Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 212 / 2026    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 212/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια και Στυλιανή Μπλέτα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΙΡΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΚΤΙΡΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΑΝΕΓΕΡΣΗΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΔΕΠΑΝΟΜ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Θεοδωρακοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ELEMENT ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Σιαπέρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π." (πρώην "ALTERNATIVE FINANCIAL SOLUTIONS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", με διακριτικό τίτλο "ALTERNATIVE FINANCIAL SOLUTIONS Μ.Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "SUNRISE I NPL FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", ειδικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/6/2012 προσφυγή - αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 1071/2019 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/4/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της δεύτερης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Α. Με τη διάταξη του άρθρου 558 εδ. α του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους. Διάδικοι είναι όσοι προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι δικάστηκαν από αυτήν και συνεπώς, είναι απαράδεκτη η αναίρεση όταν απευθύνεται κατά προσώπου που δεν έχει την ιδιότητα αυτή (ΑΠ 439/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αρ. ...-2019 τελεσίδικη (βλ. το υπ' αρ. ...-2022 πιστοποιητικό περί μη άσκησης ενδίκων μέσων της αρμόδια γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών) απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ` αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία έγινε δεκτή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, η από 14-6-2012 αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της "ΔΕΠΑΝΟΜ ΑΕ", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η ήδη αναιρεσείουσα και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της τελευταίας, κατά τις διατάξεις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης, να της καταβάλει, ως αμοιβή για το έργο που εκτέλεσε το συνολικό ποσό των 677.458,69 ευρώ, πλέον των νομίμων τόκων. Η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", ως διαχειρίστριας της επίδικης απαίτησης της ειδικής διαδόχου δικαιούχου εταιρείας με την επωνυμία "SUNRISE I NPL Finance DAC", είναι, σύμφωνα με τ' ανωτέρω λεχθέντα, απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση η εν λόγω εταιρεία δεν υπήρξε διάδικος στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ούτε είναι καθολικός διάδοχος κάποιου διαδίκου, αλλά ούτε και είχε ασκήσει στη δίκη πρόσθετη παρέμβαση (577 παρ. 2ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας αυτής, μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, ενόψει του ότι η αναιρεσείουσα απολαμβάνει όλων των προνομίων του Δημοσίου, κατ' άρθρο 76 παρ. 5 του ν. 4313/2014 (ΑΠ 247/2021).
Κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).
Β. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 1418/1984, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 2229/1994, ο νόμος αυτός εφαρμόζεται σε όλα τα έργα που προγραμματίζονται και εκτελούνται από τους φορείς που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994. Στους φορείς αυτούς συγκαταλέγονται κατά την παρ. ε του τελευταίου άρθρου τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται τακτικώς σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις από κρατικούς πόρους κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους ή το κράτος κατέχει το 51% τουλάχιστον του μετοχικού τους κεφαλαίου.
Περαιτέρω, με το τέταρτο άρθρο του ν. 1398/1983 ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ανέγερσης Νοσηλευτικών Μονάδων (ΔΕΠΑΝΟΜ)" η οποία σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 αυτού, αποτελεί Δημόσια Επιχείρηση που ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, λειτουργεί για χάρη του δημόσιου συμφέροντος, διέπεται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια. Κατά το άρθρο 3 του νόμου αυτού (άρθρο τέταρτο), έχει ως σκοπό, εκτός των άλλων, την κατ` εντολή του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ολική ή μερική μελέτη, κατασκευή, επέκταση, συντήρηση, οργάνωση και εξοπλισμό κάθε είδους νοσηλευτικής μονάδας, καθώς και την ολική ή μερική μελέτη και κατασκευή των κτιριακών εγκαταστάσεων των τμημάτων ιατρικής των πανεπιστημίων. Ειδικότερα, στην παρ. 2 του άρθρου 3 του ανωτέρω τέταρτου άρθρου ορίζεται, ότι " Η εκπόνηση των μελετών και η εκτέλεση των έργων της ΔΕΠΑΝΟΜ καθώς και οι συναφείς προμήθειες και εργασίες γίνονται κατ` εξαίρεση από κάθε κείμενη διάταξη σχετική με την ανάθεση μελετών και εκτέλεση δημόσιων έργων και τη διενέργεια κρατικών προμηθειών. Τα πλαίσια των διαδικασιών καθορίζονται σε κανονισμούς που εγκρίνονται από τους εποπτεύοντες Υπουργούς και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Σύμφωνα με το άρθρο 4 του άνω νόμου, η διοίκηση και διαχείριση των υποθέσεών της ασκούνται από 5μελές Διοικητικό Συμβούλιο με πενταετή θητεία που διορίζεται με Προεδρικό Διάταγμα ύστερα από πρόταση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας. Το Δ.Σ της σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1ζ του αυτού νόμου αποφασίζει (μεταξύ άλλων) για όλα τα θέματα αρμοδιότητας της ΔΕΠΑΝΟΜ (επέχοντας θέση της κατά νόμο Προϊσταμένης Αρχής σύμφωνα με το άρθρο πέμπτο παρ. 1 ν. 1398/1983), ενώ ο Πρόεδρος του (άρθρο 5 παρ. 3 του ίδιου νόμου) εκπροσωπεί τη ΔΕΠΑΝΟΜ σε οποιοδήποτε δικαστήριο ή Αρχή, καθώς και έναντι τρίτων δεσμεύοντας τη ΔΕΠΑΝΟΜ με την υπογραφή του. Επίσης διορίζει πληρεξουσίους με εντολή να τον εκπροσωπούν. Τον πρόεδρο κωλυόμενο αναπληρώνει σε όλα τα καθήκοντά του ο Γενικός Διευθυντής στον οποίο ο Πρόεδρος και το Δ.Σ μπορούν να εκχωρούν την ενάσκηση μέρους των αρμοδιοτήτων τους (άρθρο 4 παρ. 5 ν. 1398/1983). Σε εκτέλεση της εξουσιοδότησης, που παρέχεται με το ανωτέρω άρθρο 3.2 εδ. β`, εκδόθηκε ο κανονισμός εκπόνησης των μελετών, εκτέλεσης των έργων και συναφών προμηθειών και εργασιών της ΔΕΠΑΝΟΜ, ο οποίος εγκρίθηκε (σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 1 του άνω τέταρτου άρθρου) με την κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών ΠΕΧΩΔΕ και Υγείας και Πρόνοιας υπό στοιχεία ΕΔ2α/04/62/Φ.13/1984 (ΦΕΚ 359 Β). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού, ο τελευταίος προσδιορίζει "τα πλαίσια μέσα στα οποία θα εκπονούνται οι μελέτες, θα γίνεται η κατασκευή των έργων ... και θα καταρτίζονται όλες οι σχετικές συμβάσεις ή θα αναλαμβάνονται όλες οι απαιτούμενες δραστηριότητες ώστε να επιτυγχάνεται ο αντικειμενικός στόχος της ΔΕΠΑΝΟΜ". Κατά το άρθρο 2 παρ.3 "το περιεχόμενο της σχετικής σύμβασης σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση προσδιορίζεται ελεύθερα με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου. Επίσης προσδιορίζεται και κάθε διαδικαστική λεπτομέρεια, όπως η προθεσμία και ο τρόπος για την εκδήλωση ενδιαφέροντος, για την ανάληψη της μελέτης, οι εγγυήσεις και προθεσμίες για την κατάρτιση της σύμβασης και γενικά κάθε θέμα που αναφέρεται στην εκπόνηση και την αποδοχή της μελέτης ύστερα από συμπλήρωσή της ή όχι". Κατά το άρθρο 3 παρ.1 του ίδιου Κανονισμού τα έργα της ΔΕΠΑΝΟΜ κατασκευάζονται (και τούτο αποτελεί την κύρια διαδικασία): α) με εργολαβικές συμβάσεις β)... γ)... που καταρτίζονται ύστερα από δημοπρασία , τους όρους της οποίας κανονίζει ...το Διοικητικό Συμβούλιο με σχετική διακήρυξη...(άρθρο 3 παρ.2 ). Κατά την παρ. 5 του αυτού άρθρου "οι συμβάσεις που καταρτίζονται για την κατασκευή των έργων ρυθμίζουν κάθε θέμα που αναφέρεται στην κατασκευή αυτή και στην εκπλήρωση της σύμβασης γενικά και ιδιαίτερα στις προδιαγραφές που εφαρμόζονται στον τρόπο προσδιορισμού και καταβολής του εργολαβικού ανταλλάγματος (τιμές μονάδος, κατ` αποκοπήν αντάλλαγμα κ.λ.π), στην τυχόν καταβολή προκαταβολής, στην έκπτωση του αναδόχου και τη λήψη μέτρων, στις εγγυήσεις, στις ποινικές ρήτρες, τις προθεσμίες, στα όρια τυχόν προσθέτων εργασιών που υποχρεούται ο ανάδοχος να εκτελέσει με τους συμβατικούς όρους, στην ασφάλεια έργων και εργαζομένων, στη συνεργασία αναδόχων με διαφορετικό μεταξύ τους αντικείμενο". Επίσης κατά την παρ. 6 του ίδιου παραπάνω άρθρου" οποιαδήποτε τροποποίηση της σύμβασης κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης της αποφασίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο η τα εξουσιοδοτημένα από αυτό όργανα ύστερα από εισήγηση της διευθύνουσας υπηρεσίας (άρθρο 4 παρ.1) και καταρτίζεται για την τροποποίηση αυτή τροποποιητική σύμβαση εκτός από τις περιπτώσεις που η σύμβαση ορίζει ως υποχρεωτικές για τον ανάδοχο τις τροποποιήσεις". Η παρακολούθηση, ο έλεγχος και η διοίκηση της κατασκευής των έργων ανήκει στο αρμόδιο τοπικό γραφείο ή στη Διεύθυνση της ΔΕΠΑΝΟΜ που ορίζει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ο Γενικός Διευθυντής της (Διευθύνουσα Υπηρεσία). Η εποπτεία στο έργο της διευθύνουσας υπηρεσίας ανήκει στο Διοικητικό Συμβούλιο (προϊσταμένη αρχή) που μπορεί να τη μεταβιβάσει στο Γενικό Διευθυντή ή άλλα όργανα της ΔΕΠΑΝΟΜ. Ενεργεί ότι απαιτείται για την καλή και έγκαιρη εκτέλεση των έργων...ορίζει τους τεχνικούς υπαλλήλους που θα ασχοληθούν ειδικότερα με την επίβλεψη, προσδιορίζει τα καθήκοντά τους παρακολουθεί το έργο...προβαίνει σε κάθε νόμιμη ενέργεια για την ολοκλήρωσή του, αξιολογεί τις προσφορές...διαπραγματεύεται συμβόλαια, αναθέτει εργολαβίες..." (άρθρο 4 παρ. 1,2 του άνω Κανονισμού). Στο άρθρο 5 παρ. 1 αυτού ορίζεται ότι "η παραλαβή των έργων που κατασκευάζονται με εργολαβίες γίνεται σύμφωνα με ό,τι ορίζεται στη σύμβαση", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 αυτού προβλέπεται ότι "με αιτιολογημένη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου μπορεί να προταθεί οποιαδήποτε παρέκκλιση από τις διατάξεις των προηγουμένων άρθρων του Κανονισμού αυτού που εγκρίνεται με απόφαση των Υπουργείων Δημοσίων Έργων και Υγείας και Πρόνοιας". Με το άρθρο 28 παρ. 2γ του ν. 1418/1984 "Δημόσια έργα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων", κατ` εξαίρεση του γενικού κανόνα της παρ. 1 περ. ια`, ότι καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη, που αντίκειται στις διατάξεις του νόμου αυτού ή αναφέρεται σε θέματα που ρυθμίζονται από το νόμο αυτό, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, διατηρήθηκε σε ισχύ το άρθρο 3.2 του τέταρτου άρθρου του ν. 1398/1983, που ορίζει τον τρόπο εκπόνησης μελετών και εκτέλεσης των έργων της ΔΕΠΑΝΟΜ.
Περαιτέρω, στην παρ. 8 του ιδίου άρθρου 2 ν. 1418/1984, όπως παρακάτω ισχύει, ορίζεται, ότι με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, ΠΕΧΩΔΕ και του εκάστοτε αρμοδίου Υπουργού, είναι δυνατό έργα που προγραμματίζονται και εκτελούνται από νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου των ανωτέρω φορέων (της παρ. 1 του άρθρου 14 ν. 2190/1994) να εξαιρούνται διατάξεων του νόμου αυτού (ν. 1418/1984). Σε εφαρμογή της τελευταίας αυτής διάταξης εκδόθηκε η υπό στοιχεία Υ4α/9467/Φ 22/7-10-1994 (ΦΕΚ Β` 774/1994) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Υγείας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ΠΕΧΩΔΕ, σύμφωνα με την παρ. 6 της οποίας "εκ του γεγονότος ότι απαιτείται η άμεση προώθηση των διαδικασιών, εκπόνηση μελετών, εκτέλεση έργων και προμηθειών που ανατίθενται στη Δημόσια Επιχείρηση Ανέγερσης Νοσηλευτικών Μονάδων (ΔΕΠΑΝΟΜ), για την εξυπηρέτηση του κοινωνικού συνόλου", αποφασίστηκε ότι: (άρθρο μόνο παρ.1) "εξαιρείται η ΔΕΠΑΝΟΜ από τις διατάξεις του ν. 1418/1984" (επομένως και από τις διατάξεις των άρθρων 12 και 13 του νόμου αυτού, που προβλέπουν τη διοικητική και δικαστική επίλυση των διαφορών, οι οποίες ανακύπτουν από την εκτέλεση δημόσιων έργων), κατά δε την παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου ότι: "η εκπόνηση των μελετών και η εκτέλεση των έργων της ΔΕΠΑΝΟΜ...γίνονται με τον ισχύοντα Κανονισμό της που εγκρίθηκε με την προμνημονευθείσα, υπό στοιχεία .../1984 απόφαση των Υπουργών Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημ. Έργων (ΦΕΚ 359 Β)". Ακολούθως με το π.δ. 312/1999 η ΔΕΠΑΝΟΜ υπήχθη στις διατάξεις του ν. 2414/1996 "Εκσυγχρονισμός δημοσίων επιχειρήσεων - οργανισμών κλπ", μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία και ορίστηκε το καταστατικό της. Στο ως άνω π.δ. ορίζεται ότι "Η εταιρία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος και για κοινή ωφέλεια κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και τελεί υπό την εποπτεία του κράτους, ασκουμένη από τον Υπουργό Υγείας και Πρόνοιας και τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ. Επ` αυτής έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ν. 2414/1996, του τέταρτου άρθρου του ν. 1398/1983, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει και συμπληρωματικά οι διατάξεις του κωδ. ν. 2190/1920". Στο άρθρο 11ζ και ια) του ως άνω Π.Δ μεταξύ άλλων προβλέπεται ότι: "το Δ.Σ της ΔΕΠΑΝΟΜ: ζ) προτείνει την κατάρτιση κανονισμών ή τροποποιήσεων των υπαρχόντων στον Υπουργό Υγείας και Πρόνοιας, ο οποίος τους εγκρίνει με την επιφύλαξη του κανονισμού μελετών και έργων που εγκρίνεται σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 1398/1983 και ια) παρακολουθεί την όλη λειτουργία της ΔΕΠΑΝΟΜ Α.Ε", ενώ κατά το άρθρο 15 του ίδιου Π.Δ μεταξύ άλλων ορίζεται ότι: "Ο Πρόεδρος του Δ.Σ β) εκπροσωπεί την εταιρεία ενώπιον κάθε δικαστικής ή διοικητικής Αρχής οποιουδήποτε βαθμού και δικαιοδοσίας δεσμεύοντας τη ΔΕΠΑΝΟΜ ΑΕ με την υπογραφή του...". Η εξαίρεση αυτή της ΔΕΠΑΝΟΜ από τις διατάξεις του ν.1418/1984 δεν ρυθμίσθηκε διαφορετικά με το ν. 2940/2001 "Αναπτυξιακά, φορολογικά και θεσμικά κίνητρα για τις επιχειρήσεις του κατασκευαστικού τομέα και άλλες διατάξεις", αφού οι διατάξεις αυτού δεν αναφέρονται στην παραπάνω ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 1 ν. 1418/1984 και επομένως εξακολουθεί και μετά το νόμο αυτόν να ισχύει. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η ΔΕΠΑΝΟΜ εξαιρέθηκε ρητώς των διατάξεων του ν. 1418/1984 (περί δημοσίων έργων), ότι κάθε θέμα που αφορά την εκτέλεση των έργων της ρυθμίζεται αποκλειστικά από τον Κανονισμό της που έχει ισχύ νόμου και τους όρους της εκάστοτε σύμβασης, που ρυθμίζουν (κατ` επιταγή του Κανονισμού) κάθε διαδικαστική λεπτομέρεια. Στο πεδίο αυτό συμπεριλαμβάνονται, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες διατάξεις και οι πρόσθετες εργασίες (άρθρο 3 παρ. 5 του Κανονισμού), οποιαδήποτε όμως τροποποίηση της σύμβασης κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου αποφασίζεται από το Δ.Σ της ή τα εξουσιοδοτημένα από αυτό όργανα μετά από εισήγηση της διευθύνουσας υπηρεσίας και καταρτίζεται για την τροποποίηση αυτή τροποποιητική σύμβαση με εξαίρεση τις περιπτώσεις που η ίδια η σύμβαση ορίζει (εκ προϊμίου) τις τροποποιήσεις ως υποχρεωτικές για τον ανάδοχο (παρ. 6 του ίδιου ως άνω άρθρου). Επομένως κάθε διαφορά που ανακύπτει κατά την εκτέλεση των έργων της ΔΕΠΑΝΟΜ υπόκειται στην διαδικασία των πολιτικών δικαστηρίων ως διαφορά ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 10/1987), ενώ δεν υφίσταται η δυνατότητα εφαρμογής, εκτός των άλλων, και των διατάξεων των άρθρων 12 και 13 του ν. 1418/1984, με τις οποίες προβλέπεται, η ενδικοφανής προσφυγή σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ του εργοδότη και του αναδόχου του έργου (άρθρο 12) και η προσφυγή προς ακύρωση των αποφάσεων του Δ.Σ. της ΔΕΠΑΝΟΜ εφόσον είναι επιβλαβείς για τον ανάδοχο του έργου, ή της άρνησης απάντησης του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής επί αιτήσεων του αναδόχου (άρθρο 13). Εφόσον δε από την ισχύουσα νομοθεσία της ΔΕΠΑΝΟΜ και τις διατάξεις του καταστατικού της (π.δ. 312/1999) δεν προβλέπεται κάποια ακυρότητα των αποφάσεων του Δ.Σ. αυτής, προκειμένου να συντρέξει λόγος ακύρωσης μιας τέτοιας απόφασης, πρέπει να υφίστανται οι προϋποθέσεις του κωδ. ν. 2190/1920 ως προς την ακυρότητα απόφασης του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρίας, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται συμπληρωματικά, προς τις διατάξεις από τις οποίες διέπεται η ΔΕΠΑΝΟΜ, κατά τα οριζόμενα στο νόμο 2414/1996.
Περαιτέρω, με το άρθρο 361ΑΚ θεσπίζεται η αρχή της αναγκαιότητας της σύναψης της σύμβασης για τη γένεση της ενοχής καθώς και η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, η οποία περιλαμβάνει αφενός την ελευθερία κατάρτισης ή μη της σύμβασης και αφετέρου την ελεύθερη διαμόρφωση του περιεχομένου της (ΟλΑΠ 33/2002), υπό την έννοια του προσδιορισμού των όρων που θα διέπουν την ισχύ, τη λειτουργία και την εξέλιξή της. Στα πλαίσια αυτά, οι συμβαλλόμενοι μπορούν να δώσουν οποιοδήποτε περιεχόμενο στη σύμβαση που καταρτίζουν, το οποίο θα ισχύει και θα είναι δεσμευτικό γι` αυτούς, αρκεί να μην καταστρατηγούνται διατάξεις αναγκαστικού δικαίου. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι η εξαίρεση των έργων της ΔΕΠΑΝΟΜ από τη χρονοβόρα διαδικασία των δημοσίων έργων, ώστε να επιτυγχάνεται ταχύτερα η εκτέλεσή τους προς εξυπηρέτηση του κοινωνικού συνόλου κατά τα προεκτεθέντα, δεν στερεί τη δυνατότητα στην ως άνω ανώνυμη εταιρεία που λειτουργεί για χάρη του δημόσιου συμφέροντος, διέπεται όμως από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, να συνομολογήσει με τους αναδόχους των έργων της, στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων, κατά τη κατάρτιση των συμβάσεων και τη διαμόρφωση του περιεχομένου τους, και όρους που διέπουν τα δημόσια έργα, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση να μην προσκρούουν στον σκοπό για τον οποίον θεσπίσθηκε η εν λόγω εξαίρεση. Στο πλαίσιο αυτό συνεπώς (δηλαδή της συμβατότητας με τον σκοπό λειτουργίας της ΔΕΠΑΝΟΜ) δεν αποκλείεται και πρόβλεψη για συμπληρωματική εφαρμογή των διατάξεων του ν.1418/1984, υπό την έννοια της ρύθμισης διαδικασιών των έργων της, όπου αυτές δεν προσδιορίζονται ευθέως από τον κανονισμό της και τους επί μέρους όρους της εκάστοτε σύμβασης (ΑΠ 289/2021).
Γ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται από την διάταξη αυτή ως λόγος αναίρεσης, είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να κριθεί ως μη νόμιμη, ή το αντίστροφο, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, που κατά την συναφή αίτηση αναίρεσης παραβιάσθηκε. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 1406/2021). Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τα άρθρα 3 παρ.6 και 4 παρ.1 του έχοντος ισχύ νόμου Κανονισμού εκπόνησης των μελετών, εκτέλεσης των έργων και συναφών προμηθειών και εργασιών της ΔΕΠΑΝΟΜ, που εγκρίθηκε με την κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών ΠΕΧΩΔΕ και Υγείας και Πρόνοιας υπό στοιχεία ΕΔ2α/04/62/Φ.13/1984 (ΦΕΚ 359 Β), με το να δεχθεί ως νόμιμη την αγωγή με την οποία ζητείται από την ενάγουσα αμοιβή συνολικού ύψους 677.458,69 ευρώ για εκτέλεση των περιγραφομένων σε αυτή εργασιών, χωρίς, κατά τα επικαλούμενα στο δικόγραφό της, να έχει συναφθεί με την εναγόμενη, δικαιοπάροχό της "ΔΕΠΑΝΟΜ ΑΕ", τροποποιητική της αρχικής σύμβαση, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από τα παραπάνω άρθρα του Κανονισμού της διαδικασία. Από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρων 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι σε αυτή η ενάγουσα εκθέτει τα εξής : Ότι μεταξύ αυτής και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΕΠΑΝΟΜ Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η ήδη αναιρεσείουσα, συνήφθη η από 2-10-2009 σύμβαση έργου, με αντικείμενο την "Α. "Κατασκευή Οικοδομικών και Η/Μ Εργασιών Κτηρίου 720,00 τ.μ. για τη μεταστέγαση της Δ' Μονάδας υποκατάστασης ΟΚΑΝΑ σε χώρο Γ.Ν.Ν.Θ.Α. "Η ΣΩΤΗΡΙΑ" και Β. "Τμήμα Κατασκευής Οικοδομικών και Η/Μ Εργασιών (επιφάνειας 65 τ.μ., Κτηρίου για τη μεταστέγαση της Α' Μονάδας Υποκατάστασης ΟΚΑΝΑ, γέφυρας διέλευσης Πεζών - Περίφραξης και Διαμόρφωσης Περιβάλλοντα Χώρου, σε Χώρο του Γ.Ν.Ν.Θ.Α. "Η ΣΩΤΗΡΙΑ", έναντι του αναφερόμενου σε αυτήν συμφωνηθέντος εργολαβικού ανταλλάγματος, ποσού 998.494,25 ευρώ. Ότι η σύμβαση αυτή διεπόταν από το άρθρο 4 του Ν. 1398/1983, τον Κανονισμό Εκπόνησης Μελετών της "ΔΕΠΑΝΟΜ ΑΕ" και συμπληρωματικά από τις διατάξεις για την κατασκευή δημοσίων έργων (Ν. 3669/2008). Ότι, παρότι εκτέλεσε και παρέδωσε το παραπάνω έργο, η εναγομένη της κατέβαλε έναντι της συμφωνηθείσας με τη σύμβαση αμοιβής της το συνολικό ποσό των 918.682,57 ευρώ, ενώ εξακολουθεί να της οφείλει το υπόλοιπο που ανέρχεται σε 79.811,68 ευρώ, το οποίο αρνείται να της το καταβάλει παρά τις οχλήσεις της. Ότι, πέραν του υπολοίπου του συμφωνηθέντος ως άνω με την προαναφερόμενη σύμβαση εργολαβικού ανταλλάγματος, η εναγομένη αρνείται επίσης να της καταβάλει : α) το ποσό των 16.596,65 ευρώ, που αντιστοιχεί στο κόστος εκτελεσμένων και παρεληφθεισών από αυτήν ποσοτήτων απολογιστικών εργασιών, που υπερβαίνουν τη δαπάνη της σύμβασης και εκτελέστηκαν με οδηγίες και εντολές του επιβλέποντος μηχανικού της εναγομένης προκειμένου το έργο να είναι άρτιο και λειτουργικό, β) το ποσό των 129.530,30 ευρώ, που αντιστοιχεί στο κόστος των παρεληφθεισών από αυτή πρόσθετων και υπερσυμβατικών ποσοτήτων εργασιών, που αδικαιολόγητα αφαίρεσε από τις εργασίες που αναγνώρισε με το πρωτόκολλο παραλαβής ότι εκτελέστηκαν, γ) το ποσό των 31.171,23 ευρώ, που αντιστοιχεί στο κόστος νέων εργασιών που έγιναν, την αναγκαιότητα των οποίων αναγνώρισε η εναγομένη και συντόνισε με υποδείξεις και οδηγίες την εκτέλεσή τους και δ) το ποσό των 420.348,83 ευρώ, που αντιστοιχεί στο κόστος για την εκπόνηση των μελετών που απαιτήθηκαν για το έργο και υποβλήθηκαν στην εναγομένη. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, αφού περιόρισε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής της σε έντοκο αναγνωριστικό στο σύνολό του, ζήτησε, με βάση τη συναφθείσα μεταξύ αυτής και της εναγομένης σύμβαση έργου, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει ως εργολαβικό αντάλλαγμα το συνολικό ποσό των 677.458,69 (79.811,68 + 16.596,65 + 129.530,30 + 31.171,23 + 420.348,83) ευρώ, εντόκως από την επίδοση της αγωγής της μέχρι την ττλήρη ολοσχερή εξόφληση. Η ένδικη αγωγή με βάση το προπαρατεθέν περιεχόμενο, κατά το μέρος που με αυτή ζητείται να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης - αναιρεσείουσας να καταβάλει στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος με την από 2-10-2009 σύμβαση εργολαβικού ανταλλάγματος, ποσού των 79.811,68 ευρώ, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 681, 694 ΑΚ.
Συνεπώς, το δικαστήριο που έκρινε ομοίως, κατά τούτο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ.6 και 4 παρ.1 του έχοντος ισχύ νόμου και ισχύοντος κατά το χρόνο εκτέλεσης του επίδικου έργου Κανονισμού της αναιρεσείουσας (ΥΑ ΕΔ2α/04/62/Φ.13/1984 - ΦΕΚ 359 Β), αφού οι διατάξεις αυτές δεν ήταν εφαρμοστέες. Επομένως, ο παραπάνω λόγος με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση επειδή δέχθηκε ως νόμιμη την αγωγή για το προαναφερόμενο ποσό είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, η αγωγή με βάση το προπαρατεθέν περιεχόμενο, κατά το μέρος που με αυτή ζητείται να αναγνωριστεί επιπλέον η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα, ως εργολαβικό αντάλλαγμα για πρόσθετες εργασίες που εκτέλεσε, τα ποσά των 16.596,65, 129.530,30, 31.171,23 και 420.348,83 ευρώ, ήτοι συνολικά 597.647,01 ευρώ, είναι νομικά αβάσιμη. Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα στην ανωτέρω υπό στοιχείο Β' νομική σκέψη αναπτύχθηκαν, τα έργα της αναιρεσίβλητης ΔΕΠΑΝΟΜ, μεταξύ των οποίων και το επίδικο εξαιρούνται ρητά των διατάξεων που διέπουν τα δημόσια έργα και επ` αυτών εφαρμόζεται αποκλειστικά ο άνω Κανονισμός της που έχει ισχύ νόμου και οι όροι της εκάστοτε συναφθείσας σύμβασης. Aυτονοήτως ο συμπεριληφθείς όρος στην επίμαχη σύμβαση περί συμπληρωματικής εφαρμογής των διατάξεων που αφορούν την κατασκευή δημοσίων έργων ενεργοποιείται μόνο στην περίπτωση που αφέθηκε αρρύθμιστο ζήτημα της σχετικής σύμβασης. Όσον αφορά όμως τις πρόσθετες εργασίες που επικαλείται η ενάγουσα ότι εκτέλεσε (υπό οποιονδήποτε κάθε φορά ταυτόσημο χαρακτηρισμό τους αποδίδει ως υπερσυμβατικές, συμπληρωματικές, αναγκαίες ή επείγουσες) αυτές σε κάθε περίπτωση ρυθμίζονται από τον ανωτέρω Κανονισμό και συγκεκριμένα, από το άρθρο 3 παρ. 6 αυτού, το οποίο ορίζει ότι οποιαδήποτε τροποποίηση της σύμβασης κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου αποφασίζεται από το Δ.Σ της ή τα εξουσιοδοτημένα από αυτό όργανα μετά από εισήγηση της διευθύνουσας υπηρεσίας και καταρτίζεται για την τροποποίηση αυτή τροποποιητική σύμβαση. Ωστόσο, εν προκειμένω, με την αγωγή της η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωριστεί η οφειλή της εναγομένης και για τις παραπάνω πρόσθετες εργασίες χωρίς να επικαλείται ότι για τη συνομολόγησή τους τηρήθηκαν οι προαναφερόμενοι όροι του Κανονισμού, ότι δηλαδή, πέραν της αρχικής από 2-10-2009 σύμβασης, ελήφθη αναφορικά με τις εν λόγω εργασίες απόφαση από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης μετά από εισήγηση της διευθύνουσας υπηρεσίας και καταρτίστηκε τροποποιητική σύμβαση περί ανάθεσής τους σε αυτήν. Η σύναψη της σύμβασης για τις πρόσθετες εργασίες αποτελεί επομένως, κατά τα άνω, νόμιμο όρο για την ευδοκίμηση της αγωγικής της αξίωσης προς καταβολή των εν λόγω επίδικων χρηματικών ποσών. Επομένως, το δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως νόμιμη, κατά το μέρος που με αυτή ζητήθηκε να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα ως εργολαβικό αντάλλαγμα από την εκτέλεση πρόσθετων εργασιών το συνολικό ποσό των 597.647,01 (16.596,65 + 129.530,30 + 31.171,23 + 420.348,83) ευρώ, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ.6 και 4 παρ.1 του άνω Κανονισμού εκπόνησης των μελετών, εκτέλεσης των έργων και συναφών προμηθειών και εργασιών της ΔΕΠΑΝΟΜ (ΥΑ ΕΔ2α/04/62/Φ.13/1984 -ΦΕΚ 359 Β), και γι' αυτό πρέπει, κατά τούτο, να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο παραπάνω λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου της αναίρεσης στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών αναιρετικών λόγων, που αφορούν την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης περί οφειλής της αναιρεσείουσας για τις παραπάνω πρόσθετες εργασίες εργολαβικού ανταλλάγματος συνολικού ύψους 597.647,01 ευρώ. Ειδικότερα, παρέλκει η εξέταση: του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνο κατά το μέρος που αφορά την παραπάνω κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, του δεύτερου λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559ΚΠολΔ, του τρίτου λόγου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, του τέταρτου λόγου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνο κατά το μέρος που αφορά την παραπάνω κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, του πέμπτου λόγου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, του έκτου λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, του έβδομου λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, του όγδοου λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνο κατά το μέρος που αφορά την παραπάνω κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, του ένατου λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και του δέκατου λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνο κατά το μέρος που αφορά την παραπάνω κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης. Δ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 150/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο κατά το δεύτερο σκέλος του, τέταρτο, όγδοο και δέκατο λόγους της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων άρθρα 3 παρ.6 και 4 παρ.1 του Κανονισμού της δικαιοπαρόχου της, "ΔΕΠΑΝΟΜ ΑΕ" (ΥΑ ΕΔ2α/04/62/Φ.13/1984 - ΦΕΚ 359 Β), άλλως των άρθρων 8, 30 παρ.1, 35 του νέου Κανονισμού της εναγομένης (ΦΕΚ Β' 1043/2010), με το να μην τις εφαρμόσει και να δεχθεί έτσι με εσφαλμένες και ανεπαρκείς αιτιολογίες ότι οφείλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ως υπόλοιπο εργολαβικού ανταλλάγματος το ποσό των 79.811,68 ευρώ, χωρίς να έχει καταρτιστεί με τη δικαιοπάροχό της "ΔΕΠΑΝΟΜ ΑΕ" έγγραφη τροποποιητική σύμβαση και χωρίς οι αντίστοιχες εργασίες να έχουν εγκριθεί από αυτή. Από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρων 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναφορικά με την έρευνα των άνω αναιρετικών λόγων, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Στις 2-10-2009, υπεγράφη, μεταξύ της ενάγουσας και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ "ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΑΝΕΓΕΡΣΗΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ Α.Ε" και το διακριτικό τίτλο "ΔΕΠΑΝΟΜ ΑΕ", καθολική διάδοχός της οποίας τυγχάνει η εναγομένη, δυνάμει της υπ' αριθ. Δ16γ/05/483/Γ/11-11-2003 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Υγείας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β' 2586/11-11-2013, που εξεδόθη κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 132 του ν. 4199/2013, η σύμβαση για την εκτέλεση απολογιστικών εργασιών των έργων Α. "Κατασκευή Οικοδομικών και Η/Μ Εργασιών Κτηρίου 720,00 τμ για τη μεταστέγαση της Δ' Μονάδας υποκατάστασης ΟΚΑΝΑ σε χώρο Γ.Ν.Ν.Θ.Α. "Η ΣΩΤΗΡΙΑ"" και Β. "Τμήμα Κατασκευής Οικοδομικών και Η/Μ Εργασιών (επιφάνειας 65 τ.μ., Κτηρίου για τη μεταστέγαση της Α' Μονάδας Υποκατάστασης ΟΚΑΝΑ, γέφυρας διέλευσης Πεζών - Περίφραξης και Διαμόρφωσης Περιβάλλοντα Χώρου, σε Χώρο του Γ.Ν.Ν.Θ.Α. "Η ΣΩΤΗΡΙΑ"", συμβατικού τιμήματος 998.494,25 ευρώ, μη συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. Αντικείμενο της ως άνω σύμβασης, ήταν η εκτέλεση απολογιστικών εργασιών, για την κατασκευή των ανωτέρω οικοδομικών και Η/Μ εργασιών των δύο μονάδων Δ' και Α' του ΟΚΑΝΑ, καθώς και τη βάση οπλισμένου σκυροδέματος προσθήκης για το κτήριο Α', γέφυρας διέλευσης πεζών - περίφραξης και διαμόρφωσης περιβάλλοντα χώρου σε χώρο του Νοσοκομείου "Η Σωτηρία". Το έργο εκτελέστηκε σε χώρο του γηπέδου του Γ.Ν.Ν.Θ.Α. "Η ΣΩΤΗΡΙΑ" και η σύμβαση διεπόταν, βάσει του άρθρου 5 αυτής, από το άρθρο 4 του Ν. 1398/1983, τον Κανονισμό Εκπόνησης Μελετών, Εκτέλεσης Έργων, Προμηθειών και Εργασιών της "ΔΕΠΑΝΟΜ Α.Ε." και συμπληρωματικά από το Ν. 3669/2008 (Κωδικοποίηση Νομοθεσίας Κατασκευής Δημοσίων Έργων). Η προθεσμία του εν λόγω έργου ήταν μόλις τριάντα (30) ημέρες, όπως προβλεπόταν στο άρθρο 2 της εν λόγω σύμβασης, δεδομένου του επείγοντος της εργολαβίας και της εκπεφρασμένης πολιτικής βούλησης, για την ανέγερση των κτιρίων, τη διαμόρφωσή τους και την άμεση θέση τους σε λειτουργία, για λογαριασμό του ΟΚΑΝΑ. Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την ενάγουσα από Ιανουαρίου 2011 έκθεση μικτού κλιμακίου ελέγχου του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης για το υπόψη έργο, αποδεικνύεται ότι η απόφαση μετεγκατάστασης της Δ' Μονάδας υποκατάστασης ΟΚΑΝΑ από την οδό Σοφοκλέους αρ. 48 στην Αθήνα στο περιβάλλοντα χώρο του Γενικού Νοσοκομείου Νοσημάτων Θώρακος 'Η Σωτηρία" ελήφθη σε πολιτικό επίπεδο, λόγω περιστατικών έντονης βίας και συμπλοκών που είχαν παρατηρηθεί πλησίον της μονάδας μεταξύ αλλοδαπών και διακινητών ναρκωτικών ουσιών και χαρακτηρίστηκε κατεπείγουσα, γι' αυτό και η "ΔΕΠΑΝΟΜ Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η εναγομένη, με την υπ' αριθ. ...-2009 επιστολή της προς την ενάγουσα, της ανέθεσε απευθείας αρχικά, τη μετεγκατάσταση της Δ' Μονάδας υποκατάστασης ΟΚΑΝΑ, σε κτίριο εμβαδού 720,00 τ.μ., που θα κατασκεύαζε η τελευταία εντός του περιβάλλοντος χώρου του ως άνω Νοσοκομείου, το οποίο αποδέχθηκε να ολοκληρώσει εντός τριάντα (30) ημερών με την από 20-07-2009 επιστολή της και στη συνέχεια, της ανατέθηκε και η μετεγκατάσταση της Α' Μονάδας Βραχείας Διάρκειας Υποκατάστασης του ΟΚΑΝΑ σε κτίριο εμβαδού 450,00 τ.μ., που θα κατασκεύαζε σε παραχωρηθέντα χώρο στο ίδιο ως άνω Νοσοκομείο. Ακολούθως, τα ως άνω έργα συμπτύχθηκαν σε ένα και έτσι η ενάγουσα ανέλαβε να εκτελέσει το έργο "Α. Κατασκευή οικοδομικών και Η/Μ εργασιών κτιρίου 720 τ.μ. για τη μεταστέγαση της Δ' Μονάδας υποκατάστασης ΟΚΑΝΑ σε χώρο Γ.Ν.Ν.Θ.Α. "Η ΣΩΤΗΡΙΑ"" και Β. "Τμήμα Κατασκευής Οικοδομικών και Η/Μ Εργασιών (επιφάνειας 65 τ.μ., Κτηρίου για τη μεταστέγαση της Α' Μονάδας Υποκατάστασης ΟΚΑΝΑ, γέφυρας διέλευσης Πεζών - Περίφραξης και Διαμόρφωσης Περιβάλλοντα Χώρου, σε Χώρο του Γ.Ν.Ν.Θ.Α. "Η ΣΩΤΗΡΙΑ"". Πρέπει να σημειωθεί ότι η εκτέλεση του ως άνω έργου είχε εκκινήσει αμέσως μετά την απευθείας ανάθεσή του στην ενάγουσα, η δε κατασκευή του κτιρίου των 720 τ.μ. για τη μεταστέγαση της Δ' Μονάδας υποκατάστασης ΟΚΑΝΑ ολοκληρώθηκε στις 25-08-2009, οπότε και παραδόθηκε προς χρήση, χωρίς μέχρι τότε να έχει υπογραφεί η σχετική σύμβαση, ή οποία εντέλει υπογράφηκε στις 2-10-2009. Κατόπιν των ανωτέρω και ενώ η ενάγουσα είχε ολοκληρώσει το πρώτο τμήμα του ως άνω έργου, συνέταξε και υπέβαλε προς τη "ΔΕΠΑΝΟΜ Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η εναγομένη, αρχικά στις 20-01-2010 την 1η πιστοποίηση του ως άνω έργου για εργασίες ύψους 688.961,03 ευρώ και συνολικού ποσού συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. 19%, 819.863,63 ευρώ, η οποία εγκρίθηκε προς πληρωμή στις 28-01-2010, χωρίς να υποβάλει παρατηρήσεις η "ΔΕΠΑΝΟΜ Α.Ε." και ακολούθως, στις 17-09-2010 υπέβαλε τη 2η πιστοποίηση εργασιών του έργου για εργασίες ύψους 288.075,58 ευρώ και συνολικού ποσού συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. 23% 354.332,96 ευρώ, η οποία ομοίως εγκρίθηκε προς πληρωμή στις 21-09-2010 από τη "ΔΕΠΑΝΟΜ Α.Ε.", χωρίς την υποβολή παρατηρήσεων και επομένως, η ενάγουσα εξέδωσε τα υπ' αριθ. .../2010, .../2010 και .../2010 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για τα ως άνω ποσά. Η ανώνυμη εταιρεία "ΔΕΠΑΝΟΜ Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η εναγομένη, προέβη στην καταβολή του συνολικού ποσού των 918.862,57 ευρώ, μη συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α, όπως αποδεικνύεται από τις υπ' αριθ. ...-2010, ...-2010, ...-2010 και ...-2010 αποδείξεις είσπραξης που προσάγει και επικαλείται η ενάγουσα, ωστόσο δεδομένου ότι το εργολαβικό αντάλλαγμα που είχε προβλεφθεί ανερχόταν στο ποσό των 998.494,25 ευρώ εξακολουθεί μέχρι σήμερα να οφείλεται στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των 79.811,68 ευρώ, το οποίο παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της δεν της έχει καταβληθεί. Ακολούθως, στις 29-09-2011, η Επιτροπή Παραλαβής που συνέστησε η "ΔΕΠΑΝΟΜ Α.Ε." προέβη στην προσωρινή και οριστική παραλαβή του εργασιών του ανατεθέντος στην ενάγουσα έργου και κατέγραψε την εκτέλεση απολογιστικών εργασιών συνολικού ύψους 990.086,43 ευρώ, ενώ το τελικό ποσό της αξίας των εργασιών που ενέκρινε και παρέλαβε ανήλθε, σύμφωνα με το από 29-09-2011 Πρωτόκολλο Προσωρινής και Οριστικής Παραλαβής, στο ποσό των 1.095.090,90 ευρώ.........Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει δεκτή, ως και ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το ...........(79.811,68.....". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681, 694 ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των παραπάνω διατάξεων, που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Και τούτο διότι, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: α) η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 2-10-2009 σύμβαση που σύναψε με την εναγόμενη "ΔΕΠΑΝΟΜ ΑΕ" και ήδη δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας ανέλαβε την εκτέλεση απολογιστικών εργασιών για την κατασκευή οικοδομικών και Η/Μ εργασιών για τη μεταστέγαση των δύο μονάδων Α' και Δ' του ΟΚΑΝΑ σε χώρο του "Γ.Ν.Ν.Θ.Α. ΣΩΤΗΡΙΑ", αντί συμφωνηθείσας συνολικά αμοιβής ποσού 998.494,25 ευρώ, β) μολονότι η ενάγουσα εκτέλεσε και παρέδωσε στην εναγομένη το συμφωνηθέν ως άνω έργο, που πιστοποιήθηκε και εγκρίθηκε από αυτή, η τελευταία της κατέβαλε από την παραπάνω συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή μόνο το ποσό των 918.682,57 ευρώ (από παραδρομή αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση 918.862,57) και αρνείται να της καταβάλει το υπόλοιπο που ανέρχεται στο ποσό των 79.811,68 ευρώ.
Συνεπώς, κατά τ' ανωτέρω γενόμενα ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο, το παραπάνω ποσό που αναγνωρίστηκε ότι οφείλει η αναιρεσείουσα στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη αποτελεί υπόλοιπο της αμοιβής που συμφωνήθηκε με την επίδικη από 2-10-2009 σύμβαση να λάβει η τελευταία για το έργο που εκτέλεσε, παρέδωσε και εγκρίθηκε από τη δικαιοπάροχο της αναιρεσειουσας "ΔΕΠΑΝΟΜ ΑΕ" και όχι αμοιβή για πρόσθετες ή νέες εργασίες πέραν της σύμβασης αυτής, ώστε για την συνομολόγησή τους να απαιτείται κατάρτιση τροποποιητικής σύμβασης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.6 και 4 παρ.1 του ισχύοντος κατά το χρόνο εκτέλεσης (2009) του επίδικου έργου Κανονισμού της "ΔΕΠΑΝΟΜ ΑΕ" (ΥΑ ΕΔ2α/04/62/Φ.13/1984 - ΦΕΚ 359 Β). Επομένως, το δικαστήριο ορθώς δεν εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις του Κανονισμού της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας, αφού αυτές στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν εφαρμοστέες. Μετά ταύτα, οι παραπάνω πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος του, τέταρτος, όγδοος και δέκατος αναιρετικοί λόγοι, από τους αριθμούς 1 και 19 ΚΠολΔ, που αφορούν την αναγνώριση οφειλής της αναιρεσείουσας ύψους 79.811,68 ευρώ, ως εργολαβικής αμοιβής, με τους οποίους η τελευταία υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατόπιν των παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1071/2019 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο της, με το οποίο αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 597.647,01 ευρώ ως εργολαβικό αντάλλαγμα, κατά μερική παραδοχή του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναίρεσης, απορριπτομένης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά τα λοιπά. Ενόψει δε του ότι, η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, καθόσον, κατά τα λεχθέντα στον άνω γενόμενο δεκτό αναιρετικό λόγο, η από 14-6-2012 αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς το παραπάνω αίτημά της, πρέπει, αφού εξαφανισθεί η με αριθ. 1071/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών : α) κατά το κεφάλαιο και τη διάταξή της, με τα οποία αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 597.647,01 (16.596,65 + 129.530,30 + 31.171,23 + 420.348,83) ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας (6%) από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση και β) συνακόλουθα και κατά την περί δικαστικής δαπάνης διάταξή της, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα ως προς τα κεφάλαια αυτά, κατ` εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ. Στη συνέχεια, πρέπει ν' απορριφθεί η από 14-6-2012 αγωγή, ως μη νόμιμη, κατά το αίτημά της περί αναγνώρισης της υποχρέωσης της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το παραπάνω ποσό των 597.647,01 ευρώ. Διάταξη για επιστροφή παραβόλου δεν θα περιληφθεί, αφού η άσκηση της αναίρεσης έγινε ατελώς, ενόψει του ότι, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η αναιρεσείουσα απολαμβάνει όλων των προνομίων του Δημοσίου (άρθρο 76 παρ. 5 του ν. 4313/2014). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων τόσο για την παρούσα αναιρετική δίκη, όσο και για την πρωτοβάθμια δίκη πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ τους στο σύνολό τους, λόγω της μερικής νίκης και ήττας καθενός των διαδίκων, κατ` άρθρο 22 παρ. 2 του Ν. 3693/1957, που εφαρμόζεται και στην παρούσα αναιρετική δίκη (ΑΠ 170/2025, ΑΠ 1359/2023, ΑΠ 781/2022) ενόψει του ότι η αναιρεσείουσα, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, απολαμβάνει όλων των προνομίων του Δημοσίου, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 12-4-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 1071/2019 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Αναιρεί την υπ' αρ. 1071/2019 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Εξαφανίζει την παραπάνω απόφαση: α) ως προς το κεφάλαιό της με το οποίο αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των πεντακοσίων ενενήντα επτά χιλιάδων εξακοσίων σαράντα επτά ευρώ και ενός λεπτού (597.647,01=16.596,65 + 129.530,30 + 31.171,23 + 420.348,83), με το νόμιμο τόκο υπερημερίας (6%) από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση και β) ως προς τη διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό.
Απορρίπτει την από 14-6-2012 αγωγή ως προς το αίτημά της να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των πεντακοσίων ενενήντα επτά χιλιάδων εξακοσίων σαράντα επτά ευρώ και ενός λεπτού (597.647,01=16.596,65 + 129.530,30 + 31.171,23 + 420.348,83), με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης και του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης