ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 202/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 202/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 202/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 202 / 2026    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 202 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια , Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Μ. του Μ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Κοτζιά - Σοφαντζή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Πιστωτικού Ιδρύματος με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ ΣΥΝ.ΠΕ. (ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ)", τελούντος υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή αυτής, Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ Α.Ε.", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σπίνου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/11/2022 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 63/2023 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 187/2023 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13/7/2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 επ. σε συνδυασμό με άρθρα 934 παρ. 1 και 937 παρ. 3 του ΚΠολΔ), υπ' αριθμ. 187/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ανακόπτοντα και ήδη αναιρεσείοντα κατά της υπ' αριθμ. 63/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που απέρριψε την ανακοπή του τελευταίου για ακύρωση α) της υπ' αριθμ. ...-2022 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Δωδεκανήσου Μ. Μ. και β) της από ...-2022 επιταγής προς εκτέλεση που συντάχθηκε κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ' αριθ. .../2019 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία (διαταγή πληρωμής) ο ανακόπτων-αναιρεσείων υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 250.000 ευρώ, νομιμότοκα από την επομένη της ημερομηνίας υπολογισμού των τόκων υπερημερίας, ήτοι από την 29-11-2018, με το ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, το οποίο υπερβαίνει κατά 2,5 εκατοστιαίες μονάδες το ενήμερο συμβατικό επιτόκιο και με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, πλέον των δικαστικών εξόδων. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904, 915 και 916 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η δυνάμει εκτελεστού τίτλου, μεταξύ των οποίων και η διαταγή πληρωμής, αναγκαστική εκτέλεση, προϋποθέτει να είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη η απαίτηση. Εκκαθαρισμένη είναι η απαίτηση όταν από τον εκτελεστό τίτλο προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής (ΑΠ 1016/2018, ΑΠ 1543/2014). Η δε χρηματική απαίτηση είναι εκκαθαρισμένη, ακόμη και όταν το ποσό αυτής δεν είναι ακριβώς καθορισμένο, αλλά μπορεί να εξευρεθεί με τη διενέργεια μαθηματικών πράξεων (ΑΠ 1016/2018, ΑΠ 1543/ 2014, ΑΠ 653/2013).

Στην αντίθετη περίπτωση, η με έγγραφο διαπιστουμένη αξίωση του επισπεύδοντος δεν είναι επιδεκτική εκτέλεσης. Αναγκαία, συνεπώς, προϋπόθεση της εγκυρότητας της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι ο πλήρης προσδιορισμός στον ίδιο τον εκτελεστό τίτλο της έκτασης, του είδους και του περιεχομένου της αξίωσης που ενσωματώνει. Κατά συνέπεια αναγκαστική εκτέλεση με τίτλο, από τον οποίο δεν προκύπτει απαίτηση εκκαθαρισμένη είναι άκυρη, χωρίς να χρειάζεται να αποδεικνύεται βλάβη (ΑΠ 758/2014, ΑΠ 905/2011, ΑΠ 1124/2010).

Εξάλλου, η κατάσχεση δεν πάσχει, επειδή αυτή επιβλήθηκε για ποσό μικρότερο από το πράγματι οφειλόμενο, λόγω περιορισμού της απαίτησης, εφόσον βεβαίως ο περιορισμός είναι ορισμένος και δεν επιφέρει μετάπτωση της παροχής σε ανεκκαθάριστη, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 904, 915, 916 και 924 ΚΠολΔ, ακυρότητα δεν υπάρχει και αν ακόμα η κατάσχεση έχει επιβληθεί για ποσό μεγαλύτερο του πράγματι οφειλόμενου (ΑΠ 1016/2018, ΑΠ 1543/ 2014, ΑΠ 758/ 2014). Ο περιορισμός αυτός δεν προσβάλλει τα συμφέροντα του οφειλέτη, αφού συνεπάγεται τη μείωση των εξόδων που τον βαρύνουν. Για την αποτροπή, όμως, του κινδύνου προβολής μεταγενέστερα του ισχυρισμού του ότι χώρησε παραίτηση του δανειστή από το υπόλοιπο μέρος της απαίτησής του, καθώς και επίσης και του κινδύνου προσβολής της εκτέλεσης για αοριστία, σε σχέση με το ζήτημα για ποιά κονδύλια της απαίτησης διενεργήθηκε, θα πρέπει να γίνεται αφενός μεν ειδική αναφορά σε συγκεκριμένα κονδύλια για τα οποία αυτή επισπεύδεται έκτοτε, αφετέρου δε ρητή επιφύλαξη για το υπόλοιπο μέρος της απαίτησης. Έτσι, ο περιορισμός στην έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της απαίτησης για την οποία επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται επακριβώς ο εν λόγω περιορισμός, ήτοι τα ακριβή κονδύλια για τα οποία επισπεύδεται η εκτέλεση, είναι αόριστος, επιφέροντας στην ουσία την μετάπτωση της παροχής σε ανεκκαθάριστη και συνακόλουθα καθιστά άκυρη την έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης λόγω έλλειψης στην ουσία της προϋπόθεσης του εκκαθαρισμένου της απαίτησης (ΑΠ 442/2024).

Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά τη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/ 2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανίσχυρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/ 2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 112/2023, ΑΠ 343/2023, 181/2023, ΑΠ 510/2022, ΑΠ 238/2021, ΑΠ 673/2020, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 122/2019). Την εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια μπορούν να ιδρύσουν και ακυρότητες της αναγκαστικής εκτέλεσης, εφόσον θεμελιώνουν λόγους ανακοπής, που προβλήθηκαν με το ένδικο αυτό βοήθημα (ΑΠ 1249/2020, ΑΠ 626/ 2018, ΑΠ 1405/2012, ΑΠ 705/2011). Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν προέβη στην ακύρωση της προσβαλλόμενης έκθεσης κατάσχεσης, δεχόμενο εσφαλμένα ότι ήταν βεβαία και εκκαθαρισμένη η απαίτηση, βάσει της οποίας επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής, επαναφερόμενο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με τον πρώτο λόγο έφεσης, ο ανακόπτων ισχυρίζεται, ότι είναι άκυρη η με αριθμό ...-2022 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Δωδεκανήσου Μ. Μ. , διότι αν και στην από ...-2022 επιταγή προς πληρωμή επιτάσσεται, να καταβάλει ποσό 250.000 ευρώ, εντόκως με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας 8,22% από 29-11-2018 μέχρις εξοφλήσεως, η καθ' ής περιόρισε την αναγκαστική κατάσχεση επί του ακινήτου του στο ποσό των 100.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, με την ρητή επιφύλαξη να διεκδικήσει το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό, χωρίς να προσδιορίσει ποιά κονδύλια συγκεκριμένα αφορούν τα 100.000 ευρώ, δηλαδή αν φορούν εξ ολοκλήρου στο ποσό που επετάσσετο, να καταβάλει ή στους τόκους ή στα έξοδα ή στα λοιπά κονδύλια που αναφέρονται στην επιταγή προς πληρωμή. Ο λόγος αυτός ανακοπής είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, καθόσον η οφειλή του ανακόπτοντος, που προέρχεται από δανειακή σύμβαση με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, συντίθεται από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, που αποτελούν παρεπόμενες υποχρεώσεις της κύριας απαίτησης. Ο περιορισμός του ποσού για το οποίο επιβλήθηκε η προσβαλλόμενη κατάσχεση, είναι επιτρεπτός και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη και δεν καθιστά την ως άνω απαίτηση, για την είσπραξη της οποίας επισπεύδεται η προσβαλλόμενη αναγκαστική εκτέλεση, αβέβαιη και ανεκκαθάριστη, καθώς από τον εκτελεστό τίτλο προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής, και ο καταλογισμός της παροχής θα γίνει σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 422 και 423 ΑΚ, ελλείψει αντίθετης συμφωνίας των μερών. Επομένως, ο πρώτος λόγος της έφεσης είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης άκυρης πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας. Τούτο διότι, με την από ...-2022 επιταγή προς πληρωμή ο αναιρεσείων επιτάσσεται να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 250.000 ευρώ για κεφάλαιο, εντόκως με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας 8,22% από 29-11-2018 μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, με ρητή επιφύλαξη για το υπόλοιπο ποσό όπως προκύπτει από την διαταγή πληρωμής, απομειωμένο ως προς τις αναφερόμενες (στην επιταγή) ήδη γενόμενες καταβολές, πλέον δικαστικών εξόδων και εξόδων εκτέλεσης. Για την ικανοποίηση της εν λόγω απαίτησης της αναιρεσίβλητης επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση στο ακίνητο του αναιρεσείοντα, με την υπ' αριθμ. ...-2022 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή της περιφερείας του Εφετείου Δωδεκανήσου Μ. Μ. , για το μικρότερο ποσό των 100.000 ευρώ, πλέον των τόκων και εξόδων εκτέλεσης και επισπευδομένου πλειστηριασμού μέχρι το τέλος αυτού, το οποίο αποτελεί μέρος της συνολικής επιταχθείσας απαίτησης, με τη ρητή επιφύλαξη για την είσπραξη του υπολοίπου επιταχθέντος ποσού, όπως αυτό προκύπτει από την από ...-2022 επιταγή προς εκτέλεση. Η ανωτέρω απαίτηση της αναιρεσίβλητης, για την ικανοποίηση της οποίας επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση στο ακίνητο του αναιρεσείοντα, αποτελούμενη από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, που αποτελούν παρεπόμενες υποχρεώσεις της κύριας απαίτησης δεν ήταν ανεκκαθάριστη, αλλά εγκύρως επιβλήθηκε η κατάσχεση για το ποσό των 100.000 ευρώ, που είναι μέρος από την συνολική κύρια απαίτηση της επισπεύδουσας, ύψους 250.000 ευρώ, πλέον των τόκων και εξόδων εκτέλεσης, αφού προσδιορίζεται για ποια συγκεκριμένα κονδύλια της απαίτησης επιβλήθηκε η αναγκαστική κατάσχεση στο ακίνητο του αναιρεσείοντα, το δε υπόλοιπο ποσό της απαίτησης παραμένει απαιτητό, ρητώς επιφυλασσομένης της επισπεύδουσας των δικαιωμάτων της για την είσπραξη του υπολοίπου ποσού που επιτάσσεται να καταβάλει ο αναιρεσείων με την επιταγή προς πληρωμή, πλέον τόκων και λοιπών εξόδων. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, καθό μέρος προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 422 και 423 του ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον το Εφετείο στήριξε την κρίση του περί ότι η απαίτηση στην έκθεση κατάσχεσης, δυνάμει της οποίας επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση είναι βεβαία και εκκαθαρισμένη, στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 904, 915, 916 και 924 ΚΠολΔ και δεν εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 422 και 423 ΑΚ, η δε κρίση για το ότι από τον εκτελεστό τίτλο προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής και ο καταλογισμός της παροχής θα γίνει σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 422 και 423 ΑΚ, ελλείψει αντίθετης συμφωνίας των μερών, είναι πλεοναστική, χωρίς να στηρίζει το διατακτικό της απόφασης.

Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος, κατά το τρίτο σκέλος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε με ανεπαρκείς αιτιολογίες τον πρώτο λόγο της ανακοπής του, είναι απαράδεκτος, αφού ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1935/2017, ΑΠ 369/ 2014, ΑΠ 701/2011), όπως στην προκείμενη περίπτωση, που το Εφετείο απέρριψε τον πρώτο λόγο ανακοπής ως νομικά αβάσιμο και όχι κατ' ουσίαν.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν η αντίφαση εντοπίζεται στις διατάξεις του διατακτικού της απόφασης, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η εκτέλεση αυτής ή να προκαλείται αβεβαιότητα ως προς τη διαγνωστική ή διαπλαστική λειτουργία της και το σχετικό δεδικασμένο. Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, όταν υπάρχει αντίφαση στο ιστορικό ή στο αιτιολογικό μέρος της απόφασης ή μεταξύ κύριας και επάλληλης αιτιολογίας ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού ή μεταξύ της πρωτόδικης απόφασης και της εφετειακής που επικύρωσε την πρωτόδικη (ΑΠ 575/2024, ΑΠ 146/2022, ΑΠ 317/ 2021, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 570/2010).

Περαιτέρω, δεν νοείται η ύπαρξη αντίφασης, όταν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης περιέχει μία μόνο διάταξη (ΑΠ 1346/2023, ΑΠ 1144/ 2021, ΑΠ 158/2019, ΑΠ 360/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο ενώ έκρινε ότι ο πρώτος λόγος της έφεσης είναι νομικά αβάσιμος, στη συνέχεια αντιφατικά αποφάνθηκε ότι είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι ο πρώτος λόγος της ανακοπής, ο οποίος επαναφέρθηκε στο Εφετείο με τον πρώτο λόγο έφεσης, κρίθηκε νομικά αβάσιμος και εν συνεχεία απορρίφθηκε ο σχετικός λόγος έφεσης με τον οποίο ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων επικαλούνταν εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ως προς την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του ως άνω λόγου της ανακοπής του περί ακυρότητας της προαναφερόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Περαιτέρω από την επισκόπηση του περιεχομένου του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, στο οποίο ορίζεται επί λέξει ότι: "Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσίαν την έφεση" προκύπτει, ότι αυτό είναι σαφές και δεν περιέχει αντιφατικές διατάξεις έτσι, ώστε, η εκτέλεση της απόφασης να καθίσταται αδύνατη ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάγνωση που έλαβε χώρα. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

IV. Σύμφωνα με τον αριθμό 8 εδ. β' του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο αγνόησε ολοσχερώς προταθέντα ισχυρισμό (ήτοι αγνόησε βάση αγωγής ή ανταγωγής ή ένσταση) ή αγνόησε γεγονότα περιεχόμενα σ' αυτόν και ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αναγκαία για το νόμιμο αυτού (ΑΠ 430/2002). Δεν ιδρύεται όμως ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (έστω και εσφαλμένα), γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1284/2023, ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 339/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 250/2020, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 96/ 2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν εξέτασε τον δεύτερο λόγο έφεσης με τον οποίο επανέφερε τον δεύτερο λόγο της ανακοπής του περί ακυρότητας της, συνταχθείσας κάτω από αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ' αριθμ. .../2019 διαταγής πληρωμής, από ...-2022 επιταγής προς πληρωμή, με την οποία επιτάσσεται να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη για επιδικασθέν κεφάλαιο το ποσό των 250.000 ευρώ, εντόκως με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας 8,22% από 29-11-2018 μέχρι την οριστική εξόφληση, με ρητή επιφύλαξη για το υπόλοιπο ποσό όπως προκύπτει από τη διαταγή πληρωμής, απομειωμένο ως προς τις αναφερόμενες (στην επιταγή) γενόμενες καταβολές, για τον λόγο ότι α) δεν προσδιορίζεται το ποσό του κεφαλαίου ούτε το ποσό του τόκου που καλείται να καταβάλλει, καθόσον δεν προσδιορίζεται αν οι γενόμενες καταβολές υπολογίζονται στο κεφάλαιο ή στους τόκους ή στα έξοδα και β) δεν προσδιορίζεται αν έχει λάβει χώρα στον υπολογισμό των αναφερομένων κονδυλίων εξάμηνος ανατοκισμός των τόκων, όπως ορίζεται στην επίμαχη διαταγή πληρωμής. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής, επαναφερόμενο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με τον δεύτερο λόγο έφεσης, ο ανακόπτων ισχυρίζεται, ότι η από ...-2022 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ' αριθμ. .../2019 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, επιδοθείσα στον ίδιο στις 9-9-2022 με την οποία επετάχθη, να καταβάλει συμβατικούς τόκους υπερημερίας ποσοστού 8,22% από 29-11-2018, με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων, χωρίς να προσδιορίζεται το ποσό των τόκων, είναι αόριστη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος καθόσον στην επιταγή προς πληρωμή, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των άρθρων 904, 916, 918, 919 και 924 ΚΠολΔ, η επιταγή με την οποία γίνεται η αναγκαστική εκτέλεση, πρέπει να περιέχει σύντομη αναφορά του ποσού, που οφείλεται, χωρίς να είναι ανάγκη, να εκτίθεται το ιστορικό κάθε κονδυλίου. Ειδικότερα, αρκεί να προκύπτει από την επιταγή εκτέλεσης η αιτία της απαίτησης, η οποία άλλωστε προκύπτει από το αντίγραφο του τίτλου, κάτωθι του οποίου γίνεται η επιταγή, καθώς και η οφειλή κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Εφόσον έχει γίνει ο διαχωρισμός αυτός, η επιταγή παρουσιάζει πληρότητα και απόκειται στον οφειλέτη, να επικαλεστεί και να αποδείξει την απόσβεση της απαίτησης ή τον εσφαλμένο υπολογισμό ή το παράνομο των τόκων.

Εξάλλου, δεν είναι αναγκαίο, να προσδιορίζεται το ποσό των τόκων, αφού μπορεί να βρεθεί με μαθηματικό υπολογισμό με βάση γνωστά δεδομένα, όπως το ποσοστό (επιτόκιο) υπερημερίας, που ορίζεται ενιαία για συγκεκριμένη χρονική περίοδο από το νόμο, το κεφάλαιο, την έναρξη της τοκοφορίας και τη διάρκεια του χρέους. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, λόγω αοριστίας, ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν προσβάλλονται συγκεκριμένα κονδύλια της ένδικης απαίτησης, ούτε προσδιορίζεται το (νόμιμο) ύψος της οφειλής τους, όπως θα ήταν αν δεν είχαν περιληφθεί τυχόν παράνομοι ανατοκισθέντες τόκοι, για να είναι εφικτός ο λογιστικός έλεγχος του νόμιμου ύψους του αξιούμενου από την καθ' ής η ανακοπή ποσού. Συνακόλουθα, η ανακοπή είναι απορριπτέα στο σύνολό της...". Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα περιστατικά που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων για τη θεμελίωση του προβαλλόμενου ως άνω ισχυρισμού του περί ακυρότητας της επίμαχης επιταγής προς πληρωμή, όπως το ίδιο τα εκτίμησε και, αφού δέχθηκε ότι, κατά τα επικαλούμενα στον κρινόμενο λόγο ανακοπής, η απαίτηση στην επίμαχη επιταγή εκτέλεσης είναι συγκεκριμένη, αφού γίνεται διαχωρισμός της οφειλής κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και αναφέρεται ο χρόνος έναρξης της τοκοφορίας, χωρίς να είναι αναγκαίο, να προσδιορίζεται επακριβώς το ποσό των τόκων, το οποίο μπορεί να βρεθεί με τη διενέργεια μαθηματικών πράξεων, αν ληφθούν υπόψη γνωστά δεδομένα, όπως το ποσοστό επιτοκίου υπερημερίας, που ορίζεται ενιαία για συγκεκριμένη χρονική περίοδο από το νόμο, το ύψος του κεφαλαίου, ο χρόνος έναρξης της τοκοφορίας και η διάρκεια του χρέους, στη συνέχεια απέρριψε τον επαναφερθέντα με τον δεύτερο λόγο έφεσης σχετικό λόγο ανακοπής, ως μη νόμιμο, αλλά και λόγω της αοριστίας του, για το λόγο ότι δεν προσβάλλονται συγκεκριμένα κονδύλια της ένδικης απαίτησης ούτε προσδιορίζεται από τον ανακόπτοντα το νόμιμο ύψος της οφειλής.

Συνεπώς ο, ως άνω, αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτή (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται αυτά ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-7-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 187/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή