝΙΚΩΝ του Δήμου Κυθήρων, στην περιοχή ..., στη θέση "..." με την ειδική ονομασία ......". Ότι το ίδιο προκύπτει και από το με αριθμό ...2010 συμβόλαιο της Παπηλία, το οποίο προσκόμισε με επίκληση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δυνάμει του οποίου η εταιρείας της απέκτησε από τον Α. Σ. το ένδικο ακίνητο. Ότι ενόψει τούτων ισχυρίστηκε ότι η θέση ..., που αναφέρεται από τους αντιδίκους στην αγωγή τους, σκοπίμως τέθηκε και δεν αναφέρθηκε η γνωστή σε αυτούς πραγματική θέση "...", για να ταιριάξει με το συγκεκριμένο μισθωτήριο, ώστε να μπορέσουν να το αξιοποιήσουν δικαστικά. Ότι τούτο άλλωστε ενισχύεται και από το χρόνο που οι αντίδικοι έλαβαν αντίγραφο του ως άνω μισθωτηρίου από το αρχείο του Επαρχείου Κυθήρων, σύμφωνα με τη σφραγίδα της επικύρωσης επί του σώματος αυτού, ήτοι 03.06.2010. Ότι όμως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει στον ανωτέρω ισχυρισμό της, καίτοι αφορά το κρίσιμο ζήτημα της άσκησης πράξεων νομής επί του επιδίκου, καθώς αφορά τη θέση στην οποία βρίσκεται και άρα συνέχεται αναγκαίως με την ίδια την ταυτότητά του και δεν αξιολόγησε τον ισχυρισμό της αυτό, όπως δεν αξιολόγησε τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τον ισχυρισμό της αυτό. IV) Ως προ τη δήλωση του επιδίκου από τους αντιδίκους στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Ότι με το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου της έφεσής της έπληξε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ειδικά και συγκεκριμένα ως προς την, κατόπιν πλημμελούς εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων, παραδοχή του, ότι οι αντίδικοι ασκούσαν πράξεις νομής επί του επιδίκου, καθότι δήλωναν αυτό στις αρμόδιες φορολογικές αρχές (δηλώσεις Ε9). Ότι ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι από τα στοιχεία που προκύπτουν από τις προσκομισθείσες δηλώσεις ακίνητης περιουσίας (Ε9) των αναιρεσιβλήτων, αποδείχθηκε ότι σε κανένα από τα έντυπα αυτά δεν αναφέρεται ακίνητο με την ονομασία "..." στην Κοινότητα ... Κυθήρων, ενώ ούτε οι αντίδικοι προσδιορίζουν, όπως και η προσβαλλόμενη απόφαση, ποιο ακριβώς ακίνητο από τα δηλωθέντα είναι το επίδικο. Ότι πιο συγκεκριμένα, α) στη δήλωση ακινήτων έτους 1997, που αφορά τη Χ. σύζυγο Θ. Κ., το γένος Π., δεν δηλώνεται κανένα ακίνητο με την ονομασία "..." ή "...", δεν δηλώνεται κανένα ακίνητο στο Δήμο/Κοινότητα ..., δηλώνεται ένα ακίνητο σε ποσοστό 25% (άρα προερχόμενο από την ίδια κληρονομία της μητρός της) ευρισκόμενο στα ..., γεγονός που καταρρίπτει τον ισχυρισμό των αντιδίκων περί ατύπου διανομής το έτος 1953, δηλώνεται ένα ακίνητο στη Κοινότητα ... με την ονομασία "..." επιφάνειας 5.000 ή 15.000 (υπάρχει προσθήκη-διαγραφή-αλλοίωση) και μάλιστα με την εκ των υστέρων προσθήκη στο περιθώριο αριστερά της λέξης "..." και τέλος, δεν δηλώνεται κανένα από τα 11 ακίνητα που αναφέρονται στην υπ' αριθμό ...2010 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Α. Ε. Σ. β) Στη δήλωση ακινήτων του έτους 2005 που αφορά τον Β. Π., δεν δηλώνεται κανένα ακίνητο με την ονομασία "...", δηλώνονται ακίνητα στο Δήμο/Κοινότητα ..., όχι όμως αυτά που βρίσκονται ση θέση "...", δηλώνεται ένα ακίνητο με την ονομασία "..." σε ποσοστό 25% ευρισκόμενο στα ..., επιφάνειας 5.500 τ.μ., το οποίο δεν μπορεί να ταυτιστεί με το επίδικο, δηλώνεται έτερο ακίνητο στην Κοινότητα ... με την ονομασία "... ...", επιφάνειας 4.500 τ.μ., το οποίο δεν μπορεί να ταυτιστεί με το επίδικο, δηλώνεται έτερο ακίνητο με την ίδια ονομασία "..."" και πάλι στα ..., επιφάνειας 15.000 τ.μ., το οποίο φέρει κωδικό ιδιοκτήτη 2, δηλαδή ανήκει στη σύζυγό του Μ., το γένος Π., σε ποσοστό 20%, το οποίο δεν μπορεί να ταυτιστεί με το επίδικο, αφού ανήκει σε διαφορετικό ιδιοκτήτη, ενώ τα δηλούμενα ως άνω στο Ε9 ακίνητα δεν μπορούν να ταυτοποιηθούν με τα 11 ακίνητα που αναφέρονται στην ...2010 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Α. Ε. Σ. γ) Στη δήλωση ακινήτων έτους 2005, που αφορά τη Μ. συζ. Ν. Λ., το γένος Π., δεν δηλώνεται κανένα ακίνητο με την ονομασία "...", δηλώνονται ακίνητα στο Δήμο/Κοινότητα ..., όχι όμως αυτά που βρίσκονται στη θέση "...", δηλώνεται ένα ακίνητο με την ονομασία "..." σε ποσοστό 25%, ευρισκόμενο στα ..., επιφάνειας 5.500 τ.μ., το οποίο δεν ταυτίζεται με το επίδικο και τέλος, δηλώνεται έτερο ακίνητο στην Κοινότητα ... με την ονομασία "... ...", επιφάνειας 4.500 τ.μ., το οποίο δεν μπορεί να ταυτιστεί με το επίδικο. Ότι προς επίρρωση των ανωτέρω, με τον ίδιο πιο πάνω λόγο της έφεσής της, επικαλέστηκε και προσκόμισε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, α) το διάγραμμα που συνοδεύει την υπ' αριθμό 46307/2274/1987 Υπουργική απόφαση για την έγκριση του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου της νήσου Κυθήρων (ΦΕΚ 864 Δ'/9-9-1987), στο οποίο με πράσινο χρώμα σημειώνονται τα όρια των Τοπικών Κοινοτήτων και με κίτρινο χρώμα σημειώνεται η ακριβής θέση του ένδικου ακινήτου, από το οποίο αποδεικνύεται ότι το ένδικο ακίνητο βρίσκεται στο Τοπικό Διαμέρισμα ..., β) απόσπασμα από το βιβλία του Π. Τ. "Ιστορία των Κυθήρων" της Εταιρείας Κυθηραϊκών Μελετών, στο οποίο σημειώνεται η θέση με την ονομασία "...", όπου βρίσκεται το ένδικο ακίνητο και γ) το χάρτη της νήσου Κυθήρων (Γερμανική έκδοση), που περιέχεται στο βιβλίο "DIE INSEL KYTHERA", εκδόσεως GOTHA JUSTUS PERTHES 1989, στο οποίο η συγκεκριμένη θέση προσδιορίζεται ως "...". Ότι τα αμέσως ανωτέρω έγγραφα και ιδίως τα δύο πρώτα εξ αυτών, που τυγχάνουν δημόσια έγγραφα και παρέχουν πλήρη απόδειξη για το κρίσιμο ζήτημα που αφορά την ταυτότητα του ακινήτου για το οποίο αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι πράξεις νομής των αναιρεσιβλήτων, δεν λήφθηκαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο αποφεύγει στην απόφασή του να προσδιορίσει σε ποια κτηματική περιφέρεια βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, περιοριζόμενο στη γενικόλογη αναφορά του τοπωνύμιου "...". Ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει στους ανωτέρω ισχυρισμούς της και δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ενώ περαιτέρω, παραβίασε το περιεχόμενο αυτών. Ότι διαφορετικά, αν ήθελε θεωρηθεί ότι η αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "... το δήλωναν στις δηλώσεις ακίνητης περιουσίας που υπέβαλαν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ..." συνιστά απάντηση στον ανωτέρω λόγο της έφεσής της, η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς το συγκεκριμένο ουσιώδες ζήτημα. V) Ως προς το από Απριλίου 19999 τοπογραφικό διάγραμμα του Δ. Γ. Ότι με το πέμπτο σκέλος του πρώτου λόγου της έφεσής της έπληξε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς την κατόπιν πλημμελούς εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων, παραδοχή του ότι οι αντίδικοι ασκούσαν πράξεις νομής επί του επιδίκου, καθότι έδωσαν εντολή για την επιμέτρηση και την περιγραφή του σε τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε ο μηχανικός Δ. Γ. Ότι με τον ως άνω λόγο της έφεσής της, αφού επισήμανε ότι το εν λόγω τοπογραφικό, το οποίο αποτελεί ιδιωτικό έγγραφο, δεν προσαρτάται σε έγγραφο βεβαίας χρονολογίας ώστε να βεβαιώνεται ο πραγματικός χρόνος σύνταξής του, προέβαλε σειρά πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύουν τη βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού του. Ότι πιο συγκεκριμένα, επικαλέστηκε με το λόγο της έφεσής της, α) ότι δεν αποδεικνύεται, ούτε προσδιορίστηκε από τους αντιδίκους για ποιο λόγο το εν λόγω τοπογραφικό συντάχθηκε το έτος 1999 και παρόλα αυτά έμεινε στα συρτάρια, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας των αντιδίκων Ι. Π., β) ότι ενώ οι αντίδικοι ισχυρίστηκαν ότι τα έτη 1996 έως 1999 τοπογράφησαν και άλλα ακίνητα της κληρονομίας της Α. Π., δεν προσκόμισαν κανένα από τα λοιπά τοπογραφικά ώστε να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους αυτό, γ) ότι δεν απασχόλησε το δικαστήριο γιατί να τοπογραφηθεί επιλεκτικά μόνο το συγκεκριμένο ακίνητο, δ) ότι δεν απασχόλησε το δικαστήριο το γεγονός ότι φέρεται να έχει συνταχθεί ένα τοπογραφικό, χωρίς ωστόσο να χρησιμοποιηθεί πουθενά επί έντεκα έτη, ε) ότι δεν απασχόλησε το δικαστήριο το γεγονός ότι εάν πράγματι το συγκεκριμένο τοπογραφικό είχε συνταχθεί το έτος 1999, τότε οι αντίδικοι στις δηλώσεις στοιχείων ακινήτων του έτους 2005 (έντυπα Ε9) που αναφέρονται ανωτέρω, θα το είχαν δηλώσει με την ορθή επιφάνειά του και δεν θα είχαν απόκλιση 10 περίπου στρεμμάτων, στ) ότι σε κάθε περίπτωση, θα έκαναν χρήση του τοπογραφικού αυτού κατά τη σύνταξη της με αριθμό ...2010 πράξης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Κυθήρων Α. Ε. Σ., που συνιστά τον τίτλο κτήσης τους (αποδοχή της κληρονομίας της μητέρας τους Α.), στην οποία, επειδή δεν υπήρχε κανένα τοπογραφικό, αναφέρουν την επιφάνεια του ακινήτου κατά προσέγγιση στα 15.000 τ.μ., ζ) ότι στο ως άνω συμβόλαιο δεν προσαρτάται κανένα τοπογραφικό, ούτε γίνεται χρήση τοπογραφικού για τον προσδιορισμό της επιφάνειας των λοιπών κληρονομιαίων ακινήτων, η οποία σε όλα τα ακίνητα έχει τεθεί κατά προσέγγιση, στοιχείο που καταρρίπτει τις παραδοχές του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά και την κατάθεση του μάρτυρα των αντιδίκων Ι. Π., ο οποίος βεβαιώνει ότι έγιναν τότε τοπογραφικά για τα ακίνητα που περιλαμβάνονταν στην κληρονομιά της Α. Π. Ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στηρίχθηκε, κάνοντας ειδική μνεία, στο ως άνω τοπογραφικό που προσκομίστηκε από τους αναιρεσίβλητους, χωρίς να απαντήσει στις ανωτέρω αιτιάσεις της, που προβλήθηκαν με το λόγο της έφεσής της, τις οποίες αγνόησε, όπως αγνόησε και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα που τις στηρίζουν. Ότι υπό τα ανωτέρω δεδομένα, κατ' εκτίμηση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8, 11 γ' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω υπό στοιχείο (Ι) πρώτο μέρος του και όσον αφορά την αναιρετική πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι, ο ανωτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί μη διενέργειας της άτυπης διανομής μετά το θάνατο του Δ. Κ. το 1911, περί της μη άτυπης παραίτησης των κληρονόμων του Β. Κ. από τα δικαιώματά τους και περί της μη άτυπης διανομής το έτος 1953 μεταξύ των αδελφών Ε. Σ. και Α. Π., όπως ισχυρίστηκαν οι αναιρεσίβλητοι με την αγωγή τους και δέχθηκε και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και ο οποίος ισχυρισμός προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα ως λόγος έφεσης, αποτελούσε απλή άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής των αναιρεσιβλήτων και όχι αυτοτελή ισχυρισμό, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται εν προκειμένω, σύμφωνα με την ανωτέρω εκτιθέμενη νομική σκέψη, η προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός κατά το ως άνω πρώτο μέρος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παρατιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο έλαβε υπόψη το ως άνω λόγο έφεσης και τον περιλαμβανόμενο σε αυτόν ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, τον οποίο απέρριψε εκ των πραγμάτων κατ' ουσίαν, καθώς δέχθηκε ως αποδεδειγμένα πραγματικά γεγονότα αντίθετα με αυτά που περιλαμβάνονται στον ισχυρισμό. Επίσης, ο ίδιος λόγος κατά τα ως άνω υπό στοιχεία (ΙΙ), (III), (IV) και (V) δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο μέρη του και όσον αφορά την ίδια αναιρετική πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι, με τις αιτιάσεις που περιλαμβάνονταν στους λόγους έφεσης που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα, γινόταν επίκληση αποδεικτικών μέσων, ανάλυση του περιεχομένου τους και αμφισβήτηση της αποδεικτικής τους δύναμης, επί πλέον δε, οι αιτιάσεις αυτές περιείχαν επιχειρήματα της αναιρεσείουσας αντλούμενα από τις αποδείξεις. Επομένως, σύμφωνα με την ανωτέρω εκτεθείσα νομική σκέψη, δεν αποτελούσαν οι αιτιάσεις αυτές ?πράγματα? κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ώστε να ιδρυθεί ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός κατά τα πιο πάνω μέρη του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παρατιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους επικαλούμενους λόγους έφεσης και τις περιλαμβανόμενες σε αυτούς αιτιάσεις της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, τις οποίες απέρριψε εκ των πραγμάτων κατ' ουσίαν, καθώς δέχθηκε ως αποδεδειγμένα πραγματικά γεγονότα αντίθετα με αυτά που περιλαμβάνονται στις εν λόγω αιτιάσεις. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα, όπως αυτό εκτέθηκε στις ανωτέρω παρατιθέμενες παραδοχές της απόφασής του, ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα υπ' αριθμ. ...2013 πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, τα έγγραφα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για να χρησιμεύσουν είτε προς άμεση απόδειξη, στα οποία περιλαμβάνονται και οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες φωτογραφίες, εφόσον δεν αμφισβητείται η γνησιότητα αυτών..., είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τις νόμιμα προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους διαδίκους ένορκες βεβαιώσεις, την υπ' αριθμ. ...2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Α., τοπογράφου μηχανικού..., τις νόμιμα προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους διαδίκους τεχνικές εκθέσεις, που εκτιμώνται ελεύθερα... και από τα διδάγματα της κοινής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και χωρίς απόδειξη...". Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση, αλλά και από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα έγγραφα που επικαλείται η αναιρεσείουσα με τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης και τα ως άνω μέρη του, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος. Πλην όμως, το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά και όχι σύμφωνα με τις απόψεις της αναιρεσείουσας την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των αιτιάσεών της.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός κατά το μέρος του που αφορά την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ακόμα, όπως προαναφέρθηκε, η αναιρεσείουσα, με τον ίδιο ως άνω λόγο και με το υπό στοιχείο (ΙΙΙ) μέρος του, κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάται επί πλέον την προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθώς, όπως ισχυρίζεται, εάν πράγματι ο Β. Π. είχε κληρονομήσει από τη μητέρα του Α. Π. και ο ίδιος νεμόταν για λογαριασμό και των λοιπών συγκληρονόμων του τα 11 ακίνητα στην ... Κυθήρων, δεν είναι λογικό να μην έχει συμπεριληφθεί σε κάποιο από τα επικαλούμενα μισθωτήρια ούτε ένα ακίνητο εκ των φερομένων ως ανηκόντων στον ίδιο και στους λοιπούς αντιδίκους της, αλλά ο υιός του Κ. Π. να υποχρεωθεί να προσφύγει σε μισθώσεις από τρίτα πρόσωπα και μάλιστα σε μακρινές περιοχές. Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και, τούτο, διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε στην εκτιθέμενη ανωτέρω νομική σκέψη, η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς (ΑΠ 884/2022), ενώ οι πιο πάνω εκτιθέμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας αναφέρονται στις παραδοχές του Εφετείου που προέκυψαν από την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, οι οποίες παραδοχές, ως συνεχόμενες με την ουσία της υπόθεσης, δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο. Τέλος, όπως προαναφέρθηκε, με το ως άνω υπό στοιχείο (IV) μέρος του εξεταζόμενου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε την πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι, ενόψει των περιλαμβανόμενων στο σχετικό λόγο της έφεσής της για τις δηλώσεις των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων στα έντυπα Ε9, η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "... το δήλωναν στις δηλώσεις ακίνητης περιουσίας που υπέβαλαν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.", στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς το συγκεκριμένο ουσιώδες ζήτημα. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών. Κατά τη διάταξη του άρθρου 387 ΚΠολΔ, η πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, ακόμη και όταν διατάχθηκε υποχρεωτικά κατ' άρθρο 368 και δεν έχει αυξημένη δύναμη σε σχέση με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτή, και συνεπώς, η συνεκτίμησή της με τα άλλα αποδεικτικά μέσα μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο σε σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως, που να είναι αντίθετη προς το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης. Η δε σχετική ως προς την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης κρίση του δικαστηρίου δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται ειδικώς και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ως αναγόμενη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων (ΑΠ 1226/2022, ΑΠ 306/2021, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 1020/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 879/2009). Εξάλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1088/2021, ΑΠ 535/2916, ΑΠ 1078/2015, ΑΠ 503/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης διατείνεται η αναιρεσείουσα ότι με τον πρώτο λόγο της έφεσής της ισχυρίστηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά κακή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κατά πλημμελή εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων, αναιτιολόγητα δέχθηκε των ισχυρισμό των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων περί διαιρέσεως του μείζονος ακινήτου σε δύο τμήματα με την τοποθέτηση στο κοινό όριο λιθορριπής. Ότι ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι με την παραδοχή του αυτή, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς ουδόλως να αιτιολογεί τη σχετική κρίση του, παραβίασε το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από το δικαστήριο πραγματογνώμονα, ο οποίος σε όλες τις αεροφωτογραφίες που υποβλήθηκαν σε φωτοερμηνεία από τον ίδιο, από το έτος 1945 μέχρι και το χρόνο της αυτοψίας (28/...2015), διαπίστωσε ότι η πλευρά Ε25-Ε26-Ε27-Ε28, δεν υλοποιείται στο έδαφος (όριο που τοποθετήθηκε κατά τους ισχυρισμούς των αντιδίκων η υποτιθέμενη λιθορριπή) από κανένα απολύτως στοιχείο ξερολιθιά, δέντρο κλπ. Ότι πιο συγκεκριμένα, με τον ως άνω λόγο της έφεσής της προέβαλε ότι ο πραγματογνώμονας εξετάζοντας τις αεροφωτογραφίες των παρακάτω ετών, με τη σχετική του έκθεση διαπίστωσε ότι: (i) το έτος 2013 "Δεν παρατηρούνται ίχνη από λιθοδομές-ξηρολιθιές στα περιμετρικά όρια με τα στοιχεία Ε25-Ε26-Ε27-Ε28...της επίδικης εδαφικής έκτασης, όπως αυτά εμφαίνονται στο από Απριλίου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα με αριθμό σχεδίου ΠΡ.15 της παρούσας Πραγματογνωμοσύνης", (ii) το έτος 2011 "Δεν παρατηρούνται ίχνη από λιθοδομές-ξηρολιθιές στα περιμετρικά όρια με τα στοιχεία Ε25-Ε26-Ε27-Ε28...της επίδικης εδαφικής έκτασης, όπως αυτά εμφαίνονται στο από Απριλίου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα με αριθμό σχεδίου ΠΡ.14 της παρούσας Πραγματογνωμοσύνης", (iii) το έτος 2007 "Δεν παρατηρούνται ίχνη από λιθοδομές-ξηρολιθιές στα περιμετρικά όρια με τα στοιχεία Ε25-Ε26-Ε27-Ε28-Ε29-Ε30-Ε1 και... της επίδικης εδαφικής έκτασης, όπως αυτά εμφαίνονται στο από Απριλίου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα με αριθμό σχεδίου ΠΡ.13 της παρούσας Πραγματογνωμοσύνης", (iv) το έτος 1992 "Δεν παρατηρούνται ίχνη από λιθοδομές-ξηρολιθιές στα περιμετρικά όρια με τα στοιχεία Ε25-Ε26-Ε27-Ε28-Ε29-Ε30-Ε... και Ε1'-Ε2-Ε3 της επίδικης εδαφικής έκτασης, όπως αυτά εμφαίνονται στο από Απριλίου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα με αριθμό σχεδίου ΠΡ.12 της παρούσας Πραγματογνωμοσύνης", (v) το έτος 1989 "Δεν παρατηρούνται ίχνη από λιθοδομές-ξηρολιθιές στα περιμετρικά όρια με τα στοιχεία Ε21-Ε22-...-Ε29-Ε30-Ε1-Ε2-Ε3-Ε4 της επίδικης εδαφικής έκτασης, όπως αυτά εμφαίνονται στο από Απριλίου 2015 και κλίμακας 1:1000 τοπογραφικό διάγραμμα με αριθμό σχεδίου ΠΡ.11 της παρούσας Πραγματογνωμοσύνης", (vi) το έτος 1960 "Δεν παρατηρούνται ίχνη από λιθοδομές-ξηρολιθιές στα περιμετρικά όρια με τα στοιχεία Ε24-Ε25-...-Ε29-Ε30-Ε1-Ε2-Ε3-Ε4 της επίδικης εδαφικής έκτασης, όπως αυτά εμφαίνονται στο από Απριλίου 2015 και κλίμακας 1:1000 τοπογραφικό διάγραμμα με αριθμό σχεδίου ΠΡ.10 της παρούσας Πραγματογνωμοσύνης", (vii) το έτος 1945 "Δεν παρατηρούνται ίχνη από λιθοδομές-ξηρολιθιές στα περιμετρικά όρια με τα στοιχεία ... και Ε19-Ε20-...-Ε29-Ε30-Ε1-Ε2...-Ε7-Ε8 της επίδικης εδαφικής έκτασης, όπως αυτά εμφαίνονται στο από Απριλίου 2015 και κλίμακας 1:1000 τοπογραφικό διάγραμμα με αριθμό σχεδίου ΠΡ.9 της παρούσας Πραγματογνωμοσύνης", (viii) τα ίδια ακριβώς διαπιστώνει και "Κατά την ημέρα της αυτοψίας", "Δεν παρατηρούνται ίχνη από λιθοδομές-ξηρολιθιές στα περιμετρικά όρια με τα στοιχεία Ε25-Ε26-Ε27-Ε28 και... της επίδικης εδαφικής έκτασης, όπως αυτά εμφαίνονται στο από Απριλίου 2015 και κλίμακας 1:500 τοπογραφικό διάγραμμα με αριθμό σχεδίου ΠΡ.2 της παρούσας Πραγματογνωμοσύνης". Ότι όμως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επαναλαμβάνοντας αυτολεξεί το σκεπτικό και τις παραδοχές της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, απέρριψε την έφεσή της και τις προβληθείσες αιτιάσεις της, δεχόμενο ότι πράγματι το μείζον ακίνητο, από το οποίο προήλθαν τα επίδικα, διαιρέθηκε σε δύο τμήματα δια τοποθετήσεως στο κοινό όριο λιθορριπής. Ότι έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παρέλειψε να λάβει υπόψη του τις ανωτέρω αιτιάσεις της, καθώς και να αξιολογήσει τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε προς απόδειξη του συγκεκριμένου λόγου της έφεσής της και συγκεκριμένα τα με αριθμούς ΠΡ.2, ΠΡ.9, ΠΡ.10, ΠΡ.11, ΠΡ.12, ΠΡ.13, ΠΡ.14, ΠΡ.15 σχεδιαγράμματα του πραγματογνώμονα Γ. Α., το περιεχόμενο των οποίων παραβιάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Σε κάθε δε περίπτωση, προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλομένη στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς το ανωτέρω ζήτημα, καθώς έκρινε αντίθετα με το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, χωρίς να διαλάβει στο σκεπτικό της έστω και μία σκέψη βάσει της οποίας κατέληξε στις ως άνω παραδοχές της. Ότι με τον τρόπο αυτό το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8, άλλως από τον αριθμό 11 γ' του ίδιου άρθρου και άλλως από τον αριθμό 19 του ίδιου επίσης άρθρου, καθώς η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς. Ο λόγος αυτός, όσον αφορά την αναιρετική πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος. Και, τούτο, διότι, κατ' αρχήν, ο ανωτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί μη διαιρέσεως του μείζονος ακινήτου σε δύο τμήματα με την τοποθέτηση στο κοινό όριο λιθορριπής, όπως ισχυρίστηκαν οι αναιρεσίβλητοι με την αγωγή τους και δέχθηκε και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και ο οποίος ισχυρισμός προβλήθηκε από αυτήν ως λόγος έφεσης, αποτελούσε απλή άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής των αναιρεσιβλήτων και όχι αυτοτελή ισχυρισμό. Επιπλέον, με τον περιλαμβανόμενο στο ίδιο λόγο έφεσης ισχυρισμό περί παραβίασης του πορίσματος της πραγματογνωμοσύνης, γινόταν επίκληση αποδεικτικού μέσου και του περιεχομένου του. Επομένως, σύμφωνα με την ανωτέρω εκτεθείσα νομική σκέψη, οι περιλαμβανόμενοι στον αναφερόμενο λόγο έφεσης ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας δεν αποτελούσαν πράγματα κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ώστε να ιδρυθεί ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παρατιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο έλαβε υπόψη το ως άνω λόγο έφεσης και τους περιλαμβανόμενους σε αυτόν ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, τους οποίους απέρριψε εκ των πραγμάτων κατ' ουσίαν, καθώς δέχθηκε ως αποδεδειγμένα πραγματικά γεγονότα αντίθετα με αυτά που περιλαμβάνονται στους ισχυρισμούς και συγκεκριμένα ότι πράγματι έλαβε χώρα η πιο πάνω διαίρεση του μείζονος ακινήτου σε δύο τμήματα με την τοποθέτηση στο κοινό όριο λιθορριπής. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο οδηγήθηκε στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα, ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που προσκομίστηκαν με επίκληση και τα οποία χρησιμεύουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις φωτογραφίες, την έκθεση πραγματογνωμοσύνης και τις τεχνικές εκθέσεις που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους. Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση, αλλά και από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα που επικαλείται η αναιρεσείουσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος. Πλην όμως, το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά και όχι σύμφωνα με τις απόψεις της αναιρεσείουσας την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των ισχυρισμών της.
Συνεπώς, ο εξεταζόμενος λόγος κατά το μέρος του που αφορά την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Τέλος, όσον αφορά την αποδιδόμενη με τον ίδιο λόγο στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός υπό την ανωτέρω πλημμέλεια είναι απαράδεκτος και για τον επί πλέον λόγο ότι η σχετική ως προς την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης κρίση του δικαστηρίου, όπως εκτέθηκε στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά και το Εφετείο ανελέγκτως εκτίμησε ελεύθερα το παραπάνω αποδεικτικό μέσο.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης διατείνεται η αναιρεσείουσα ότι με τον τρίτο λόγο της έφεσής της ισχυρίστηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε κρίνοντας ότι α) τμήμα επιφανείας 1.897 τ.μ., μερικό τμήμα του δεύτερου επιδίκου ακινήτου, δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσης της, β) ότι τόσο η ίδια όσο και οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοί της (αρχικά οι αδελφοί Α., Π., Α. και Δ. Π. και παλαιότερα ο θείος τους Θ. Κ.) δεν άσκησαν πράξεις νομής επ' αυτού για χρονικό διάστημα επαρκές για να συμπληρωθεί ο προβλεπόμενος εκ του νόμου χρόνος της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας και συνακόλουθα, γ) ότι η ίδια δεν κατέστη κυρία, ούτε με παράγωγο τρόπο, αφού το εν λόγω τμήμα δεν περιλαμβανόταν στους τίτλους των δικαιοπαρόχων της, ούτε με πρωτότυπο τρόπο με τις προϋποθέσεις τόσο της τακτικής όσο και της έκτακτης χρησικτησίας. Ότι συγκεκριμένα και όσον αφορά τα σημεία στα οποία τέθηκαν τα όρια μεταξύ των δύο ιδιοκτησιών, εξέθεσα με τον ως άνω λόγο της έφεσής της τα ακόλουθα: Ότι το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να κριθεί μόνο από τα τοπογραφικά διαγράμματα που κατά καιρούς έχουν συνταχθεί σε σχέση με τα όμορα ακίνητα, αλλά πρωτίστως θα κριθεί από την απόδειξη υλικών πράξεων επ' αυτών, ικανών να προσδιορίσουν τα όριά τους. Ότι ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η απόδειξη ύπαρξης υλικών πράξεων καθορισμού ορίων είναι εξόχως σημαντικότερη των τοπογραφικών, τα οποία αποτελούν απλές απεικονίσεις επί χάρτου, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι μεταξύ των τοπογραφικών υφίστανται αποκλίσεις, συχνά πολύ σημαντικές, γεγονός που αποδεικνύεται από τις διαφορετικές μετρήσεις του ίδιου ακινήτου, όπως επί παραδείγματι ισχύει για το πρώτο επίδικο ακίνητο των μετρήσεων: α) του μηχανικού Α. Λ., που προσαρτήθηκε στην υπό κρίση αγωγή, σύμφωνα με την επιμέτρηση του οποίου το επίδικο έχει έκταση 8.466,50 τ.μ. και β) του Δ. Σ., που προσαρτήθηκε στην αγωγή της, σύμφωνα με την επιμέτρηση της οποίας το ίδιο ακίνητο έχει επιφάνεια 8.965,46 τ.μ. Ότι οι ανωτέρω διαφοροποιήσεις εντοπίζονται και στο με αριθμό σχεδίου ΠΡ-4 σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονα, όπου ενδεικτικά στις πλευρές Α-Β-Ε3, Γ-Δ-Ε-Ζ και Ε9-Θ-Ε10, υπάρχουν σαφείς αποκλίσεις, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι υπάρχει μετατόπιση των ορίων στο έδαφος, αφού τα συγκεκριμένα όρια είναι υλοποιημένα με ξερολιθιά και κοινώς αποδεκτά από τους όμορους ιδιοκτήτες. Ότι το αυτό ισχύει και για το τμήμα επιφανείας 1.897 τ.μ. του δεύτερου επιδίκου (επιφανείας κατά τον πραγματογνώμονα 3.841 τ.μ.), καθώς αυτό, που πέραν πάσης αμφιβολίας καθίσταται σαφές και έγινε δεκτό και από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είναι ότι το έτος 1989, οι ενδιαφερόμενοι όμοροι ιδιοκτήτες, παρουσία μαρτύρων, ήτοι οι Α. Π., Θ. Π., Σ. Π. και ο Β. Σ. συνοδευόμενος από το γιο του Α. Σ., δηλαδή οι δικαιοπάροχοί της στο όμορο πρώτο ακίνητο, προέβησαν σε καθορισμό και επαλήθευση των ορίων μεταξύ των δύο ακινήτων. Ότι το γεγονός ότι τα ακίνητα είναι όμορα, σημαίνει ότι εφάπτονται. Ότι το που ακριβώς τοποθετήθηκαν στο έδαφος τα όρια αυτά προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα Α. Π., την οποία αγνόησε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ο οποίος χαρακτηριστικά αναφέρει ότι "Αυτά τα κυπαρισσάκια φυτεύτηκαν ακριβώς πάνω στα παλιά όρια... που βάλαμε όλοι μαζί, Σ. και...". Ότι ομοίως το ίδιο γεγονός επιβεβαιώνεται και από τον μάρτυρα των αντιδίκων, Π. Κ., ο οποίος εξεταζόμενος ενόρκως στο ακροατήριο κατέθεσε ότι "Αυτά τα δύο ακίνητα ήταν... και τότε παλαιότερα ξεχώριζαν μεταξύ τους με μία σειρά πέτρες. Όταν κατόπιν πωλήθηκε του Π. και το καθάρισαν, πετάχτηκαν αυτά τα όρια και έβαλαν ορισμένα πτεροσίδερα. Τώρα τα όρια ξεχωρίζουν με έχουν φυτέψει πέρυσι..." (εννοεί τα κυπαρίσσια). Ότι σε σχετική ερώτηση για το που ακριβώς φυτεύτηκαν τα κυπαρίσσια αυτά, κατέθεσε "Συγγνώμη δεν ξέρω αν είναι πάνω στο όριο τώρα ή να πήγαν λίγο πιο κει ή πιο εδώ". Ότι από την απάντηση αυτή ευθέως προκύπτει ότι σε κάθε περίπτωση, ότι τα κυπαρίσσια φυτεύτηκαν, αν όχι ακριβώς εκεί που ήταν τα παλιά όρια (γεγονός που δεν το αποκλείει ο εν λόγω μάρτυρας, το σπίτι του οποίου απέχει μόλις 200 μέτρα από το σημείο), πάντως με μικρή απόκλιση, στο ίδιο σημείο που ήταν και τα παλαιά ("λίγο ποιο κει ή πιο δω"), όμως σε καμιά περίπτωση δεν τοποθετήθηκαν σε διαφορετική θέση, ώστε να δικαιολογείται η μεγάλη απόκλιση 1.897 τ.μ., όπως εσφαλμένα δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ότι συνεπώς, το σημαντικό στοιχείο το οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αγνόησε εντελώς είναι ότι η επαλήθευση των ορίων αυτών έγινε μεταξύ των όμορων ιδιοκτητών (Σ. από τη μια μεριά και Π. από την άλλη) και μάλιστα σε ανύποπτο χρόνο, δηλαδή το έτος 1989. Ότι οι ανωτέρω όμοροι ιδιοκτήτες παρουσία μαρτύρων, ο ένας μάλιστα εκ των οποίων (Σ. Π.) είναι συμπέθερος του πρώτου των αντιδίκων, Β. Π., συμφώνησαν και τοποθέτησαν τα κοινά όρια μεταξύ των δύο ακινήτων τους, και συνεπώς κατά λογική αναγκαιότητα τα δύο ακίνητα εφάπτονται και δεν είναι δυνατόν μεταξύ αυτών να υφίσταται ένα τμήμα επιφάνειας 1.897 τ.μ., το οποίο έμεινε εκτός συμφωνίας, όπως αναιτιολόγητα δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη, άλλως δεν θα ήταν όμορα τα ακίνητα και δεν θα υπήρχε λόγος διενέργειας καθορισμού ορίων. Ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του τις ανωτέρω αιτιάσεις της και να απαντήσει στο ως άνω λόγο της έφεσής της, όπως παρέλειψε και να αξιολογήσει τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προς απόδειξη του συγκεκριμένου λόγου της έφεσης επικαλέστηκε και προσκόμισε και τα οποία παραβιάστηκαν από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ότι είναι αυτονόητο ότι η ταύτιση του προαναφερόμενου τμήματος με μέρος των διαλαμβανόμενων στους τίτλους της γεωτεμαχίων καθώς η άσκηση πράξεων νομής επ' αυτών είναι ιδιαίτερα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης αυτής, καθώς ταυτοποιεί τα ακίνητα και επιβεβαιώνει ή όχι την κτήση κυριότητας απ' αυτών από την ίδια τόσο παράγωγα όσο και πρωτότυπα. Ότι έτσι, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως όφειλε, λάμβανε υπόψη του και αξιολογούσε το σχετικό λόγο της έφεσής της, αλλά και τα προσαγόμενα αποδεικτικά μέσα, θα καταλυόταν η ιστορική βάση της αγωγής των αντιδίκων της ως προς τα δικαιοπαραγωγικά γεγονότα κτήσης κυριότητας εκ μέρους της δικαιοπαρόχου των αντιδίκων της με παράγωγο τρόπο, αλλά και αυτοτελώς στο πρόσωπο των αντιδίκων της, αφού θα καταλυόταν και ο ισχυρισμός περί ύπαρξης διακατοχικών πράξεων και ταυτόχρονα θα γινόταν δεκτή η δική της αγωγή. Ότι επίσης το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αγνόησε τον ως άνω λόγο της έφεσής της, καθώς δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι από το 1989 που έγινε η επαλήθευση των ορίων μεταξύ των δύο ακινήτων, μέχρι το 2006, που η ίδια απέκτησε το συγκεκριμένο τμήμα, ως μέρος ευρύτερου ακινήτου, το οποίο αγόρασε από τους αδελφούς Π., οι τελευταίοι δεν ασκούσαν πράξεις νομής στο τμήμα των 1.897 τ.μ. Ότι με τον τρόπο αυτό παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (άρθρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ), άλλως δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση (άρθρ. 559 αρ. 11 ΚΠολΔ), άλλως η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς (άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ). Ότι τα ανωτέρω ενισχύονται από το γεγονός ότι το ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από της παραδοχές της απόφασής του, δέχθηκε ότι ο Α. Σ. από το 2001 ασκούσε στο επίδικο τμήμα, μέχρι τη μεταβίβασή του στην ίδια, πράξεις νομής. Ότι εμμέσως δηλαδή, αναγνωρίζεται ότι η ιδιοκτησία των αδελφών Π. εκτεινόταν μέχρι το σημείο αυτό, όπως είχε συμφωνηθεί στον κανονισμό ορίων του 1989, μεταξύ των όμορων ιδιοκτητών, Π. και Σ., άλλως θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι άνω μετέχοντες στον κανονισμό ορίων δημιούργησαν νεκρή ζώνη επιφάνειας 1.897 τ.μ. μεταξύ των ιδιοκτησιών τους. Ότι συνακόλουθα, μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, η εταιρεία της είχε καταστεί κυρία του δεύτερου επιδίκου τμήματος, τόσο κατά τρόπο παράγωγο, δυνάμει του 18826/2006 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, όσο και κατά τρόπο πρωτότυπο, με τη συνδρομή των προϋποθέσεων τόσο της τακτικής όσο και της έκτακτης χρησικτησίας, κατόπιν προσμέτρησης στο χρόνο νομής της που άρχισε το 2006 επί του επιδίκου τμήματος, και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων της αδελφών Π. από το 1992 μέχρι το 2006, και το χρόνο νομής του προηγούμενου ιδιοκτήτη Θ. Κ., ο οποίος είχε αποκτήσει το επίδικο βάσει της ...1951 διαθήκης. Ότι επί πλέον, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν απάντησε στον ως άνω λόγο της έφεσής της, ότι οι αντίδικοι, ενώ αναφέρουν ότι είναι κύριοι ευρύτερης έκτασης 13.825,57 τ.μ., στο οποίο περιλαμβάνεται και στο συγκεκριμένο 2ο επίδικο τμήμα, στη συνέχεια ισχυρίζονται ότι από την έκταση αυτή έχει καταπατηθεί ένα τμήμα 8.466,50 τ.μ. (πρώτο επίδικο) και με τον τρόπο αυτό εξαιρούν και δεν συμπεριλαμβάνουν στην ένδικη αγωγή τους, την έκταση των 1.897 τ.μ., ούτε άσκησαν άλλη αγωγή για αυτήν, παρότι ήδη τουλάχιστον από το 2006, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τη νέμεται και την κατέχει η ίδια. Ότι επίσης, παρά το γεγονός ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε το γεγονός ότι το 1989 υπήρξε επαλήθευση των ορίων των δύο ακινήτων μεταξύ των όμορων ιδιοκτητών (Σ. από τη μια μεριά και Π. από την άλλη) και μάλιστα σε ανύποπτο χρόνο και παρότι ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε από την ίδια με ειδικό και αυτοτελή λόγο έφεσης, το ανωτέρω δικαστήριο αρκούμενο σε απλή αναπαραγωγή της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν διέλαβε στην απόφασή του την παραμικρή αιτιολογία στο πλαίσιο αξιολόγησής του, ώστε να δικαιολογεί πώς είναι δυνατόν, ενώ έγινε κανονισμός ορίων για τα όμορα ακίνητα, αυτά τελικά να μην είναι όμορα, αλλά ανάμεσά τους να υπάρχει μία αδέσποτη έκταση 1.897 τ.μ. Ότι, επομένως, η κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι οι άνω ιδιοκτήτες δημιούργησαν μία νεκρή ζώνη επιφάνειας 1.897 τ.μ. μεταξύ των ακινήτων τους, τα οποία παρά ταύτα εξακολουθούν να τα θεωρούν όμορα, αφενός είναι αντιφατική και αφετέρου αντιβαίνει τα διδάγματα της κοινής πείρας, με αποτέλεσμα να αποδεικνύεται ότι πέραν της αντίφασης, που καθιστά την απόφαση αναιτιολόγητη, το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και που έχουν βαρύνουσα σημασία για την έκβαση της δίκης. Ότι με βάση τα ανωτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (άρθρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ), άλλως δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση (άρθρ. 559 αρ. 11 ΚΠολΔ), άλλως η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς (άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ). Ο λόγος αυτός, όσον αφορά την αναιρετική πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος. Και, τούτο, διότι, οι ανωτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που περιλαμβάνονταν στο λόγο της έφεσής της αποτελούσαν αρνητικούς και όχι αυτοτελείς ισχυρισμούς, επί πλέον δε γινόταν επίκληση αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου τους και συγκεκριμένα καταθέσεις μαρτύρων, με αποτέλεσμα να μην στοιχειοθετείται εν προκειμένω, σύμφωνα με την ανωτέρω εκτεθείσα νομική σκέψη, ο από την πιο πάνω διάταξη προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παρατιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο έλαβε υπόψη το ως άνω λόγο έφεσης και τις περιλαμβανόμενες σε αυτόν αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, τις οποίες απέρριψε εκ των πραγμάτων κατ' ουσίαν, καθώς δέχθηκε ως αποδεδειγμένα πραγματικά γεγονότα αντίθετα με αυτά που περιλαμβάνονται στις αιτιάσεις αυτές. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο οδηγήθηκε στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα, ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που προσκομίστηκαν με επίκληση και τα οποία χρησιμεύουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις φωτογραφίες, την έκθεση πραγματογνωμοσύνης και τις τεχνικές εκθέσεις που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους. Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση, αλλά και από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα που επικαλείται η αναιρεσείουσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος. Πλην όμως, το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά και όχι σύμφωνα με τις απόψεις της αναιρεσείουσας την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των ισχυρισμών της.
Συνεπώς, ο εξεταζόμενος λόγος κατά το μέρος του που αφορά την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Τέλος, όσον αφορά την αποδιδόμενη με τον ίδιο λόγο στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης διατείνεται η αναιρεσείουσα ότι με το δεύτερο λόγο της έφεσής της διατύπωσε την αιτίαση ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε κατά την κρίση του ότι ο απώτερος δικαιοπάροχός της Β. Σ. δεν ασκούσε πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου κατά το χρονικό διάστημα πριν το έτος 2000, καθώς, όλως αντιφατικά σε άλλο σημείο της προσβαλλόμενης απόφασής του δέχεται ότι το έτος 1989, δηλαδή σε ανύποπτο χρόνο, ο Β. Σ. αλλά και ο Α. Σ., ήρθαν σε συμφωνία με τον όμορο ιδιοκτήτη Θ. Κ. του Π., δια της εκπροσώπου του Ε. Π., παρουσία μάλιστα τρίτων μαρτύρων και συγκεκριμένα του Σ. Π. του Α. και του Α. Π., "προκειμένου να επαληθεύσουν τα μεταξύ των όμορων ακινήτων σύνορα και έκαναν επαλήθευση των συνόρων...", τοποθετώντας μάλιστα πασσάλους. Ότι ισχυρίστηκε ειδικότερα ότι αποτελεί δίδαγμα κοινής πείρας ότι ο κανονισμός ορίων και η τοποθέτηση πασσάλων αποτελεί σαφέστατη υλική πράξη νομής. Ότι στην προκειμένη περίπτωση ο συγκεκριμένος κανονισμός ορίων, πέραν του ότι συνιστούσε μία εμφανέστατη υλική πράξη επί του επιδίκου, αφού με βάση αυτήν τοποθετήθηκαν πάσσαλοι, αποτέλεσε παράλληλα μία υλική πράξη και δήλωση, η οποία έγινε δημόσια, καθώς έγινε παρουσία των λοιπών άμεσα ενδιαφερομένων, δηλαδή του ιδιοκτήτη του όμορου ακινήτου, αλλά και τρίτων μαρτύρων. Ότι ειδικότερα, στην προκείμενη περίπτωση η Ε. Π., η οποία ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό του ιδιοκτήτη του όμορου ακινήτου Θ. Κ., προκειμένου να κάνει κανονισμό ορίων, ώστε να είναι διασφαλισμένη, απευθύνθηκε προς αυτόν που γνώριζε ως ιδιοκτήτη του όμορου ακινήτου, δηλαδή εν προκειμένω, στον Β. Σ. Ότι ομοίως και οι μάρτυρες αυτό ακριβώς βεβαιώνουν με την παρουσία τους, δηλαδή τη δημόσια αναγνώριση του απώτερου δικαιοπαρόχου της, Β. Σ., ως ιδιοκτήτη και κυρίου του ένδικου ακινήτου. Ότι αν πράγματι οι αντίδικοι νέμονταν το ένδικο ακίνητο δια της καλλιέργειας αυτού, τη βόσκηση ζώων σε αυτό και της επιστασίας του, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφενός τόσο ο όμορος ιδιοκτήτης, όσο και ο μάρτυρας θα το γνώριζαν και θα είχαν καλέσει αυτούς για να συνομιλήσουν και κατόπιν συμφωνίας να τοποθετήσουν τα ορόσημα. Ότι σε κάθε περίπτωση, η διενέργεια κανονισμού ορίων, αφού μάλιστα τέθηκαν σημάδια (μπετόβεργες-πάσσαλοι) επί του εδάφους, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη, θα είχε γίνει γνωστή στους αντιδίκους, οι οποίοι αν πράγματι νέμονταν τα επίδικα θα είχαν αντιδράσει, αφού μια τέτοια εμφανής ενέργεια είναι δεδομένο ότι έπληττε τα δικαιώματά τους. Ότι επίσης, προέβαλε με επί μέρους λόγο έφεσης ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε η διενέργεια πράξεων νομής επί του επιδίκου από τον Β. Σ. σε χρόνο προγενέστερο του έτους 2000 και ότι μετά την πρώτη μεταβίβαση το έτος 2001 από τον Β. Σ. προς τον Α. Σ., ο τελευταίος κατέλαβε το επίδικο τμήμα. Ότι με βάση τα ανωτέρω, ισχυρίστηκε με την έφεσή της ότι είναι εσφαλμένη η κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι ο Α. Σ., όταν πώληση το ακίνητο στην εταιρείας της δεν ήταν κύριος αυτού και ότι η εταιρεία της δεν κατέστη κυρία αυτού λόγω πώλησης από τον προηγούμενο κύριο αυτού δυνάμει του ...2010 συμβολαίου. Ότι συμπερασματικά διατύπωσε με την έφεση την αιτίαση ότι εάν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε εκτιμήσει ορθά τις ανωτέρω αποδείξεις, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αποδείξεις σχετικά με το αβάσιμο των ισχυρισμών των αντιδίκων, έπρεπε να κάνει δεκτό τον ισχυρισμό της ότι η ίδια έχει καταστεί κυρία του επιδίκου ακινήτου τόσο με παράγωγο τρόπο με το προαναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο, καθώς συνέτρεχαν στο πρόσωπό της όλες οι προϋποθέσεις της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας με την προσμέτρηση στο χρόνο νομής της και του χρόνου νομής των άνω δικαιοπαρόχων της Α. Σ. και Β. Σ. Ότι επίσης, διατύπωσε με τον ίδιο ως άνω λόγο της έφεσής της την αιτίαση ότι εάν ορθά είχε κρίνει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο θα είχε απορρίψει τους σχετικούς ισχυρισμούς των αντιδίκων της και θα είχε αχθεί σε ορθή κρίση, ότι αφενός Β. Σ. είχε εγκατασταθεί στο επίδικο ακίνητο δυνάμει της προς αυτόν γενόμενης "..." από τον παππού του Β. Κ., ο οποίος παρέδωσε τη νομή του εν λόγω ακινήτου στη μητέρα του Ε. Σ., με σκοπό αυτή να το δώσει ως "..." συσταθείσα από αυτόν στον υιό της και εγγονό του και ότι έκτοτε αρχικά η Ε. Σ. και εν συνεχεία ο Β. Σ. νέμονταν αποκλειστικά το ένδικο ακίνητο διανοία κυρίου, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στο ακίνητο πράξεις νομής, νεμόμενοι αυτό διανοία κυρίου, δημόσια, συνεχώς μέχρι και τη μεταβίβασή του προς τον Α. Σ., αναγνωριζόμενοι από όλους και κυρίως από τους όμορους ιδιοκτήτες. Ότι εξέθεσε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν εξετίμησε ορθά τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ε. Σ. και Φ. συζύγου Β. Σ. το γένος Α. Π., οι οποίοι είναι μεγάλης ηλικίας και έχουν ίδια γνώση και αντίληψη των πραγμάτων για το επίμαχο χρονικό διάστημα πριν το έτος 2000 και οι οποίοι κατέθεσαν όσα παρατίθενται ειδικότερα στο αναιρετήριο. Ότι όμως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του τους ανωτέρω ισχυρισμούς-λόγους έφεσης, επαναλαμβάνοντας αυτούσιο το κείμενο της πρωτόδικης απόφασης, χωρίς καμία άμεση, έμμεση ή συναγωγή αναφορά στον ανωτέρω λόγο της έφεσής της, γεγονός που αποδεικνύει ότι ο συγκεκριμένος λόγος της έφεσής της δεν εξετάστηκε. Ότι περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε η διενέργεια πράξεων νομής επί του πρώτου επιδίκου ακινήτου εκ μέρους του απώτερου δικαιοπαρόχου της Β. Σ. σε προγενέστερο του 2000 χρόνο, ενώ α) με άλλη σκέψη δέχεται ότι "... όταν το έτος 1989 ο Α. Π. καθάρισε με εσκαπτικό μηχάνημα το ακίνητο του πατέρα του, παρεμβαίνοντας και στο όμορο ακίνητο και καταστρέφοντας το μεταξύ των ακινήτων όριο, οι Α. Π., Θ. Π., Σ. Π., Β. Σ. και Α. Σ. ήρθαν σε συμφωνία προκειμένου να επαληθεύσουν τα μεταξύ των όμορων ακινήτων σύνορα και έκαναν επαλήθευση των συνόρων" και β) στη συνέχεια δέχεται ότι το 1989ξ προκειμένου ο Α. Π. να καταθέσει τα χαρτιά στο δασαρχείο έκανε επαλήθευση των συνόρων μαζί με τον πατέρα του Θ. Π., το θείο του Σ. Π. και τους δικαιοπαρόχους της Β. Σ. και Α. Σ., υπέπεσε σε σοβαρή αντίφαση, καθώς η οριοθέτηση ακινήτου με συμφωνία των όμορων ιδιοκτητών αποτελεί κατεξοχήν πράξη νομής που ασκείται δημόσια με διάνοι κυρίου. Ότι με τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (άρθρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ), άλλως η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς (άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ). Ωστόσο, ο λόγος αυτός, όσον αφορά την αναιρετική πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος. Και, τούτο, διότι, οι ανωτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που περιλαμβάνονταν στο λόγο της έφεσής της αποτελούσαν αρνητικούς και όχι αυτοτελείς ισχυρισμούς, επί πλέον δε γινόταν επίκληση αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου τους και συγκεκριμένα καταθέσεις μαρτύρων, με αποτέλεσμα να μην στοιχειοθετείται εν προκειμένω, σύμφωνα με την ανωτέρω εκτεθείσα νομική σκέψη, ο από την πιο πάνω διάταξη προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παρατιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο έλαβε υπόψη το ως άνω λόγο έφεσης και τις περιλαμβανόμενες σε αυτόν αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, τις οποίες απέρριψε εκ των πραγμάτων κατ' ουσίαν, καθώς δέχθηκε ως αποδεδειγμένα πραγματικά γεγονότα αντίθετα με αυτά που περιλαμβάνονται στις αιτιάσεις αυτές. Όσον αφορά δε την αποδιδόμενη με τον ίδιο λόγο στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών. Από τις διατάξεις του άρθρου 68 του ΚΠολΔ, με τις οποίες ορίζεται ότι "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον" και του άρθρου 70 ΚΠολΔ, με τις οποίες ορίζεται ότι "Όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη, κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή" προκύπτει ότι η αναγνωριστική αγωγή μπορεί να ασκηθεί σε κάθε περίπτωση κατά την οποία ο ενάγων έχει άμεσο έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη κάποιας παρούσας έννομης σχέσης που τελεί σε αβεβαιότητα. Η ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος, το οποίο μπορεί να είναι και υλικό ή ηθικό, εξαρτάται από τις εκάστοτε περιστάσεις, υφίσταται δε γενικά όταν πρόκειται για αβεβαιότητα της σχέσης, από την οποία δημιουργείται κίνδυνος για τα συμφέροντα του ενάγοντος, είτε άμεσος, είτε επικείμενος, είτε εξαρτώμενος από τη συνδρομή και άλλου μελλοντικού περιστατικού, σε αποτροπή κινδύνου του οποίου τείνει η αιτούμενη αναγνώριση. Η έρευνα για την ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος, που εξετάζεται μάλιστα αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 ΚΠολΔ), δεν είναι συνήθως ανεξάρτητη από την έρευνα του υπαρκτού ή ανυπάρκτου του ουσιαστικού δικαιώματος εκείνου που ενεργεί τη διαδικαστική πράξη. Έτσι το έννομο συμφέρον προορίζεται να περιορίσει τη δικαστική προστασία σε εκείνες μόνο τις περιπτώσεις που η απόφαση που θα ζητηθεί είναι ικανή να συμβάλει στην προστασία των δικαιωμάτων εκείνου που ζητά τη δικαστική προστασία. Ταυτόχρονα επίσης συμβάλλει στην πραγμάτωση του δικαίου και στην αποκατάσταση της κοινωνικής ειρήνης, με άρση της αβεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων και αποτροπή κινδύνου βλάβης των συμφερόντων του ενάγοντος. Ακόμη, ως έννομη σχέση εδώ νοείται η βιοτική σχέση προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή προσώπου προς αγαθό, η οποία ρυθμίζεται από την έννομη τάξη, άρα δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής, διότι δεν είναι έννομες σχέσεις, η βεβαίωση απλών πραγματικών γεγονότων, η διαπίστωση νομικών γεγονότων και ο νομικός τους χαρακτηρισμός, όπως και η επίλυση αφηρημένων νομικών ζητημάτων χωρίς σύνδεση τους με συγκεκριμένη έννομη σχέση της οποίας ζητείται με την αγωγή η προστασία (ΑΠ 1110/2023, ΑΠ 1815/2022, ΑΠ 1914/2014). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για την αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης νομιμοποίηση του διαδίκου αρκεί κατ` αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της καταγόμενης προς κρίση έννομης σχέσης, χωρίς (κατ` αρχήν) να ασκεί επιρροή η αλήθεια ή όχι αυτού, αφού η έλλειψη συνδρομής της παραπάνω διαδικαστικής προϋπόθεσης συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής, ως νομικά αβάσιμης κατά το στάδιο έρευνας της νομικής βασιμότητας της αγωγής, και ως ουσιαστικά αβάσιμης στην περίπτωση μη απόδειξης (κατά το στάδιο της έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας) των επικληθέντων προς θεμελίωση της νομιμοποίησης πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 1525/2021, ΑΠ 752/2020, ΑΠ 975/2020). Ενόψει του ότι η νομιμοποίηση του διαδίκου και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής ή όχι των προϋποθέσεων αυτών ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνον του αριθμού 14 του ίδιου άρθρου, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1581/2022, ΑΠ 975/2020, ΑΠ 742/2018). Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική (ΑΠ 742/2018). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης διατείνεται η αναιρεσείουσα ότι με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της προέβαλε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεχόμενο ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν υφίσταται αμφισβητούμενη έννομη σχέση, αλλά βεβαίωση απλού πραγματικού γεγονότος, που δεν δικαιολογει έννομο συμφέρον για την ίδια να ζητήσει την αιτούμενη έννομη προστασία, έσφαλε και πρέπει η απόφασή του να εξαφανιστεί. Ότι ακολούθως ισχυρίστηκε ότι με την ένδικη από ...2012 αγωγή της εξέθεσε μεταξύ άλλων ότι με το ...2010 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Ν. Π.-Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησε με αγορά από τον Α. Σ. ένα αγροτεμάχιο επιφάνειας 10.070 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στα Κύθηρα στη θέση "..." ... της κτηματικής περιφέρειας του Δημοτικού Διαμερίσματος ..., όπως αυτό περιγράφεται με τα αναφερόμενα στοιχεία στο από Μαρτίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Κ. Ζ.-Τ. και το οποίο συνορεύει μεταξύ άλλων "... Νοτιοανατολικά επί πλευράς Α-Β μήκους μέτρων τριάντα πέντε και πενήντα εκατοστών (35,50) με ιδιοκτησία Γ. Π....". Ότι στο ακίνητο αυτό, επί του οποίου ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά της, τόσο δυνάμει παράγωγου τρόπου, με μεταβίβαση από τον Α. Σ., όσο και δυνάμει πρωτότυπου τρόπου, με τις προϋποθέσεις της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, περιλαμβάνεται καθ' ολοκληρίαν το χαρακτηρισθέν από το δικαστήριο ως τρίτο επίδικο τμήμα επιφάνειας 912,26 τ.μ. Ότι συνεπώς η αναγνώριση ή μη της κυριότητάς της επ' αυτού θα έχει συνέπειες ως προς την επιφάνεια και τα όρια του όλου ακινήτου της. Ότι ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι οι αντίδικοι άσκησαν σε βάρος της την από ...2011 αγωγή τους, με την οποία ισχυριζόμενοι ότι οι ίδιοι είναι συγκύριοι κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή τους ιδανικά μερίδια, ενός κατά τους ισχυρισμούς τους ευρύτερου ενιαίου ακινήτου, συνολικής επιφάνειας 13.828,57 τ.μ. και αμφισβητώντας της δική της ιδιοκτησία επί του ανωτέρω ακινήτου της, το μεγαλύτερο τμήμα του οποίου επιφάνειας 8.466,50 τ.μ. εντάσσουν εντός της δικής τους ιδιοκτησίας, ζήτησαν να αναγνωριστεί η κυριότητά τους επί του εν λόγω ακινήτου. Ότι κατόπιν τούτων, εξέθεσε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή της είναι νόμιμη, παραδεκτή και ορισμένη, ως προς το στοιχείο του εννόμου συμφέροντος, αφού ενόψει του γεγονότος ότι το επίδικο τμήμα επιφάνειας 912,26 τ.μ. αποτελεί τμήμα του όλου ακινήτου της ιδιοκτησίας της, το οποίο απέκτησε με τον ίδιο τίτλο κτήσης με αγορά από τον Α. Σ., ως ένα ενιαίο ακίνητο, γεγονός το οποίο αμφισβητούν ευθέως οι αντίδικοι και μάλιστα με την εις βάρος της ένδικη αγωγή τους, είναι αναγκαία η διάγνωση της κυριότητάς της επί του όλου ακινήτου, αφού κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή της, το τμήμα αυτό αποτελεί μέρος ενός και του αυτού ενιαίου ακινήτου, εντασσόμενο στο νότιο τμήμα του ακινήτου της αυτού και η πλευρά του, υπό στοιχεία Τ'-Ζ-Ε στο συνημμένο στην αγωγή της τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Δ. Σ., συνιστά τμήμα του προς νότο ορίου του όλου ακινήτου της. Ότι συνακόλουθα, η αναγνώριση της κυριότητάς της επ' αυτού θα έχει συνέπεια και ως προς τα όρια και την έκταση του όλου ακινήτου. Ότι όμως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του τους ανωτέρω ισχυρισμούς-λόγους έφεσης, διότι όχι μόνο λείπει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση αναφορά σε αυτούς και το περιεχόμενό τους, αλλά επί πλέον σε αυτήν επαναλαμβάνεται αυτούσιο το κείμενο της πρωτόδικης απόφασης, χωρίς καμία άμεση, έμμεση ή κατά συναγωγή αναφορά στους προβαλλόμενους λόγους έφεσης, με αποτέλεσμα να αποδεικνύεται ότι ο συγκεκριμένος λόγος έφεσης δεν εξετάστηκε. Ότι περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνοντας, καθ' όσον αφορά το τρίτο επίδικο τμήμα επιφάνειας 912,26 τ.μ. ότι καίτοι αυτό αποτελεί αναπόστατο μέρος (ένα ενιαίο ακίνητο) του πρώτου επιδίκου, ήτοι του ενιαίου ακινήτου που απέκτησε με το ...2010 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, που μεταγράφηκε νόμιμα, εντούτοις δεν δικαιολογείται έννομο συμφέρον στο πρόσωπό της για να ζητήσει δικαστική προστασία, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ και έτσι εσφαλμένα απέρριψε ως απαράδεκτο τον συγκεκριμένο ισχυρισμό της, τον οποίο προέβαλε με την έφεσή της. Ότι με τον τρόπο αυτό το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (άρθρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ), άλλως παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ) και, παρά το νόμο, κήρυξε απαράδεκτο (άρθρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ), άλλως δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ). Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του και σύμφωνα με τις ειδικότερες παραδοχές της, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα σε σχέση με το τρίτο επίδικο τμήμα των 912,26 τ.μ, επί του οποίου η αναιρεσείουσα ζήτησε με την αγωγή της την αναγνώριση της κυριότητάς της: "Ωστόσο, ουδόλως προέκυψε ο λόγος, που να δικαιολογεί την ύπαρξη στο πρόσωπο των εναγομένων-εναγόντων (ενν. τους εναγόμενους της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, ήτοι την αναιρεσείουσα και τον Α. Σ. και στη συνέχεια ενάγοντες) εννόμου συμφέροντος για τη ζητούμενη αναγνώριση της κυριότητάς τους επί αυτού, καθώς δεν αποδείχθηκε αβεβαιότητα της σχέσης, από την οποία δημιουργείται κίνδυνος για τα συμφέροντα των ιδίων, είτε άμεσος, είτε επικείμενος, είτε εξαρτώμενος από τη συνδρομή και άλλου μελλοντικού περιστατικού, σε αποτροπή κινδύνου του οποίου τείνει η αιτούμενη αναγνώριση..., δεδομένου ότι οι ενάγοντες-εναγόμενοι (ενν. τους αναιρεσίβλητους) δεν ισχυρίζονται ότι το εν λόγω τμήμα του ακινήτου ανήκει στους ιδίους, ουδέποτε δε προέκυψε ότι το έχουν διεκδικήσει. Εκ μόνου δε του γεγονότος ότι ο ενάγοντες-εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το ως άνω τρίτο τμήμα ανήκει στον μη διάδικο Γ. Π. δεν δικαιολογείται έννομο συμφέρον των εναγομένων-εναγόντων να ζητήσουν προστασία.
Συνεπώς, δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση αμφισβητούμενη έννομη σχέση, αλλά βεβαίωση απλού πραγματικού γεγονότος, χωρίς να συνδέεται με συγκεκριμένη έννομη σχέση της οποίας να ζητείται με την αγωγή η προστασία". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο και ειδικότερα με τις παραδοχές ότι δεν αποδείχθηκε έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας να ζητήσει την αναγνώριση της κυριότητάς της στο επίδικο τμήμα των 912,26 τ.μ., καθώς, όπως δέχθηκε, δεν υπάρχει αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων ως προς την κυριότητα του τμήματος αυτού με την έννοια της διεκδίκησής του από τους εναγόμενους της αγωγής της και ήδη αναιρεσίβλητους, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθώς διέλαβε σε αυτήν επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, την οποία έτσι δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι αυτή με τις προαναφερόμενες παραδοχές της παραβίασε ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ενόψει δε της προαναφερόμενης κρίσης του Εφετείου, δεν ιδρύεται εν προκειμένω η επικαλούμενη με τον ίδιο λόγο αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι, σύμφωνα με την προεκτεθείσα αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, η πλημμέλεια αυτή ανακύπτει μόνο στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας κρίνει ότι η αγωγή είναι απαράδεκτη λόγω έλλειψης των περιστατικών που δικαιολογούν το έννομο συμφέρον του ενάγοντος.
Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος κατά το ως άνω μέρος του είναι απαράδεκτος. Τέλος, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παράβαση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο διότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη τα περιστατικά που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα με την αγωγή της για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός της για την αναγνώριση της κυριότητάς της στο ανωτέρω τμήμα των 912,26 τ.μ., πλην όμως απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος της αυτό ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, καθώς δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά. Με τον έκτο λόγο αναίρεσης διατείνεται η αναιρεσείουσα ότι με τον έκτο λόγο της έφεσής της προέβαλε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο τόσο με την 6941/2013 παρεμπίπτουσα απόφασή του, κατά το σκέλος της που απέρριψε τη σχετική ένστασή της και έκρινε ορισμένη την σε βάρος της αγωγή των αντιδίκων της, όσο και με την ...2017 οριστική του απόφαση, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και έκρινε ότι η υπό κρίση αγωγή των αντιδίκων της σε βάρος της ασκήθηκε παραδεκτά και είναι ορισμένη. Ότι ακολούθως εξέθεσε ότι οι αντίδικοι με την ένδικη αγωγή τους ισχυρίστηκαν ότι μεταξύ της απώτερης δικαιοπαρόχου της Ε. συζ. Ι. Σ., το γένος Β. Κ. και της δικαιοπαρόχου τους Α. συζύγου Κ. Π., το έτος 1953, εχώρησε άτυπη διανομή, σύμφωνα με την οποία, η μεν Ε. έλαβε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή της όλα τα ακίνητα που βρίσκονταν στην περιφέρεια του χωριού ..., η δε Α. έλαβε στην κυριότητα, νομή και κατοχή της όλα τα ακίνητα της περιφέρειας της ...ς, μεταξύ των οποίων, όπως αναφέρουν στην ένδικη αγωγή τους, και το επίδικο. Ότι ισχυρίστηκαν στη συνέχεια ότι "η παραπάνω άτυπη συμφωνία διανομής ακινήτων του έτους 1953 υλοποιήθηκε άμεσα και έγινε απολύτως σεβαστή και από τις δύο προαναφερόμενες αδελφές, μέχρι του θανάτου τους, επισυμβάντος το έτος 1989 για την Ε. Σ. και το έτος 1987 για την Α. Π." και ότι η τελευταία σε αναγνώριση και υλοποίηση της παραπάνω γενόμενης άτυπης διανομής της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα της νεμόταν και κατείχε με πρόθεση αποκλειστικής κυρίας, έναντι της δικαιοπαρόχου της Ε. Σ., μεταξύ άλλων και το επίδικο ακίνητο. Ότι διατύπωσε στη συνέχεια με την έφεσή της την αιτίαση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί των αντιδίκων της, πέραν της ουσιαστικής αβασιμότητάς τους, είναι εντελώς αόριστοι, καθώς, ενώ ισχυρίζονται ότι η αναφερόμενη στην υπό κρίση αγωγή τους άτυπη διανομή του έτους 1953 συνιστά τη γενεσιουργό αιτία εγκατάστασης της δικαιοπαρόχου τους Α. συζ. Κ. Π. στη νομή του επιδίκου ακινήτου, εντούτοις οι αντίδικοι σκοπίμως δεν προσδιορίζουν επαρκώς την επικαλούμενη από αυτούς διανομή και συγκεκριμένα, α) δεν αναφέρουν ποια ακίνητα περιελάμβανε η κατά τους ισχυρισμούς τους προς διανομή κληρονομιαία περιουσία του πατέρα τους Β. Κ., β) δεν αναφέρουν ποια ακριβώς ακίνητα περιελάμβανε η μερίδα κάθε μίας από τις ανωτέρω αδελφές με συγκεκριμένη αναφορά, έστω και περιληπτική, στην ονομασία, τη θέση και την περιοχή που βρίσκονται και γ) δεν προσδιορίζουν, έστω και κατά προσέγγιση, ποια ήταν η αξία των ακινήτων αυτών, ώστε να καθίσταται εφικτός ο υπολογισμός της αξίας κάθε μερίδας. Ότι τις ανωτέρω παραλείψεις εξέθεσε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τον ως άνω λόγο της έφεσής της, επικαλούμενη ότι καθιστούν το σχετικό ισχυρισμό των αντιδίκων περί ατύπου διανομής παντελώς αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης. Ότι ωστόσο, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του τους ανωτέρω ισχυρισμούς της-λόγο έφεσής της, καθόσον, όχι μόνο λείπει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση αναφορά σε αυτούς και το περιεχόμενό τους, αλλά επί πλέον σ' αυτήν επαναλαμβάνεται αυτούσιο το κείμενο της πρωτόδικης απόφασης. Ότι ενόψει αυτών αποδεικνύεται ότι ο συγκεκριμένος λόγος της έφεσής της δεν εξετάστηκε, με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη απόφαση να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και κατά το ενδιαφέρον για την έρευνα του αναιρετικού λόγου μέρος της, το Εφετείο παρέθεσε κατ' αρχήν στην απόφασή του συνοπτικά το περιεχόμενο και το αίτημα της από ...2011 αγωγής των αναιρεσιβλήτων, αναφέροντας τον τρόπο με τον οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι τελευταίοι κατάστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενοι οι ίδιοι το επίδικο ακίνητο και παλαιότερα η απώτερη δικαιοπάροχός τους Α. Π. από το 1953, οπότε έλαβε χώρα άτυπη διανομή μεταξύ αυτής και της αδελφής της Ε. Σ. της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα τους Β. Κ. Δέχθηκε δε στη συνέχεια το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση η από ...2011 αγωγή, έχοντας το περιεχόμενο και το αίτημα που προαναφέρθηκε, είναι πλήρως ορισμένη, επειδή περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που απαιτούνται για την πληρότητά της και ειδικότερα περιγράφεται σ' αυτή σαφώς και ορισμένως το επίδικο κατά θέση, έκταση και όρια και ο προσδιορισμός της θέσης του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, του οποίου αποτελεί τμήμα, καθώς και ο τρόπος κτήσεως της κυριότητας αυτού από τους ενάγοντες. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. ...2013 εν μέρει μη οριστική απόφαση, κατέληξε στην ίδια κρίση και απέρριψε την ένσταση αοριστίας των εναγομένων, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση του δικογράφου της άνω αγωγής και ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και οι περί του αντιθέτου συναφείς λόγοι των εφέσεων πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι". Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη την ένσταση αοριστίας της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, που η αναιρεσείουσα επανέφερε ενώπιόν του με λόγο έφεσης με την επίκληση των, κατά τους ισχυρισμούς της, ελλείψεων της αγωγής που αναφέρονται πιο πάνω, καθώς δέχθηκε ότι η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, αφού αναφέρεται σ' αυτήν, μεταξύ των άλλων και ο τρόπος κτήσεως της κυριότητας αυτού (του επιδίκου) από τους ενάγοντες και έτσι απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσής της.
Συνεπώς, ο εξεταζόμενος πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης διατείνεται η αναιρεσείουσα ότι με τον έβδομο λόγο της έφεσής της προέβαλε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε την επικουρικώς προβληθείσα εκ μέρους της ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος των αντιδίκων αναφορικά με την ένδικη σε βάρος της αγωγή τους, ένσταση την οποία είχε υποβάλει και ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ότι συγκεκριμένα εξέθεσε ότι στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, από το θάνατο της δικαιοπαρόχου τους Α. Π., δηλαδή από το έτος 1987, γνωρίζοντας απολύτως τον τρόπο και τις συνθήκες βάσει των οποίων το ένδικο ακίνητο περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα αρχικά του Β. Σ. και εν συνεχεία, από το έτος 2001, κατόπιν της υπ' αριθμόν ...2001 γονικής παροχής, στον Α. Σ., έβλεπαν αυτούς να εξουσιάζουν αποκλειστικά το ένδικο ακίνητο, διενεργώντας δημόσια, εμφανώς και εν γνώσει τους τοπογραφήσεις, εκχερσώσεις, επιμετρήσεις, καθορισμό ορίων με όμορους ιδιοκτήτες, αυτοψίες, βόσκηση ζώων κλπ. Ότι αποδέχονταν και σέβονταν το απόλυτο δικαίωμα κυριότητας του Β. Σ. και εν συνεχεία, από το έτος 2001 του Α. Σ. στο ένδικο ακίνητο και μόνο μετά τη συμπλήρωση 24 ετών από το θάνατο της Α. Π. και 10 περίπου ετών από τη σύνταξη και μεταγραφή του με αριθμό ...2001 συμβολαίου γονικής παροχής και κυρίως, αφού έμαθαν ότι ο Α. Σ. πώλησε και μεταβίβασε το συγκεκριμένο ακίνητο στην ίδια αντί του υψηλού τιμήματος των 200.000,00 ευρώ, τότε, μεταβάλλοντας τη μέχρι τότε σταθερή στάση τους, θεώρησαν των πώληση αυτή συνθήκη ικανή να τους ωφελήσει οικονομικά και αποφάσισαν, αξιώνοντας ανύπαρκτα κληρονομικά δικαιώματα να εγείρουν την υπό κρίση αγωγή, ώστε να την πιέσουν προκειμένου να ικανοποιήσει οικονομικές απαιτήσεις τους για να αποφύγει την σε βάρος της έγερση αγωγής. Ότι είναι προφανές πως δεν μπορεί με άλλο τρόπο να εξηγηθεί η συμπεριφορά των εναγόντων-αντιδίκων, στους οποίους, κατά τους αναληθείς ισχυρισμούς τους, έχει επαχθεί από το χρόνο θανάτου της Α. Π., μία τεράστια ακίνητη περιουσία περί των 120 στρεμμάτων και παρά ταύτα, επί 24 έτη και ενώ γνώριζαν την εγκατάσταση των δικαιοπαρόχων της στο ένδικο ακίνητο, ουδέν έπραξαν σχετικά, και μόνο μετά την πώληση του ακινήτου αυτού στην ίδια και την καταβολή του ποσού των 200.000,00 ευρώ, έσπευσαν και μάλιστα λίγους μήνες προ της συμπληρώσεως της δεκαετίας, να αποδεχθούν την κληρονομία της Α. Π., ώστε να ασκήσουν την υπό κρίση αγωγή. Ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του τους ανωτέρω ισχυρισμούς-λόγο έφεσης, διότι όχι μόνο λείπει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση αναφορά σε αυτούς και το περιεχόμενό τους, αλλά επί πλέον σε αυτήν επαναλαμβάνεται αυτούσιο το κείμενο της πρωτόδικης απόφασης, χωρίς καμία άμεση, έμμεση ή κατά συναγωγή αναφορά στο συγκεκριμένο προβαλλόμενο λόγο της έφεσής της. Ότι αποδεικνύεται με τον τρόπο αυτό ότι ο συγκεκριμένος λόγος της έφεσής της δεν εξετάστηκε, με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη απόφαση να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, καθώς δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, άλλως, επειδή παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ). Ο λόγος αυτός κατά το μέρος του με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης και σύμφωνα με τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη την ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων με την άσκηση της αγωγής τους, την οποία ένσταση προέβαλε με σχετικό λόγο της έφεσής της και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθώς δέχθηκε ειδικότερα ότι "... μόνη η παρέλευση του χρονικού διαστήματος από το 2001, που κατά τα ανωτέρω ο εναγόμενος-ενάγων, Α. Σ. κατέλαβε αυθαιρέτως το πρώτο επίδικο, μέχρι την άσκηση της ένδικης πρώτης αγωγής, δεν καθιστά την άσκηση αυτής καταχρηστική, ως υπερβαίνουσα καταφανώς τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Περαιτέρω, με την ανωτέρω εκτιθέμενη ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, η αναιρεσείουσα, ουσιαστικά επικαλείται περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις, ενώ επί πλέον, επικαλείται ως επί το πλείστον περιστατικά αρνητικά της ιστορικής βάσης της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, που ως τέτοια δεν θεμελιώνουν την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 582/2004, ΑΠ 950/1989). Δεν στοιχειοθετείται, επομένως, με βάση τα ανωτέρω περιστατικά καταχρηστικότητα της συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα και συνακόλουθα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δεν έλαβε υπόψη τα περιστατικά αυτά στα οποία η αναιρεσείουσα επιχείρησε να θεμελιώσει τη σχετική της ένσταση, δεν παραβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ με τη μη εφαρμογή της.
Συνεπώς, ο εξεταζόμενος έβδομος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατόπιν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τέλος, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από ...2021 και ...2021 αιτήσεις αναίρεσης.

Απορρίπτει την από ...2021 αίτηση του Α. Σ. για αναίρεση της ...2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Απορρίπτει την από ...2021 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΙΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ, ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ" για αναίρεση της ...2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή