Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1800 / 2024    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1800/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Ν. του Α. και της Ε., συζ. Ν. Κ., 2) Π. Ν. του Α. και της Ε., κατοίκων ... (για το υπ' αριθ. ...), 3) Β. συζ. Κ... Μ., το γένος Ν. και Α. Κ., κατοίκου ... (για τα υπ' αριθ. ... και ...), 4) Μ. Κ. του Γ. και της Κ./νας, συζ. Γ. Τ., κατοίκου ... (για το υπ' αριθ. ...) και 5) Σ. Β. του Π. και της Χ. (για το υπ' αριθ. ...), εκ των οποίων οι 1η, 2ος, 3η και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Παπαδόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) Η Β. συζ. Κ. Μ. (3η ως άνω) παραιτείται από το δικόγραφο της από ...2020 αιτήσεως αναίρεσης για αναίρεση της ...2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και β) ο Σ. Β. του Π. (5ος ως άνω) απεβίωσε στις ...2020 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Ν. χα Σ. Β., το γένος Κ. Λ. και Α. Β. του Σ., κάτοικοι ..., εκπροσωπούμενες από τον ίδιο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και τον Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδος και Ιονίου, που κατοικοεδρεύει στην ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αντωνία Κυρίτση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...2015 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της ...2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με την από ...2015 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, με τις αυτοτελείς αιτήσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η ...2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από ...2020 αίτησή τους και τους από ...2022 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 εδ. α', 73, 159 αρ. 2, 160 παρ. 1 και 556 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ενόψει και του άρθρου 35 ΑΚ, που ορίζει ότι το πρόσωπο παύει να υπάρχει με το θάνατό του, προκύπτει ότι αναίρεση μπορεί να ασκήσει, υπό τους όρους του άρθρου 556 παρ. 1 ΚΠολΔ το φυσικό πρόσωπο που βρίσκεται ακόμη στη ζωή κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, πράγμα που σημαίνει ότι δικόγραφο αναίρεσης το οποίο φέρει ως αναιρεσείοντα πρόσωπο που έχει πεθάνει πριν από την κατάθεσή του, με την οποία συντελείται κατά το άρθρο 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ η άσκηση του ενδίκου μέσου, είναι άκυρο και η ακυρότητα αυτή αναγόμενη σε έλλειψη της κατά το άρθρο 62 εδ. α' ΚΠολΔ διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή της ικανότητας του προσώπου να είναι διάδικος, απαγγέλλεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως. Στη προκειμένη περίπτωση από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη ληξιαρχική πράξη θανάτου με αριθμ. ...2020 του ληξιάρχου του Δήμου Πατρέων προκύπτει ότι ο 5ος αναιρεσείων Σ. Β. απεβίωσε στις ...2020, δηλαδή, πριν από την κατά την ...2021 άσκηση της αναίρεσης. Επομένως, η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που φέρεται ότι ασκήθηκε από τον 5ο, λόγω της ακυρότητας κατά τούτο του σχετικού δικογράφου. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 § 1, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσίβλητου και με προφορική δήλωσή του, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε από τον ίδιο το διάδικο, είτε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που αρκεί να έχει γενική πληρεξουσιότητα (άρθρα 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97, 98 ΚΠολΔ). Η νομότυπη ως άνω παραίτηση έχει ως συνέπεια ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και επιφέρει κατάργηση της δίκης, χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση σχετικής απόφασης. Στη προκείμενη περίπτωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων Απόστολος Παπαδόπουλος δήλωσε στο ακροατήριο, ότι η τρίτη των αναιρεσειόντων Β. σύζυγος Κ. Μ. παραιτείται από το δικόγραφο της από ...2020 και με αρ. ...2021 αίτησής της για αναίρεση της υπ' αριθμ. ...2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Ο ανωτέρω δικηγόρος ,όμως, δεν προσκομίζει σχετικό πληρεξούσιο, με το οποίο να του παρέχεται η γενική έστω πληρεξουσιότητα για τη γενόμενη παραίτηση. Επομένως, η ανωτέρω αναιρεσείουσα δεν παρέστη νόμιμα για τη δηλωθείσα παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης. Από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει κλήτευση αυτής, ούτε από τους άλλους παρισταμένους απλούς ομοδίκους της αναιρεσείοντες, ούτε από το αναιρεσίβλητο, Συνεπώς, ως προς την τρίτη αναιρεσείουσα, η οποία συνδέεται με τους λοιπούς αναιρεσείοντες με σχέση απλής ομοδικίας, πρέπει, κατ`εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 3 εδάφ. β`του Κολ, , να χωριστεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Εισάγονται προς συζήτηση α) η από 8-12-2020 και με αριθμό κατάθεσης ...2021 αίτηση αναίρεσης ,η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) , και εμπρόθεσμα, δηλαδή, εντός της ετήσιας προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), σε συνδυασμό με άρθρα 83 ν. 4790/2021 και 25 ν. 4792/2021, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής και επομένως, είναι παραδεκτή (577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και β) το από ...2022 και με αρ. καταθ. ...2022 δικόγραφο πρόσθετων λόγων για αναίρεση της υπ' αριθμ. ...2020, που ασκήθηκε παραδεκτά κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 569 ΚΠολΔ. Με τα ως άνω δικόγραφα προσβάλλεται η με αριθμό ...2020 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 18 επ. του ΚΑΑΑ ν. 2881/2001 και πρέπει, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν (άρθρ. 246, 573 παρ. 1 και 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 ίδιου Κώδικα) Κατά το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος του 1975"
1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος.
2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο.
3. Η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης, και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Με την αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων, που έγινε με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, στην παραπάνω παράγραφο 2 του άρθρου 17 προστέθηκε τρίτο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι "αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό". Η πιο πάνω νέα διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 17 παρ. 2 εδ. γ`), σύμφωνα με τη διάταξη του κεφαλαίου Δ` του Ψηφίσματος, τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 18-4-2001, έχει δε εφαρμογή, ως συνταγματική και επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του. Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53 της 19/20-9-1974 "Περί κυρώσεως της εν Ρώμη την 4ην Νοεμβρίου 1950 υπογραφείσης συμβάσεως "δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", ως και του προσθέτου εις αυτήν Πρωτοκόλλου των Παρισίων της 20ής Μαρτίου 1952" (ΦΕΚ Α` 256) και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) ορίζεται: "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέσει εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Το άρθρο αυτό περιέχει τρεις κανόνες. Ο πρώτος, που είναι γενικής φύσης, καθιερώνει την αρχή της ειρηνικής απόλαυσης της ιδιοκτησίας - περιουσίας (εδ. α` της πρώτης παραγράφου). Ο δεύτερος καλύπτει τη στέρηση περιουσιακών αγαθών, για την οποία θέτει ορισμένες προϋποθέσεις (εδ. β` της πρώτης παραγράφου). Ο τρίτος κανόνας αναγνωρίζει το δικαίωμα των Κρατών, μεταξύ άλλων, να ελέγχουν τη χρήση της περιουσίας σύμφωνα με το γενικό συμφέρον, με την εφαρμογή νόμων, τους οποίους θεωρούν αναγκαίους για το σκοπό αυτό. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία, σημειωτέον, προστατεύεται, ως δικαίωμα στην ιδιοκτησία, εκτός άλλων και η κυριότητα επί προσβολής του δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας, πρέπει να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και της επιταγής της προάσπισης των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων. Και αυτή η ισορροπία τηρείται με τη λήψη υπόψη ως σκοπητέου χρόνου για την αξία του απαλλοτριουμένου, του χρόνου της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, εφόσον αυτή γίνεται μετά την παρέλευση ικανού χρόνου από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της. Η νέα, δε, ρύθμιση του εδ. γ` της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος έχει εισαχθεί, προκειμένου να εναρμονιστεί το εσωτερικό δίκαιο προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), αναφορικά με την έννοια της προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Έτσι "ως προβλεπόμενοι υπό του νόμου όροι", υπό τους οποίους, κατά την άνω διάταξη του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, επιτρέπεται η στέρηση της περιουσίας του προσώπου, νοούνται προφανώς οι όροι, που θεσπίζει η πιο πάνω αναθεωρημένη διάταξη της παρ. 2 εδ. γ` του άρθρου 17 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία, αν η δίκη για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου ακινήτου διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τον προσωρινό προσδιορισμό, λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Η εν λόγω συνταγματική διάταξη μεταφέρθηκε και στον Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων του 2001, ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του ν. 2882/2001 (ΦΕΚ Α` 17/6.2.2001), με την προσθήκη δεύτερου εδαφίου στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 13, η οποία έγινε με το άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 2985/2002 (ΦΕΚ Α` 18/4.2.2002) και άρχισε να ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 2 του ίδιου νόμου). Έτσι ,στην περίπτωση αυτή σύμφωνα με την προαναφερθείσα αρχή της ειρηνικής απόλαυσης της περιουσίας (άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, πρώτη φράση του Πρωτοκόλλου αριθ. 1) το κρίσιμο είναι η επίτευξη μιας δίκαιης ισορροπίας που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των αντικρουόμενων συμφερόντων του ατόμου και της προστασίας του δικαιώματος ιδιοκτησίας αφενός και του γενικού συμφέροντος αφετέρου. Εν όψει των ανωτέρω και σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 111, 223, 224 και 281 του ΑΚ, ο κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου, σε περίπτωση που έχει παρέλθει έτος από την συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, είναι ο χρόνος της συζήτησης , που θεωρείται εκείνη, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα από το αν αυτή είναι η αρχικώς ορισθείσα προς συζήτηση ή μεταγενέστερη που προσδιορίστηκε μετά από αναβολή ή ματαίωση (ΟλΑΠ 27/2007, ΑΠ 910/2022, ΑΠ 1123/2009, ΑΠ 1555/2017). Διαφορετική είναι η περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο, μετά την συζήτηση της υπόθεσης διατάσσει την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, κατ' άρθρο 20 παρ. 7 του ν. 2882/2001. Στη περίπτωση αυτή το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας παγιοποιείται κατά την συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η διατάσσουσα πραγματογνωμοσύνη απόφαση και γι' αυτό γίνεται δεκτό ότι κρίσιμος χρόνος υπολογισμού της αξίας είναι αυτός της συζήτησης πριν από την πραγματογνωμοσύνη και όχι μετά από αυτήν (ΟλΑΠ 14/2011, ΑΠ 910/2022, ΑΠ 1061/2013, ΑΠ 76/2012). Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ως "πλήρης" αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο ακίνητο νοείται η αποζημίωση, που παρέχει στον ιδιοκτήτη του τη δυνατότητα για να αντικαταστήσει το απαλλοτριούμενο με άλλο ίσης αξίας ακίνητο (ΟλΑΠ 714/1978, ΑΠ 515/2012, ΑΠ 310/2021, ΑΠ 682/2020). Για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτών κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης (ΑΠ 372/2021, ΑΠ 1425/2018, ΑΠ 1555/2017). Για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, τα διαγραφόμενα στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 εδαφ. τελευταίο του Ν. 2882/2001, κριτήρια, δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του, ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια. Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιήσεως στην ανωτέρω διάταξη της λέξης "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως (ΑΠ 1323/2023,ΑΠ 310/2021, ΑΠ 682/2020, ΑΠ 261/2018, ΑΠ 56/2018, ΑΠ 1409/2011). Μεταξύ των κριτηρίων, τα οποία μπορεί να λάβει υπόψη του το δικαστήριο είναι και οι υπάρχουσες, κατά τον ανωτέρω χρόνο, οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να τις αναλύει διεξοδικά, όταν αυτές είναι πασίγνωστες και οι οποίες λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη (άρθρο 336 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Ειδικότερα, κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, τα δικαστήρια υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των όμορων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσεως για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία πάντως σε καμία περίπτωση δεν δεσμεύει τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του (ΑΠ 372/2021, ΑΠ 759/2020). Εξάλλου, η σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 310/2021, ΑΠ 682/2020, ΑΠ 261/2018, ΑΠ 56/2018, ΑΠ 1409/2011). Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Στη περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 192/2019). Περαιτέρω, κατά την σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 225/2024, ΑΠ 69/2019, ΑΠ 176/2011). Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 21/2023, ΑΠ 1300/2022, ΑΠ 35/2022,ΑΠ 3/2021, ΑΠ 1554/2021, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 208/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017). Δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 1/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 53/2021, ΑΠ 414/2019). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 22/2020, ΑΠ 145/2019, ΑΠ 198/2015). Ακολούθως, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας ,β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ. Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1323/2023,ΑΠ 69/2022,ΑΠ 96/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1059/ 2017). Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/1987, ΑΠ1323/2023 ΑΠ 426/2021, ΑΠ 1352/2021, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 1480/2018, ΑΠ 64/2017).
Στη προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη με αριθμό ...2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτει ότι με τις με αρ. καταθ.5476/14-12-2010 και 8/3-1-2011 αιτήσεις του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και των αναιρεσειόντων, αντίστοιχα, ζητήθηκε ο ορισμός προσωρινής τιμής μονάδος και η ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων για τα περιγραφόμενα ακίνητα μετά των επικειμένων τους που απαλλοτριώθηκαν δυνάμει της με αρ. ΚΥΑ (Οικονομικών, Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων) 1031819/1368/Δ0010/21-7-2010, για αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του τμήματος από την χθ 109+100,00 έως την χθ 118+ 400.00 του αυτοκινητόδρομου Κόρινθος- ..., σύμφωνα με τη μελέτη οδοποιίας του τμήματος αυτού, συνολικής έκτασης 79.334, 62 τμ, που βρίσκεται στην περιοχή των Δημοτικών διαμερισμάτων Ψαθόπυργου-Αραχωβίτικων, Δρεπάνου, Ακταίου, Κάτω Καστριτσίου, Αγίου Βασιλείου, Πλατανίου και Αγίου Γεωργίου Ρίου του Δήμου Ρίου Αχαΐας. Οι ως άνω αιτήσεις συνεκδικάσθηκαν ,αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη δικάσιμο της 18-3-2014 και εκδόθηκε η υπ'αριθμ. ...2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία ορίσθηκε η προσωρινή τιμή μονάδος για το έδαφος των απαλλοτριούμενων ακινήτων και των επικειμένων τους, ενώ απορρίφθηκε το αίτημα περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης. Ακολούθως, ασκήθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών οι με αρ. καταθ. ...2015 και ...2015 αιτήσεις του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και των αναιρεσειόντων, αντίστοιχα, με αίτημα τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδος, καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης και αναγνώρισης μη ισχύος του τεκμηρίου ωφέλειας. Οι ως άνω αιτήσεις συνεκδικάστηκαν κατά τη δικάσιμο της 7-3-2019 και επ'αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Η δικάσιμος αυτή της 7-3-2019 απέχει πλέον του έτους από τον κρίσιμο χρόνο του προσωρινού προσδιορισμού και, επομένως, το Εφετείο ορθώς έκρινε ότι κρίσιμος χρόνος για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης είναι αυτός της συζήτησης της αίτησης οριστικού προσδιορισμού, κατά την οποία άρχισε και ολοκληρώθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης και όχι ο χρόνος της αρχικώς ορισθείσας δικασίμου, ήτοι της 10-11-2016. Οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 2882/2001 και παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 4 του Συντάγματος, του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με το να θεωρήσει ως κρίσιμο χρόνο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης εκείνον της δικασίμου της 7-3-2019 και όχι εκείνον της συντέλεσης της απαλλοτρίωσης, ήτοι της 1-7-2016, οπότε και γνωστοποιήθηκε στο υπ. αριθμ. 118/1-7-2016 ΦΕΚ τ. Α.Α.Π η παρακατάθεση στο ΤΠΔ της προσωρινής αποζημίωσης και έτσι να προσδιορίσει μικρότερες τιμές από εκείνες που προσδιορίσθηκαν προσωρινά με τη με αρ. ...2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθιστώντας χείρονα τη θέση τους. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι, αφενός διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί (ανεξάρτητα από τη βασιμότητά τους ή όχι) είχαν προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και αφετέρου διότι, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της από ...2015 και με αρ. κατ. ...2015 ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου αίτησης των ήδη αναιρεσειόντων, προκύπτει ότι ισχυρισμός με το ανωτέρω περιεχόμενο (του υπολογισμού της οριστικής τιμής μονάδος με κρίσιμο χρόνο εκείνον της συντέλεσης της απαλλοτρίωσης), δεν είχε προβληθεί με την αίτησή τους, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτει στις λοιπές, αναφερόμενες στην προηγηθείσα νομική σκέψη, εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, γεγονός, άλλωστε, που δεν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες. Σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμοι, καθώς η λήψη υπόψη της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων των προσφευγόντων κατά τον χρόνο συζήτησης των αιτήσεων για τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας της αποζημίωσης (7-3-2019), μετά την πάροδο ενός και πλέον έτους από τη συζήτηση της αίτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης (18-3-2014), δεν παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ν. 2882/2001 ,τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 4 του Συντάγματος, το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α και δη της απορρέουσας από αυτό αρχής της ειρηνικής απόλαυσης της περιουσίας. Διότι, όπως προεκτέθηκε, σχετικά, κρίσιμο δεν είναι η μεγαλύτερη αποζημίωση του ιδιοκτήτη με βάση την μεγαλύτερη αξία που είχε το ακίνητο του στο διάστημα από 2014-2019, αλλά η δίκαιη ισορροπία μεταξύ αφενός του δικαιώματος στην περιουσία και αφετέρου του γενικού συμφέροντος. Ισορροπία, που με τις παραπάνω αποφάσεις, τηρείται ενόψει του ότι η επικαλούμενη μείωση της αξίας των ακινήτων των προσφευγόντων, πρέπει να συγκριθεί και αντιπαραβληθεί με το γενικό συμφέρον, όπως αυτό προσδιορίζεται πλέον από την χωρίς προηγούμενο εξαιρετική κρίση στην σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας, για το Ελληνικό Κράτος, όπου η εφαρμογή των Μνημονίων στο όνομα της δημοσιονομικής κρίσης επέφερε βαθύτατες ανατροπές στην κοινωνική οργάνωση του κράτους, με άμεση συνέπεια τη δραματική πτώση του βιοτικού επιπέδου της ζωής του μεγαλύτερου μέρους του ελληνικού πληθυσμού, ώστε η επικαλούμενη από τους προσφεύγοντες ατομική επιβάρυνση να μην διαταράσσει την ως άνω ισορροπία. Περαιτέρω, με τους τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έβδομο και ένατο (κατ'ορθή εκτίμηση του πρώτου και δεύτερου σκέλους του) λόγους της αναίρεσης και τους συναφείς δεύτερο και τρίτο πρόσθετους λόγους οι αναιρεσείοντες, με ταυτόσημη για όλους τους λόγους αιτιολογία προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση, αντίστοιχα, αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 εδ. α και β, 8εδ.β ,11γ, 12 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) σε συνδυασμό με το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, διότι το Εφετείο α) εσφαλμένα και χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθόρισε οριστικές τιμές για τα απαλλοτριωμένα ακίνητα και τα επικείμενά τους, χαμηλότερες από τις πραγματικές, και χωρίς διαφοροποίηση των τιμών μεταξύ αρτίων και οικοδομησίμων ακινήτων και αγροτεμαχίων β) παραβίασε ευθέως τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής και τα διδάγματα κοινής πείρας, γ) δεν έλαβε υπόψη τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς τους με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όσον αφορά τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης ,διότι κατέληξε στον οριστικό προσδιορισμό των αναφερόμενων τιμών μονάδων αποζημίωσης κατά τρόπο μονομερή αυθαίρετο και ατεκμηρίωτο, ήτοι χωρίς να λάβει υπόψη όλα τα αναφερόμενα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα ήτοι τις αναφερόμενες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, συμβόλαια, δικαστικές αποφάσεις, συγκριτικά στοιχεία, φωτογραφίες, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων που περιέχονται στα πρακτικά της υπ'αριθμ. ...2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Επιπρόσθετα, τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ως προς την αξία των ακινήτων δεν κρίθηκαν πρόσφορα, δ) "αποκρύπτει και δεν σχολιάζει σκόπιμα τα συνολικά σχετικά 80 κρίσιμα συγκριτικά στοιχεία, τα οποία αν είχε λάβει υπόψη δεν θα όριζε τις εξευτελιστικές τιμές που καθόρισε θέλοντας να προχωρήσει σε δήμευση των ακινήτων" . Με αυτό το περιεχόμενο ,οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως εξής :1) όσον αφορά την επικαλούμενη από το άρθρο 1 εδ.α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του όρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, 2) όσον αφορά την επικαλούμενη από το άρθρο 1 εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ο λόγος αυτός είναι προεχόντως, αόριστος. Διότι, δεν αναφέρονται α)τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας και κοινής λογικής, που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και γ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Σε κάθε περίπτωση, οι αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνιστούν παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας με την προεκτεθείσα έννοια , ενώ και η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αφορά στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά στην χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την εκτίμηση αποδείξεων και για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών και, επομένως, δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης, αλλά, επίσης με τον λόγο αυτόν πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), 3) επίσης και ο λόγος, από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι, δεν εξειδικεύεται το σφάλμα του δικαστηρίου, δηλαδή δεν αποσαφηνίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών, πέραν του ότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής της στις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, 4) όσον αφορά τις πλημμέλειες από τον αριθμό 8εδ.β και 11εδ.γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ : Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009). Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης όχι, όμως, και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013). Ακόμη "πράγμα", κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, είναι κάθε περιστατικό που, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στην γέννηση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 87/2013). Με βάση αυτά, δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, και η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 696/2020,ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 94/2008). Ειδικότερα, η μη λήψη υπόψη των εγγράφων που συγκαταλέγονται στα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 του ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 8 εδάφ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο, αλλά ελέγχεται αναιρετικά από τον αριθμό 11 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με το εδάφιο γ' του οποίου, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, που εφαρμόζονται και στην δίκη προσδιορισμού τιμής μονάδας αποζημίωσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1, 19 παρ. 9 και 10, 20 παρ. 6 και 8 ν. 2882/2001 (ΑΠ 1359/2010, ΑΠ 124/2009), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για την βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο. Καμία, ωστόσο, διάταξη νόμου δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 696/2020, ΑΠ 1456/2014, ΑΠ 292/2011). Στην εξεταζόμενη περίπτωση Ο λόγος : α) από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, διότι δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, τα οριζόμενα, περιοριστικώς, στο άρθρο 339 του Κ.Πολ.Δικ. αποδεικτικά μέσα, η μη λήψη υπόψη των οποίων δεν ιδρύει τον από την διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως. Επίσης, σημειώνεται ότι ,σχετικά με τον ισχυρισμό ότι τα αποδεικτικά μέσα κρίθηκαν απρόσφορα κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 13 παρ. 1 εδ. τελευτ. του ν. 2882/ 2001 (ΚΑΑΑ) ,το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποίησης στην ανωτέρω διάταξη της λέξεως "ιδίως" σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως. Η δε σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 782/2022,ΑΠ 310/2021,ΑΠ 261/2018, ΑΠ 56/2018, ΑΠ 1409/2011). Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προβαλλόμενης απόφασης, ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο τα αποδεικτικά στοιχεία, που προσκόμισαν μετ' επικλήσεως οι αναιρεσείοντες. Συγκεκριμένα, το Εφετείο, σχετικά με το λόγο αυτό, δέχθηκε τα ακόλουθα: " ......Τις τιμές που προτείνει ο εμπειρογνώμονας ζητά και το Ελληνικό Δημόσιο, ενώ οι αυτοτελώς αιτούντες, ανταιτούντες και παρεμβαίνοντες ζητούν μεγαλύτερες τιμές, προσκομίζοντας συγκριτικά στοιχεία (εκτιμητικές εκθέσεις μηχανικών, συμβόλαια). Θα πρέπει να επισημανθεί, όμως, ότι από το έτος 2009 έως το έτος 2018 υπήρξε μείωση της αξίας των ακινήτων (περίπου 45 % της αξίας των διαμερισμάτων), διότι η οικονομική κρίση επηρέασε αρνητικά την κτηματαγορά των ακινήτων (κατοικιών, οικοπέδων και αγρών) με έλλειψη ενδιαφέροντος για την αγορά ακινήτων και συνεχή πτώση τιμών. Η κτηματαγορά σταθεροποιήθηκε, μετά από το έτος 2018, και παρουσιάζει ανάκαμψη με αργούς ρυθμούς......Τα προσκομιζόμενα από τους αιτούντες, ανταιτούντες και παρεμβαίνοντες αποδεικτικά μέσα ως προς την αξία των ακινήτων δεν κρίνονται πρόσφορα για να αχθεί το Δικαστήριο σε διαφορετική κρίση. Ειδικότερα, οι προσαγόμενες εκτιμητικές εκθέσεις δεν αναφέρουν συγκεκριμένα στοιχεία της κτηματαγοράς στα οποία βασίστηκαν και συντάσσονται κατ' εντολή των ιδιοκτητών, ενώ, όσον αφορά στα προσκομιζόμενα συμβόλαια δεν προκύπτει η εγγύτητα των ακινήτων που αναφέρουν στα απαλλοτριωμένα ακίνητα....". Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, β) από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, καθ' όσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπου ρητά κατά λέξη αναφέρει 1) στο 25ο φύλλο, (εμπρόσθια όψη αυτής) ότι λήφθηκαν υπόψη "οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που εξέδωσε την υπ' αρ. ...2015 απόφαση περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωμένων ακινήτων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζονται νόμιμα μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους, οι φωτογραφίες που προσκομίζονται νόμιμα μετ' επικλήσεως και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους, οι τεχνικές εκθέσεις που προσκομίζονται νόμιμα μετ' επικλήσεως, οι εκθέσεις του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, η από Απρίλιο του 2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ν. Α. και του Π. Σ., αγρονόμων-τοπογράφων μηχανικών, η από Μάρτιο του 2018 έκθεση περί οικονομικής αξίας των ιδιοκτησιών του εμπειρογνώμονα Α. Χ., που προσκομίζονται νόμιμα μετ' επικλήσεως",2) στο 46ο φύλλο (οπίσθια όψη) "....οι αυτοτελώς αιτούντες ανταιτούντες και παρεμβαίνοντες ζητούν μεγαλύτερες τιμές, προσκομίζοντας συγκριτικά στοιχεία (εκτιμητικές εκθέσεις μηχανικών, συμβόλαια)..." σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για την στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου, χωρίς να υποχρεούται το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου. Η άποψη των αναιρεσειόντων ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το δικαστήριο σε πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν και συγκεκριμένα σε μεγαλύτερες τιμές μονάδας αποζημιώσεως, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και, συνακόλουθα, σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιταγή του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, 5) όσον αφορά την πλημμέλεια από το αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ: Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 12 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά για το δικαστήριο, καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 του ΚΠολΔ, τα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη, έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από αυτά (τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα). Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 του ΚΠολΔικ (ΑΠ 1417/2009, ΑΠ 1396/2003). Ειδικότερα, δε, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 9 και 20 παρ. 6 του ν. 2882/2001, τα αποδεικτικά μέσα που επιτρέπονται στη διαδικασία τόσο της προσωρινής όσο και της οριστικής αποζημίωσης είναι τα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ (άρθρ. 339), με εξαίρεση τις ένορκες βεβαιώσεις, αλλά και εκείνα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Η δυνατότητα αυτή επίκλησης αποδεικτικών μέσων που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, άρα και κάθε είδους εγγράφων, με εξαίρεση τα πλαστά και τα μη γνήσια έγγραφα, δικαιολογείται από το ότι στη δίκη της απαλλοτρίωσης, με τη χρήση τους, επιτυγχάνεται ταχύτητα της διαδικασίας και περιορισμός των δικαστικών εξόδων. Άλλωστε, η τυπικότητα των κανόνων αυστηρής απόδειξης δεν συνάδει με την ανάγκη για ταχεία και ολιγοδάπανη διαδικασία καθορισμού της αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα. Περαιτέρω, η εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων στη δίκη αυτή γίνεται ελεύθερα από το δικαστήριο στο πλαίσιο του ανακριτικού συστήματος, όπως προβλέπεται ρητά στις διατάξεις των άρθρων 18 παρ.1, 19 παρ.7 έως και 10 και 20 παρ.1 και 6 έως 8 ν. 28882/2001 (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 2062/2017), οι οποίες, ως ειδικές και αποκλειστικές, υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη και μόνο θέματα που δεν ρυθμίζονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού διέπονται συμπληρωματικά από τις κοινές δικονομικές διατάξεις, εφόσον αυτές αρμόζουν στο σκοπό και τη φύση της δίκης προσδιορισμού της αποζημίωσης (άρθρ. 18 παρ. 1 εδάφ. β' του ίδιου νόμου). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης ,όπως ήδη αναφέρθηκε, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση και η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, για το λόγο ότι "το δικαστήριο παραβίασε την αποδεικτική δύναμη της από Μάρτιο 2018 έκθεσης περί οικονομικής αξίας των ιδιοκτησιών του εμπειρογνώμονα Α. Χ., "η οποία αποτέλεσε Ευαγγέλιο" για το Δικαστήριο, προσδίδοντας σε αυτήν πλήρη και μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από αυτήν που καθορίζει ο νόμος, απορρίπτοντας μη νόμιμα, αυθαίρετα και καταχρηστικά τα προσκομισθέντα με επίκληση συγκριτικά στοιχεία, έγγραφα, συμβόλαια, δικαστικές αποφάσεις κ.οκ". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, διότι στην παρούσα ειδική διαδικασία του Ν.2882/2001, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, εφόσον δεν συμβιβάζεται με τη φύση και τον σκοπό της διαδικασίας για τον οριστικό προσδιορισμό αποζημίωσης ,στην οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου(ΑΠ 1681/2018). Σε κάθε περίπτωση, όμως ,στην παρούσα ειδική διαδικασία το Δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, στα πλαίσια του ανακριτικού συστήματος (ΑΠ 168/2015, ΑΠ 86/2015, ΑΠ 969/2011). Περαιτέρω με τον 6ο λόγο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση, την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ όσον αφορά την απόρριψη του αιτήματός τους για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α/10-4-2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρο 146 παρ. 9 του εν λόγω νόμου), "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο. Για το προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμετάλλευσής του, όπως, επίσης, ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του. Στη περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ` αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, η αποζημίωση, δε, αυτή καλύπτει όχι μόνον την από την απαλοτρίωση και μόνο της έκτασης του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου (ΟλΑΠ 31/2005). Η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης θεωρείται ανεπαρκής αν: α) δεν ενέχει προσδιορισμό των τμημάτων που εναπέμειναν, ήτοι αναφορά για το εμβαδόν τους και τα λοιπά προσδιοριστικά τους στοιχεία και β) δεν αναφέρει την κατά προορισμό χρήση των τμημάτων που απομένουν και περαιτέρω την μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποίες προϋποθέσεις (ΑΠ 1619/2010). Στη προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. .../2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών , κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων έγινε δεκτό ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα, όσον αφορά τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα επίδικα ακίνητα των αναιρεσειόντων: Με το ν. 3621/2007 κυρώθηκε η σύμβαση παραχώρησης του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου με την παραχωρησιούχο ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑ ΟΔΟΣ ΑΕ" που αφορά το έργο "Μελέτη, Κατασκευή, Χρηματοδότηση, Λειτουργία, Συντήρηση και εκμετάλλευση του Αυτοκινητόδρομου Ελευσίνα - Κόρινθος - ...- Πύργος - Τσάκωνα". Το έργο αυτό περιλαμβάνεται στα Διευρωπαϊκά Δίκτυα συγχρηματοδοτείται από το Γ' Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης και το ΕΣΠΑ Περαιτέρω, με την υπ' αρ. ...2006 κοινή Υπουργική Απόφαση εγκρίθηκαν οι Περιβαλλοντικοί Όροι για την κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου, στον οποίο περιλαμβάνεται η κατασκευή του τμήματος Κόρινθος-..., από τη χιλιομετρική θέση 109+100,00 έως τη χιλιομετρική θέση 119+400,00 στο Δήμο Ρίου του Ν. Αχαΐας. Στη συνέχεια με την υπ' αρ. ...2010 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ Α345/2-9-2010 και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών (τ.2969 αρ.130) κηρύχθηκε συμπληρωματική αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του τμήματος από τη χθ 109+100,00 έως τη χθ 118+400.00 του αυτοκινητοδρόμου Κόρινθος-..., σύμφωνα με τη μελέτη οδοποιίας του υπόψη τμήματος, έκτασης συνολικού εμβαδού 79.334,62 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή των ΔΔ Ψαθόπυργου - Αραχωβίτικων, Δρεπάνου, Ακταίου, Κάτω Καστριτσίου, Αγίου Βασιλείου, Πλατανιού και Αγίου Γεωργίου Ρίου του Δήμου Ρίου Αχαΐας, η οποία εικονίζεται σε κλίμακα 1:500 στα ακριβή αντίγραφα των από Μαρτίου 2009 και με αριθμούς ... κτηματολογικών διαγραμμάτων και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα, τα οποία συντάχθηκαν από τους μελετητές Π. Ο., Ν. Σ. και Κ. Κ. για λογαριασμό του αναδόχου γραφείου μελετών "Μέθοδος Τεχνική ΑΕ-Σύμβουλοι Μηχανικοί", θεωρήθηκαν την 25-6- 2009 από τον Προϊστάμενο Διεύθυνσης Δ12 του ΥΠΕΧΩΔΕ Ι. Σ. και εγκρίθηκαν με την ...2009 απόφαση του Διευθυντή της ίδιας άνω Υπηρεσίας. Η χάραξη του δρόμου ακολουθεί την υφιστάμενη ..., όπου το πλάτος των 12,5 μ. έγινε 26,5 μ. και αμβλύνονται οι καμπύλες αυτής, ώστε να επιτρέπεται η ασφαλής διέλευση με ταχύτητα 120 χιλ/ώρα. Ο διαπλατυνόμενος δρόμος διατρέχει τα άνω ΔΑ εγγύς των αντιστοίχων οικισμών. Η περιοχή παρουσιάζει περιαστική οργάνωση, οικιστική ανάπτυξη, εντός και εκτός των ορίων των παραπάνω οικισμών, καθόλο το μήκος της παράκτιας κυρίως ζώνης, νότια της ... λόγω της εγγύτητας με την ... και την ακτή. Η αδυναμία, ωστόσο, άμεσης οικοπεδικής αξιοποίησης επηρεάζει την αξία τους σε σχέση με τις οικοδομήσιμες εκτάσεις. Η επίδικη απαλλοτριωθείσα έκταση εκτείνεται σε μία περιοχή, η οποία χαρακτηρίζεται από συνύπαρξη ετεροειδών στοιχείων, ήτοι συνύπαρξη γεωργικών καλλιεργειών (ελαιώνων, αγρών με εσπεριδοειδή κλπ.) με οικιστική ανάπτυξη (εξοχικών ή μη κατοικιών), καθώς και με την εμπορική και βιομηχανική ανάπτυξη (μικρές εργοστασιακές εγκαταστάσεις κλπ.) και βρίσκεται κοντά στη θάλασσα, αλλά και στον ορεινό όγκο της περιοχής. Υπάρχει μεγάλη νοσοκομειακή μονάδα (Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών στο Ρίο), το Πανεπιστήμιο Πατρών και εξυπηρετείται από τις συγκοινωνίες (αστικές, υπεραστικές κλπ.). Ωστόσο, από την άνω συνύπαρξη δημιουργούνται προβλήματα, όπως άναρχη δόμηση, ρύπανση του φυσικού περιβάλλοντος, αλλοίωση της εν γένει αισθητικής της περιοχής....... Από τον συνδυασμό των αναφερομένων στις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από το αιτούν Δημόσιο εκθέσεις του ΣΟΕ με την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη έκθεση του εμπειρογνώμονα Α. Χ., συνεκτιμωμένης και της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, προκύπτουν τα κατωτέρω χαρακτηριστικά των απαλλοτριούμενών ακινήτων, ενώ από στην έκθεση του εμπειρογνώμονα προσδιορίζεται η εκτιμώμενη αξία των ακινήτων, λαμβανομένων υπόψη των εκτιμητικών εκθέσεων του ΣΟΕ, που έχουν συνταχθεί, ύστερα από συστηματική έρευνα και πληροφορίες από δημόσιες υπηρεσίες, τη Συνεταιριστική Ένωση Παραγωγής ΓΕΟΣΕ, την τράπεζα πληροφοριών του ΣΟΕ: ........18) υπ' αρ. ... οικόπεδο μεγάλου μεγέθους, 889,25 τ.μ., με απαλλοτριούμενη έκταση 116,57 τ.μ. εντός οικισμού Ακταίου με πρόσωπο στη νότια πλευρά της ... είναι άρτιο και κατά παρέκκλιση οικοδομήσιμο, όπως και πριν την απαλλοτρίωση, ως προϋφιστάμενο της 3-5-1985 που δημοσιεύτηκε το πδ 24-4-1985, ευρισκόμενο σε πλεονεκτική θέση, με άμεση πρόσβαση στις συγκοινωνίες και στο κέντρο της Πάτρας, 190 ευρώ το τ.μ.... 48) υπ' αρ. ... μεγάλο οικόπεδο 762,94 τ.μ., με επιπλέον απαλλοτριούμενη έκταση 151,59 τ.μ. (αρχικώς απαλλοτριωθέν 1,40 τ.μ.), εντός ορίων οικισμού Αραχωβίτικων, βόρεια της ..., άρτιο και οικοδομήσιμο, πριν και μετά την απαλλοτρίωση, 120 ευρώ το τ.μ..... 78) υπ' αρ. ... μεγάλο οικόπεδο 768,66 τ.μ., στη βόρεια πλευρά της ..., εντός οικισμού Δρεπάνου, με επιπλέον απαλλοτριούμενη έκταση 168,38 τ.μ. (αρχικώς απαλλοτριωθέν 183,27 τ.μ.), ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο και παραμένει και μετά την απαλλοτρίωση, 130 ευρώ το τ.μ.......Περαιτέρω ως προς τα λοιπά αιτήματα... 2. Το αίτημα για ιδιαίτερη αποζημίωση όσον αφορά στο υπ' αρ. ... ακίνητο (οικόπεδο), εναπομείναν τμήμα 417,01 τ.μ, της αίτησης των αυτοτελώς αιτούντων Γ. Ν. και του Π. Ν. πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, καθόσον δεν αποδεικνύεται η έλλειψη οικοδομησιμότητας, διότι η εναπομένουσα έκταση παραμένει κατά παρέκκλιση οικοδομήσιμη, ούτε η έλλειψη λειτουργικότητας της οικίας... Το αίτημα για ιδιαίτερη αποζημίωση για το υπ' αρ. ... (εναπομείναν τμήμα 609,95 τ.μ.) ακίνητο (οικόπεδο) της αίτησης της Μ. Κ. του Γ. πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, καθόσον δεν αποδεικνύεται έλλειψη οικοδομησιμότητας, όπως και πριν από τις απαλλοτριώσεις........". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ` όσον διέλαβε στην απόφασή του, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του καθορισμού της ιδιαίτερης αποζημίωσης του εναπομείναντος, μετά την απαλλοτρίωση, τμήματος των επιδίκων ακινήτων, οι αιτιολογίες, δε, αυτές δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, αν και το Εφετείο παραθέτει την αρχική έκταση των επίδικων ακινήτων και των τμημάτων αυτών που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση δεν αναφέρει τα λοιπά προσδιοριστικά στοιχεία των τμημάτων που απομένουν ήτοι το σχήμα αυτών , το εμβαδόν των οικοδομημάτων που υπάρχουν σε αυτά, την απόσταση τους από την κατασκευασθησόμενη Εθνική Οδό, εάν αυτά έχουν πρόσοψη σε οδό ή είναι περίκλειστα, την περιβαλλοντική υποβάθμιση, την ανάπτυξη ηχορύπανσης, την κατά προορισμό χρήση τους και περαιτέρω την μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποίες προϋποθέσεις.
Συνεπώς, ο ως άνω λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση κατά το μέρος της το αφορών το αίτημα ιδιαίτερης αποζημίωσης των πρώτης, δεύτερου και τέταρτης των αναιρεσειόντων, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων που αφορούν το ίδιο κεφάλαιο από τους αριθμούς 8 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 953 ΑΚ ορίζει ότι συστατικό μέρος πράγματος, που δεν μπορεί να αποχωριστεί από το κύριο πράγμα χωρίς βλάβη αυτού του ίδιου ή του κυρίου πράγματος ή χωρίς αλλοίωση της ουσίας ή του προορισμού ή του κυρίου πράγματος ή χωρίς αλλοίωση της ουσίας ή του προορισμού του, δεν μπορεί να είναι χωριστά αντικείμενο κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος. Κατά ,δε, το άρθρο 954 του αυτού Κώδικα συστατικά του ακινήτου, με την έννοια του προηγούμενου άρθρου, είναι και τα πράγματα που έχουν συνδεθεί σταθερά με το έδαφος, ιδίως οικοδομήματα. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 4 ν. 2882/2001 σύμφωνα με την οποία "η αναγκαστική απαλλοτρίωση της κυριότητας του ακινήτου επιφέρει αυτοδικαίως και την απαλλοτρίωση κάθε κτίσματος, κατασκευής και δέντρου που υπάρχει πάνω σε αυτό και κάθε άλλου συστατικού του πράγματος, κατά τα άρθρα 953 και επόμενα του Αστικού Κώδικα, ανεξάρτητα από τη μνεία τους στην απόφαση κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή στο κτηματολογικό διάγραμμα ή στον κτηματολογικό πίνακα", προκύπτει ότι όταν στο απαλλοτριωμένο ακίνητο υπάρχουν συστατικά του πράγματος, κατά την έννοια των άρθρων 953 επ. του ΑΚ, όπως κτίσματα μόνιμης κατασκευής, δένδρα κ.λ.π., τα τελευταία απαλλοτριώνονται με το έδαφος του ακινήτου αυτοδίκαια και μπορεί να ζητηθεί και γι' αυτά ο καθορισμός αποζημίωσης, ακόμη και αν δεν σημειώνονται στο σχετικό κτηματολογικό πίνακα ότι υπάρχουν στο απαλλοτριωμένο ακίνητο (ΟλΑΠ 5/2002, ΑΠ 2016/2022, ΑΠ 1064/2017, ΑΠ 422/2015). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια αυτής της διάταξης νοείται κάθε αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι η αίτηση και η ανταίτηση για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος για τα απαλλοτριωθέντα τμήματα των ακινήτων, για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, κατά την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001. Η σιωπή του δικαστηρίου αναφορικά με αυτοτελή αίτηση του διαδίκου στο αιτιολογικό και στο διατακτικό της απόφασης ιδρύει τον προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. γ' του ΚΠολΔ (ΑΠ 21/2010, ΑΠ 69/2004). Διαφορετική είναι η περίπτωση της "σιγή απορρίψεως" της αιτήσεως, για την οποία δεν ιδρύεται ο παρών αναιρετικός λόγος. "Σιγή απόρριψη" υπάρχει, όταν από την μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται απόρριψή του. Δεν συνάγεται όμως "σιγή απόρριψη" (και ιδρύεται, συνεπώς, ο παρών λόγος), όταν τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό υπάρχει παντελής σιωπή του δικαστηρίου επί του αιτήματος και δεν προκύπτει από την απόφαση κάποια ένδειξη σχετικά με τον λόγο για τον οποίο αυτή αντιπαρήλθε με σιγή το αίτημα (Α.Π. 1478/2005). Στη προκείμενη περίπτωση με τον όγδοο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 9 εδ. γ' του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση άφησε αδίκαστες αιτήσεις τους και παρέλειψε να αποφανθεί για τα αιτήματά τους τα οποία υποβλήθηκαν με την από ...2015 αίτησή τους ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών σχετικά με τον προσδιορισμό οριστικής τιμής μονάδος για τα επικείμενα (οικοδομές, κατασκευές και δένδρα) της απαλλοτριωθείσας έκτασης των ακινήτων τους. Σχετικά με τα αιτήματα αυτά , που είχαν πράγματι υποβληθεί από τους αναιρεσείοντες με την από ...2015 αίτησή τους, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο αποφάνθηκε για όλα τα ως άνω αιτήματα και καθόρισε στο διατακτικό της απόφασής του τιμές οριστικής τιμής μονάδος πέραν του εδάφους και για τα επικείμενα των απαλλοτριωθεισών εκτάσεων, ήτοι για τα οικοδομήματα ,κατασκευές και δένδρα . Επομένως, ο σχετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σε ό,τι αφορά το τρίτο σκέλος του ένατου λόγου της υπο κρίση αναίρεσης, με τον οποίο επιχειρείται να θεμελιωθεί πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι , όπως κατά λέξη αναφέρει, "το Τριμελές Εφετείο Πατρών δεν κήρυξε απαράδεκτο ισχυρισμό που υπέβαλε το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών", αλυσιτελώς προβάλλεται καθώς η μη απάντηση σε ισχυρισμό ο οποίος προτάθηκε ενώπιον άλλου δικαστηρίου δεν αποτελεί σφάλμα της προσβαλλόμενης. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός ως απαράδεκτος. Με τον δέκατο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο εφάρμοσε παράνομα το ν. 4072/2012 και όχι την παράγραφο 4 του άρθρου 18 του ν. 2882/2001 όπως ίσχυε πριν το ν. 4070/2012 και έτσι μείωσε την δικηγορική αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων τους. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως το πρώτο εδάφιό της αντικαταστάθηκε με το άρθρο 130 παρ. 1 του ν. 4070/2012 και το τρίτο εδάφιο αυτής αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου: "Η δικαστική δαπάνη, μαζί με τη νόμιμη, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 5 του ν. 3919/2011, αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων, βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου...". Από τη διάταξη αυτή, κατά την οποία τα δικαστικά έξοδα, στα οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος της αποζημίωσης, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη αυτής, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου του, αποτελούν σύμφωνα με την επιταγή του άρθρου 17 του Συντάγματος περί πλήρους αποζημιώσεως, παρακολούθημα της εν λόγω αποζημίωσης και προσαυξάνουν το ποσό αυτής, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης που αυτός δικαιούται (ΟλΑΠ 502/2005), προκύπτει ότι στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του ν. 2882/2001, ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων. Έτσι σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρο 189 παρ. 1 ΚΠολΔ), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημίωσης και συγκεκριμένα α) 2% για τη σύνταξη αίτησης, ανταίτησης με ιδιαίτερο δικόγραφο και παρέμβασης με ιδιαίτερο δικόγραφο, β) 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης ή ανταίτησης και παρέμβασης που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο και γ) 2% για την άσκηση ανταίτησης ή παρέμβασης που ασκήθηκαν με τις προτάσεις ή τη σύνταξη απλών προτάσεων του καθ` ου. Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 18 του ν. 2362/1995, η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, σύμφωνα με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012, που αντικατέστησε το άρθρο 18 παρ. 4 εδ. γ` του ν. 2882/2001 και που εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 146 παρ. 9 περ. δ` των μεταβατικών διατάξεων του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς απαλλοτριώσεις, κατά την έναρξη ισχύος του, η οποία συμπίπτει με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 10-4-2012 (ΦΕΚ A`/10-4-2012, κατά το άρθρο 188 του ίδιου νόμου (ΑΠ 125/2021, ΑΠ 948/2020, ΑΠ 751/2018). Στη προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση σε σχέση με το κεφάλαιό της που αφορά τη δικαστική δαπάνη που επιδικάσθηκε στους αναιρεσείοντες, οι οποίοι άσκησαν την με αριθμό ...2015 αυτοτελή αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης και ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης αξίας των ακινήτων, για την δυνάμει της με αρ. ΚΥΑ (Οικονομικών, Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων) 1031819/1368/ Δ0010/21-7-2010, κηρυχθείσα αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του τμήματος από την χθ 109+100,00 έως την χθ 118+ 400.00 του αυτοκινητόδρομου Κόρινθος- ..., σύμφωνα με τη μελέτη οδοποιίας του τμήματος αυτού, συνολικής έκτασης 79.334, 62 τμ, που βρίσκεται στην περιοχή των Δημοτικών διαμερισμάτων Ψαθόπυργου-Αραχωβίτικων, Δρεπάνου, Ακταίου, Κάτω Καστριτσίου, Αγίου Βασιλείου, Πλατανίου και Αγίου Γεωργίου Ρίου του Δήμου Ρίου Αχαΐας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις ήτοι τα άρθρα 130 παρ. 2 και 146 παρ. 9 περ. δ` του ν. 4070/2012, και όχι το άρθρο 18 παρ. 4 εδ. γ` του ν. 2882/2001 όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση του από τον ν. 40702012. Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, με τον πρώτο λόγο των προσθέτων λόγων αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως το άρθρο 1 του πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 17 του Συντάγματος, διότι εκδόθηκε στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 128 παρ. 2 ,129 παρ. 3 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012 και του άρθρου 76 παρ. 7 του ν. 4146/2013 και όχι στις διατάξεις του ν. 2882/2001 όπως ίσχυαν πριν την αντικατάσταση τους από το ν. 4070/2012 χωρίς να λάβει υπόψη διάφορες καταστάσεις που μείωσαν την αξία των ακινήτων τους και των επικειμένων τους ,όπως το ότι το Ελληνικό Δημόσιο καθυστέρησε υπαίτια την εκδίκαση της υπόθεσης κατά 4 με 5 έτη διότι (όπως κατά λέξη αναφέρει) "είχε σκοπό να μεταβάλλει πλήρως το νομικό καθεστώς που ίσχυε για τις απαλλοτριώσεις για να δεσμεύσει την ελευθέρα κρίση του δικαστηρίου το οποίο πέτυχε στον απόλυτο βαθμό" καθώς με τις διατάξεις του άρθρου 128 παρ. 2 ,129 παρ. 3 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012 και στη συνέχεια με το άρθρο 76 παρ. 7 του ν. 4146/2013 θέσπισε "εν μια νυκτί νέο αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα "τον ανεξάρτητο και πιστοποιημένο εκτιμητή σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας καθορισμού της αποζημίωσης" ανατρέποντας τους όρους της διεξαγωγής μιας ήδη αρξαμένης δίκης (δημιουργώντας νέο αποδεικτικό μέσο μόνο υπέρ αυτής)". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος καθώς τα πραγματικά περιστατικά των οποίων γίνεται επίκληση και συγκεκριμένα η κατά τα άνω οφειλόμενη σε υπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου καθυστέρηση της εκδίκασης της υπόθεσης δεν συνιστά λόγο περί εφαρμογής των διατάξεων του ν. 2882/2001 πριν την αντικατάσταση τους από τις διατάξεις των ν. 4070/2012 και 4146/2013. Σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος καθώς, όπως προεκτέθηκε, το Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και όχι τις πρόσχωσες διατάξεις του ν. 2882/2001. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες, (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών οι οποίοι παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), τα οποία ορίζονται μειωμένα, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/ 1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ.) σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αρ. 2 της 134423/18-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται στο διατακτικό, δοθέντος ότι η αποκλείουσα την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 δεν έχει εφαρμογή στην δίκη της αναίρεσης απόφασης εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης, στην οποία εφαρμόζονται, όσον αφορά στη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (άρθρο 22 παρ. 3 ν. 2882/2001) (ΑΠ 1317/2023, ΑΠ 760/2020)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την από ...2020 και με αριθμό κατάθεσης ...2021 αίτηση αναίρεσης και τους από ...2022 πρόσθετους λόγους αυτής κατά της υπ'αριθμ. ...2020 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 18 επ. του ΚΑΑΑ ν. 2881/2001, ως προς τον πέμπτο αναιρεσείοντα Σ. Β.
Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τη τρίτη αναιρεσείουσα Β. Μ.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης και των προθέτων λόγων αυτής, ως προς αυτήν
Αναιρεί την υπ' αριθμ. ...2020 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο και ως προς τους παριστάμενους διαδίκους της προκείμενης δίκης πρώτη, δεύτερο και τέταρτη των αναιρεσειόντων
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο ως άνω παριστάμενους αναιρεσείοντες
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των πρώτης, δεύτερου και τέταρτης των αναιρεσειόντων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Νοεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ