ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 145/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 145/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 145/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 145 / 2026    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 145/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Χροναίου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ. , για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Ν. του Φ. , κατοίκου ... , που παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων Αναστασίου Κυριακίδη και Ιωάννη Καρούζου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Αγροτικού συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Ένωση Μαστιχοπαραγωγών Χίου", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Χίο και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ρήγα Μπαρμπούρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2022 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν η 145/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 26/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-7-2024 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 09-07-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 6/10-07-2024 και του παρόντος Δικαστηρίου 2219/2024 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμό 26/2024 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Eφετείου Βορείου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Χίου), που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών (άρθρα 591, 614 αρ. 3, 621-622 του ΚΠολΔ). Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή η από 14-06-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 22/15-06-2022 έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια διαδικασία, με αριθμό 145/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, το οποίο, αφού έκρινε ως ορισμένη και νόμιμη την από 10-01-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2022 αγωγή του, με αντικείμενο την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που αυτός υπέστη από τη µονοµερή από τον εναγόμενο - εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο βλαπτική µεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του και την εκ του λόγου αυτού υπαίτια και παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση και, αφού κράτησε την υπόθεση κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ και δίκασε την ένδικη αγωγή, απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ) στις 10-07-2024, ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση στις 10-06-2024, με την επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή επί του επιδοθέντος στον αναιρεσείοντα αντιγράφου της απόφασης αυτής, το οποίο προσκομίζει ο τελευταίος). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 7 εδ. α' του Ν. 2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται κατ' αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, ανεξάρτητα αν αυτή είναι επωφελής ή βλαπτική για τον εργαζόμενο. Για την εφαρμογή όμως της εν λόγω διάταξης, δεν αρκεί η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής, αλλά απαιτείται επιπλέον να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της σύμβασης και γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος προστατεύεται μόνο από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος. Ειδικότερα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης, με βάση το διευθυντικό δικαίωμά του, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την, κατά το δυνατόν, καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών, αλλά άλλων, άσχετων με αυτούς, επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση, αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος.

Και τούτο, διότι η καλή πίστη επιβάλλει στον φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη, κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους. Αυτό επιβάλλεται, ιδίως, σε σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπλήρωσης της παροχής από τον μισθωτό, αποτελεί μονομερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία αυτού στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών (ΑΠ 1122/2021, 216/2017).

Περαιτέρω, από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648, 652 και 656 του Α.Κ. προκύπτει ότι, στην περίπτωση της σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για τον μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή, κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του, προβεί, κατά κατάχρηση αυτού, στον προσδιορισμό της παροχής εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικά τα δικαιώματα: α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής σύμβασης και, αποχωρώντας από την εργασία του, να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης που προβλέπεται από το Ν. 2112/1920 και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους όρους προ της μεταβολής, οπότε, εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας την αντίθεσή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1122/2021). Εάν ο εργαζόμενος επιθυμεί να διατηρήσει τη θέση εργασίας, χωρίς όμως να υποκύψει στη δυσμενέστερη μεταβολή των όρων της, από τις τρεις παραπάνω εναλλακτικές δυνατότητες θα επιλέξει την τρίτη. Η επιλογή όμως αυτή δεν τον απαλλάσσει από τους κινδύνους που συνεπάγεται μία ενδεχόμενη πλάνη ως προς τα όρια του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη. Αν αργότερα, επί της αγωγής του για καταβολή των οφειλόμενων μισθών, κριθεί από το δικαστήριο ότι η συγκεκριμένη μεταβολή των όρων εργασίας ήταν εντός των ορίων του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, όπως αυτά καθορίζονται από το περιεχόμενο της σύμβασης και την ΑΚ 281, τότε η αποχή του εργαζομένου από την εργασία δεν του στερεί μόνο τις αποδοχές του, για όσο διάστημα δεν παρείχε τις υπηρεσίες του, αλλά είναι δυνατό να θεωρηθεί και ως σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τη δική του πλευρά. Για να αποφύγει ακριβώς τους εν λόγω κινδύνους, ο εργαζόμενος έχει τη δυνατότητα να συνεχίζει να εργάζεται προσωρινά με τους νέους όρους εργασίας, επιφυλασσόμενος για τα δικαιώματά του από τη σύμβαση. Τέτοια επιφύλαξη συνιστά, εκτός των άλλων, και η ρηματική διαμαρτυρία του εργαζομένου. Η επιφύλαξη αυτή επιτρέπει στον εργαζόμενο να διεξαγάγει ένα δικαστικό αγώνα για το νόμιμο ή παράνομο χαρακτήρα της μεταβολής, χωρίς να θεωρείται η συνέχιση της απασχόλησής του με τους νέους όρους εργασίας ως σιωπηρή αποδοχή. Έτσι, επιτυγχάνεται ο δικαστικός έλεγχος της μονομερούς μεταβολής, χωρίς τον κίνδυνο όχι μόνο απώλειας του μισθού, αλλά και της θέσης εργασίας (ΑΠ 1252/2014).

Πάντως η μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας παύει να είναι μονομερής, εφόσον ο μισθωτός αποδεχθεί αυτήν ρητώς ή σιωπηρώς, με πράξεις δηλαδή που συμπερασματικά δείχνουν τη βούλησή του για αποδοχή, όπως στην περίπτωση κατά την οποία ο μισθωτός, επί μακρό χρονικό διάστημα, αδιαμαρτύρητα και ανεπιφύλακτα, συμμορφώνεται προς τους νέους όρους εργασίας, οπότε, όπως προαναφέρθηκε, καταρτίζεται εγκύρως, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής και έτσι ο εργαζόμενος δεν μπορεί ούτε να θεωρήσει τη μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης αυτής εκ μέρους του εργοδότη και να αξιώσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, αλλά ούτε και να αξιώσει την τήρηση της εργασιακής σύμβασης, όπως αυτή είχε προηγουμένως (ΑΠ 632/2020, 164/2018, 1942/2008).

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 281, 288, 648, 652, 914, 932 του ΑΚ, 2 παρ. 2 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει ότι, αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή, υπό τις περιστάσεις που επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον υποβιβασμό και την ανεπίτρεπτη επαγγελματική του μείωση (ΑΠ 1122/20221, 269/2020, 1127/2018, 130/2016, 904/2012, 13/2012). Τέλος, στην έννοια της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής υπάγεται και η συμπεριφορά του εργοδότη, που προσβάλλει την προσωπικότητα του εργαζόμενου. Ενόψει δε του κατ' εξοχήν προσωπικού χαρακτήρα της εργασιακής σχέσης, υφίσταται ο εργαζόμενος ηθική ζημία από τυχόν βάναυση ή προσβλητική της προσωπικότητάς του συμπεριφορά του εργοδότη ή του προσώπου που αντιπροσωπεύει αυτόν στη διεύθυνση της επιχείρησής του, έστω και αν η συμπεριφορά αυτή δεν πηγάζει από δόλια προαίρεση του εργοδότη για βλαπτική μεταβολή ή για εξαναγκασμό του εργαζομένου σε αποχώρηση από την εργασία. Αρκεί ότι αυτή η συμπεριφορά δημιούργησε τέτοιες συνθήκες, ώστε καλόπιστα και αντικειμενικά να μην είναι πλέον δυνατή η εκπλήρωση των υποχρεώσεων του εργαζομένου για παροχή της εργασίας του με πνεύμα αμοιβαίας κατανόησης και συνεργασίας ή να επέφερε τέτοια ηθική μείωση στην προσωπικότητά του, ώστε η περαιτέρω συνέχιση της εργασίας του, στο χώρο της επιχείρησης του εργοδότη, να καθίσταται αδύνατη ή δυσχερής (ΑΠ 645/2021).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν ( ΟλΑΠ 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, 4/2023, 4/2021, 1/2021, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022).

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικά και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 2052/2022, 477/2022, 9/2022, 1575/2021, 109/2020, 319/2017). Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν, επίσης, ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997, 11/1996, ΑΠ 16/2023, 308/2020, 1446/2019, 1614/2017), δηλαδή οι ισχυρισμοί που, κατά το νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 586/2025, 317/2025, 255/2025, 1167/2024, 1528/2023, 728/2023). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1795/2008). Επομένως, "πράγματα", κατά την έννοια αυτή, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 1387/2024, 900/2024, 783/2024, 228/2024, 1833/2023, 635/2023). Αντιθέτως, δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό ούτε τα οριζόμενα στο άρθρο 339 του ΚΠολΔ επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους ή τα περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 9/2023, 409/2022, 268/2020, 517/2019, 237/2019, 598/2019), έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 1566/2017, 87/2013, 701/2008, 625/2008, 558/2008), ούτε το περιεχόμενο νομικής διάταξης, για την οποία γεννάται ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 409/2022), αλλά ούτε και οι εκπρόθεσμοι, αόριστοι ή γενικώς απαράδεκτοι ή αβάσιμοι, κατά νόμο, ισχυρισμοί ή απλώς αρνητικοί ή διευκρινιστικοί ισχυρισμοί, δηλαδή ισχυρισμοί που δεν καταλήγουν στην επίκληση έννομης συνέπειας, αφού αυτοί δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 9/2023, 308/2020, 179/2019, 76/2016).

Εξάλλου, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται και απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως, για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997, 25/2003, ΑΠ 12/1991, 37/2008, 2102/2007, 2068/2007), έστω και εσφαλμένα (ΑΠ 1148/2022, ΑΠ 990/2022), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία, εκ του πράγματος, προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 954/2023, 990/2022, 85/2020, 667/2018, 76/2016), έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 1108/2020, 1266/2020, 50/2020, 1437/2017, 771/2017).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 179/2013, 946/2012). Τέλος, επί απόρριψης υποβληθέντος ισχυρισμού και της αίτησης που θεμελιώνεται σ' αυτόν ή επί παραδοχής ισχυρισμού και αίτησης που δεν υποβλήθηκε, συρρέουν οι λόγοι των αριθμών 8 και 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 833/2013, 1590/2008). Και ο μεν λόγος του αριθμού 9 αναφέρεται στο αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, κλπ., αφορά δηλαδή σφάλμα της απόφασης ως προς τις αιτήσεις των διαδίκων, ο δε λόγος του αριθμού 8 στη βάση του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, δηλαδή σφάλμα ως προς τους ισχυρισμούς των διαδίκων.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Με την από 10-01-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2022 αγωγή του, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε ότι είναι κάτοχος απολυτηρίου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και κατέχει άδεια άσκησης επαγγέλματος λογιστή Β' Τάξης. Ότι η εργασιακή του σχέση με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Αγροτικό Συνεταιρισμό Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΜΑΣΤΙΧΟΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΧΙΟΥ Συν. Π.Ε.", ξεκίνησε τον Απρίλιο του έτους 2007, οπότε και προσλήφθηκε ως υπάλληλος επιδοτήσεων - γραφείου - λογιστηρίου με σύμβαση ορισμένου χρόνου και, με επαναλαμβανόμενες όμοιες συμβάσεις, απασχολήθηκε με την παραπάνω ιδιότητα μέχρι το έτος 2012. Ότι, με την από 24-09-2012 σύμβαση ορισμένου χρόνου, προσλήφθηκε όχι ως υπάλληλος γραφείου, αλλά ως εργατοτεχνίτης, πράγμα που αποδέχθηκε, διότι η αλλαγή αυτή έγινε μόνον τύποις και αυτός εξακολούθησε να απασχολείται ως υπάλληλος. Ότι την 25-08-2015 η σύμβαση εργασίας του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, με ειδικότητα εργατοτεχνίτη και οργανική θέση στο εργοστάσιο μαστίχας στην Καρδαμάδα Κάμπου Χίου, πλην όμως, εκείνος έκτοτε και μέχρι το έτος 2020 εξακολούθησε να απασχολείται ως υπάλληλος γραφείου και ειδικότερα, κατά το διάστημα των παραλαβών μαστίχας εργαζόταν ως υπεύθυνος των παραλαβών, ενεργώντας γραφειοκρατικές και λογιστικές εργασίες και διεκπεραιώσεις, μετά δε το πέρας των παραλαβών, από τον Μάιο μέχρι και τον Οκτώβριο εκάστου έτους, μετέβαινε στα κεντρικά γραφεία του εναγομένου, όπου εργαζόταν στο Τμήμα Επιδοτήσεων, στη θέση του ταμία των ενιαίων αιτήσεων των αγροτών και ως υπεύθυνος πώλησης ασπροχωμάτων. Ότι καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης εξέφραζε προφορικά το αίτημά του να αναγνωριστεί και να αποτυπωθεί στην εργασιακή του σύμβαση η πραγματική φύση της εργασίας του, πλην όμως ο εναγόμενος κώφευε, οπότε τον Μάρτιο του έτους 2020 υπέβαλε εγγράφως το σχετικό αίτημά του, χωρίς να λάβει απάντηση. Ότι από τον μήνα Μάιο του ίδιου έτους άρχισαν να του ανατίθενται το πρώτον και χειρωνακτικές εργασίες μεταφοράς μαστίχας, συσκευασίας, καθαριότητας κλπ., τις οποίες δεν αρνήθηκε να εκτελέσει, πιστεύοντας ότι πρόκειται για προσωρινή ανάθεσή τους σ' αυτόν. Ότι ακολούθως, τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, λόγω μη επανόδου του στα καθήκοντα υπαλλήλου γραφείου, διαμαρτυρήθηκε επανειλημμένως προφορικά, μεταξύ άλλων, στον Διευθυντή Παραγωγής και στον αναπληρωτή Διευθυντή του εναγομένου, ο οποίος (αναπληρωτής Δ/ντής) στις 13-7-2021 τον ενημέρωσε ότι η επαναφορά του στη θέση του υπαλλήλου δεν γινόταν δεκτή από τον Πρόεδρο του Δ.Σ. του εναγομένου, επιπλέον δε, κατά τη διαδικασία αξιολόγησης του προσωπικού, που διεξήγαγε ο εναγόμενος, έλαβε χαμηλή βαθμολογία, η οποία οφειλόταν σε λόγους αντεκδίκησης, ψυχολογικής του πίεσης και εξαναγκασμού του σε παραίτηση. Ότι, για τον λόγο αυτό, στις 15-7-2021 υπέβαλε αίτημα στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας για τη διευθέτηση της εργατικής διαφοράς, επί του οποίου εκδόθηκε: α) το από 24-9-2021 δελτίο εργατικής διαφοράς, σύμφωνα με το οποίο αυτός (ενάγων) δεν είχε αποδεχθεί τη μεταβολή των εργασιακών του καθηκόντων και β) το από 5-11-2021 συμπληρωματικό δελτίο, με το οποίο ενημερωνόταν ότι ο εναγόμενος ανακάλεσε τις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει στο πλαίσιο επίλυσης της εργατικής διαφοράς, ενώ στο μεταξύ ο τελευταίος του κοινοποίησε την από 23-9-2021 επιστολή, με την οποία τον ενημέρωνε ότι στις 17-9-2021 έλαβε χώρα συνεδρίαση του Δ.Σ. , με θέμα την εργασιακή του πορεία και τα πειθαρχικά παραπτώματα της μη εκτέλεσης των εργασιακών του καθηκόντων βάσει των όρων της από Αυγούστου 2015 σύμβασης εργασίας του, καθώς και της αντισυμβατικής συμπεριφοράς και ανυπακοής προς τους προϊσταμένους του στο εργοστάσιο, παράλληλα δε, κατά την ημερομηνία εξέτασης του αιτήματός του στο Σ.Ε.Π.Ε. , στις 10-9-2021, ενημερώθηκε ότι είχε αντικατασταθεί στη θέση του υπαλλήλου γραφείου από άλλη συνάδελφό του. Ότι στις 04-11-2021 έλαβε χώρα έντονο φραστικό επεισόδιο σε βάρος του και υπέστη άδικη, εξυβριστική και άκρως απαξιωτική συμπεριφορά από τον Διευθυντή Παραγωγής και Προϊστάμενό του. Ότι εξέφρασε την αντίθεσή του προς την επελθούσα σε βάρος του μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του, εξαντλώντας όλα τα περιθώρια εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς. Ότι η προπεριγραφόμενη συμπεριφορά του εναγομένου συνιστά παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του, γεγονός το οποίο του προξένησε ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, διότι η αλλαγή των εργασιακών του καθηκόντων έγινε για λόγους εκδίκησης, δίχως να υπαγορεύεται από επιχειρησιακές ανάγκες του εναγομένου. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον παραδεκτό, κατ' άρθρα 223, 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 του ΚΠολΔ, μερικό περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό, με σχετική προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στις πρωτόδικες προτάσεις του, ζήτησε, αναγνωριζομένου ότι ο εναγόμενος μετέβαλε βλαπτικά τους όρους της σύμβασης εργασίας του και ότι η φύση της παρεχόμενης εργασίας του είναι αυτή του υπαλλήλου γραφείου, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος: α) να τον απασχολεί με τους όρους που ίσχυαν πριν τη μεταβολή τους, ήτοι ως υπάλληλο γραφείου, με την απειλή χρηματικής ποινής ύψους χιλίων (1.000) ευρώ για κάθε παράβαση της απόφασης που θα εκδοθεί, και β) να του καταβάλει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, καθώς και να αναγνωριστεί η υποχρέωσή του να του καταβάλει επιπλέον το ποσό των ογδόντα χιλιάδων (80.000) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του εκ μέρους του εναγομένου, και τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, (άρθρα 591, 614 αρ. 3, 621-622 του ΚΠολΔ) η με αριθμό 145/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, το οποίο, αφού έκρινε ως ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου προσέβαλε ο ενάγων - εκκαλών με την από 14-06-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 22/15-06-2022) έφεσή του. Το Μονομελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου εξέδωσε την με αριθμό 26/2024 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση και, αφού κράτησε την υπόθεση κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ και δίκασε την ένδικη αγωγή, απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη. Την αναίρεση της ως άνω εφετειακής απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτησή του.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από παράθεση των νομικών σκέψεων και διατάξεων που συγκροτούν τη μείζονα σκέψη του δικανικού του συλλογισμού, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως μη νόμιμη, δεχόμενο, κατά την κύρια αιτιολογία του, τα εξής: "Ωστόσο, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αυτή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι, και αληθών υποτιθεμένων των πραγματικών περιστατικών αυτής, δεν στοιχειοθετείται μονομερής βλαπτική μεταβολή της εργασιακής σχέσης του ενάγοντος, αφού αυτός προσλήφθηκε ως εργατοτεχνίτης και η θέση του υπαλλήλου, που του ανατέθηκε, δεν προβλεπόταν από τη σύμβαση εργασίας του. Ειδικότερα, ο ενάγων εκθέτει ότι με βάση την από 24-9-2012 έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου που συνήψε με τον εναγόμενο και, ακολούθως, την έγγραφη μετατροπή αυτής από ...-2015 σε αορίστου χρόνου, αυτός προσλήφθηκε να εργαστεί στον εναγόμενο συνεταιρισμό με την ειδικότητα του εργατοτεχνίτη και ότι η οργανική του θέση ήταν στο εργοστάσιο μαστίχας, που αυτός διατηρεί στην Καρδαμάδα του Κάμπου της Χίου. Επομένως, αυτός από το έτος 2012 και τουλάχιστον από το έτος 2015, οπότε, με βάση την από ...-2015 έγγραφη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου που συνήψε με τον εναγόμενο, την οποία και προφανέστατα υπέγραψε ανεπιφύλακτα (όπως και την από 24-9-2012), αποδεχόμενος πλήρως τους όρους αυτής, είχε την ειδικότητα του εργατοτεχνίτη. Την αποδοχή της ειδικότητάς του, ως εργατοτεχνίτη, με βάση τη συναφθείσα έγγραφη σύμβαση δεν αμφισβητεί ούτε ο ίδιος, αφού άλλωστε, όπως εκτίθεται στην αγωγή, πάγιο αίτημά του ήταν, καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εργασίας του, η τροποποίησή της, ώστε από εργατοτεχνίτης να αποκτήσει την ιδιότητα του υπαλλήλου γραφείου οικονομικών υπηρεσιών και λογιστηρίου. Ως εκ τούτου, οι χειρωνακτικές εργασίες μεταφοράς μαστίχας, συσκευασίας, καθαριότητας και λοιπές εργασίες, που του ανατέθηκαν από τον εναγόμενο τον Μάιο του έτους 2020 και συνεχώς έκτοτε, περιλαμβάνονται στα καθήκοντα που ο ενάγων υποχρεούνταν να εκτελεί στο πλαίσιο της συναφθείσας σύμβασης εργασίας, σημειουμένου άλλωστε ότι ούτε ο ίδιος αμφισβητεί ότι οι εργασίες αυτές περιλαμβάνονται στα καθήκοντα του εργατοτεχνίτη, για την παροχή των οποίων είχε προσληφθεί. Με βάση τα παραπάνω, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή ο εναγόμενος ενήργησε με βάση το περιεχόμενο και τους όρους της εργασιακής σύμβασης που συνήψε με τον ενάγοντα και εντός των ορίων του διευθυντικού δικαιώματός του, όπως αυτά καθορίζονται από το περιεχόμενο της σύμβασης και ουδεμία μεταβολή, πολλώ δε μάλλον μονομερής βλαπτική, των όρων εργασίας του ενάγοντος επήλθε από την ανάθεση σ' αυτόν χειρωνακτικών εργασιών. Επακολούθως, η ενέργεια αυτή του εναγομένου δεν συνιστά προσβλητική συμπεριφορά σε βάρος του ενάγοντος, αφού δεν προκαλεί επαγγελματική και ηθική του μείωση....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν στοιχειοθετείται ούτε μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ούτε παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του και, για τον λόγο αυτό, απέρριψε την έφεση αυτού, με την οποία παραπονείτο κατά της εκκαλούμενης απόφασης, που είχε κρίνει ότι η ένδικη αγωγή ήταν ορισμένη και νόμιμη και είχε απορρίψει αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, το άρθρο 7 του Ν. 2112/1920 και τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 200, 281, 288, 648, 652, 656 του ΑΚ και 10 του Ν. 3514/1928, ως αντικ. από το άρθρο 1 του ν.δ/τος 2655/1953, τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα και σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, διότι η ανάθεση εργασίας, σύμφωνης με τους όρους της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων έγγραφης σύμβασης, δεν αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, λόγω της παροχής διαφορετικής εν τοις πράγμασι εργασίας που δεν προβλέπεται στη σύμβαση, κατά δε τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων είχε προσληφθεί, με βάση την από 24-9-2012 έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου που συνήψε με τον αναιρεσίβλητο και ακολούθως με βάση την έγγραφη μετατροπή αυτής από ...-2015 σε αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του εργατοτεχνίτη στο εργοστάσιο μαστίχας, που ο αναιρεσίβλητος Αγροτικός Συνεταιρισμός διατηρούσε στην Καρδαμάδα του Κάμπου της Χίου, και όχι με την ιδιότητα του υπαλλήλου γραφείου οικονομικών υπηρεσιών και λογιστηρίου, όπως αβάσιμα αυτός υποστηρίζει. Μετά ταύτα, οι ενιαίως κρινόμενοι πρώτος (κατά το τρίτο σκέλος του) και δεύτερος (κατά το πρώτο σκέλος του) αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων πλήττει την κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης και προσάπτει σε αυτήν την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι αβάσιμοι. Επιπροσθέτως, με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για παραβίαση εκ πλαγίου των ιδίων ως άνω ουσιαστικών διατάξεων. Ως προς την ανωτέρω αιτίαση, ο δεύτερος λόγος κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη (όπως εν προκειμένω) ή απαράδεκτη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατόν να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 32/2022, 10/2022, 103/2017, 684/2017).

Περαιτέρω, με το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις εκ των αριθμών 9 περ. γ' και 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, αντίστοιχα, επικαλούμενος ότι το Εφετείο άφησε αίτηση αδίκαστη και ειδικότερα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει καμία κρίση αναφορικά με το υποβληθέν αίτημα παροχής δικαστικής προστασίας, ως προς τις αναφερόμενες στην ένδικη αγωγή ενέργειες του αναιρεσιβλήτου, που συνιστούσαν βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του και αποτελούσαν αντικείμενο διάγνωσης (πρώτο σκέλος εκ του αριθμού 9), και περαιτέρω ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τους, περιεχομένους στην αγωγή του και επαναφερθέντες στο Εφετείο με σχετικούς λόγους έφεσης, πραγματικούς ισχυρισμούς αναφορικά με τα ίδια ως άνω γεγονότα που συνιστούσαν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του και θεμελίωναν το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τη μεταβολή αυτή (δεύτερο σκέλος εκ του αριθμού 8) Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος ως προς αμφότερα τα σκέλη του και δη: Ως προς το πρώτο σκέλος (εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), διότι οι επικαλούμενοι αγωγικοί ισχυρισμοί, όπως παρατίθενται στο δικόγραφο της αναίρεσης και αφορούν την αξιολόγηση του ενάγοντος από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, τις συνεχείς διαμαρτυρίες του για τη μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του και το φραστικό επεισόδιο, που έλαβε χώρα στις 4-11-2021, μεταξύ αυτού και του Προϊσταμένου του, δεν συνιστούν αυτοτελή αίτηση παροχής έννομης προστασίας, κατά την έννοια του ανωτέρω λόγου, αλλά επιχειρήματα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος προς επίρρωση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής του (ήτοι την επικαλούμενη βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του) και επί των οποίων θεμελιώνονται τα αγωγικά αιτήματα που απορρίφθηκαν ως μη νόμιμα με την προσβαλλόμενη απόφαση. Ως προς το δεύτερο σκέλος (εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), διότι, όπως προελέχθη, οι επικαλούμενοι ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του ανωτέρω λόγου, αλλά επιχειρήματα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος προς επίρρωση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής του. Αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφόσον η μία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες θα πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, διότι η μη πληττόμενη ή η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών, που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμία αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης απόφασης, για την αναίρεση της τελευταίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1476/2024, 868/2024, 1005/2023, 483/2022, 630/2020, 175/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στήριξε τη δυσμενή για τον ενάγοντα - εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα κρίση του και σε επάλληλη αιτιολογία, η οποία έχει ως εξής: "Ακόμη όμως κι αν ήθελε γίνει δεκτό ότι ο ενάγων ισχυρίζεται μεταβολή των όρων εργασίας σε σχέση με το πριν από το έτος 2012 ή έστω το έτος 2015 εργασιακό καθεστώς, η αγωγή είναι απορριπτέα και πάλι ως μη νόμιμη, εφόσον από τότε παρήλθε πολύ μακρό χρονικό διάστημα παροχής της εργασίας από τον ενάγοντα, χωρίς αυτός, εκτός από την απλή έκφραση της διαμαρτυρίας του, να ασκήσει εντός ευλόγου χρόνου (παρά με την προκείμενη αγωγή) τις αξιώσεις του, όπως απαιτούνταν, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη. Δηλαδή, δεν συνέχισε να εργάζεται προσωρινά και μόνον με τους νέους όρους εργασίας, επιφυλασσόμενος για τα δικαιώματά του από τη σύμβαση, αλλά μόνιμα, σταθερά και για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, με συνέπεια τη δημιουργία παγιωμένης πραγματικής κατάστασης, την οποία αυτός αποδέχθηκε, οπότε και καταρτίστηκε νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι καθ' όλα έγκυρη και στέρησε τον ενάγοντα μισθωτό, που προφανώς μεταγενέστερα μεταμελήθηκε, από το δικαίωμα να ασκήσει το σχετικό ένδικο βοήθημα. Τα ως άνω εφαρμόζονται, όπως προεκτέθηκε, με δεδομένο ότι στην προκείμενη περίπτωση έχει συναφθεί έγγραφη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με την οποία ο ενάγων έχει την ειδικότητα του εργατοτεχνίτη και η οποία βρίσκεται εν ισχύι και δεν έχει τροποποιηθεί, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η πραγματικά προσφερόμενη από τον ενάγοντα εργασία ήταν άλλη και δη αυτή του υπαλλήλου, όπως αυτός ισχυρίζεται, αφού η ανάθεση στον εργαζόμενο εργασίας σύμφωνης με τους όρους της γραπτής σύμβασης, δεν αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας λόγω της τυχόν παροχής διαφορετικής εν τοις πράγμασι εργασίας που δεν προβλέπεται στη σύμβαση, τούτο δε, δημιουργεί μεν αξιώσεις που μπορεί ο ενάγων, υπό προϋποθέσεις, να εγείρει, δεν τις ζητεί όμως αυτός με την προκείμενη αγωγή, της οποίας τα αιτήματα συνέχονται ρητώς και κατηγορηματικώς με την επικαλούμενη από αυτόν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του και μόνον.... ".

Με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων, όπως ρητώς αναφέρει στο αναιρετήριο, πλήττει την ως άνω επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, προσάπτοντας σε αυτήν την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη "πράγμα" που δεν προτάθηκε με την αγωγή του και ειδικότερα, ότι αυτός ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι η μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, δηλαδή ο υποβιβασμός του από υπάλληλο σε εργατοτεχνίτη, έλαβε χώρα κατά τα έτη 2012 ή 2015, ούτε συνέκρινε το μετά τον Μάιο του 2020 εργασιακό καθεστώς με εκείνο που ίσχυε πριν από το έτος 2012 ή 2015. Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, καθόσον η μη πληττόμενη αποτελεσματικά κύρια αιτιολογία, στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στη δίκη και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 09-07-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6/10-07-2024 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 26/2024 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή