Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 215 / 2026    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 215/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Τ. - Π. του Θ. , κατοίκου ... , η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεωργίου Σταματογιάννη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Τ. του Α. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παβέλη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/3/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 536/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 93/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/7/2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 93/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία δέχθηκε ως τυπικά και ουσιαστικά βάσιμη την έφεση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως, διακρατηθείσας της υποθέσεως προς κατ' ουσίαν εκδίκαση, απέρριψε την αγωγή. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη είναι και η πληρότητα της ιστορικής της βάσης, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, που σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα παραπάνω στοιχεία ή περιέχονται κατά τρόπο ασαφή ή ελλιπή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο (ΑΠ 1827/2022). Ωστόσο, η αγωγή δεν είναι ανάγκη να περιέχει νομική βάση, ούτε η υπαγωγή με αυτή των επικαλούμενων περιστατικών σε συγκεκριμένη νομική διάταξη είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, το οποίο αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων (ΑΠ 1364/2024, ΑΠ 83/2019, ΑΠ 2091/2013).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 904 εδ. α' του Α.Κ., όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β' του ίδιου άρθρου, η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από το λήπτη και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας (επιβάρυνσης), έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας (ΑΠ 234/2023). Συνακόλουθα τούτων, βασική προϋπόθεση της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας άλλου, δηλαδή, για να στηριχθεί αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό, πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγομένου. Επιπλέον, πρέπει να υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού του εναγομένου και της ζημίας του ενάγοντος και να μην υφίσταται νόμιμη αιτία της περιουσιακής μετακινήσεως. Στερείται δε νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ' εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, συναγόμενη σαφώς από συγκεκριμένες διατάξεις ή και από το γενικότερο πνεύμα του νόμου, ενώ νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία, αν είναι ισάξια μ' αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού. (ΟλΑΠ 6/2020). Κατά δε το άρθρο 908 εδ. α' του ίδιου Κώδικα "ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό".
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ. προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνο όταν ελλείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία. Επομένως αν η αγωγή στηρίζεται ως προς τη σωρευόμενη ακόμα και επικουρικά βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται και η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη ως προς την αγωγική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό γιατί, αφού κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία, ο ενάγων μπορεί να ασκήσει τις αξιώσεις του από αυτές, όχι όμως να προσφύγει έστω και επικουρικά στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 1450/2017, ΑΠ 493/2010). Τέτοια περίπτωση, όμως, δεν συντρέχει, όταν στη σωρευόμενη κατά δικονομική επικουρικότητα (ΚΠολΔ 219) βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από σύμβαση, γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, καθότι αυτό αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα. Και τούτο διότι, στην τελευταία περίπτωση, η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνο, αν η στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση, κύρια βάση της αγωγής, απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης για ορισμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ' ένσταση του εναγομένου, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης. Έτσι, με την απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, πληρούται ο, ως άνω σκοπός της διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή. Επομένως, στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον ενάγοντα του λόγου της ακυρότητας της σύμβασης, που διαγνώσθηκε ήδη δικαστικά στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος κατά την εξέταση της ως άνω επικουρικής βάσης (ΟλΑΠ 23/2003, ΑΠ 1242/2022, ΑΠ 15/2020, ΑΠ 1151/2017, ΑΠ 438/2017). Τέλος, ο πιο πάνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ έχει εφαρμογή και επί άκυρης σύμβασης μεταβίβασης κυριότητας ακινήτου, εμπράγματης ή ενοχικής, για την οποία δεν τηρήθηκε ο οριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 369 και 1033 του ΑΚ τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου (ΑΠ 1523/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι η ένδικη αγωγή δεν θεμελιώνεται κατά την επικουρική της βάση στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και την απέρριψε ως μη νόμιμη. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 30-3-2015 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά η αναιρεσείουσα παραθέτει τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν το ιστορικό της αγωγής, επικαλούμενη, μεταξύ άλλων, κατά λέξη, τα ακόλουθα: "... Μετά από διαπραγματεύσεις και συζητήσεις καταλήξαμε και συμφωνήσαμε να αγοράσω ένα διαμέρισμα εις τον Ε' όροφο πολυκατοικίας επί της οδού ... Προς τούτο υπογράψαμε ένα ιδιωτικό συμφωνητικό αγοραπωλησίας την 23 Μαρτίου 2001 από την υπογραφήν του ιδιωτικού συμφωνητικού μέχρι και την 30.6.2014 κατέβαλλον ... το συνολικόν ποσόν των ... 57.600 ευρώ εις τον εναγόμενο ... ο εναγόμενος με εξηπάτησε και εγώ καλή τη πίστη και σύμφωνα με όσα είχαμε συμφωνήσει του κατέβαλλον μέχρι σήμερον από 23-3-2011 το συνολικό ποσόν των ... 57.600 ευρώ ... Επειδή σύμφωνα με το συμφωνητικό ο εναγόμενος ήτο υπόχρεος εάν δεν μου παραδώσει μέχρι την 22-3-2013 το διαμέρισμα με συμβόλαιο ... θα είναι υποχρεωμένος να μου επιστρέψει ολόκληρο το καταβληθέν χρηματικό ποσό των ... 57.600 νομιμοτόκως ως αχρεωστήτως καταβληθέν ... Να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να μου καταβάλλει το ποσόν των πεντήκοντα επτά χιλιάδων εξακοσίων 57.600 ευρώ νομιμοτόκως ως αχρεωστήτως καταβληθέν ένεκα απάτης εις βάρος μου". Κρίνοντας το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση την αγωγή, με το ως άνω περιεχόμενο, ως μη νόμιμη κατά την επικουρική της βάση τη θεμελιούμενη στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, προέβη σε λανθασμένη ερμηνεία της, ουσιαστικού δικαίου, διάταξης του άρθρου 904 του ΑΚ, η οποία ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση. Και τούτο διότι απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή ως προς την επικουρική της βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού με την αιτιολογία ότι δεν υπεβλήθη με την αγωγή αίτημα περί επιδικάσεως του ποσού των 46.600 ευρώ (το οποίο είχε δεχθεί η εκκαλουμένη απόφαση ότι οφείλεται στην ήδη αναιρεσείουσα και για το οποίο η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο Εφετείο) λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού συνεπεία της ακυρότητας της ένδικης συμφωνίας.
Πλην όμως, στην αγωγή αναφέρονται όλες οι αναγκαίες, κατά τα προεκτεθέντα, προϋποθέσεις για την ύπαρξη αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού, όπως ο πλουτισμός του υπόχρεου - αναιρεσίβλητου, η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία της αναιρεσείουσας, αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας (επιβάρυνσης), και, τέλος, η έλλειψη νόμιμης αιτίας, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, η αγωγή δεν είναι ανάγκη να περιέχει νομική βάση, αφού το Δικαστήριο οφείλει αυτεπαγγέλτως να εφαρμόζει το νόμο προβαίνοντας στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, χωρίς να δεσμεύεται από την άποψη των διαδίκων. Επιπροσθέτως, για την πληρότητα της αγωγής κατά τη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αρκεί εν προκειμένω η απλή επίκληση ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πώλησης ακινήτου με τη σύνταξη ιδιωτικού συμφωνητικού, χωρίς δηλαδή να τηρηθεί ο αναγκαίος τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου, με αποτέλεσμα να καθίσταται για το λόγο αυτό άκυρη.
Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο παραπάνω από το άρθρ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως.
Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού στο σύνολο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των δεύτερου και τρίτου λόγων της αναιρέσεως από τούς αριθμούς 19 και 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί και η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε (άρθρο 495 αρ.3ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 106,176,183,189 αρ.1,191 αρ.2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 93/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος απ' αυτήν παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης