Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 134 / 2026    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 134 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη) , Ελπίδα Σιμιτοπούλου , Μαρία-Μάριον Δερεχάνη , Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα , Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ. , για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΟΡΠΟΥΣ Α.Ε.-ΒΙΟΤΕΧΝΙΑ ΕΠΙΠΛΩΝ" με το δ.τ. "CORPUS A.E.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Παλαμά Καρδίτσας και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιδομενέα Γκίκα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Α. Τ. του Χ. , κατοίκου ... , που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Δήμητρας Δημητρίου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-2020 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν η 154/2021 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 64/2023 μη οριστική και κατόπιν η 151/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-11-2023 αίτηση και τους από 2-8-2024 πρόσθετους λόγους της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την, από 02.11.2023 και με αριθμό κατάθεσης 7/03.11.2023, αίτηση αναίρεσης, και τους, από 02.08.2024 και με αριθ. κατάθεσης ...2024, δι' ιδίου δικογράφου ασκηθέντες, πρόσθετους λόγους αναίρεσης προσβάλλεται, η, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, 151/28.08.2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, δικάσαντος ως εφετείου, η οποία δέχτηκε την, από 10.11.2021 και με αριθμό κατάθεσης 69/2021, έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας κατά της 154/2021 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, που, δικάζοντος ερήμην της εναγομένης, είχε δεχτεί ως ουσιαστικά βάσιμη (πλην του αιτήματος περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που το απέρριψε ως μη νόμιμο) την, από 08.12.2020 και με αριθμό κατάθεσης 186/2020, αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την ανωτέρω εκκαλούμενη απόφαση (κατά τα εκκληθέντα κεφάλαια) και, αφού κράτησε προς εκδίκαση την αγωγή ως προς τα αντίστοιχα κονδύλια, τη δέχτηκε εν μέρει και ως ουσιαστικά βάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού δεν γίνεται επίκληση επίδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ούτε προσκομίζεται απόδειξη περί τούτου (άρθρα 552, 553 παρ. περ. β εδ α και 2, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επίσης οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης της αναιρεσείουσας ασκήθηκαν παραδεκτά με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις ...2024, οπότε και έλαβε αριθμό κατάθεσης ...2024, και επίδοση αυτού στις ....2024 στον αναιρεσίβλητο, όπως προκύπτει από την με αριθμό ...2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Λάρισας με έδρα το Πρωτοδικείο Καρδίτσας Π. Ο. , ήτοι περισσότερες από τριάντα ημέρες πριν την, κατ' άρθρο 281 ΚΠολΔ, συζήτηση της αναίρεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 15ης.10.2024 (άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το ν. 4842/2021 και όπως η παρ. 2β διαμορφώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 του ν. 4912/2022). Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Πρέπει, επομένως, οι διαλαμβανόμενοι σε αμφότερα τα δικόγραφα λόγοι αναίρεσης να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 652, 653 και 659 ΑΚ προκύπτει ότι αν κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων, είτε με την αρχική είτε με μεταγενέστερη συμφωνία, η παροχή από τον μισθωτό εντός του νομίμου ωραρίου πρόσθετης εργασίας διαρκούς φύσεως, η οποία σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής δεν είναι συναφής με τη συμφωνηθείσα αρχικώς κύρια απασχόλησή του ούτε περιλαμβάνεται μεταξύ των καθηκόντων του μισθωτού που προβλέπονται από κανόνα δικαίου και κατά τις συνήθεις περιστάσεις παρέχεται μόνο με μισθό χωρίς συγχρόνως να καθορισθεί και ο πρόσθετος αυτός μισθός ή ο τρόπος προσδιορισμού του και χωρίς να συμφωνηθεί ότι δεν θα καταβληθεί πρόσθετος μισθός, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον μισθωτό τον συνηθισμένο για τέτοια εργασία μισθό, δηλαδή το μισθό που καταβάλλεται σε άλλους μισθωτούς που παρέχουν την ίδια εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες (ΑΠ 1401/2024, 783/2023, 941/2020, 65/2020, 271/2017, 18/2011). Όμως η πρόσθετη αμοιβή δεν οφείλεται αν έχει συμφωνηθεί (άρθρο 361 ΑΚ) μεταξύ μισθωτού και εργοδότη, ρητά ή σιωπηρά, είτε κατά τη σύναψη της σύμβασης εργασίας είτε μεταγενέστερα, να παρέχει ο μισθωτός την πρόσθετη εργασία χωρίς αμοιβή ή η τελευταία να καλύπτεται από τον μισθό της κύριας απασχόλησής του (ΑΠ 1156/2023, 65/2020, 271/2017, 18/2011).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 560 αριθμός 1 του ΚΠολΔ (που αφορά την αναίρεση, μεταξύ των άλλων, κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως εν προκειμένω, και η οποία είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ίδιου κώδικα) αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006, ΑΠ 868/2022, 65/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, (που είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ίδιου κώδικα), αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 2/2022, 1/1999, ΑΠ 274/2024, 65/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας, που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε εν σχέσει με την αγωγική αξίωση καταβολής πρόσθετης αμοιβής για πρόσθετη εργασία, τα ακόλουθα: "Η εναγομένη, η οποία αποτελεί ανώνυμη εταιρεία, που έχει την έδρα της στον Παλαμά Ν. Καρδίτσας, διατηρεί βιοτεχνία κατασκευής επίπλων. Αντικείμενο της εμπορικής δραστηριότητάς της είναι η παραγωγή επίπλων και η εμπορία αυτών. ... Στα πλαίσια της ως άνω επαγγελματικής δραστηριότητάς της, εν έτει 1999 προσέλαβε τον ενάγοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνο με την ιδιότητα του οδηγού, καθόσον ο τελευταίος κατείχε την κατάλληλη επαγγελματική άδεια οδήγησης Ε' κατηγορίας. Τα πρώτα τρία (3) έτη της απασχόλησής του ο ενάγων διατήρησε την ως άνω ιδιότητά του και στη συνέχεια, εν έτει 2002, κατόπιν υπόδειξης των εκπροσώπων της εναγομένης, άρχισε να εργάζεται στο εργαστήριο της επιχείρησής της ήτοι στον τομέα της κατασκευής επίπλων. Ειδικότερα, υπήρξε χειριστής των μηχανών της εναγομένης και δη των μηχανών, που έκοβαν τα φύλλα μελαμινών, της γωνιάστρας τύπου Holzmann και της ρομποτικής μηχανής CNC, με εντολή χειρισμού μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή για τις κοπές, τα τρυπήματα και τις καμπύλες. ... Η αρχική, δε, συμφωνία του για την παρεχόμενη απ' αυτόν εργασία ήταν με τις νόμιμες αποδοχές εργάτη, για πενθήμερη εργασία από Δευτέρα έως Παρασκευή, οκτώ (8) ώρες ημερησίως, ήτοι σαράντα (40) ώρες εβδομαδιαίως, με ωράριο άλλοτε από τις 7:00 π.μ. έως τις 3:00 μ.μ. και άλλοτε από τις 7:30 π.μ. έως τις 3:30 μ.μ. Από το έτος 2010 και εντεύθεν συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι η εναγομένη θα του κατέβαλε το ποσό των τριάντα πέντε (35) ευρώ ημερησίως, καθαρά, διατηρώντας τους ίδιους λοιπούς όρους της μεταξύ τους συμφωνίας. Καθ' όλη τη διάρκεια της μεταξύ τους εργασιακής σχέσης ήτοι κατά τα έτη 2015-2020 μέχρι και την απόλυσή του στις 17-2-2020, ο ενάγων, εκτός του χειρισμού των μηχανημάτων της εναγομένης, όπως περιεγράφηκε παραπάνω, παρείχε πρόσθετες εργασίες διάρκειας μίας (1) ώρας εντός του οκταώρου του και δη εργασίες φορτοεκφόρτωσης και τακτοποίησης των παραχθέντων προϊόντων της εναγομένης καθώς και μεταφοράς αυτών στους πελάτες της επιχείρησης. .... Επιπρόσθετα, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη δεν κατέβαλε στον ενάγοντα την αμοιβή του για την πρόσθετη εργασία διάρκειας 1 ώρας ημερησίως - εντός του οκταώρου του - όπως αυτή περιεγράφηκε παραπάνω, και συγκεκριμένα, για τα έτη 2015, 2016, 2017, 2018, 2019 και 2020 παρείχε 172 ώρες, 212 ώρες, 204 ώρες, 221 ώρες, 216 ώρες και 30 ώρες, αντίστοιχα, πρόσθετης εργασίας αξίας (35 ευρώ Χ 0,15) 5,25 ευρώ/ώρα και συνολικά, για κάθε επιμέρους έτος για την παραπάνω αιτία η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα τα ποσά των 903 ευρώ, 1.113 ευρώ, 1.071 ευρώ, 1.160,25 ευρώ, 1.134 ευρώ και 157,50 ευρώ, αντίστοιχα. Το γεγονός, δε, ότι ο ενάγων δεν ανέφερε την εν λόγω πρόσθετη εργασία στην επιθεώρηση εργασίας δεν αναιρεί την εκ μέρους του προσφορά των υπηρεσιών αυτών στην εναγομένη". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το, δικάσαν ως εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή της έφεσης της εναγομένης εξαφάνισε την ερήμην εκδοθείσα εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (154/2021 Ειρηνοδικείου Καρδίτσας), δίκασε εκ νέου την αγωγή και ως προς την ανωτέρω αξίωση αμοιβής για πρόσθετη εργασία δέχτηκε εν μέρει αυτή και επιδίκασε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο τα ανωτέρω ποσά για τα αντίστοιχα έτη και συνολικά (για την αιτία αυτή) το ποσό 5.538,75 ευρώ, νομιμοτόκως με τις αναφερόμενες σ' αυτή διακρίσεις. Με την κρίση του όμως αυτή το ανωτέρω δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με τις διαλαμβανόμενες ως άνω παραδοχές κατά το μέρος που δέχθηκε την αξίωση για πρόσθετη αμοιβή του αναιρεσιβλήτου από την απασχόληση του με την αναφερόμενη πρόσθετη εργασία φορτοεκφόρτωσης κ.λπ. παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ανωτέρω αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 649, 652, 653 και 659 ΑΚ, καθώς αξίωσε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτούν οι ανωτέρω διατάξεις για την εφαρμογή τους και κατέληξε με ανεπαρκείς αιτιολογίες στο αποδεικτικό του πόρισμα. Τούτο διότι δεν αναφέρεται στην απόφαση αν είχε συμφωνηθεί ή όχι αμοιβή για την παροχή της πρόσθετης αυτής εργασίας (φορτοεκφόρτωσης και τακτοποίησης των παραχθέντων προϊόντων της εναγομένης καθώς και μεταφοράς αυτών στους πελάτες της επιχείρησης), που ο αναιρεσίβλητος, κατά τις διαλαμβανόμενες παραδοχές, παρείχε εντός του συμβατικού του ωραρίου κατά τα έτη 2015-2020 μέχρι και την απόλυσή του στις 17.02.2020.
Συνεπώς, οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναίρεση και οι αντίστοιχοι πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι αυτής από τους αριθμούς 6 και 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται, πρέπει να γίνεται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση (ΑΠ 248/2024, 70/2023).
Εξάλλου, η ανεπάρκεια των αναφερομένων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από τον νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ή 560 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, ή ως αόριστη, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 70/2023, 18/2018). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ή τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ (ή 559 αριθμός 8) λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν (ΑΠ 70/2023, 18/2018).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. β' του α.ν. 539/1945, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ/τος 3755/1957, "επιφυλασσομένων των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν εις μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ' έτος αδείας του, υποχρεούται όπως άμα τη λήξει του έτους καθ' ο δικαιούται αδείας ο μισθωτός, και μετά προηγουμένην διαπίστωσιν της παραλείψεως ταύτης υπό οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, καταβάλη εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς των ημερών αδείας ηυξημένας κατά 100%". Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιώσεως του μισθωτού προς λήψη της κατά 100% προσαύξησης των αποδοχών αδείας λόγω μη λήψεως αδείας αναψυχής, που έχει το χαρακτήρα ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε (ΑΠ 1555/2024, 889/2017, 434/2011, 455/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης και τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αυτής εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας για τη διακρίβωση της νομικής επάρκειας της ένδικης αγωγής, κατά το μέρος που ζητείτο προσαύξηση 100% της διαφοράς αποδοχών μη ληφθείσας άδειας αναψυχής του αναιρεσιβλήτου των ετών 2015 - 2019 αξίωσε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. β' του α.ν 539/1945, καθώς δεν απαίτησε τα αναγκαία, κατά τους ισχυρισμούς της, κατά νόμο στοιχεία για το νόμιμο αυτής: α) της υπαιτιότητας (δόλου ή αμέλειας) της ιδίας (εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας) για τη μη χορήγηση της αδείας αυτούσιας στον αναιρεσίβλητο (ενάγοντα) κατά τα επίδικα έτη 2015 - 2019, β) του συγκεκριμένου χρόνου που ζήτησε ο αναιρεσίβλητος από την ίδια (αναιρεσείουσα) την άδεια αυτούσια για καθένα από τα επίδικα έτη και εκείνη αρνήθηκε να τη χορηγήσει και γ) του πόσες ακριβώς ημέρες αδείας έλαβε ο αναιρεσίβλητος από την ίδια (αναιρεσείουσα) κατά τα επίδικα έτη. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της, από 08.12.2020 , ένδικης αγωγής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, για την ανάγκη του αναιρετικού ελέγχου ως προς το αίτημα της προσαύξησης 100% της διαφοράς αποδοχών μη ληφθείσας αδείας αναψυχής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου των ετών 2015 - 2019, ο τελευταίος ισχυριζόταν τα εξής: " ...επειδή η αντίδικος δεν εφήρμοσε τον Νόμο και τις Σ.Σ.Ε. προκύπτουν νόμιμες αξιώσεις μου για τις οποίες είναι υποχρεωμένη προς καταβολή, για το διάστημα από 01.01.2015 έως 17.02.2020 (...) από τις εξής αιτίες ... Β ... - Αποζημιώσεις μη ληφθείσας αδείας ετών 2015-2019. ... ... Β. ... δ) Διαφορά αποζημίωσης μη ληφθείσας αδείας ετών 2015-2019 (με προσαύξηση 100%) Λόγω μη χορήγησης ολόκληρων των αδειών αναψυχής, παρότι τις ζήτησα, αλλά λιγότερων από αυτών που δικαιούμουν κατ' έτος. Όλα τα έτη εργασίας μου στην εναγόμενη ζητούσα να μου χορηγήσει τη δικαιούμενη άδεια αναψυχής 26 εργάσιμων ημερών (μετά τα 10 έτη στον ίδιο εργοδότη) αφού εφάρμοζε, τοις τύποις, το σύστημα της 5ήμερης εβδομαδιαίας εργασίας.
Πλην όμως μου χορηγούσε κάθε έτος μέρος αυτής, έτσι μου οφείλει το υπόλοιπο αυτής σε χρήμα και μάλιστα με προσαύξηση 100% (αστική κύρωση), κατ' άρθρο 5 παρ. 1 Α.Ν. 539/45, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957. Ήτοι 8 ημέρες χ 35 € χ 2 (προσαύξηση 100%) χ 5 έτη = 2.800 ευρώ, νομιμότοκα από 31/12 κάθε έτους, άλλως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση.". Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή περιείχε όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για να είναι ορισμένη και νόμιμη ως προς το αίτημα της προσαύξησης 100% της διαφοράς αποδοχών μη ληφθείσας αδείας αναψυχής, αφού ως προς το στοιχείο της υπαιτιότητας αναφέρεται ρητά σ' αυτή ότι όλα τα επίδικα έτη εργασίας του ενάγοντος στην εναγόμενη - εργοδότιδα ζητούσε από την τελευταία να του χορηγήσει τη δικαιούμενη άδεια αναψυχής (26 εργάσιμων ημερών) πλην όμως αυτή δεν του τη χορηγούσε ολόκληρη, αλλά του χορηγούσε κάθε έτος μέρος αυτής και επομένως, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, για τη θεμελίωση της ανωτέρω αξίωσης του ενάγοντος αρκούσε η αναφορά και μόνο ότι ο εργοδότης αρνήθηκε να χορηγήσει την άδεια αναψυχής στον εργαζόμενο, μολονότι προηγήθηκε σχετικό αίτημα του τελευταίου και έτσι ενυπάρχει το στοιχείο της υπαιτιότητας, περαιτέρω δε προέκυπτε σαφώς, με απλό μαθηματικό υπολογισμό (αφαίρεση), ο αριθμός των ημερών αδείας που έλαβε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος από την ίδια (αναιρεσείουσα) κατά τα επίδικα έτη (αφού αναφέρονται οι δικαιούμενες ημέρες αδείας (26) και οι οφειλόμενες, μη ληφθείσες, ημέρες αδείας (8) και επομένως οι ληφθείσες ημέρες αδείας ανέρχονται σε 18 ημέρες, ενώ δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγή ο συγκεκριμένος χρόνος (η αναγραφή των ημερομηνιών) που ο ενάγων ζήτησε την άδειά του αυτούσια καθένα από τα επίδικα έτη και η αναιρεσίβλητη αρνήθηκε να τη χορηγήσει (ΑΠ 889/2017). Επομένως, το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, που έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή ως προς το ανωτέρω μέρος και εν συνεχεία τη δέχτηκε κατά τούτο και ως ουσιαστικά βάσιμη δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ και οι ανωτέρω δεύτερος λόγος αναίρεσης και τέταρτος πρόσθετος λόγος αυτής, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο επικουρικώς ασκηθείς, για την περίπτωση δηλαδή που απορριφθούν οι ανωτέρω δεύτερος λόγος αναίρεσης και τέταρτος πρόσθετος λόγος αυτής, πέμπτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης εκ του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ότι το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, που έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή ως προς το αίτημα της προσαύξησης 100% της διαφοράς αποδοχών μη ληφθείσας άδειας αναψυχής, αξίωσε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. β' του α.ν 539/1945, για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται στους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους και τους οποίους πρότεινε με την έφεσή της ως ερήμην πρωτοδίκως δικασθείσα, αλλά και προφορικά και με τις προτάσεις της, πλην όμως το δικαστήριο δεν τους έλαβε υπόψη καθώς το δευτεροβάθμιος δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη τα ως άνω προταθέντα και τα απέρριψε κρίνοντας όπως προαναφέρθηκε, ορισμένη και νόμιμη της αγωγή και κατά το μέρος αυτό της προσαύξησης 100% της διαφοράς αποδοχών μη ληφθείσας άδειας αναψυχής.
Από τις διατάξεις του άρθρου 5 του α.ν. 539/1945, προκύπτει ότι για την αξίωση του μισθωτού προς λήψη της κατά 100% προσαυξήσεως σε περίπτωση αρνήσεως του εργοδότη για χορήγηση σ' αυτόν της κατ' έτος αδείας του, η οποία έχει χαρακτήρα ποινής και προϋποθέτει υπαιτιότητα του εργοδότη δεν τάσσεται δήλη ημέρα καταβολής και επομένως η εν λόγω αξίωση είναι τοκοφόρος από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής κατ' άρθρα 345 εδ. α' και 346 ΑΚ (ΑΠ 1076/2021, 1240/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε την εξής παραδοχή, όσον αφορά την έναρξη τοκοφορίας της αξίωσης του ενάγοντος προς λήψη της κατά ποσοστό 100% προσαύξησης των αποδοχών αδείας, λόγω μη χορήγησης της αδείας: "η εναγομένη δεν χορήγησε στον ενάγοντα ολόκληρες τις άδειες αναψυχής για τα έτη 2015 έως και 2019, παρόλο που αυτός της ζήτησε και επέμεινε προς τούτο και συγκεκριμένα, χορήγησε σ' εκείνον 18 ημέρες κατ' έτος και έτσι συνεχίζει να οφείλει στον ενάγοντα κατ' έτος 8 ημέρες, οι οποίες πρέπει να του παρασχεθούν σε χρήμα με προσαύξηση 100%, ως αστική κύρωση. Δηλαδή, για την ως άνω αιτία η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των [(8 ημέρες Χ 35 ευρώ/ημερομίσθιο Χ 5 έτη) + προσαύξηση 100%] 2.800 ευρώ.", εκ του οποίου το ήμισυ εκ 1.400 ευρώ αντιστοιχεί στην άνω προσαύξηση, και καταλήγει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλλει στον ενάγοντα το αναφερόμενο συνολικό ποσό, νομιμοτόκως από τότε που το κάθε επιμέρους επιδικασθέν κονδύλιο κατέστη απαιτητό και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεώς τους και εν τέλει υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλλει στον ενάγοντα, μεταξύ των άλλων "ιβ) το ποσό των πεντακοσίων εξήντα (560) ευρώ νομιμοτόκως από την 1η-1-2016 και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως, ιγ) το ποσό των πεντακοσίων εξήντα (560) ευρώ νομιμοτόκως από την 1η-1-2017 και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως, ιδ) το ποσό των πεντακοσίων εξήντα (560) ευρώ νομιμοτόκως από την 1η-1-2018 και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως, ιε) το ποσό των πεντακοσίων εξήντα (560) ευρώ νομιμοτόκως από την 1η-1-2019 και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως, ιστ) το ποσό των πεντακοσίων εξήντα (560) ευρώ νομιμοτόκως από την 1η-1-2020 και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως", ποσά που αφορούν αθροιστικά τη διαφορά των οφειλόμενων αποδοχών μη ληφθείσας αδείας των άνω επιδίκων ετών (280 ευρώ το έτος) ομού με την, εξ 100%, προσαύξηση (280 ευρώ το έτος).
Έτσι όμως που έκρινε το, δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε ευθέως τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 του α.ν. 539/1945, 341, 345 εδ. α' και 346 ΑΚ αναφορικά με την έναρξη τοκοφορίας της αξίωσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου προς λήψη της κατά ποσοστό 100% προσαύξησης, λόγω μη χορήγησης αδείας για τα έτη 2015-2019. Ειδικότερα η αναιρεσιβαλλομένη έκρινε εσφαλμένως ότι η προσαύξηση των αποδοχών αδείας καθενός των ανωτέρω ετών οφείλεται εντόκως από την 01η/1ου/ του επόμενου έτους που αφορά (δήλη ημέρα), ενώ έπρεπε να κρίνει ότι είναι τοκοφόρα από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, δηλαδή από τις 19.12.2020 (η αγωγή επιδόθηκε στις 18.12.2020, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ...2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Λάρισας με έδρα το Πρωτοδικείο Καρδίτσας Γ. Π.), λαμβανομένου υπόψη σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη ότι δεν τάσσεται δήλη ημέρα καταβολής. Επομένως οι τρίτος λόγος αναίρεσης και έκτος πρόσθετος λόγος αυτής, με τους οποίους προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων προσδίδοντας σ' αυτές έννοια διαφορετική από την αληθινή αναφορικά με την έναρξη της τοκοφορίας της αξίωσης του αναιρεσιβλήτου προς λήψη της κατά ποσοστό 100% προσαύξησης, λόγω μη χορήγησης αδείας για τα επίδικα έτη 2015 - 2019, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι
Κατ' ακολουθίαν των προαναφερθέντων, πρέπει να αναιρεθεί (εν μέρει) η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά τα κεφάλαιά της: Α. για πρόσθετη αμοιβή του αναιρεσιβλήτου από την απασχόλησή του με την αναφερόμενη πρόσθετη εργασία, κατά παραδοχή των ανωτέρω, πρώτου και τέταρτου λόγων αναίρεσης και πρώτου και δεύτερου πρόσθετων λόγων αυτής, παρελκούσης της έρευνας του τρίτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης που καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια των γενόμενων δεκτών ανωτέρω λόγων, και Β. αναφορικά με την έναρξη της τοκοφορίας της προσαύξησης 100% της διαφοράς των αποδοχών αδείας λόγω μη χορήγησης αδείας αναψυχής των επιδίκων ετών 2015 - 2019, κατά παραδοχή των ανωτέρω τρίτου λόγου αναίρεσης και έκτου πρόσθετου λόγου αυτής, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της ασκήσασας και πρόσθετους λόγους αναίρεσης αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν κατά ένα μέρος σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας τους, κατά το σχετικό περί τούτου αίτημα αυτής, όπως αναφέρεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρα 178, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 1592/2022, 1071/2017, 1058/2011).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την 151/2023 απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείο, Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ, κατά το μέρος αυτό, την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ