ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 233/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 233/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 233/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 233 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 233 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ. , για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Μ. του Ι. , κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κ. Κιοσέ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-2015 αίτηση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με την από 23-11-2015 αίτηση του Β. Μ. , μη διαδίκου στην παρούσα δίκη.

Εκδόθηκε η 625/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-7-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 του ΚΠολΔ "το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης" (παρ. 1). Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της ασκηθείσας αναίρεσης αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, τη συνδρομή της οποίας εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως με βάση τα υποβληθέντα αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση...", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 321 του ίδιου Κώδικα "όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (πολιτικού), που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει να είναι τελεσίδικη. Η πρωτόδικη απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση γίνεται τελεσίδικη για κάποια αιτία που έχει επέλθει π.χ. διότι έχει παρέλθει η προθεσμία για έφεση ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί, από την έφεση που επρόκειτο να γίνει ή διότι αυτός έχει παραιτηθεί από το δικόγραφο της γενόμενης έφεσης, εφόσον στη τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκησή της. Ο διάδικος, έτσι, δεν υποχρεούται να διέλθει η υπόθεσή του και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αλλά μπορεί να προσβάλει απευθείας με αναίρεση την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μόλις αυτή καταστεί τελεσίδικη, κατά τους άνω τρόπους (ΟλΑΠ 1113/1986, ΑΠ 1162/2025,ΑΠ 691/2024, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 1103/2023, ΑΠ 648/2023, ΑΠ 460/2022, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 788/2021).

Κατά το άρθρο 518 παρ. 1του ΚΠολΔ, η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, ενώ αν διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη η προθεσμία είναι εξήντα ημέρες. Και στις δύο περιπτώσεις η προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, ενώ κατά τη παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά τη τροποποίησή της με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο χρόνια, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.

Κατά συνέπεια, εφ` όσον πρόκειται για απόφαση που δημοσιεύτηκε μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015, αν αυτή δεν επιδοθεί, η προθεσμία της έφεσης, σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι δύο χρόνια, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, τελειώνει, δε, η προθεσμία αυτή όταν παρέλθουν τα δύο χρόνια, οπότε η απόφαση, εφ` όσον δεν υπόκειται πλέον σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη και τότε παραδεκτά προσβάλλεται με αναίρεση.

Η προθεσμία, εξ άλλου, της αναίρεσης, που ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, δηλαδή αρχίζει αυτή αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, είναι, κατά το άρθρο 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στην περίπτωση που επιδόθηκε η απόφαση, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της (πρωτόδικης) απόφασης, ενώ στην περίπτωση που δεν επιδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση, είναι, κατά το άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, δύο χρόνια και αρχίζει, όπως ορίζει το άρθρο αυτό, από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, δηλαδή είναι συνολικά τέσσερα (4) χρόνια, δύο για να περάσει η προθεσμία της έφεσης και να γίνει τελεσίδικη η απόφαση και άλλα δύο χρόνια από την ημέρα που η απόφαση έγινε τελεσίδικη, για να ασκηθεί μέσα στα χρόνια αυτά αναίρεση και συνολικά τέσσερα χρόνια (ΑΠ 1162/2025, ΑΠ 691/2024, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 460/2022, ΑΠ 330/2022).

Με την υπό κρίση, από 3-7-2021 (αριθ. εκθ. κατάθ. ...-2021), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 625/3-7-2017 τελεσίδικη, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσία η από 23-11-2015 αίτηση της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης.

Εφόσον, δε, η απόφαση αυτή δημοσιεύτηκε στις 3-7-2017, η διετής καταχρηστική προθεσμία της έφεσης (άρθρ. 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ) άρχισε (άρθρ. 144 παρ. 1 του ΚΠολΔ) την επομένη (4-7-2017) και έληξε στις 4-7-2019. Την επομένη 5-7-2019 άρχισε η διετής καταχρηστική προθεσμία της αναίρεσης (άρθρ. 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί, με την κατάθεσή της στο δικαστήριο που εξέδωσε τη προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρ. 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ), στις 5-7-2021 δηλαδή εμπρόθεσμα, πριν την πάροδο της (καταχρηστικής) διετούς προθεσμίας από την ως άνω ημερομηνία που κατέστη τελεσίδικη η προσβαλλόμενη απόφαση. Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι, παρά την ανωτέρω ερημοδικία της πρώτης των καθ' ών στην υπ' αριθμ. καταθ. 70/2015 αίτησης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA BANK AE", η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, έχει καταστεί τελεσίδικη και ως προς αυτήν και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτής, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, η ως άνω απόφαση δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 934/2025,ΑΠ 407/2024,ΑΠ 548/2023, ΑΠ 67/2020, ΑΠ 508/2020). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 σε συνδυασμό με αρθρ. 568 του ΚΠολΔ αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.

Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 456/2025, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 596/2024).

Στη δίκη, δε, περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντα - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 1711/2025,ΑΠ 1510/2024, ΑΠ 1071/2024,ΑΠ 26/2023,ΑΠ173/2022).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη αίτηση αναίρεσης (αριθμ.καταθ....-2021), με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 625/2017 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών, προσδιορίστηκε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 568 παρ. 2, 3 και 4 του ΚΠολΔ, να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 22-9-2023. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ...-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Ε. Α. , που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 22-9-2023 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην δεύτερη αναιρεσίβλητη. Η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, (κατά την οποία η ως άνω αναιρεσίβλητη δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ) αναβλήθηκε, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (7-2-2025).

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά τη δικάσιμο αυτή (7-2-2025) η ως άνω δεύτερη αναιρεσίβλητη, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Παρέστησαν, όμως, νομίμως και προσηκόντως το αναιρεσείον και η πρώτη αναιρεσίβλητη.

Επομένως, εφ' όσον για τη σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη η ιδιαίτερη κλήτευσή της, δεδομένου ότι η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρα 576 παρ. 2, 226 παρ. 4 εδαφ. γ' και δ', 575 εδαφ. β' ΚΠολΔ).

3. Από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 625/2017 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών, και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Η αιτούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη και ο σύζυγός της Β. Μ. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) άσκησαν, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πατρών τις από 23-11-2015 αιτήσεις με τις οποίες, επικαλούμενοι ότι έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών προς τους μετέχοντες στη δίκη πιστωτές τους, καθώς και έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας, ζήτησαν τη διευθέτηση των οφειλών τους από το δικαστήριο, ώστε να επέλθει απαλλαγή τους από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών τους έναντι των πιστωτών τους, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που είχαν υποβάλει, αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή περιουσιακή τους κατάσταση, όπως αναλυτικά την περιέγραφαν στις αιτήσεις τους, καθώς επίσης, να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία τους. Το Ειρηνοδικείο Πατρών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις αιτήσεις, απέρριψε την αίτηση του Β. Μ. , ενώ δέχθηκε εν μέρει ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα την αίτηση της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, ρύθμισε τα χρέη αυτής, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της, και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία της.

4. α. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην ερευνώμενη υπόθεση, ως εκ του χρόνου υποβολής-κατάθεσης της ένδικης αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ορίζεται ότι: "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου, το οποίο δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτει ότι βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη και όχι απλώς παροδική, περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται και αποδεικνύεται από τον πιστωτή (ΑΠ 1118/2025, ΑΠ 603/2023,ΑΠ 559/2020). Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, έλλειψης, δηλαδή, όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Ειδικότερα, ρευστοποιήσιμη είναι η περιουσία η οποία είναι δεκτική εκποίησης κατά τρόπο που παρέχει προσδοκία απόληψης ανάλογου ανταλλάγματος, όταν δηλαδή μπορεί και αξίζει να εκποιηθεί για τον παραπάνω σκοπό. Αυτό συμβαίνει, όταν εκτιμάται ότι σε εύλογο διάστημα θα επιτευχθεί τίμημα τέτοιο, που θα επιφέρει σοβαρή ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών. Πότε συμβαίνει αυτό είναι θέμα συγκεκριμένης περίπτωσης, δηλαδή το δικαστήριο θα κρίνει αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι αναγκαία η ρευστοποίηση για την ικανοποίηση των πιστωτών. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας, προκειμένου να κριθεί η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, κατ' αρχάς, το εισόδημα του οφειλέτη. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται, αφενός τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και αφετέρου οι βιοτικές (και όχι απλώς οι στοιχειώδεις) ανάγκες του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας (ΑΠ 557/2025, ΑΠ 103/2024, ΑΠ 1190/2023,ΑΠ 1482/2022,ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 545/2021). Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό, δε, της ρευστότητας, για τη ρύθμιση των οφειλών από το δικαστήριο και την απαλλαγή του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται, σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας (ΑΠ 557/2025, ΑΠ 103/2024, ΑΠ 1329/2023, ΑΠ 978/2023, ΑΠ 785/2022,ΑΠ 540/2022, ΑΠ 1035/2021).

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λ.π. (ΑΠ 557/2025, ΑΠ 407/2024, ΑΠ 104/2023, ΑΠ 1482/2022, ΑΠ785/2022, ΑΠ544/2022, ΑΠ1351/2021, ΑΠ 656/2021). Επισημαίνεται ότι τα εισοδήματα από εργασία πρέπει να αναγράφονται στη σχετική δικαστική απόφαση καθαρά, καθώς μόνο το καθαρό εισόδημα διατίθεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη (και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. (ΑΠ 606/2025, ΑΠ 1320/2024,ΑΠ 1325/2023, ΑΠ 144/2023, ΑΠ 1678/2022, ΑΠ 552/2020). Επίσης, όπως προαναφέρθηκε η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Έτσι, το όλο πνεύμα του νόμου 3869/2010 κινείται προς την κατεύθυνση να υπαχθούν στην ρύθμιση και μη ληξιπρόθεσμες οφειλές. Απλώς το ληξιπρόθεσμο των οφειλών απαιτείται κατά το νόμο ως στοιχείο για την συγκρότηση της μόνιμης αδυναμίας και νομιμοποιεί τον αιτούντα για την υποβολή της αίτησης προς υπαγωγή στις ρυθμίσεις του νόμου, με συνέπεια η σχετική προϋπόθεση της αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών να δύναται να πληρούται και όταν ο οφειλέτης, με βάση τα εισοδήματά του, δύναται μεν να εξοφλεί ακόμη και το σύνολο των χρεών του (και μη ληξιπρόθεσμων), αλλά σε βάρος των βασικών βιοτικών αναγκών του, ερμηνεία που καθίσταται ιδιαίτερα επιβεβλημένη όταν υφίσταται αναγκαστική εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη με παρακράτηση της δόσης του δανείου, εφόσον, η παρακράτηση αυτή που γίνεται παρά τη βούλησή του, στερεί από αυτόν τη δυνατότητα να ανταποκριθεί σε βασικές του ανάγκες. Σημειωτέον ότι η άποψη αυτή ενισχύεται από τη διατύπωση της ως άνω διάταξης μετά την τροποποίησή της με το ν. 4336/2015, καθ` όσον η νέα διατύπωση δεν παραπέμπει πλέον μόνον στις ληξιπρόθεσμες οφειλές του αιτούντα, αλλά στις εν γένει οφειλές του, ληξιπρόθεσμες και μη, οι δε τελευταίες κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 του ν. 3869/2010. Με βάση τα παραπάνω προκύπτει ότι στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους και που οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη δεν αναιρείται, όταν η εξόφληση του εν λόγω πιστωτή γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του (ΑΠ 456/2025, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1169/2022, ΑΠ 883/2020).

Και αυτό, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηριστεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτόν ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσής του. Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του ν. 3869/2010 (ΑΠ 456/2025, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1169/2022, ΑΠ 458/2022). Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της οφειλής προς το ΤΠΔ από παροχή στεγαστικού δανείου με την παράλληλη, από το νόμο, υποχρέωση του δανειολήπτη να συνάψει με αυτό σύμβαση εκχώρησης, ανακύπτει ανάγκη ο τελευταίος, έστω και αν το δάνειό του φέρεται να εξυπηρετείται κανονικά, λόγω της εκχώρησης του μισθού του κλπ, να επιδιώξει και επιτύχει ένταξη και υπαγωγή στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, αν έχει υποστεί σημαντική μείωση του μισθού ή της σύνταξής του, καθόσον η εκχώρηση που έγινε στο παρελθόν παραμένει, αναλογικά, σε υψηλό ποσό, αφού αυτή υπολογίστηκε στο αρχικό αυξημένο ποσό του μισθού ή της σύνταξης του δανειολήπτη - οφειλέτη (ΑΠ 456/2025,ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1169/2022, ΑΠ 458/2022, ΑΠ 658/2022).

Επιπρόσθετα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όπως προαναφέρθηκε, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.

Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει, δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1329/2024,ΑΠ 604/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή. Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά και η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά.

Στην περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσον και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε.

Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ` ουσία αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως, επίσης, και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. (ΑΠ 263/2025, ΑΠ 1329/2024,ΑΠ 1325/2023,ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1513/2022).

Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 263/2025, ΑΠ 1329/2024,ΑΠ 1338/2023,548/2023, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1497/2022, ΑΠ 59/2021). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 263/2025, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1508/2022), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 82/2025, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022) β. Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 4/2023, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 1/2021, ΑΠ 424/2024). Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα , δε , του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ή ,αναλόγως, του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος(ΑΠ 137/2025, ΑΠ 693/2024, ΑΠ 610/2023,ΑΠ 3/2021,ΑΠ 552/2020).

5. Στην ερευνώμενη υπόθεση το Ειρηνοδικείο Πατρών με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 625/2017 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκείμενη δίκη: "....Ο αιτών γεννήθηκε το έτος 1963 στην Καρυά του Πύργου Ηλείας, είναι έγγαμος με την αιτούσα, γεννηθείσα το έτος 1965 στην Σκιάδα Τριταίας Ν. Αχάΐας και έχουν τέσσερα τέκνα, την Ν. γεννηθείσα το έτος 1985, την Μ. γεννηθείσα το έτος 1989, την Α. γεννηθείσα το έτος 1991 και την Κ. γεννηθείσα το έτος 1999 (...). Ο αιτών εργάζεται στον Δήμο Πατρέων με την ειδικότητα ΥΕ Εργατών Καθαριότητας στην Διεύθυνση Καθαριότητας ανακύκλωσης και μηχανολογικού εξοπλισμού, με μηνιαίο καθαρό μισθό το ποσό των 939,95 Ευρώ (....), ο οποίος ωστόσο αυξάνεται μηνιαίως λόγω των υπερωριών (απογευματινή υπερωριακή εργασία, νυχτερινή εργασία από 22:00 έως το πρωί, εργασία Κυριακών κ.λ.π. , (...), η αιτούσα εργάζεται και αυτή στον Δήμο Πατρέων με την ειδικότητα ΥΕ Εργατών Καθαριότητας στην Διεύθυνσης Περιβάλλοντος Ενέργειας & Πρασίνου στο τμήμα κοιμητηρίων, με μηνιαίο μισθό το ποσό των 975,35 Ευρώ (....). Τα ετήσια εισοδήματα που δήλωσαν οι αιτούντες είναι τα κάτωθι: α) για το έτος 2015, αιτών δήλωσε εισοδήματα ύψους 17.118,49 Ευρώ (από μισθωτή εργασία, τόκους) και 320,04 Ευρώ (αυτοτ. φορολ. ποσά), ήτοι 1.453,21 Ευρώ μηνιαίως και η αιτούσα δήλωσε εισοδήματα ύψους 12.865,98 Ευρώ (από μισθωτή εργασία, ακίνητη περιουσία και τόκους), ήτοι 1.072,16 Ευρώ μηνιαίως (δηλ. συνολικά μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα ύψους 2.525,37 Ευρώ), β) για το έτος 2014, αιτών δήλωσε εισοδήματα ύψους 15.543,58 Ευρώ (από μισθωτή εργασία, τόκους) και 320,04 Ευρώ (αυτοτ. φορολ. ποσά), ήτοι 1.321,96 Ευρώ μηνιαίως και η αιτούσα δήλωσε εισοδήματα ύψους 13.896,21 Ευρώ (από μισθωτή εργασία), ήτοι 1.158,01 Ευρώ μηνιαίως (δηλ. συνολικά μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα ύψους 2.479,97 Ευρώ), γ) για το έτος 2013, ο αιτών δήλωσε εισοδήματα ύψους 15.272,07 Ευρώ (από μισθωτή εργασία, τόκους) και 321,16 Ευρώ (αυτοτ. φορολ. ποσά), ήτοι 1.272,67 Ευρώ μηνιαίως και η αιτούσα δήλωσε εισοδήματα ύψους 13.319,97 Ευρώ (από μισθωτή εργασία), ήτοι 1.109,99 Ευρώ μηνιαίως (δηλ. συνολικά μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα ύψους 2.382,66 Ευρώ) και δ) για το έτος 2012, ο αιτών δήλωσε εισοδήματα ύψους 14.947,39 Ευρώ (από μισθωτή εργασία), ήτοι 1.245,61 Ευρώ μηνιαίως και η αιτούσα δήλωσε εισοδήματα ύψους 12.846,33 Ευρώ (από μισθωτή εργασία), ήτοι 1.070,52 Ευρώ μηνιαίως (δηλ. συνολικά μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα ύψους 2.316,13 Ευρώ) (...).

Α. Ο αιτών σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης είχε αναλάβει τα παρακάτω δάνεια από τις μετέχουσες τράπεζες, τα οποία περιλαμβάνει στην αίτηση ρύθμισης και κατά πλάσμα του νόμου θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται, ενόψει της μη εμπράγματης εξασφάλισής τους, με την τρέχουσα αξία του κατά το χρόνο κοινοποίησης της ........ Τα συνολικά χρέη του προς τις ανωτέρω πιστώτριες ανέρχονται στο ποσό των 11.749,13 Ευρώ (4.295,83 Ευρώ + 7.453,30 Ευρώ). Ο αιτών τόσο κατά την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης (23-11-2015) τόσο και κατά την συζήτηση αυτής (10-3-2017) δεν βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των οφειλών του και επομένως δεν δύναται να υπαχθεί στις ευνοϊκές διατάξεις του Ν. 3869/2010. ....

Επιπλέον, ο αιτών προσδιορίζει το μηνιαίο κόστος διαβίωσης του ίδιου και της οικογένειάς του στο ποσό των 1.800 Ευρώ, το οποίο, όμως, κρίνεται υπερβολικό από το παρόν Δικαστήριο, καθόσον, η κόρη του αιτούντος Α. Μ. δεν θεωρείται προστατευόμενο τέκνο λόγω ολοκλήρωσης των ετών υποχρεωτικής φοίτησης στο Τ.Ε.Ι. που σπουδάζει (...) και ως εκ τούτου το μηνιαίο κόστος διαβίωσης υπολογίζεται περίπου στο ποσό των 1.500 Ευρώ, λόγω των αυξημένων εξόδων από της ανήλικης κόρης τους που φοιτά στην Γ' Τάξη του Λυκείου, το οποίο καλύπτεται τόσο από τον μισθό του ίδιου, όσο και από τον μισθό της συζύγου του. Ακολούθως, με βάση την αναλογία συνεισφοράς των συζύγων (2.500 Ευρώ συνολικά = 1.500 Ευρώ αιτών [60%] + 1.000 Ευρώ αιτούσα [40%]), ο αιτών συνεισφέρει στα οικογενειακά βάρη κατά ποσό ύψους 900 Ευρώ (60% Χ 1.500 Ευρώ) και συνεπώς, του απομένει το ποσό των 500 Ευρώ προκειμένου να καλυφθεί η μηνιαία δόση προς τους πιστωτές του, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 237,80 Ευρώ (...). Αλλά σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν το κόστος βιοτικών δαπανών των αιτούντων και της οικογένειάς τους ανερχόταν στο ποσό των 1.800 Ευρώ, αφαιρουμένης της συνεισφοράς του αιτούντος, ανερχόμενης στο ποσό των 1.080 Ευρώ (1.800 Ευρώ Χ 60%), απομένει από το μηνιαίο διαθέσιμο εισόδημά του ποσό ύψους περίπου 320 Ευρώ (κατά τα δεδομένα του έτους 2015), το οποίο επαρκεί για να καλύψει το ποσό της μηνιαίας δόσης ύψους 237,80 Ευρώ προς τις πιστώτριές του.

Β. Η δεύτερη αιτούσα σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης είχε αναλάβει τα παρακάτω δάνεια, αυτό από την πρώτη μετέχουσα τράπεζα κατά πλάσμα του νόμου θεωρείται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμο και υπολογίζεται, ενόψει της μη εμπράγματης εξασφάλισής του, με την τρέχουσα αξία του κατά το χρόνο κοινοποίησης της και αυτά προς το δεύτερο μετέχον εκτοκίζονται μέχρι την έκδοση της απόφασης επί της αιτήσεως με το επιτόκιο της ενήμερης οφειλής, οσάκις είναι εξασφαλισμένα με εμπράγματο δικαίωμα :

1) Από την πρώτη μετέχουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ALPHA BANK Α.Ε." της έχει χορηγηθεί με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση, δάνειο με υπόλοιπο οφειλής στις 6-11-2015 σε κεφάλαιο 590,58 Ευρώ, τόκους 6,76 Ευρώ και έξοδα 0 Ευρώ, συνολικά δε ποσό ύψους 597,34 Ευρώ (....).

2) Από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" της έχουν χορηγηθεί τα εξής :

Α) δυνάμει της από ...-2009 ιδιωτικής σύμβασης, έλαβε επισκευαστικό δάνειο ποσού 14.706,19 Ευρώ με επιτόκιο 6,50% ετησίως και συνολικό τελικό καταβλητέο το ποσό των 20.229,60 Ευρώ , εξοφλητέο σε 20 ίσες εξαμηνιαίες δόσεις ποσού 1.011,48 Ευρώ, μέσω παρακράτησης του ποσού των 168,58 Ευρώ μηνιαίως από τον καταβαλλόμενο μισθό της, (....). Το υπόλοιπο οφειλής του ανωτέρου δανείου κατά τον χρόνο συζήτησης (24-2-2017) ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 7.043,62 Ευρώ, αναλυόμενο ως εξής: ποσό 8.091,84 Ευρώ έως την ...015 (...), αφαιρουμένων: α) ποσού 1.011,48 Ευρώ (6 δόσεις 1- 1-2016 έως 31-5-2016) και β) ποσού 36,74 Ευρώ, ήτοι δύο δόσεων ποσού 18,37 Ευρώ που κατέβαλλε η αιτούσα με την προσωρινή διαταγή (...). Σημειωτέον ότι το ανωτέρω τελικό ποσό οφειλής έχει υπολογιστεί με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής, ύψους 6,50%.

Β) δυνάμει της από ...-2004 ιδιωτικής σύμβασης, έλαβε δάνειο ποσού 105.000 Ευρώ με επιτόκιο 4,25% ετησίως συνολικό τελικό καταβλητέο το ποσό των 186.764,40 Ευρώ, εξοφλητέο σε 60 ίσες εξαμηνιαίες δόσεις ποσού 3.112,74 Ευρώ, μέσω παρακράτησης του ποσού των 518,79 Ευρώ μηνιαίως από τον καταβαλλόμενο μισθό της, (....). Το υπόλοιπο οφειλής του ανωτέρου δανείου κατά τον χρόνο συζήτησης (24-2-2017) ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 108.565,46 Ευρώ, αναλυόμενο ως εξής: ποσό 112.058,64 Ευρώ έως την ...2015 (....), αφαιρουμένων : α) ποσού 3.112,74 Ευρώ (6 δόσεις 1-1-2016 έως 31- 5-2016) και β) ποσού 380,44 Ευρώ, ήτοι δύο δόσεων ποσού 190,22 Ευρώ που κατέβαλλε η αιτούσα με την προσωρινή διαταγή (....). Σημειωτέον ότι το ανωτέρω τελικό ποσό οφειλής έχει υπολογιστεί με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής, ύψους 4,25%. Τα χρέη της προς το μετέχον ανέρχονται στο ποσό των 115.609,08 Ευρώ (7.043,62 Ευρώ + 108.565,46 Ευρώ) και τα χρέη της συνολικά σε όλους τους πιστωτές σε 116.206,42 Ευρώ (115.609,08 Ευρώ + 597,34 Ευρώ). Τα έσοδα της αιτούσας, στην προκειμένη περίπτωση, συγκρινόμενα με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της από τις παραπάνω δανειακές συμβάσεις δεν της επιτρέπουν να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση αυτών των χρεών. Η αδυναμία αυτή της αιτούσας δεν οφείλεται σε δόλο, όπως προέβαλε το μετέχον, κατά τη συζήτηση, σύμφωνα με την οποία προέβη σε δανεισμό, παρότι γνώριζε την αδυναμία της να εξοφλήσει τα δάνεια με βάση την οικονομική της δυνατότητα και την περιουσιακή της κατάσταση και έτσι περιέφερε τον εαυτό της σε κατάσταση υπερχρέωσης, απορριπτομένης της σχετικής ένστασης ως ουσία αβάσιμης. Ειδικότερα, η αδυναμία της αυτή οφειλόταν στην μείωση των εισοδημάτων τόσο της ίδιας όσο και του συζύγου της, λόγω των περικοπών στις αποδοχές, με την εισαγωγή του ενιαίου μισθολογίου (Ν.4024/2011) που επέφερε μισθοδοτικές αλλαγές και με την πλήρη κατάργηση ειδικών επιδομάτων και επιδομάτων εορτών και αδείας, δυνάμει των διατάξεων των νόμων Ν.3833/2010 , Ν.3845/2010 και Ν. 4093/2012, σε συνδυασμό, αφενός, με το ύψος της μηνιαίας δόσης που θα απαιτείτο από 1-1-2017 για την εξόφληση των δανείων της στο δεύτερο μετέχον ύψους 687,37 Ευρώ (518,79 Ευρώ + 168,58 Ευρώ) υπολογιζομένης της συνεισφοράς του συζύγου της στις οικογενειακές δαπάνες, αφετέρου, με τις απαιτούμενες αναγκαίες δαπάνες διαβίωσής της ίδιας και της οικογένειάς της. Απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη είναι και η ένσταση καταχρηστικής άσκησης που προβλήθηκε από το μετέχον, καθώς ο Ν.3869/2010 αποβλέπει στην δυνατότητα να δοθεί δεύτερη ευκαιρία στο υπερχρεωμένο φυσικό πρόσωπο για επανένταξη στην κοινωνική και οικονομική ζωή με την επανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας που συνεπάγεται η εξάλειψη των χρεών που αδυνατεί να αποπληρώσει (...). Ως εκ τούτου, η επιδίωξη της αιτούσας για ρύθμιση των χρεών της σύμφωνα με το γράμμα και το πνεύμα του 3869/2010 δεν συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, δηλαδή άσκηση με τρόπο αντίθετο στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του, αφού ο δανειολήπτης ασκεί νόμιμο δικαίωμά του σε ένα σύγχρονο Κράτος Δικαίου.

Εξάλλου, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ούτε η δημιουργία εύλογης πεποίθησης στους πιστωτές ότι ο οφειλέτης δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του αυτό, ενώ οι επαχθείς γι' αυτούς συνέπειες από την υπαγωγή των αιτούντων στο Ν.3869/2010 συνιστούν, βέβαια, επέμβαση στις απαιτήσεις τους, οι οποίες όμως διαμορφώθηκαν σε υψηλά σε σχέση με το ύψος του χορηγηθέντος κεφαλαίου ποσά, λόγω των επιτοκίων που ισχύουν στον χώρο της καταναλωτικής πίστης, με συνέπεια την υπερχρέωση των πολιτών, που καθιστά αναγκαία τη μείωση των απαιτήσεών τους αυτών ή/και την επιμήκυνσή τους, ώστε να εξασφαλιστεί στους οφειλέτες ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης και να μπορέσουν αυτοί να επανενταχθούν στην οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα κάτι που αποτελεί σκοπό του Νόμου και εξυπηρετεί το γενικότερο κοινωνικό συμφέρον, το οποίο υπερτερεί αυτού των πιστωτριών τραπεζών (...)......Κατά συνέπεια, συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας, οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του νόμου 3869/2010 και ειδικότερα σ' αυτή της διάταξης του άρθρου 8§2, όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του Ν. 4161/2013 και όπως ισχύει για την υπό κρίση αίτηση (βλ. παρ.5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 [ΦΕΚ A 94/14-8-2015]), για μηνιαίες καταβολές για χρονικό διάστημα τριών ετών. Η ρύθμιση των χρεών της αιτούσας θα γίνει κατά πρώτο λόγο με μηνιαίες καταβολές απευθείας στους μετέχοντες στη δίκη πιστωτές από τα εισοδήματα της για το υπολειπόμενο χρονικό διάστημα που απομένει από την τριετία, αφαιρουμένου του χρονικού διαστήματος που ίσχυσε η προσωρινή διαταγή (άρθρο 8§2 ν. 3869/2010). Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής, όπως προαναφέρθηκε, οι δηλωθείσες μηνιαίες απολαβές της αιτούσας ανέρχονται στο ποσό των 1.000Ευρώ περίπου (...) και ως εκ τούτου, το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των στοιχειωδών μηνιαίων βιοτικών αναγκών της αιτούσας και της κάλυψης μέρους των βιοτικών αναγκών της οικογένειάς της (διατροφή, ένδυση, υπόδηση, λειτουργικά έξοδα κατοικίας, μετακινήσεις, επισκευή και συντήρηση οικιακού εξοπλισμού, είδη οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας, μόρφωση, υπηρεσίες τηλεφωνίας, εκπαίδευσης, κοινωνικής προστασίας και οικονομικές υπηρεσίες), δεδομένου ότι ο σύζυγός της εργάζεται και συνεισφέρει στις οικογενειακές δαπάνες, προσδιορίζεται από το παρόν Δικαστήριο στο ποσό των 600 Ευρώ, δοθέντος ότι η αιτούσα διαθέτει ιδιόκτητη οικία και δεν επιβαρύνεται με την καταβολή μηνιαίου μισθώματος και όπως αναλυτικά εκτέθηκε ανωτέρω το συνολικό οικογενειακό κόστος διαβίωσης εκτιμάται στο ποσό των 1.500 Ευρώ , στο οποίο η αιτούσα συμμετέχει κατά 40% με βάση το εισόδημά της.

Εξάλλου σημειώνεται ότι το κόστος διαβίωσης στην πόλη της Πάτρας, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι χαμηλότερο σε σχέση με αυτό της πρωτεύουσας.
Συνεπώς, το ποσό που απομένει ανά μήνα, κατά μέσο όρο, από το εισόδημα της αιτούσας για την κάλυψη των απαιτήσεων των πιστωτών της ανέρχεται σε (1.000 Ευρώ – 600 Ευρώ) τετρακόσια ευρώ (400,00 Ευρώ). Το ανωτέρω ποσό, που θα καταβάλλει η αιτούσα στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 Ν.3869/2010, είναι εύλογο και εντός των οικονομικών της δυνατοτήτων.......).

Εξάλλου, πρέπει και η αιτούσα από την πλευρά της να μειώσει στο ελάχιστο τις δαπάνες της, περιοριζόμενη μόνο στις απολύτως απαραίτητες, για το προβλεπόμενο από το Νόμο χρονικό διάστημα, προκειμένου, μετά την υπαγωγή της στις διατάξεις του Ν.3869/2010, να μπορέσει να ανταποκριθεί στη πλήρη ικανοποίηση των οφειλών της, αφού, η ικανοποίηση αυτή από τα εισοδήματά της για μια χρονική περίοδο προβάλλει ως δοκιμασία, προκειμένου να επιτύχει η αιτούσα μετά το πέρας της το ευεργετικό αποτέλεσμα της απαλλαγής του από τα χρέη. Ως εκ τούτου, θα πρέπει οι δαπάνες της να περιοριστούν, προκειμένου να εξευρεθεί μεγαλύτερο ποσό χρημάτων προς ικανοποίηση τόσο των καθ'ων πιστωτών της όσο και των στοιχειωδών βιοτικών αναγκών της ίδιας και της οικογένειάς της. ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δικαστήριο, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την ένσταση δόλιας περιέλευσης της αιτούσας - πρώτης αναιρεσίβλητης σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών της, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αίτηση, ρύθμισε τα χρέη αυτής και εξαίρεσε της εκποίησης την κύρια κατοικία της, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό αυτής οριζόμενα.

6. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος αυτού, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τις αντίστοιχες αιτιάσεις ότι, το δικάσαν δικαστήριο σχετικά με την κρίση του για το ότι η αιτούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη περιήλθε άνευ δόλου σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών της 1) παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, καθώς δέχθηκε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της περιέλευσής της σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, ενώ δεν συνέτρεχε η προϋπόθεση του ληξιπρόθεσμου των οφειλών της τόσο έναντι αυτού, όσο και έναντι της δεύτερης αναιρεσίβλητης πιστώτριας τράπεζας, 2) παραβίασε εκ πλαγίου την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 330 ΑΚ και 27 παρ. 1 ΠΚ, καθώς με ανεπαρκείς αιτιολογίες αφενός δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο τον ισχυρισμό της αιτούσας (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) ότι περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών της, απορρίπτοντας τον προβληθέντα ισχυρισμό του, ότι αυτή (αιτούσα) δεν είχε περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών της, και αφετέρου απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την παραδεκτά προβληθείσα ένστασή του περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε αδυναμία πληρωμών. Από το προεκτεθέν και αυτολεξεί παρατεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το δικάσαν Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης-αιτούσας στις διατάξεις του ν. 3869/2010: α) δεν παραβίασε, μεν, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 που παρατέθηκε στη μείζονα σκέψη.

Ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη έστω και αν το δάνειό της προς το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" είναι ενήμερο, εξυπηρετούμενο κανονικά, λόγω της εκχώρησης ποσοστού από το μισθό της και ότι δεν έχει καμία ληξιπρόθεσμη οφειλή προς αυτό ή ακόμη και σε άλλον πιστωτή (ιδιώτη ή μη), μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, καθόσον, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, η εξόφληση των πιστωτών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, όταν δηλαδή ο οφειλέτης αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βιοτικές του ανάγκες και να εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του. Το μη ληξιπρόθεσμο της οφειλής του αιτούντος προς το ΤΠΔ στην υπό κρίση περίπτωση, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον πληρούται η προϋπόθεση του ληξιπροθέσμου της οφειλής του από την υφιστάμενη και προερχόμενη, από την αναγκαστική εκπλήρωση της παροχής του, αδυναμία του κάλυψης των βιοτικών του αναγκών. Επομένως, μπορεί να υπαχθεί στο ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ο οποίος, έστω και χωρίς ληξιπρόθεσμη οφειλή ούτε έναντι του ΤΠΔ, ούτε έναντι οποιουδήποτε άλλου πιστωτή (εν προκειμένω της δεύτερης αναιρεσίβλητης), αδυνατεί να καλύψει τις βιοτικές του ανάγκες. Το γεγονός ότι το αναιρεσείον παρακρατεί, με βάση την μεταξύ αυτού και του δανειολήπτη - πρώτης αναιρεσίβλητης σύμβαση εκχώρησης ποσοστού του μισθού και στη συνέχεια της σύνταξης της τελευταίας, ποσό από τον μισθό αυτής, δεν σημαίνει ότι για το λόγο αυτό και μόνο λείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και της υπαγωγής του στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, εφόσον, μετά από έρευνα των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και της οικογενείας του, θα διαπιστωθεί ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για τη κάλυψη των δαπανών για τις βιοτικές ανάγκες του, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν.

β) Περαιτέρω όμως, με τις προπαρατεθείσες παραδοχές του το δικάσαν δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του: 1) αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των χρεών της πρώτης αναιρεσίβλητης, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτό, την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, το Δικαστήριο διέλαβε ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία περί μείωσης των εισοδημάτων τόσο της ίδιας όσο και του συζύγου της "λόγω των περικοπών στις αποδοχές με την εισαγωγή του ενιαίου μισθολογίου (ν.4024/2011) που επέφερε μισθοδοτικές αλλαγές και με την πλήρη κατάργηση ειδικών επιδομάτων και επιδομάτων εορτών και αδείας, δυνάμει των διατάξεων των νόμων Ν.3833/2010, Ν.3845/2010 και Ν.4093/2012" και συνακόλουθα περί αδυναμίας να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση των χρεών της.

Συγκεκριμένα, από την παράθεση του συνολικού οικογενειακού εισοδήματος των ετών 2012- 2015, προκύπτει σταδιακή αύξηση αυτού και δη από το ποσό των 2382,66 ευρώ το έτος 2012 στο ποσό των 2525,37 ευρώ το έτος 2015, ενώ σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές εντός αυτού του διαστήματος μειώθηκαν οι αποδοχές λόγω περικοπών με την εισαγωγή του ενιαίου μισθολογίου. Αλλά και περαιτέρω δεν καθίσταται σαφής ούτε η μεταγενέστερη μετά το έτος 2015 μείωση των εισοδημάτων τόσο της αιτούσας, όσο και του συζύγου της και η εξ αυτής περιέλευσή της σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της, καθώς το συνολικό μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα για το έτος 2016 αρχικά αναβιβάζεται στο ύψος των 1915,30 ευρώ (939,95+975,35) ενώ αναβιβάζεται για την τελευταία τριετία είτε το ποσό των 2395,25 ευρώ (1400+975,35) είτε το ποσό των 2175,30 ευρώ (1200 κατά μέσο όρο τα τελευταία τρία έτη το εισόδημα του συζύγου + 975,35 ευρώ), σε προηγούμενο δε σημείο των παραδοχών ανέρχεται στο ποσό των 2.500 ευρώ μηνιαίως, ήτοι εκτίθενται συνολικά μηναία οικογενειακά εισοδήματα, κάποια από τα οποία επαρκούν για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους και την πληρωμή των δανείων, - έτσι ώστε δεν προκύπτει με σαφήνεια η μόνιμη αδυναμία της πρώτης αναιρεσίβλητης, και επίσης, δεν προσδιορίζεται το καθαρό εισόδημα της αιτούσας κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης , όπως και ποια είναι η προβλεπόμενη στο εγγύς μέλλον εξέλιξη της ρευστότητάς της σε σχέση με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της για την εξυπηρέτηση των δανείων. 2) διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της χωρίς δόλο περιέλευσης της αιτούσας - πρώτης αναιρεσίβλητης σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών των χρεών της, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτό, την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, ενόψει των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης για τη σύναψη από την πρώτη αναιρεσίβλητη με το αναιρεσείον και την δεύτερη αναιρεσίβλητη πιστώτρια τράπεζα, τριών συνολικά συμβάσεων δανείων, ενώ διαλαμβάνονται (στην προσβαλλόμενη απόφαση) οι χρόνοι σύναψης των δύο δανείων με το αναιρεσείον, (ήτοι τα έτη 2009 και 2004), όπως και το συνολικό αρχικό καταβλητέο ποσό 20.229,60 ευρώ και 186.764,40 ευρώ, αντίστοιχα, περαιτέρω δεν αναφέρεται ο χρόνος σύναψης του δανείου με την δεύτερη αναιρεσίβλητη, ούτε το αρχικό ύψος αυτού, παρά μόνο το υπόλοιπο οφειλής την 6-11-2015.

Επιπρόσθετα, αν και αναφέρονται τα εισοδήματα της αιτούσας και του συζύγου της από το έτος 2012 έως το έτος 2015, εν τούτοις δεν εκτίθενται α) τα εισοδήματα τόσο της ίδιας (αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) όσο και του συζύγου της κατά τους χρόνους λήψης των δανείων και δημιουργίας των οφειλών, ή το ευλόγως αναμενόμενο καθαρό οικογενειακό της εισόδημα όπως και β) η μηνιαία δόση για την αποπληρωμή του δανείου που ελήφθη από την δεύτερη αναιρεσίβλητη τράπεζα κατά τον χρόνο λήψης αυτού, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο έλεγχος, προκειμένου να διακριβωθεί, αν με βάση τις υφιστάμενες κατά το χρόνο δημιουργίας όλων των οφειλών (ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές) οικονομικές της δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών της, ο δανεισμός της θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά τα δυο σκέλη του, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις ανωτέρω πλημμέλειες, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

7. Με βάση τα παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου της, ενώ παρέλκει η έρευνα του τρίτου λόγου αυτής, αφού η αναιρετική εμβέλεια του γενόμενου δεκτού λόγου αναίρεσης, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή του. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την αιτούσα Β. Μ. και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή πλην εκείνου, που εξέδωσε την απόφαση. Διάταξη περί επιστροφής παραβόλου δεν ορίζεται διότι το αναιρεσείον ως Ν.Π.Δ.Δ. δεν υποχρεούται στην καταβολή παράβολου. Επίσης, δεν ορίζεται και διάταξη δικαστικών εξόδων, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου, δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β` του Ν. 3869/2010, κατά την οποία, "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 625/2017 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ως προς την αιτούσα Β. Μ. - πρώτη αναιρεσίβλητη.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνο, που δίκασε προηγουμένως.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή