ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 213/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 213/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 213/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 213 / 2026    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 213/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Αρχοντάκη Τραυλού Τζανετάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΒΕ", που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τσουμάνη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "VIVISOL HELLAS ΚΑΤ' ΟΙΚΟΝ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "VIVISOL HELLAS" (ως καθολικής διαδόχου της Εταιρείας με την επωνυμία "VIVICARE HELLAS ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΥΓΕΙΑΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Κοντού με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 179/2019 οριστική όπως αυτή διορθώθηκε με την 114/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 183/2023 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/10/2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 27.10.2023 (αριθ. κατάθ. 51/6.11.2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθ. 183/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, με την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, κατά της με αριθ. 179/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, όπως διορθώθηκε με την με αριθ. 114/2022 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή για καταβολή υπολοίπου οφειλής από σύμβαση πώλησης ιατρικών ειδών (συσκευών οξυγονοθεραπείας κλπ) και έργου (παροχής υπηρεσιών συντήρησης αυτών), και είχε υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, το ποσό των 70.970,89 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της παρέλευσης 60 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης εκάστου τιμολογίου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

1. Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 308/2020). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016), αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 76/2016) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 21/2024, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 179/2019).

2.α. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα (ήτοι, ομολογία, αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη, έγγραφα, εξέταση των διαδίκων, μάρτυρες, δικαστικά τεκμήρια και ένορκες βεβαιώσεις), ή όταν περιλαμβάνεται σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στην συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 610/2022, ΑΠ 897/2017).

Εξάλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 340 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα τα οποία πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία εκάστου, όσο και αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου και τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνον εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα. Έτσι, λαμβάνονται υπόψη και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, διότι δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τον νόμο διαδικασία (ΑΠ 23/2025, 124/2023, 150/2022).

2.β. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη. Για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του κατά τις συνδυασμένες ως άνω διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 136/2022, ΑΠ 798/2010, ΑΠ 22/2005). Για την πληρότητα δε του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1498/2021, ΑΠ 956/2021, ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 1065/2014, ΑΠ 551/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τους, όπως παρακάτω, λόγους αναίρεσης μέρος, τα ακόλουθα: Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "VITALAIRE HELLAS Φροντίδα Υγείας για το Σπίτι Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία", με αντικείμενο την εκμίσθωση, εμπορία και συντήρηση συσκευών οξυγονοθεραπείας και λοιπών ιατρικών συσκευών, την παραγωγή και εμπορία ιατρικών αερίων και παροχή υπηρεσιών υγείας στο σπίτι, ανήκουσα ως θυγατρική εταιρεία στον όμιλο εταιρειών της "AIR LIQUID HELLAS ΑΕΒΑ" (δραστηριοποιούμενης στον τομέα της βιομηχανικής παραγωγής ιατρικών αερίων) κατέστη διάδοχος της μητρικής εταιρείας κατόπιν της απόσχισης του κλάδου Φροντίδα Υγείας στο Σπίτι, μετά δε την άσκηση της έφεσης από την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), μετονομάστηκε σε "VIVICARE ΕΛΛΑΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και στη συνέχεια συγχωνεύθηκε με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "VIVISOL HELLAS ΚΑΤ' ΟΙΚΟΝ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με απορρόφησή της από την τελευταία, η οποία υποκαταστάθηκε στη θέση της, ως καθολική από το νόμο διάδοχός της (ήδη αναιρεσίβλητη). Στις 6.3.2002, στην Αθήνα, η ως άνω μητρική εταιρεία (δικαιοπάροχος) της αρχικής ενάγουσας και η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της εμπορίας, διακίνησης και ενοικίασης ιατρικών και παραϊατρικών ειδών και μηχανημάτων, ειδών νοσοκομείου και λοιπού υγειονομικού εξοπλισμού, συνήψαν σύμβαση, διάρκειας από 1.3.2002 έως 31.12.2003, με την οποία ανατέθηκε στην εναγομένη ως "αντιπρόσωπο" η διάθεση στο κοινό των συμπυκνωτών οξυγόνου, ιδιοκτησίας της πρώτης, στην περιοχή του Ν. Ηρακλείου και, ειδικότερα, προκειμένου αυτή να τους διαθέτει είτε έναντι ενοικίου, είτε τιμολογώντας την παροχή του παραγόμενου οξυγόνου, σε πελάτες της περιοχής του και να αποδίδει στην αντισυμβαλλόμενη εταιρεία το ποσό των 44 ευρώ πλέον ΦΠΑ 18% τον μήνα, για κάθε συμπυκνωτή οξυγόνου, ενώ με την ίδια σύμβαση η εναγομένη παραιτήθηκε ρητά και ανεπιφύλακτα από το δικαίωμα να ασκεί την ίδια ή παρεμφερή δραστηριότητα ή να συνεργαστεί με άλλη επιχείρηση που ασκεί την ίδια ή παρεμφερή δραστηριότητα, από τους όρους δε της μεταξύ τους συμφωνίας προκύπτει ότι, παρά το γεγονός ότι η άνω σύμβαση φερόταν ως σύμβαση εμπορικής αντιπροσώπευσης, ήταν σύμβαση αποκλειστικής διανομής, ενόψει του ότι η δικαιοπάροχος της ενάγουσας ανέλαβε να πωλεί αποκλειστικά για μια ορισμένη περιοχή στην εναγομένη τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία στη συνέχεια η τελευταία μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό της όνομα, για δικό της λογαριασμό και με δικό της επιχειρησιακό κίνδυνο, στην οποία σύμβαση εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του π.δ. 219/1991. Στο πλαίσιο της ως άνω σύμβασης αποκλειστικής διανομής τα μέρη συνήψαν διαδοχικές συμβάσεις πώλησης και έργου, δυνάμει των οποίων η ενάγουσα αναλάμβανε να παραδίδει στην εναγομένη τα συμφωνηθέντα είδη, η οποία τα μεταπωλούσε στο κατάστημα που διατηρεί, ενώ παράλληλα αναλάμβανε να συντηρήσει τις πωλούμενες συσκευές αντί του τιμήματος και αμοιβής αντίστοιχα, που συμφωνούσαν τα μέρη, εκδίδοντας τα αντίστοιχα τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής ή τιμολόγια παροχής υπηρεσιών. Η συνεργασία μεταξύ των μερών παρατάθηκε με τους ίδιους όρους και εξελίχθηκε ομαλά έως το έτος 2012, ενώ την περίοδο από Ιανουάριο 2011 έως Φεβρουάριο 2012 δημιουργήθηκε οφειλή της εναγομένης, ύψους 70.970,89 €, προερχόμενη από προϊόντα που η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στην εναγομένη εκδίδοντας τα αντίστοιχα παραστατικά, ενώ το τίμημα και η αμοιβή συμφωνήθηκε να καταβληθεί εντός εξήντα ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου. Η απαίτηση αυτή της ενάγουσας αποδεικνύεται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε με επιμέλειά της, αλλά και τις προσαγόμενες και επικαλούμενες από αυτήν επιστολές (από 23.3.2012 και 17.10.2012), στις οποίες η εναγομένη αποδέχεται την οφειλή της προς την ενάγουσα, ύψους 129.365,51 €, του οποίου συμφώνησε να διακανονίσει την πληρωμή και μέρος του οποίου ζητά η ενάγουσα με την υπό κρίση αγωγή. Η εναγομένη δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη της αξίωσης της ενάγουσας με τις προτάσεις της ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο συνήγαγε εξ αυτού σιωπηρή ομολογία, ούτε και προσέβαλε το κεφάλαιο αυτό με σχετικό λόγο έφεσης.

Περαιτέρω οι διάδικοι με το από 24.5.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό αποφάσισαν συναινετικά τη λύση της μεταξύ τους σύμβασης, αποδεχόμενοι αμοιβαία ότι: "1. Μεταξύ των εδώ συμβαλλομένων μερών έχει καταρτιστεί η από 6/3/2002 Σύμβαση Αντιπροσώπευσης 2. Ήδη σήμερα τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν τη λύση της καταρτισθείσας μεταξύ τους Σύμβασης Αντιπροσώπευσης αζημίως με ισχύ από 1/5/2012. Ρητά δε συμφωνείται ότι παραμένει σε εκκρεμότητα προς τακτοποίηση οφειλή του Συνεργάτη προς την Εταιρεία. Με την πλήρη εξόφληση αυτής της οφειλής θα επιστραφούν και οι συναλλαγματικές του Συνεργάτη που η Εταιρεία διατηρεί ως εγγύηση". Η εκκαλούσα ισχυρίζεται (με τον πρώτο λόγο έφεσης) ότι το από 24.5.2012 (στην προσβαλλομένη αναγράφεται από προφανή παραδρομή, όπως θα καταστεί εμφανές αμέσως παρακάτω, "το από 10.5.2012") ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο λύθηκε συναινετικά η προαναφερόμενη σύμβαση δεν φέρει υπογραφή της ίδιας και συνεπώς δε παράγει έννομα αποτελέσματα. Ως προς τούτο, λεκτέα τα εξής: Η εναγομένη προσκομίζει το με χρονολογία 10.5.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο έχει όμοιο περιεχόμενο με αυτό που προαναφέρθηκε, δεν φέρει όμως υπογραφή από τους συμβαλλομένους. Το έγγραφο αυτό αποτελεί κατά την κρίση του Δικαστηρίου προσχέδιο του συμφωνητικού που στη συνέχεια υπογράφηκε μεταξύ των μερών με χρονολογία 24.5.2012, ακριβές αντίγραφο του οποίου προσάγει και επικαλείται η ενάγουσα, το οποίο φέρει υπογραφή και σφραγίδα της εναγομένης και έχει αποσταλεί από το Φαξ της τελευταίας στην ενάγουσα, γεγονός που αποδεικνύει ότι πράγματι υπήρξε συμφωνία και υπογραφή για από κοινού λύση της σύμβασης. Ακολούθως ισχυρίζεται (με τον δεύτερο λόγο έφεσης) ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε τη λέξη "αζημίως", που αναφέρεται στο προαναφερόμενο συμφωνητικό λύσης της σύμβασης, υποστηρίζοντας ότι αφορά διαφορές κοινού δικαίου συναλλαγών και όχι στην "αποζημίωση πελατείας". Από την επισκόπηση του παραπάνω εγγράφου (ήτοι του από 24.5.2012 ιδιωτικού συμφωνητικού) προκύπτει ότι τα μέρη συμφώνησαν ότι η ενάγουσα με τη λήξη της σύμβασης δεν οφείλει κάποια αποζημίωση στην εναγομένη. Αντίθετα, με την τελευταία παράγραφο του ίδιου συμφωνητικού διατηρήθηκε η επιφύλαξη της τακτοποίησης της οφειλόμενης εκκρεμότητας της εναγομένης προς την ενάγουσα. Ο ισχυρισμός περαιτέρω της εναγομένης ότι στο από 10.5.2012 προσχέδιο λύσης της σύμβασης αναγράφεται ειδικότερα στην παρ. 3 "...Περαιτέρω δε ο Συνεργάτης δηλώνει ότι δεν έχει ή διατηρεί καμία αξίωση κατά της Εταιρείας από την ανωτέρω Σύμβαση...", υποδηλώνει ότι ρητά αναφερόταν η εναγομένη στην παραίτησή της από την αποζημίωση πελατείας, διαφοροποιώντας από τη λέξη "αζημίως", αλυσιτελώς προβάλλεται, καθώς το τελικό κείμενο, το οποίο φέρει και την υπογραφή της εναγομένης, δεν περιλαμβάνει την παραπάνω παράγραφο, η οποία ως εκ περισσού είχε προστεθεί, δεδομένου ότι με τη λέξη "αζημίως", περιλαμβάνεται κάθε αποζημίωσης "πελατείας" ή άλλων συναλλαγών. Επίσης η εναγομένη προέβαλε προς συμψηφισμό το ποσό των 389.929,3 € από αποζημίωση πελατείας, λόγω διακοπής της ως άνω σύμβασης, ισχυριζόμενη ότι η ενάγουσα εταιρεία πέτυχε να δημιουργήσει ένα ευρύτατο δίκτυο διανομής και πελατολόγιο, το οποίο συνεργάζεται έκτοτε με αυτήν (ενάγουσα), ότι η ίδια ανέδειξε τα προϊόντα της τελευταίας, καθιστώντας την γνωστή στην τοπική αγορά και ότι η ενάγουσα, χωρίς να θέσει οποιοδήποτε θέμα υπερημερίας της ή υπαιτιότητάς της, προέβη σε λύση της μεταξύ τους σύμβασης απαιτώντας να υπογράψουν συναινετική συμφωνία και να τεθεί ως όρος η παραίτησή της από της αξιώσεις της. Ότι, τέλος, η αξίωση αποζημίωσης πελατείας ανέρχεται στο πιο πάνω ποσό, το οποίο αποτελεί το μικτό κέρδος των τελευταίων πέντε ετών λειτουργίας της σύμβασης ως μέσος όρος, το οποίο αναλύει ειδικότερα στις προτάσεις της, κατ' έτος. Η ενάγουσα προέβαλε κατ' αντένσταση στην ως άνω ένσταση συμψηφισμού ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης της αξίωσης, εκθέτοντας ότι αφού η εναγομένη είχε παραιτηθεί από κάθε αξίωσή της με το από 24.5.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, η άσκηση του δικαιώματός της έγινε καθ' υπέρβαση των επιτρεπτών ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ή του κοινωνικού και οικονομικού του δικαιώματος, που προβλέπεται από το άρθρο 9 παρ. 1 του π.δ. 219/1991, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε κατ' ουσίαν την αντένσταση και απέρριψε την ένσταση συμψηφισμού. Η εναγομένη με τον τελευταίο λόγο της έφεσής της πρόσβαλε την διάταξη της πρωτοβάθμιας απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση συμψηφισμού κατ' ουσίαν. Ως προς την ένσταση αυτή προέκυψε (από τα προαναφερόμενα αναλυτικά στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικά μέσα) και σύμφωνα με τις παραδοχές της, ότι με αυτήν έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: 1) ότι η συνεργασία της εναγομένης με την μητρική εταιρεία (δικαιοπάροχο) της ενάγουσας ξεκίνησε το έτος 1994. Στο πλαίσιο της συνεργασίας τους, η ενάγουσα πωλούσε στην εναγομένη διάφορες συσκευές οξυγονοθεραπείας (υγραντήρες, νεφελοποιητές, συμπυκνωτές, αναπνευστήρες και εξαρτήματα αυτών) και της παρείχε συναφείς υπηρεσίες συντήρησης ή επισκευής των πωλουμένων συσκευών. Τα προϊόντα αυτά τα μεταπωλούσε η εναγομένη στο πλαίσιο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας που ανέπτυσσε στην περιοχή της Κρήτης, σε δίκτυο πελατείας της, με βάση τις δικές της επιχειρηματικές αποφάσεις, κριτήρια και όρους, χωρίς την συμμετοχή της ενάγουσας. 2) ότι δεν αποδείχθηκε ότι μετά τη λύση της σύμβασης των μερών διατηρήθηκαν ωφέλειες για την ενάγουσα και δη ουσιαστικές από την προγενέστερη επιχειρηματική δραστηριότητα της εναγομένης, από την δημιουργηθείσα από αυτήν πελατεία, την οποία στη συνέχεια να καρπώθηκε η ενάγουσα αξιοποιώντας την για λογαριασμό της. Ούτε προέκυψε άλλης φύσης ουσιώδης ωφέλεια από την αιτία αυτή, ούτε ακόμη ότι είχε την δυνατότητα η ενάγουσα να ωφεληθεί και σκοπίμως το απέφυγε. 3) ότι αφού δεν αποδεικνύεται η συνδρομή δύο από τις συντρέχουσες σωρευτικά τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 9 π.δ. 219/1991 για την επιδίκαση της αποζημίωσης πελατείας (στον εμπορικό αντιπρόσωπο, που εφαρμόζονται αναλογικά και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και οι οποίες είναι, όπως έχουν εκτεθεί στην μείζονα σκέψη της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, α) η εισφορά νέων πελατών ή η προαγωγή σημαντικά των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά την διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς μετά τη λύση της σύμβασης και γ) η καταβολή αποζημίωσης να είναι "δίκαιη", αν ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις καθεμιάς συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδιαιτέρως οι προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς), αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη ότι διατηρεί ανταπαίτηση σε βάρος της ενάγουσας και, κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η προβληθείσα ένσταση συμψηφισμού. Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες σε αυτό ισχυρισμούς της περί του ότι δεν λύθηκε η σύμβαση αντιπροσώπευσης, που είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων από δεκαετίας (στις 6.3.2002), την 1.5.2012, καθόσον το σχετικό περί τούτου από 24.5.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, που έλαβε υπόψη του, δεν είχε υπογραφεί νομίμως από τον τότε νόμιμο εκπρόσωπό της (εναγομένης - αναιρεσείουσας) και σε κάθε περίπτωση δεν προκύπτει τέτοια εξουσιοδότηση από την εναγομένη προς τον υπογράψαντα το έγγραφο και, ως εκ τούτου, δεν δεσμεύεται από αυτό ως προς τη λύση της, πολύ δε περισσότερο δεν έχει συναινέσει στη λύση της ένδικης σύμβασης "αζημίως", αντίθετα της οφείλεται από την αναιρεσίβλητη η νόμιμη αποζημίωση πελατείας. Ο ισχυρισμός αυτός, κατά το σκέλος με το οποίο προβάλλεται ότι δεν λύθηκε η σύμβαση αντιπροσώπευσης των διαδίκων με το από 24.5.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, είναι απαράδεκτος, καθόσον, πρωτίστως, δεν πρόκειται για αυτοτελή ισχυρισμό που προτάθηκε και δεν λήφθηκε υπόψη από την αναιρεσιβαλλομένη, όπως θα έπρεπε, σύμφωνα με την υπό στοιχ. 1 προηγηθείσα νομική σκέψη, αλλά (πρόκειται) για άρνηση του γεγονότος ότι με το συμφωνητικό αυτό λύθηκε η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση αντιπροσώπευσης, πέραν δε τούτου είναι και αλυσιτελής, εφόσον η αμφισβήτηση της λύσης της σύμβασης αυτής δεν συνδέεται με έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας στην υπό κρίση υπόθεση, δεδομένου ότι, αφενός μεν, η ύπαρξη της αγωγικής αξίωσης από τις ένδικες συμβάσεις πώλησης και έργου, που έχει κριθεί από την αναιρεσιβαλλομένη ως βάσιμη κατ' ουσίαν, δεν αναιρείται από την λύση ή μη της διαρκούς σύμβασης αντιπροσώπευσης, αφετέρου δε ενέχει αντίφαση, καθόσον η λύση της εν λόγω σύμβασης είναι προϋπόθεση της ένστασης συμψηφισμού της αξίωσης από αποζημίωση πελατείας (συνεπεία της λύσης της σύμβασης) της εναγομένης με την αξίωση της ενάγουσας από τις επιμέρους ένδικες συμβάσεις πώλησης και έργου.

Περαιτέρω, ο υπό κρίση ισχυρισμός, κατά το σκέλος με το οποίο προβάλλεται ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει συναινέσει στη λύση της σύμβασης αντιπροσώπευσης "αζημίως", αντίθετα της οφείλεται από την αναιρεσίβλητη η νόμιμη αποζημίωση πελατείας, συνιστά τον αυτοτελή ισχυρισμό της ένστασης συμψηφισμού της απαίτησης της αναιρεσείουσας από αποζημίωση πελατείας, λόγω λύσης της σύμβασης αντιπροσώπευσης, με την αγωγική αξίωση από οφειλές τιμήματος και αμοιβής από τις επιμέρους συμβάσεις πώλησης και έργου, ο οποίος είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, εξέτασε κατ' ουσίαν την ένσταση αυτή, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, και την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι ερμήνευσε τα από 10.5.2012 και 24.5.2012 ιδιωτικά συμφωνητικά με τα οποία έκρινε ότι αποφασίστηκε συναινετικά η λύση της σύμβασης εμπορικής συνεργασίας που είχαν μεταξύ τους οι διάδικοι, χωρίς να λάβει υπόψη της τις νόμιμα επικαλεσθείσες και προσκομισθείσες από 27.7.2012 επιστολή της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα και από 17.10.2012 επιστολή της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη, ενώ αν ελάμβανε υπόψη της τα έγγραφα αυτά, θα κατέληγε στο πόρισμα ότι αφενός η σύμβαση εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων δεν είχε λυθεί και αφετέρου ότι δεν είχε συμφωνηθεί η λύση της αζημίως. Ο υπό κρίση ισχυρισμός είναι αβάσιμος, καθόσον σαφώς προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι τα ανωτέρω έγγραφα λήφθηκαν υπόψη για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, ενόψει του ότι, πέραν της αρχικής μνείας αυτής ότι τα διαλαμβανόμενα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται "... και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψιν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ορισμένα εκ των οποίων μνημονεύονται ειδικότερα στη συνέχεια, χωρίς, όμως, να παραλείπεται κανένα κατά την ουσιαστική εκτίμηση της υπόθεσης, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά", τα συγκεκριμένα έγγραφα τα μνημονεύει ρητά και τα αξιολογεί προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι πράγματι υπήρξε συμφωνία και υπογραφή για την από κοινού λύση της σύμβασης αντιπροσώπευσης. Σημειώνεται δε ότι ο υπό κρίση ισχυρισμός είναι επίσης αλυσιτελής, εφόσον, όπως αναφέρθηκε αμέσως παραπάνω κατά την εξέταση του πρώτου λόγου αναίρεσης, η λύση ή μη της σύμβασης αντιπροσώπευσης δεν επηρεάζει την ύπαρξη της αγωγικής αξίωσης, αλλά ενέχει και αντίφαση, καθόσον η λύση της εν λόγω σύμβασης είναι προϋπόθεση της ένστασης συμψηφισμού της αγωγικής αξίωσης με την αξίωση της εναγομένης - αναιρεσείουσας από αποζημίωση πελατείας συνεπεία της λύσης της σύμβασης αυτής. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και δη το από 24.5.2012 έγγραφο που εστάλη από το φαξ της ίδιας στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη, μολονότι δεν έφερε την υπογραφή του νόμιμου εκπροσώπου της ή εξουσιοδοτημένου από αυτόν προσώπου. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, διότι το επικαλούμενο έγγραφο δεν ανήκει στα μη επιτρεπόμενα από το νόμο έγγραφα για την απόδειξη, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχ. 2.α. προηγηθείσα νομική σκέψη, εφόσον επιτρέπεται από το νόμο να ληφθούν υπόψη και να αξιολογηθούν ελεύθερα και έγγραφα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, μεταξύ των οποίων και ιδιωτικά ανυπόγραφα.

Με τον τέταρτο λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και δεν προσέφυγε σε αυτούς, ενώ, αν προσέφευγε, θα δεχόταν ότι με τη λέξη "αζημίως" τα μέρη αναφέρονταν σε διαφορές κοινού δικαίου συναλλαγών και όχι σε παραίτηση από το δικαίωμά της στην αποζημίωση πελατείας. Ο υπό κρίση λόγος είναι απαράδεκτος, όντας αλυσιτελής, εφόσον η ένσταση συμψηφισμού της αξίωσης της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης με την αξίωση της εναγομένης - αναιρεσείουσας από αποζημίωση πελατείας, ως συνέπεια της λύσης της σύμβασης αντιπροσώπευσης, απορρίφθηκε από το Εφετείο κατ' ουσίαν, διότι δεν συνέτρεχαν οι σωρευτικά απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις καταβολής αυτής (αποζημίωσης πελατείας) και όχι γιατί συμφώνησαν τα μέρη να λυθεί η σύμβαση χωρίς να καταβληθεί αποζημίωση πελατείας, με άλλες λέξεις διότι παραιτήθηκε η εναγομένη - αναιρεσείουσα από την απαίτηση αποζημίωσης πελατείας, όπως λανθασμένα υπολαμβάνει η τελευταία. Μετά τα προαναφερόμενα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί. Ακολούθως πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.10.2023 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθ. 183/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

<< Επιστροφή