Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 209 / 2026    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 209 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου - Δημοτικής Επιχείρησης Κοινωφελούς Χαρακτήρα με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΒΟΛΟΥ" ("Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Β."), που εδρεύει στην Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Τριαντάφυλλο Εμμανουηλίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΟΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΗΛΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΡΓ.ΗΛ. Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Γαβαλά και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά καθ' ης η ανακοπή, Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Μητσιμπούνα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/5/2019 ανακοπή της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3644/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2662/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7/7/2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιες των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του νικήσαντος διαδίκου ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων του, όχι δε και κατά του ομοδίκου του αναιρεσείοντος ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη, λόγω της έλλειψης έννομου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού, η οποία βλάπτει τον αναιρεσείοντα (ΟλΑΠ 24/1997, ΑΠ 1617/2010, ΑΠ 40/2008, ΑΠ 701/2009), εκτός αν συντρέχει αναγκαστική ομοδικία, οπότε πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΟλΑΠ 11/1992).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1, 80, 82, 83 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση και όταν δεν ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, εφόσον έχει έννομο συμφέρον υφιστάμενο όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης (Ολ.ΑΠ 28/2007, Ολ.ΑΠ 13/2006), η αναίρεση, όμως, απευθύνεται μόνο κατά του αντιδίκου του που νίκησε και όχι κατά του διαδίκου υπέρ του οποίου άσκησε την παρέμβαση, έστω και αυτοτελή (ΑΠ 40/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμ. 2662/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν η έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης με τους πρόσθετους λόγους έφεσης κατά της υπ' αριθμ. 3644/2020 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων επί της από 29.5.2019 ανακοπής κατά δήλωσης τρίτου της ανακόπτουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, και η από 2.8.2021 πρόσθετη υπέρ της καθ'ης η ανακοπή και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης παρέμβαση της αναιρεσείουσας, απορρίφθηκε η πρόσθετη παρέμβαση, έγιναν τυπικά και κατ' ουσία δεκτοί η έφεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και αφού δικάστηκε η ανακοπή, έγινε εν μέρει δεκτή, ακυρώθηκε η δήλωση της δεύτερης αναιρεσίβλητης - καθ' ης η ανακοπή τράπεζας ως τρίτης ως ανακριβής κατά το ποσό των 182.156,13 ευρώ, υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη- ανακόπτουσα το παραπάνω ποσό και να δεσμεύσει και να της αποδώσει κάθε οφειλόμενο ποσό στην αναιρεσείουσα - καθ' ης η κατάσχεση, το οποίο προέκυψε από την κοινοποίηση του από 19.4.2019 κατασχετηρίου ή θα προκύψει στο μέλλον έως τη συμπλήρωση του ποσού των 427.910,64 ευρώ. Επομένως, η προσθέτως παρεμβαίνουσα έχει έννομο συμφέρον, ως εκ του αντικειμένου της δίκης, να ασκήσει αναίρεση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία, όμως, καθόσον στρέφεται κατά της δεύτερης από τους αναιρεσιβλήτους, υπέρ της οποίας είχε ασκηθεί η πρόσθετη παρέμβαση στην εκκρεμή στο Εφετείο δίκη, πρέπει, κατά την αυτεπάγγελτη από το Δικαστήριο έρευνα (άρθρο 577 παρ.2 ΚΠολΔ), να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται υπέρ της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων σε βάρος της αναιρεσείουσας, εφόσον η εν λόγω αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της υπέβαλε σχετικό αίτημα μόνον κατά της αντιδίκου της -πρώτης αναιρεσίβλητης. Κατά τα λοιπά, η αίτηση αναίρεσης, καθ' ο μέρος στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553,556,558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 985, 986 και 988 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο τρίτος, στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε κατάσχεση απαίτησης του καθού η εκτέλεση, οφείλει μέσα σε οκτώ ημέρες από την επίδοση σ` αυτόν του κατασχετηρίου να δηλώσει στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του, αν υπάρχει η απαίτηση και σε καταφατική περίπτωση να ενεργήσει σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρ. 988 ΚΠολΔ, διαφορετικά, αν η απαίτηση δεν υπάρχει ή πρόκειται για απαίτηση ακατάσχετη, πρέπει να προβεί σε αντίστοιχη αρνητική δήλωση, με την οποία εξομοιώνεται και η παράλειψη δήλωσης, δικαιούται δε αυτός που επέβαλε την κατάσχεση να ανακόψει την αρνητική (ρητή ή σιωπηρή) δήλωση μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από της δηλώσεως, επικαλούμενος ανακρίβεια αυτής (ΑΠ 88/2025). Ανακριβής είναι η δήλωση του τρίτου είτε πρόκειται για την απόκρυψη της ύπαρξης της οφειλής είτε πρόκειται για την αναληθή ή μη πλήρη έκθεση επιμέρους πραγματικών περιστατικών που περιγράφουν τη σχέση του καθ' ου η εκτέλεση με τον τρίτο (ΑΠ 613/2022,ΑΠ 624/2021,ΑΠ 1261/2019). Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή κατά το άρθρ. 990 ΚΠολΔ η κατ` αυτής ανακοπή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε ως προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών. Συνακόλουθα τούτων, αντικείμενο της σχετικής δίκης, το οποίο δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου και το οποίο περιορίζεται από το περιεχόμενο του κατασχετηρίου και της δήλωσης του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθού η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι και με ποιούς περιορισμούς οφειλές προς τον καθού η εκτέλεση οφειλέτη του κατασχόντος (ΑΠ 624/2021,ΑΠ 1132/2019,ΑΠ 500/2018,ΑΠ 663/2017,ΑΠ 480/2012). Η δήλωση του τρίτου, όπως ήδη αναφέρθηκε , συνιστά υποχρέωσή του, που καθιερώνεται από το νόμο, προς ειλικρινή απάντηση έναντι του κατασχόντος για τη διασφάλιση της έννομης τάξης, η δε υποχρέωση αυτή δεν εκτείνεται μόνο στην απλή δήλωση περί του αν υφίσταται η απαίτηση, αλλά επεκτείνεται και στην υποχρέωση παροχής πληροφοριών στον κατασχόντα και επιβάλλει ορισμένη, σαφή και ειλικρινή αναφορά των σχέσεων του τρίτου με τον καθ` ου η εκτέλεση. Δηλαδή, ο τρίτος οφείλει να δηλώσει με σαφήνεια και ειλικρίνεια εάν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, αναφέροντας σε καταφατική περίπτωση και τη δικαιογόνο σχέση, τις ενστάσεις ή λόγους αδυναμίας καταβολής αυτής, καθώς και την ανταπαίτησή που τυχόν έχει κατά του καθ` ου η εκτέλεση και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση, από ποιόν και για ποιό χρόνο. Εάν η οφειλή του τρίτου κατά το χρόνο επιβολής της κατάσχεσης έχει αποσβεστεί ή έπαψε να υπάρχει έναντι του καθ` ου η εκτέλεση ως δανειστή ή έναντι του ίδιου του δηλούντος ως οφειλέτη, έχει υποχρέωση να αναφέρει στη δήλωσή του περιστατικά που θεμελιώνουν την απαίτηση ή την κατάργηση της ενοχής. Η δε ανακριβής δήλωση εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση του τρίτου. Αν δε, λόγω της πολυπλοκότητας των σχέσεων και των συναλλαγών του με τον οφειλέτη καθ` ου η κατάσχεση, αδυνατεί προς το παρόν να εξάγει συμπεράσματα, ο τρίτος οφείλει να εκθέσει τα περιστατικά που θεμελιώνουν την αδυναμία του, άλλως κινδυνεύει η δήλωσή του να θεωρηθεί ανακριβής. Επομένως, στο δικόγραφο της ανακοπής από το άρθρο 986 ΚΠολΔ, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφείλει να προσδιορίζει κατά τα ουσιώδη στοιχεία της την απαίτηση, δηλαδή την αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθού η εκτέλεση (δικαιογόνος αιτία) και τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν (παραγωγικά γεγονότα), αφού ο ανακόπτων φέρει το βάρος της απόδειξης της κατασχεμένης απαίτησης (ΑΠ 1364/2021, ΑΠ 1236/2021, 666/2021, 287/2020,ΑΠ 259/2020,ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 1500/2017, ΑΠ 663/2017,ΑΠ 480/2012). Το μόνο ποσό που πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς από τον ανακόπτοντα είναι το ποσό της απαίτησης, για το οποίο επέβαλε την κατάσχεση, και όχι το ποσό για το οποίο ασκείται η ανακοπή κατά της δηλώσεως του τρίτου (ΑΠ 1500/2017,ΑΠ 663/2017).
Σε περίπτωση, όμως, που ο τρίτος δεν αμφισβητεί με τη δήλωσή του την ύπαρξη της απαίτησης, αλλά απλώς επικαλείται λόγους που εμποδίζουν την ικανοποίησή της, η ανακοπή περιορίζεται στην αμφισβήτηση των σχετικών λόγων και υποχρεούται πλέον ο τρίτος να αποδείξει την αλήθεια των λόγων που αυτός προβάλλει με τη μορφή ενστάσεών του κατά της απαίτησης (ΑΠ 1132/2019,ΑΠ 480/2012). Τρίτος, φυσικό ή νομικό πρόσωπο δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται κατάσχεση κατά τις διατάξεις των άρθρων 982 επ.ΚΠολΔ, είναι εκείνος ο οποίος ως προς την κατασχετέα περιουσία επέχει θέση οφειλέτη έναντι του προσώπου κατά του οποίου ενεργείται η κατάσχεση, δηλαδή αυτός που δυνάμει ίδιας εξουσίας είναι κάτοχος ξένης περιουσίας και ο οποίος σε σχέση προς το κατεχόμενο από αυτόν πράγμα, δεν ταυτίζεται με τον οφειλέτη αλλά έχει νομική αυτοτέλεια και κατέχει συνήθως βάσει ορισμένης έννομης σχέσης (π.χ. μίσθωση πράγματος, έργου, παρακαταθήκη κ.τ.λ.). Έτσι τρίτος είναι ο εντολοδόχος, ο πληρεξούσιος του οφειλέτη, ο θεματοφύλακας, ο μεσεγγυούχος, ο συμβολαιογράφος ως θεματοφύλακας, ο μεταφορέας, ο παραγγελιοδόχος, ο λήπτης χρησιδανείου, ο πράκτορας και γενικώς αυτός που αναλαμβάνει τη διεκπεραίωση ξένων υποθέσεων, εκτός αν είναι υπάλληλος του οφειλέτη.
Εξάλλου, επί κατασχέσεως μέλλουσας απαίτησης, πρέπει να προσδιορίζονται σαφώς τα περιστατικά, με βάση τα οποία προσδοκάται η δυνατότητα παραγωγής από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση της μέλλουσας χρηματικής απαίτησης.
Στην περίπτωση όμως που ο τρίτος δεν αμφισβητεί με τη δήλωσή του τη δικαιογόνο αιτία και την ύπαρξη της απαίτησης, αλλά απλώς επικαλείται λόγους που εμποδίζουν την ικανοποίηση αυτής, η ανακοπή περιορίζεται στην αμφισβήτηση των σχετικών λόγων και υποχρεούται πλέον ο τρίτος να αποδείξει την αλήθεια των λόγων που αυτός προβάλλει με τη μορφή ενστάσεών του κατά της απαίτησης (ΑΠ 319/2021,ΑΠ 259/2020, ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 480/2012).
Σε περίπτωση επιβολής κατασχέσεως απαιτήσεων από τραπεζικούς λογαριασμούς στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος, η δέσμευση των λογαριασμών του οφειλέτη καταλαμβάνει μόνο το υφιστάμενο υπόλοιπο, εκτός αν κατάσχονται και μελλοντικές απαιτήσεις από τους λογαριασμούς, οπότε η δέσμευση καταλαμβάνει κάθε ποσό που κατατίθεται στους λογαριασμούς του οφειλέτη του κατασχόντος και μετά την επίδοση του κατασχετηρίου. Το τελευταίο, όμως, απαιτεί, στο πλαίσιο της σαφήνειας και του ορισμένου του κατασχεθέντος αντικειμένου, την σαφή αναφορά στο κατασχετήριο περί κατασχέσεως και μελλοντικών απαιτήσεων του οφειλέτη κατά του πιστωτικού ιδρύματος από τους τηρούμενους τραπεζικούς λογαριασμούς.
Συνεπώς, όταν η κατάσχεση αφορά και μελλοντικές απαιτήσεις του καθ' ου η κατάσχεση, τότε αναμφίβολα η δήλωση του πιστωτικού ιδρύματος θα πρέπει να ανταποκρίνεται και σε μεταγενέστερα της ημερομηνίας επιδόσεως δεδομένα. Έτσι, απαιτήσεις, που εμφανίζονται μετά την κοινοποίηση του κατασχετηρίου και μέχρι την υποβολή της δηλώσεως, πρέπει να περιλαμβάνονται στην τελευταία, εφ' όσον η έννομη σχέση ήταν γεννημένη ήδη κατά τον χρόνο κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου (ΑΠ 1027/2002, ΑΠ 972/2019, ΑΠ 825/2018).
Εξάλλου, προϋπόθεση για την ευθύνη του τρίτου είναι το ζημιογόνο γεγονός της παραλείψεως της δηλώσεως ή της ανακρίβειας της δηλώσεως που υποβλήθηκε, η ζημία του κατασχόντος και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας. Το περιεχόμενο της ζημίας θα κριθεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο, περιλαμβάνει δε η αποζημίωση κάθε ζημία που είναι απότοκος της συμπεριφοράς του τρίτου (ΑΠ 1424/2023,ΑΠ 613/2022,ΑΠ 1364/2021,ΑΠ 259/2020, ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 663/2017, ΑΠ 448/2016).
Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 982 του ΚΠολΔ εξαιρούνται από την κατάσχεση... δ) απαιτήσεις μισθών, συντάξεων ή ασφαλιστικών παροχών, εκτός αν πρόκειται να ικανοποιηθεί απαίτηση για διατροφή που στηρίζεται στο νόμο ή σε διάταξη τελευταίας βούλησης ή για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας, οπότε επιτρέπεται να γίνει κατάσχεση έως το μισό, αφού ληφθούν υπόψη τα ποσά που εισπράττει ο υπόχρεος, το μέγεθος των υποχρεώσεων που του δημιουργεί ο γάμος του για αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και ο αριθμός των δικαιούχων. Με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι η εξαίρεση της περίπτωσης δ` της παρ. 2 ισχύει και όταν η καταβολή του ποσού του μισθού γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη σε πιστωτικό ίδρυμα. Η εξαίρεση ισχύει μόνο στην έκταση που ο λογαριασμός παρουσιάζει υπόλοιπο που δεν υπερβαίνει, κατά το χρονικό διάστημα από την επιβολή της κατάσχεσης έως την επομένη ημέρα της καταβολής, το ποσό της εξαιρούμενης από την κατάσχεση, απαίτησης. Η παραπάνω παράγραφος 3, όπως προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν. 3714/2008 και διατηρήθηκε και με το ν. 4335/2015, αντιμετώπισε το θέμα της τύχης των απαιτήσεων από μισθούς, συντάξεις και ασφαλιστικές παροχές, όταν η καταβολή των σχετικών ποσών γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του δικαιούχου, όπως κατά κανόνα συμβαίνει σήμερα και συγχωνεύονται οι ακατάσχετες απαιτήσεις με το σύνολο των υπολοίπων (κατασχετών) απαιτήσεων που συναποτελούν στο δεδομένο χρονικό σημείο τη σχετική τραπεζική κατάθεση. Δυνάμει των παραπάνω διατάξεων ορίσθηκε ότι το ακατάσχετο των μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών παροχών, όπως αυτό προβλέφθηκε στο άρθρο 982 παρ. 2 δ` του ΚΠολΔ, διατηρείται ακόμη "και όταν η καταβολή του ποσού γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη σε πιστωτικό ίδρυμα" (άρθρο 982 παρ. 3 εδ. α`), με δύο ρητούς περιορισμούς, ένα ποσοτικό και ένα χρονικό (άρθρο 982 παρ. 3 εδ. β`). Αφενός το ακατάσχετο ισχύει μόνο για ένα μισθό ή μία σύνταξη (άρθρο 982 παρ. 3 εδ. α` "στην έκταση που ο λογαριασμός παρουσιάζει υπόλοιπο που δεν υπερβαίνει ...το ποσό της εξαιρούμενης από την κατάσχεση απαίτησης"), αφετέρου το ακατάσχετο μπορεί να διατηρηθεί μόνο για περιορισμένο "χρονικό διάστημα από την επιβολή της κατάσχεσης έως την επομένη ημέρα της καταβολής" (άρθρο 982 παρ. 2 εδ. β). Απαιτείται συνεπώς, η ανάληψη από τον λογαριασμό της τράπεζας του μισθού, της συντάξεως ή της ασφαλιστικής παροχής από τον δικαιούχο, το αργότερο την επομένη ημέρα από την κατάθεσή του. Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις το ακατάσχετο των μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών παροχών επεκτάθηκε και στην αντίστοιχη τραπεζική κατάθεση, όταν ο μισθός ή η σύνταξη καταβάλλονται απευθείας στον τραπεζικό λογαριασμό του εργαζόμενου, για λόγους προστασίας των εργαζόμενων, όπως αναφέρεται στην οικεία αιτιολογική έκθεση.
Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" (ΦΕΚ A 191), όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 του Ν. 4483/2017 (ΦΕΚ A 107/31.07.2017), προβλέφθηκε για την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης και αποχέτευσης οικιστικών κέντρων της χώρας (με εξαίρεση τις πόλεις των Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων περιοχών τους), η δυνατότητα της σύστασης σε κάθε δήμο ή κοινότητα ενιαίων επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, οι οποίες αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ) κοινωφελούς χαρακτήρα, διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο, λειτουργούν με τη μορφή δημοτικής ή κοινοτικής επιχείρησης και διέπονται ως προς τη διοίκηση, οργάνωση, εκτέλεση, λειτουργία και συντήρηση των έργων της αρμοδιότητάς τους καθώς και τις πηγές της χρηματοδότησής τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, ενώ και μετά την αντικατάσταση του άνω άρθρου 1 του νόμου 1069/1980, με το άρθρο 1 του Ν. 4483/2017 (ΦΕΚ Α 107/31.7.2017), ορίστηκε ότι "1. Οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.) αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου της παρ. 4 του άρθρου 252 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ΚΔΚ), όπως κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006 (Α' 114), έχουν κοινωφελή και μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλες ειδικές διατάξεις του παρόντος, του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων και του ν. 3852/2010 (Α' 87)". Από τις διατάξεις δε του Ν. 1069/1980 εν συνόλω συνάγεται ότι οι δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης, αν και εξοπλίζονται από το νόμο με αρμοδιότητες που προσιδιάζουν σε δημόσια αρχή (όπως π.χ. κατά τα άρθρα 11, 24, 27 του εν λόγω νόμου), είναι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, διεπόμενα από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, έχουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, διαθέτοντας ίδια διοίκηση, ανεξάρτητη ταμειακή υπηρεσία και ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων, με βάση τον οποίο γίνεται η οικονομική διαχείρισή τους, ίδια περιουσία και δικούς τους πόρους, ανεξάρτητη και αυτοτελή εσωτερική οργάνωση και λειτουργία με βάση κανονισμούς που συντάσσονται από τα όργανα διοίκησης αυτών, δεν υπάγονται στην κατηγορία των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ούτε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, από τον οποίο αντιθέτως ρητά εξαιρούνται (ΟλΑΠ 5/2022,ΑΠ 980/2024, ΑΠ 173/2023, ΑΠ 740/2021, ΑΠ 829/2018, ΑΠ 113/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 4β του Συντάγματος "οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως νόμος ορίζει", κατά δε το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3068/2002, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της άνω συνταγματικής επιταγής "η αναγκαστική εκτέλεση για να ικανοποιηθεί χρηματική απαίτηση κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νπδδ γίνεται με κατάσχεση της ιδιωτικής περιουσίας αυτών. Αποκλείεται η κατάσχεση απαιτήσεων που πηγάζουν από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου ή απαιτήσεων χρηματικού ή μη αντικειμένου το οποίο έχει ταχθεί για την άμεση εξυπηρέτηση ειδικού δημόσιου σκοπού". Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του άνω εκτελεστικού νόμου 3068/2002 "Το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων. Δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει. Δεν είναι δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του παρόντος και δεν εκτελούνται οι εκτελεστοί τίτλοι που αναφέρονται στις περιπτώσεις των εδαφίων γ`-ζ` της παρ. 2 του άρθρου 904 ΚΠολΔ πλην των κηρυχθεισών εκτελεστών αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων" (ΑΠ 1591/2021, ΑΠ 1001/2020).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 276 του ως άνω Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ΚΔΚ)" Οι Δήμοι και οι Κοινότητες, τα δημοτικά και κοινοτικά ιδρύματα και τα λοιπά δημοτικά και κοινοτικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι σύνδεσμοι Δήμων και Κοινοτήτων, οι αποκλειστικώς κοινωφελούς χαρακτήρα αμιγείς δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις, οι επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης, η Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων της Ελλάδας και οι τοπικές Ενώσεις Δήμων και Κοινοτήτων έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο.." (παρ. 1). Ενόψει λοιπόν του γεγονότος ότι η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3068/2002 δεν αφορά τις δημοτικές επιχειρήσεις, η προβλεπόμενη απ' αυτό απαγόρευση κατάσχεσης απαιτήσεων που πηγάζουν από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου ή απαιτήσεων χρηματικού ή μη αντικειμένου το οποίο έχει ταχθεί για την άμεση εξυπηρέτηση ειδικού δημόσιου σκοπού δεν τυγχάνει εφαρμογής στα εν λόγω ν.π.ι.δ. κατ' επίκληση και σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 276 του ΚΔΚ (πρβλ. ΑΠ 677/2021).
Περαιτέρω, στο άρθρο 12 της υπ` αριθ. 2/37345/0004/4.6.2010 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, με τίτλο "Απογραφή προσωπικού του δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. α` και β` βαθμού και σύσταση Ενιαίας Αρχής Πληρωμής", ορίζεται ότι "Τα Ν.Π.Δ.Δ., οι ΟΤΑ, καθώς και οι φορείς του δημοσίου τομέα που ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28/Α), - σ.σ. "γ. Οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και οι πάσης φύσεως επιχειρήσεις τους" - υποχρεούνται να ορίζουν τραπεζικό λογαριασμό τηρούμενο στην Τράπεζα της Ελλάδος ή σε εμπορική τράπεζα ή πιστωτικό ίδρυμα, τον οποίο θα χρησιμοποιούν αποκλειστικά για την καταβολή των αμοιβών, που εμπίπτουν στην Ε.Α.Π. Ακόμη, υποχρεούνται να εξουσιοδοτήσουν παγίως την Ε.Α.Π. για την χρέωση του παραπάνω τραπεζικού λογαριασμού τους, με το ποσό των αμοιβών που καταβάλλεται στις οριζόμενες από το άρθρο 15 της παρούσας ημερομηνίες στους δικαιούχους, καθώς και με το ποσό που πρέπει να καταβληθεί σε τρίτους (συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών φορέων) ως κρατήσεις. Μετά το πέρας κάθε διαδικασίας καταβολής από την Ε.Α.Π. το υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού μηδενίζεται". Οι αποδοχές των υπαλλήλων, που μισθοδοτούνται με τη διαδικασία της απόφασης αυτής καταβάλλονται στις 27 και 13 κάθε μήνα και, εφόσον συμπίπτουν με αργία, την αμέσως προηγούμενη εργάσιμη ημέρα (άρθρο 15). Σκοπός της υποχρέωσης απογραφής και ένταξης στην Ενιαία Αρχή Πληρωμών των παραπάνω προσώπων, σύμφωνα και με την αιτιολογική έκθεση επί του σχεδίου του παραπάνω νόμου, αποτελεί τόσο η δημιουργία Κεντρικής Βάσης Δεδομένων ανθρώπινου δυναμικού, για την αξιοποίηση και διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού (στο πλαίσιο της κινητικότητας κλπ.), όσο και ο έλεγχος της μισθοδοσίας και των πρόσθετων αμοιβών των υπόχρεων σε απογραφή, για την άσκηση μισθολογικής πολιτικής από το Υπουργείο Οικονομικών σε συνεργασία με το Υπουργείο Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (βλ. ΓΝΜΔ ΝΣΚ 253/2019). Με την ειδική διάταξη του άρθρου 49 Ν. 4257/2014 ορίζεται ότι "Οι πάσης φύσεως αποδοχές, αμοιβές, αποζημιώσεις και απολαβές, οι οποίες κατατίθενται στον ειδικό λογαριασμό του άρθρου 12 της υπ` αριθ. 2/37345/0004/4.6.2010 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, που τηρείται από τους υπόχρεους Ο.Τ.Α. και αποδίδονται στο προσωπικό τους μέσω της Ενιαίας Αρχής Πληρωμής, δεν δύνανται να υποθηκευτούν ή ενεχυριαστούν ή κατασχεθούν. Στον ανωτέρω λογαριασμό, δύναται να κατατίθεται από τους υπόχρεους φορείς το σύνολο των πάσης φύσεως αποδοχών, αμοιβών, αποζημιώσεων και απολαβών του προσωπικού τους, το οποίο καλύπτει διάστημα έως δύο μηνών". Η διάταξη αυτή, κατά το γράμμα της εφαρμόζεται μόνο στους Ο.Τ.Α. και όχι στις δημοτικές επιχειρήσεις. Σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση των προαναφερόμενων φορέων να ορίσουν τραπεζικό λογαριασμό, τον οποίο θα χρησιμοποιούν "αποκλειστικά" για την καταβολή αμοιβών υπαλλήλων και ασφαλιστικών εισφορών, θεσπίσθηκε προκειμένου να απλοποιηθούν οι διαδικασίες καταβολής αμοιβών του Δημοσίου και να παρέχεται άμεσα η δυνατότητα παρακολούθησης αναλυτικών και συγκεντρωτικών στοιχείων μισθοδοσίας (βλ. εισαγωγικό μέρος της Κ.Υ.Α., αριθ. 13) και έχει την έννοια ότι η πληρωμή των σχετικών ποσών θα πρέπει να γίνεται αποκλειστικά μέσω αυτού του λογαριασμού.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με τη προσβαλλομένη απόφασή του, κατά παραδεκτή επισκόπηση αυτής για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δέχθηκε τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία, μέρος:
<<... Σημειώνεται ότι ο τρίτος πρόσθετος λόγος έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα, επικουρικά, ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έκρινε, για το ίδιο ως άνω χρηματικό, ότι αυτό είναι ακατάσχετο διότι εξυπηρετεί ειδικό κοινωφελή σκοπό, κρίνεται ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, δεδομένου ότι τέτοια κρίση δεν διαλαμβάνεται στην εκκαλουμένη απόφαση...Δυνάμει της 510/2011 απόφασης του Εφετείου Λάρισας, η έχει καταστεί αμετάκλητη, μετά την έκδοση της 8/2014 απόφασης του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου σε πλήρη ολομέλεια, υποχρεώθηκε το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης - Αποχέτευσης Μείζονος Περιοχής Βόλου" (Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Β) να καταβάλει στην εκκαλούσα ανώνυμη τεχνική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΡΓ.ΗΛ. ΑΤ.Ε.", το ποσό των 4.028.026,46 ευρώ, πλέον του αναλογούντος εργολαβικού οφέλους 28%, της νόμιμης Αναθεώρησης και του ΦΠΑ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της κρινόμενης, από το παραπάνω δικαστήριο, προσφυγής, η οποία είχε λάβει χώρα στις 16.9.2009, με. το οριζόμενο στο άρθρο 4 παρ. 4 του π,δ, 166/2003 επιτόκιο υπερημερίας. Ακολούθως, στις ...2017, σύμφωνα με τις ... , ... και ...2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας Κ. Α. , η εκκαλούσα επέδωσε στην παραπάνω δημοτική επιχείρηση Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Β ακριβές αντίγραφο εκ του εις χείρας της Α' απογράφου εκτελεστού της 510/2011 απόφασης. Στη συνέχεια, στις 17.9.2019, επέδωσε στην τελευταία ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο από το επίσημο με αριθμό 55/2015 πρώτο (Α) εκτελεστό απόγραφο της 510/2011 απόφασης μετά της επιταγής προς πληρωμή: α) ποσού 1.411,518 ευρώ για τόκους υπερημερίας του κεφαλαίου που είχε με την απόφαση (ύψους του κεφαλαίου 6.834.890,47 ευρώ, όπως το ποσό αναλύεται στην προηγούμενη από 16.4.2018 επιταγή προς πληρωμή) από τις 13.6.2015 (επομένη της ημεροχρονολογίας μέχρι της οποίας είχαν υπολογιστεί τόκοι υπρημερίας με την προηγούμενη από 16.4.2018 επιταγή προς πληρωμή) έως τις 16.4.2018, β) ποσού 5 ευρώ για έξοδα αντιγράφου, γ) 372 ευρώ για τη σύνταξη και υπογραφή της επιταγής προς πληρωμή και της παραγγελίας για επίδοση δ) ποσού 43 ευρώ για έξοδα επίδοσης της επιταγής και συνολικά ποσού 1.411.938,40 ευρώ. Κατά της παραπάνω επιταγής προς πληρωμή η δημοτική επιχείρηση άσκησε την από 21.1.2019 με αριθμό κατάθεσης 49/2019 αίτηση αναστολής της εκτέλεσης που απορρίφθηκε με 189/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, όπως επίσης και την από 21.1.2019 και με αριθμό κατάθεσης 13/2019 ανακοπή που απορρίφθηκε με την 35/2019 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, η οποία κατέστη τελεσίδικη, μετά την έκδοση της 457/2020 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Ακολούθως, η εκκαλούσα με το από 19.4.2019 κατασχετήριο που επέδωσε στη δημοτική επιχείρηση Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Β και στην εφεσίβλητη, στις 22.4.2019 και 19.4.2019, αντίστοιχα, σύμφωνα με τις .../2019 και .../2019 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Βόλου Ε. Γ. και Πρωτοδικείου Πειραιά Ν. Κ. , η εκκαλούσα επέβαλε σε βάρος της οφειλέτριας δημοτικής επιχείρησης και στα χέρια της εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας ως τρίτης, αναγκαστική κατάσχεση σε όποιο χρηματικό ποσό, σε οποιοδήποτε νόμισμα, από κάθε είδους λογαριασμό (καταθέσεων, όψεως. ταμιευτηρίου, τρεχούμενο ή οποιουδήποτε άλλου) διατηρούσε η Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Β. στην εφεσίβλητη, από οποιοδήποτε λόγο, καθώς και σε όποιο χρηματικό ποσό ενδέχεται να διατηρήσει στο μέλλον, περιλαμβανομένων στην κατάσχεση τόσο των υφιστάμενων όσο και των μελλοντικών ποσών και μέχρι του ποσού των 1.411.988,40 ευρώ, για το οποίο έγινε η κατάσχεση, δηλαδή μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφλησή της, Η εφεσίβλητη υπέβαλε, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την .../2019 δήλωση τρίτου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα : "Η Τράπεζα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 985 ΚΠολΔ και 24 ν. 2915/2001, με τη ρητή επιφύλαξη κάθε σχετικού δικαιώματός της, βάσει του ελέγχου που διενεργήθηκε για τους σκοπούς της κατάσχεσης αυτής στα αρχεία της σύμφωνα με τα τηρούμενα σε αυτά στοιχεία και στα στοιχεία που εμπεριέχονται στο προαναφερθέν κατασχετήριο, δηλώνει ότι : Α) Επ' ονόματι του ανωτέρω οφειλέτη σας εις χείρας της Τράπεζας ως τρίτης, υφίσταντο κατά την ημέρα κοινοποίησης του κατασχετηρίου: Ι) ένας ατομικός λογαριασμός, ο οποίος κατά τη χρονική στιγμή επίδοσης του κατασχετηρίου είχε υπόλοιπο 480.589,25 ευρώ, ποσό το οποίο δεσμεύθηκε για την παρούσα κατάσχεση, 2) ένας ατομικός λογαριασμός, o οποίος κατά τη χρονική στιγμή επίδοσης του κατασχετηρίου είχε υπόλοιπο το ποσό των 222,393,61 ευρώ, εκ του οποίου το ποσό των 40.237,48 ευρώ παραμένει δεσμευμένο λόγω προγενέστερης κατάσχεσης όπως κατωτέρω υπό (Β) της παρούσης αναλύεται και το υπόλοιπο ποσό των 182.156,13 ευρώ προορίζεται από το ως άνω ν.π.ι.δ. , και έχει ταχθεί για την εξυπηρέτηση της μηνιαίας μισθοδοσίας των υπαλλήλων του, οπότε στην περίπτωση αυτή είναι ακατάσχετο σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 982 παρ, 2 ΚΠολΔ, 3) Εξήντα λογαριασμοί, οι οποίοι, κατά τη χρονική στιγμή της επίδοσης του κατασχετηρίου είχαν μηδενικό υπόλοιπο. B) Έχει επιβληθεί έως σήμερα άλλη κατάσχεση εις χείρας της Τράπεζάς μας, ως τρίτης κατά του ως άνω οφειλέτη σας. Συγκεκριμένα από τον Ρ. Χ. του Σ. , με το κοινοποιηθέν στις 26.10.2018 κατασχετήριο έγγραφο του και του ποσού των 40.239,48 ευρώ, το οποίο έχει καλυφθεί ΟΛΙΚΩΣ από το λογαριασμό του ως άνω οφειλέτη σας. Η παρούσα δήλωση της Τράπεζας Eurobank Α,Ε. αναφέρεται και στις κατασχόμενες μελλοντικές πιστώσεις. ο οποίες θα δεσμεύονται υπέρ της ως άνω κατάσχεσης και θα σας αποδίδονται εντός των ορίων του κατασχετηρίου, μέχρι λήψεως αντιθέτου εκ μέρους σας επιστολής περί ικανοποιήσεως της απαιτήσεώς σας. Η παρακράτηση ή και η απόδοση για της μελλοντικές απαιτήσεις θα γίνεται αυτονοήτως με την επιφύλαξη των διατάξεων του νόμου, στο βαθμό που αυτές κατά τον κρίσιμο χρόνο προβλέπουν/επιτρέπουν μια διαφορετική αντιμετώπιση. Για την απόδοση θα πρέπει να προσκομισθούν τα κατά νόμο απαραίτητα δικαιολογητικά, Τόπος καταβολής θα είναι οποιοδήποτε από τα καταστήματα της Τράπεζας ενώ για την όλη διαδικασία συμπεριλαμβανομένης της αποδόσεως, η Τράπεζα θα παρακρατεί ποσό για την κάλυψη των σχετικών εξόδων της".
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 16.4.2018 η εκκαλούσα κοινοποίησε στη δημοτική επιχείρηση Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Β ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο από το επίσημο με αριθμό .../2015 πρώτο (Α) εκτελεστό απόγραφο της 510/2011 απόφασης μετά της με την αυτή ημερομηνία προς πληρωμή, συνολικού ποσού 9.209.772,94 ευρώ και ειδικότερα α) ποσό 6.834.890,47 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο, β) ποσό 2,280.341,79 ευρώ για τόκους υπερημερίας από την 1.7. 2009 έως τις ....2015, γ) ποσό 82.092,28 ευρώ για τέλος απογράφου, δ) ποσό 5 ευρώ για έξοδα αντιγράφου, δ) ποσό 12.400 για την σύνταξη και υπογραφής της προς πληρωμή και της παραγγελίας για επίδοση και ε) ποσό 43,40 ευρώ για έξοδα επίδοσης. Στις 23.4.2018 η εκκαλούσα με το από 20.4.2018 κατασχετήριο έγγραφό της, επέβαλε σε βάρος της δημοτικής επιχείρησης Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Β και στα χέρια, ανάμεσα σε άλλες τράπεζες, της εφεσίβλητης ως τρίτης, κατάσχεση μέχρι του ποσού των 9.209.822,94 ευρώ. Η δημοτική επιχείρηση, κατά της παραπάνω διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, άσκησε την 17.4.2018 και με αριθμό κατάθεσης 72/2018 ανακοπή και με την 94/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου έγινε αυτή εν μέρει δεκτή και ακυρώθηκε το από 20.4.2018 κατασχετήριο έγγραφο. με το οποίο επιβλήθηκε κατάσχεση στα χέρια της εφεσίβλητης, πλην όμως η παραπάνω απόφαση δεν αποδείχθηκε ότι είχε καταστεί τελεσίδικη κατά τον χρόνο που η εφεσίβλητη υπέβαλε την ανακοπτόμενη δήλωσή της και δεν επέφερε τις αυτής συνέπειες, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη αναλυτικά προεκτεθεί. Η ένδικη .../2019 δήλωση της τράπεζας είναι ανακριβής για τους κάτωθι λόγους : Α) Διότι, εφόσον η κατάσχεση αφορούσε και μελλοντικές απαιτήσεις της καθ' ης η κατάσχεση, οι απαιτήσεις που εμφανίσθηκαν μετά την κοινοποίηση του κατασχετηρίου και μέχρι την υποβολή της δήλωσης της τράπεζας, θα έπρεπε να περιλαμβάνονται στην τελευταία, εφόσον η έννομη σχέση ήταν γεννημένη ήδη κατά τον χρόνο κοινοποίησης του κατασχετηρίου, β) εσφαλμένα η καθ' ης η κατάσχεση εφεσίβλητη αρνήθηκε τη δέσμευση του ποσού των 182.156,13 ευρώ, με την αιτιολογία ότι το ποσό αυτό είναι ακατάσχετο, διότι έχει ταχθεί για την εξυπηρέτηση της μηνιαίας μισθοδοσίας των υπαλλήλων του νπιδ Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Β. Το παραπάνω ποσό όφειλε να δεσμεύσει η καθ' ης για την ένδικη κατάσχεση δεδομένου ότι τα κατατεθειμένα στο λογαριασμό αυτό ποσά, αλλά και όσα μελλοντικά θα κατατεθούν δεν υπάγονται στις εξαιρέσεις του άρθρου 982 του ΚΠολΔ, Γ) εσφαλμένα δεν ανέφερε σε αυτή την προγενέστερη από 20.4.2018 επιβληθείσα εις χείρας της κατάσχεση από την εκκαλούσα, η οποία δεν είχε ακυρωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Επομένως, πρέπει η από 29.5.2019 με ΓΑΚ 48123/2019 και ΕΑΚ 1574/2019 ανακοπή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας...>>. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 982 παρ. 2 περ. δ ΚΠολΔ,76 ΚΔΚ, 4 παρ.1 Ν.3068/2002 και 49 του Ν.4257/2014, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθόσον, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με το ένδικο κατασχετήριο η πρώτη αναιρεσίβλητη ανακόπτουσα, επισπεύδουσα την εκτέλεση, επέβαλε σε βάρος της ως άνω οφειλέτριάς της καθ' ης η εκτέλεση ήτοι της δημοτικής επιχείρησης ύδρευσης και αποχέτευσης (ΔΕΥΑΜΒ), εις χείρας της αναιρεσείουσας καθ' ης η ανακοπή ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, ως τρίτης, αναγκαστική κατάσχεση σε κάθε χρηματικό ποσό, σε οποιοδήποτε νόμισμα, από κάθε είδους λογαριασμό (καταθέσεων, όψεως, ταμιευτηρίου, τρεχούμενου ή οποιοσδήποτε άλλου) που διατηρεί η ως άνω καθ' ης η κατάσχεση οφειλέτρια ή ενδέχεται να διατηρήσει στο μέλλον, περιλαμβανόμενων δηλαδή τόσο των τυχόν υφιστάμενων ποσών, όσο και των μελλοντικών ποσών, καθώς και οποιοσδήποτε άλλου ποσού από οποιαδήποτε άλλη αιτία, μέχρι του ποσού των 1.411.988,40 ευρώ, τα χρηματικά δε ποσά που ανευρέθησαν στον λογαριασμό που διατηρούσε η ως άνω καθ' ης η κατάσχεση οφειλέτρια στην τράπεζα, κατά την προπαρατεθείσα νομική σκέψη, δεν εμπίπτουν στα ακατάσχετα και συνεπώς η δήλωση της τράπεζας ως τρίτης περί ακατάσχετης τραπεζικής κατάθεσης του καθ' ου η εκτέλεση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, είναι ανακριβής κατά το μέρος που δεν δεσμεύθηκε υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης - ανακόπτουσας το προαναφερθέν ποσόν των 182.156,13 ευρώ. Ειδικότερα α) η διάταξη του άρθρου 982 παρ.2 περ.δ ΚΠολΔ εφαρμόζεται όταν η εκτέλεση επισπεύδεται σε βάρος του εργαζομένου, ως οφειλέτη, και όχι όταν επισπεύδεται εκτέλεση σε βάρος του εργοδότη, ως δικαιούχου του τραπεζικού λογαριασμού, όπως εν προκειμένω, ακόμα και αν αυτός χρησιμοποιεί τα κατατεθειμένα σε αυτόν χρήματα για την πληρωμή των μισθών των υπαλλήλων του, β) η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν.3068/2002 δεν αναφέρεται στις δημοτικές επιχειρήσεις που είναι Ν.Π.Ι.Δ. και, συνεπώς, η προβλεπόμενη από αυτό απαγόρευση κατάσχεσης απαιτήσεων, που πηγάζουν από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου ή απαιτήσεων χρηματικού ή μη αντικειμένου, το οποίο έχει ταχθεί για την άμεση εξυπηρέτηση ειδικού δημόσιου σκοπού, δεν εφαρμόζεται στα εν λόγω Ν.Π.Ι.Δ. , όπως η Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Β. κατ' επίκληση και σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 276 του ΚΔΚ και γ) η ειδική διάταξη του άρθρου 49 του ν. 4257/2014, με την οποία ορίζεται ότι οι πάσης φύσης αποδοχές, αμοιβές, αποζημιώσεις και απολαβές, οι οποίες κατατίθενται στον ειδικό λογαριασμό του άρθρου 12 της υπ' αριθ. 2/37345/0004/04-06-2010 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, που τηρείται από τους υπόχρεους ΟΤΑ και αποδίδονται στο προσωπικό μέσω της Ενιαίας Αρχής Πληρωμών, δεν δύνανται να υποθηκευτούν ή να κατασχεθούν, εφαρμόζεται κατά το γράμμα της μόνο στους ΟΤΑ και όχι στις δημοτικές επιχειρήσεις, όπως είναι η καθ' ης η κατάσχεση, σε κάθε δε περίπτωση η υποχρέωση της καθ' ης η κατάσχεση δημοτικής επιχείρησης (ΔΕΥΑΜΒ) να ορίσει τραπεζικούς λογαριασμούς, τους οποίους θα χρησιμοποιεί "αποκλειστικά" για την καταβολή αμοιβών υπαλλήλων και ασφαλιστικών εισφορών, θεσπίσθηκε προκειμένου να απλοποιηθούν οι διαδικασίες καταβολής αμοιβών του Δημοσίου και να παρέχεται άμεσα η δυνατότητα παρακολούθησης αναλυτικών και συγκεντρωτικών στοιχείων μισθοδοσίας και ως εκ τούτου, δεν συνεπάγεται αυτόματα και το ακατάσχετο των δηλωθέντων τραπεζικών λογαριασμών. Επομένως, οι πρώτος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 982 παρ.4 ΚΠολΔ, 276 παρ.1 ΚΔΚ, 4 παρ.1 εδ. β ν.3068/2002 και 49 ν.4257/2014, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν (περ. α') ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν (περ. β') και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 1293/2017, ΑΠ 927/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή ισχυρισμό της καθ' ης η ανακοπή και υπέρ'ης η πρόσθετη παρέμβαση ότι οι τραπεζικοί λογαριασμοί της αναιρεσείουσας είναι ακατάσχετοι, διότι έχουν ανταποδοτικό χαρακτήρα και χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τη μισθοδοσία των υπαλλήλων της και τη λειτουργία της. Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό, τον οποίο απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι τα χρηματικά ποσά που ανευρέθησαν στον λογαριασμό που διατηρούσε η καθ' ης η κατάσχεση - οφειλέτρια στην τράπεζα, η οποία υπέβαλε τη ανακοπτόμενη δήλωση ως τρίτη, δεν εμπίπτουν στις επικαλούμενες από την καθ' ης η ανακοπή διατάξεις που ορίζουν το ακατάσχετο των ευρισκομένων σε τραπεζικό λογαριασμό χρηματικών ποσών. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 982 παρ. 1 περ. α του ΚΠολΔ, δεχόμενο με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ότι η ως άνω διάταξη δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση. Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παραβίασε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 982 παρ. 1 περ. α του ΚΠολΔ, την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον, όπως ρητά αναφέρθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ο επικουρικά προβαλλόμενος ισχυρισμός της εκκαλούσας - καθ' ης η ανακοπή, ότι το επίδικο χρηματικό ποσό είναι ακατάσχετο διότι εξυπηρετεί ειδικό κοινωφελή σκοπό, αλυσιτελώς προβλήθηκε στο Εφετείο, δεδομένου ότι τέτοια κρίση δεν διαλαμβανόταν στην εκκαλουμένη απόφαση. Επομένως, ο τρίτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 7-7-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 2662/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176,183,189 αριθ.1,191 αριθ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-7-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 2662/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων και επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ