ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 234/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 234/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 234/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 234 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 234 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ. , για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Τ. Γ. του Σ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καλτσά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Ανώνυμη Εταιρεία, Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων" και δ.τ. "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση ΑΕ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ειδικής εκκαθαρίστριας της υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα PROBANK AE" και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "AΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως αρχικής διαδίκου της απαίτησης και πλέον ως διαχειρίστριας απαιτήσεων, εντολοδόχου, ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρείας με την επωνυμία "..." , ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "AΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2015 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 329/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 158/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-1-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από ...2022 και με αρ. κατ. ...2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 158/2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), επί εφέσεως του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 329/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Δράμας, ερήμην των εφεσίβλητων και αντιμωλία του εκκαλούντος και της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας. Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, κατά το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 548/2023, 67/2020, ΑΠ 508/2020). Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ (που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας κατά τα άρθρα 3 Ν 3869/2010, 739 επ., 741 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.

Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 421/2023, ΑΠ 94/2023, ΑΠ 1683/2022, ΑΠ 1294/2022). Από τις υπ' αριθμ. ... , ... , ... και ...2022 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, Α. - Μ. Α. , που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 6.10.2023, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, λόγω των αυτοδιοικητικών εκλογών της 8ης Οκτωβρίου 2023 και επαναπροσδιορίσθηκε αυτεπαγγέλτως, με την από 16.10.2023 πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις αναιρεσίβλητες: α) ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και β) "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", γ) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PQH Eνιαία Ειδική Εκκαθάριση Α.Ε., Ενιαίος Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων", ειδική εκκαθαρίστρια της αρχικώς τρίτης εκ των καθ' ών ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα PROBANK A.E." και δ) ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ Τράπεζα Ανώνυμος Εταιρία", τόσο με την ιδιότητα της αρχικής δικαιούχου όσο και με την ιδιότητα της διαχειρίστριας απαιτήσεων της εταιρείας με την επωνυμία "..." , αντίστοιχα, οι οποίες όμως, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 § 2 και 573 § 1 ΚΠολΔ. Επομένως, δεδομένου ότι δεν ήταν αναγκαία η ιδιαίτερη κλήτευση των αναιρεσιβλήτων, καθόσον η οίκοθεν εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, κατ' άρθρο 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), γνωστοποιήθηκε δε στους διαδίκους η ημερομηνία της νέας δικασίμου με σχετική ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων ... , στο site του Αρείου Πάγου και στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων (...), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρα 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, 3 του ν. 3869/2010, 739 επ., 741 του ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ). Στην υπό έρευνα υπόθεση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αιτών άσκησε την με αρ. εκθ. κατάθ. ....2015 αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Δράμας κατά των καθών η αίτηση και ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τις καθών η αίτηση, ζήτησε την διευθέτηση αυτών (οφειλών) από το Δικαστήριο, ώστε να επέλθει απαλλαγή του από κάθε υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών του έναντι των μη ενεγγύων πιστωτών του, με βάση το σχέδιο διευθέτησης, που είχε υποβάλει, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010, και να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία του, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.2 του Ν. 3869/2010. Επί της αιτήσεως αυτής, εκδόθηκε η υπ' αρ. 329/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Δράμας, η οποία απέρριψε την αίτηση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Μετά από έφεση του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά τη συζήτηση της οποίας, η τέταρτη αναιρεσίβλητη, με την ιδιότητα της διαχειρίστριας απαιτήσεων της εταιρείας με την επωνυμία "...", άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της τετάρτης εκ των καθ'ων η αίτηση με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμ. 158/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, ερήμην των καθών η αίτηση - εφεσιβλήτων και αντιμωλία του εκκαλούντος της προσθέτως παρεμβάσας, υπέρ της τετάρτης εκ των καθ' ών, τραπεζικής εταιρείας στην οποίαν έγινε η πώληση και η μεταβίβαση των επιχειρηματικών απαιτήσεων αυτή (μεταξύ των οποίων και η από τη σύμβαση του δανείου του αιτούντος απαίτηση) η οποία, συνεκδικάζοντας την έφεση και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση.

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, ως εκ του χρόνου ασκήσεως της ένδικης αίτησης του αναιρεσείοντος (9.2.2015) αίτησης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Δράμας, πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 1 παρ.1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του (14.8.2015), ορίζεται ότι: "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του Ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ. , με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Δόλο κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου, είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, η, συνεπεία του δόλου, μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ίδιου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 1352/2021, ΑΠ 208/2020).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης Δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων, που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 400/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022). Ειδικά, η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει, ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 1321/2024, ΑΠ 473/2023, ΑΠ 758/2020). Τέλος, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι, όπως προαναφέρθηκε, αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017) και συνεπώς, οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομόδικου ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους (ΑΠ 249/2024, ΑΠ 595/2023, ΑΠ 1486/2022).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αντίστοιχη της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται μετά από έφεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή στην αντίθετη περίπτωση όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/2013, Ολ.ΑΠ 3/2014, Ολ.ΑΠ 8/2006). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ίδιου Κώδικα, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (1.2.2022), η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 59/2021, 71/2020). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1901/2024, ΑΠ 151/2014). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνακολούθως, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 473/2023, ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011). Τέλος, κατά το άρθρο 560 αριθμός 5 Κ.Πολ.Δ. , όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, αίτησης, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ. ΑΠ 14/2004, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 250/2014), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ. ΑΠ 11/1996, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 247/2024, ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 656/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, και τον συναφή τρίτο από τους λόγους αναίρεσης, ο ήδη αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' και 5 του ΚΠολΔ , με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε την έννοια του δόλου του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α'του Ν. 3869/2010 σε συνδυασμό και με το άρθρο 330 του Α.Κ. , παραβιάζοντας δηλαδή ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις παραπάνω διατάξεις, καθόσον, ενώ στην πραγματικότητα, η περί δόλου ένσταση, που πρότειναν με τις προτάσεις τους, η τέταρτη καθής η αίτηση και ήδη αναιρεσίβλητη, "ΑΛΦΑ Τράπεζα Α.Ε.", ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, καθώς και η προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβάσα ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου "ΑΛΦΑ Τράπεζα Ανώνυμος" , ως διαχειρίστρια απαιτήσεων της εταιρείας με την επωνυμία "...", είναι απαράδεκτη ως αόριστη, και αυτός (ο αναιρεσείων) πρότεινε νομοτύπως την ένσταση αοριστίας του δόλου τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ' έφεση, εν τούτοις το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αυτή την ένστασή του και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Δράμας, το οποίο δέχθηκε κατ' ουσίαν την ένσταση του δόλου και απέρριψε την αίτηση για δικαστική ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων χρεών του προς τις καθών η αίτηση πιστώτριες Τράπεζες. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, καθ' ό μέρος αφορά στην ένσταση, του δόλου προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ως άνω αναιρεσίβλητη, με τις πρωτόδικες προτάσεις της, πρότεινε την ένσταση δόλιας περιέλευσης του αναιρεσείοντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, υποστηρίζοντας ότι ο αιτών τελούσε σε πλήρη γνώση των εισοδηματικών και περιουσιακών του δυνατοτήτων και τις πιθανότητες που είχε ώστε να ανταποκριθεί σε αυτές, παρά δε ταύτα συνέχιζε να αιτείται και να λαμβάνει δάνεια, όπως προκύπτει δε από την αίτηση, σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα του αλόγιστου δανεισμού του δε μεσολάβησε κανένα έκτακτο και απρόβλεπτο γεγονός στη ζωή του, που να δικαιολογούσε την αυξημένη του ανάγκη για πίστωση. Ομοίως, στην κατ' έφεση δίκη η προσθέτως παρεμβάσα ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη (κατά της οποίας η αίτηση αναιρέσεως στρέφεται, όπως προελέχθη, και υπό τις δύο ιδιότητες αυτής της αρχικής δικαιούχου της απαιτήσεως και της διαχειρίστριας της εταιρείας "..."), πρότεινε την ίδια ένσταση με το αυτό περιεχόμενο και συγκεκριμένα ότι "ο εκκαλών (ήδη αναιρεσείων) έχει όγκο οφειλών, συνολικώς ανερχόμενο στο ποσό των 172.336,19 ευρώ, η συνολική ενήμερη δόση που έπρεπε να καταβάλλει στις μετέχουσες πιστώτριες ανερχόταν στο υπέρογκο για τις οικονομικές του δυνατότητες ποσό των 1.414,40 ευρώ, όταν ως συνταξιούχος ελάμβανε το ποσό των 687,46 ευρώ μηνιαίως.... μάλιστα το έτος 2008 συμφώνησε με την Τράπεζα αυτή να λάβει στεγαστικό δάνειο ποσού 113.741,31 ευρώ (ύψος τελευταίας ενήμερης δόσης 936,90 Ευρώ) και έπειτα έλαβε και άλλα δάνεια από τις υπόλοιπες πιστώτριες όπως αναφέρει στην αίτησή του". Η ένσταση αυτή είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 ν. 3869/2010 και 330 ΑΚ στοιχεία και ειδικότερα διαλαμβάνει, ότι ο αιτών συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, με όγκο οφειλών 172.336,19 ευρώ και δη ότι το έτος 2008 έλαβε και στεγαστικό δάνειο ποσού 113.741,31 ευρώ, η μηναία δόση του οποίου ανέρχεται σε 936,90 ευρώ και η συνολική μηνιαία δόση των δανείων του ανέρχεται σε 1.414,40 ευρώ και τα μηνιαία εισοδήματά του σε 687,46 ευρώ αν και προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες θα τον οδηγούσαν σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας, που ερεύνησε και έκρινε παραδεκτή και νόμιμη την ως άνω ένσταση, απορρίπτοντας έτσι την ένσταση αοριστίας του δόλου, που πρότεινε ο ήδη αναιρεσείων, την οποία έλαβε υπόψη, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του αιτούντος - οφειλέτη. Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι αναίρεσης, εκ του άρθρου 560 αριθ. 1 και 5 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο εκκαλών-αιτών είναι 72 ετών, έγγαμος και πατέρας δύο ενηλίκων τέκνων, τα οποία δεν αποτελούν προστατευόμενα μέλη της οικογένειάς του. Είναι συνταξιούχος και λαμβάνει συνολικά το ποσό των 687,46 Ευρώ μηνιαίως. Η σύζυγός του ασχολείται κατ' επάγγελμα με επιδιορθώσεις ενδυμάτων και λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των 100 Ευρώ. Το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα του κατά τα φορολογικά έτη 2014, 2015 και 2016 ανήλθε στο ποσό των 9.488,41 Ευρώ, 9.986,89 Ευρώ και 9.488,41 Ευρώ, αντίστοιχα. Διαμένει με τη σύζυγό του σε ιδιόκτητη οικία, ευρισκόμενη στο Κάτω Νευροκόπι Δράμας. Σε χρόνο προγενέστερου του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης είχαν χορηγηθεί στον αιτούντα από τις μετέχουσες πιστώτριες δάνεια συνολικού ύψους 172.336,19 Ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων κι εξόδων. Τα ως άνω εισοδήματα του αιτούντος, συγκρινόμενα με τις βιοτικές ανάγκες της οικογένειάς του δεν του επιτρέπουν, κατά την κοινή πείρα και λογική, να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση των δανείων του. Η συνολική ενήμερη δόση που έπρεπε να καταβάλει ο αιτών στις μετέχουσες πιστώτριες ανέρχεται στο υπέρογκο για τις οικονομικές του δυνατότητες ποσό των 1.414,40 Ευρώ,...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το έτος 2008 με μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα, σύμφωνα με τα κατατεθέντα από τον ίδιο, καθώς δεν προσκομίστηκαν εκκαθαριστικά σημειώματα, 1.250 Ευρώ, συμφώνησε με την τέταρτη μετέχουσα πιστώτρια να λάβει στεγαστικό δάνειο ποσού 113.741,31 Ευρώ (ύψος τελευταίας ενήμερης δόσης 936,90 Ευρώ) κι έπειτα έλαβε από τις υπόλοιπες πιστώτριες κι άλλα δάνεια, η αποπληρωμή των οποίων με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρόλα αυτά αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Γνώριζε δηλαδή ότι η αδυναμία πληρωμής αποτελούσε ένα ενδεχόμενο που η πραγμάτωσή του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα, κρίνεται δε ότι ένας τόσο υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποφευχθεί, πράγμα που ερμηνεύεται ως αποδοχή του. Και αυτό, ανεξαρτήτως του αν γίνει δεκτή η άποψη ότι οι τράπεζες ακολουθούσαν επιθετική στρατηγική προκειμένου να δανειοδοτούν, αφού ο πιστολήπτης - καταναλωτής ουδόλως απαλλάσσεται από την υποχρέωση να επιδείξει επιμέλεια και πρόνοια για την επιλογή της κατάλληλης πίστωσης και την κατάρτιση της σύμβασης, βαρυνόμενος με την τελική απόφαση.

Εν προκειμένω ο αιτών έλαβε υπ' όψιν του το σοβαρό ενδεχόμενο της μη εξυπηρέτησης των οφειλών του και, αφού το στάθμισε, αποφάσισε χωρίς σύνεση να προχωρήσει στη λήψη των δανείων, αψηφώντας τις συνέπειες. Με τον τρόπο δε αυτό περιήλθε δολίως σε αδυναμία πληρωμής των προαναφερθεισών οφειλών του προς τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες, κατά παραδοχή της νόμιμα προταθείσας από την τέταρτη εξ αυτών, με το δικόγραφο των προτάσεών της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και από την υπέρ αυτής προσθέτως παρεμβαίνουσα με το δικόγραφο των προτάσεών της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, σχετικής ένστασης κατ' άρ. 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, και ως ουσιαστικά βάσιμης. Η εκκαλουμένη, λοιπόν, απόφαση που έκρινε με τον ίδιο τρόπο και απέρριψε την υπό κρίση αίτηση, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε και άρα κρίνονται αβάσιμα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με τους λόγους της υπό κρίση έφεσης. Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Δράμας, που είχε κρίνει ομοίως, αφού δέχθηκε ότι ο αιτών και ήδη αναιρεσείων δολίως περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του εξαιτίας του υπερδανεισμού του. Ειδικότερα με πληρότητα αναφέρεται, ότι αποδείχθηκε, ότι ο αιτών - αναιρεσείων έλαβε συνολικά, προς κάλυψη καταναλωτικών και στεγαστικών αναγκών, δάνεια που ανήλθαν, κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης για την υπαγωγή του στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, στο ποσό των 172.336,19 ευρώ, τις δόσεις των οποίων, που ανέρχονταν στο συνολικό μηνιαίο ποσό των 1.414,40 ευρώ, αδυνατούσε να εξοφλήσει, και μάλιστα το έτος 2008 με μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα, κατά τους ισχυρισμούς του, 1.250 ευρώ, συμφώνησε με την τέταρτη μετέχουσα πιστώτρια και έλαβε στεγαστικό δάνειο, ποσού 113.741,31 ευρώ, η δε τελευταία ενήμερη δόση του δανείου αυτού ανέρχεται σε 936,90 ευρώ, και επομένως, παρά το ότι τα έσοδά του δεν του επέτρεπαν την αποπληρωμή των δανειακών του υποχρεώσεων, αυτός προέβη στην ανάληψη και της ως άνω δανειακής υποχρέωσης στεγαστικού δανείου, (χωρίς να προκύπτει ότι έλαβε αυτό για αγορά κατοικίας), επιβαρύνοντας έτσι τα μηνιαία έξοδά του υπέρογκα, καθ' όσον τα μηνιαία οικογενειακά εισοδήματά του υπολείπονταν του ύψους της συνολικής δόσης των δανείων του, χωρίς να απαιτείται μετά ταύτα η παράθεση των βιοτικών αναγκών του ίδιου και της οικογένειάς του, ώστε, λαμβανομένου υπόψη του συνολικού ύψους των οφειλών του, της φύσεως των δανείων και του σκοπού για τον οποίον έλαβε αυτά, κρίνεται ότι γνώριζε ότι η αδυναμία πληρωμής αποτελούσε ένα ενδεχόμενο με υψηλό βαθμό πιθανότητας που δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορούσε να αποφευχθεί, πράγμα που ερμηνεύεται ως αποδοχή του.
Συνεπώς, το Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας δεν παραβίασε ούτε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και 330 του ΑΚ αλλά, με το σύνολο των προεκτιθέμενων παραδοχών του, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, παρά τα όσα αντίθετα αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, και το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ. Τα όσα αναφέρονται στη συνέχεια των ιδίων λόγων, αποτελούν επιχειρήματα και πλήττουν την ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (561 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ ΑΠ 507/2020, ΑΠ 247/2024, ΑΠ 1400/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από ....2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 158/2020 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας.

Και,

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή