Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 236 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 236 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ. , για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Α. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Λύτρα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Α. , κατοίκου ... , ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30-7-2015 και με αρ. εκθ. καταθ. 5109/2015 και 5341/2015 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1170/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5212/2019 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-9-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 576 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. ....2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Ν. Φ. , που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, καθώς και της από .../2025 βεβαίωσης του αρμοδίου γραμματέα του Αρείου Πάγου, περί αναβολής της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης από την αρχική δικάσιμο της 20/10/2023 για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκαν, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στον αναιρεσίβλητο. Ο τελευταίος, όμως, δεν εμφανίσθηκε, εκπροσωπούμενος από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 § 2 και 573 § 1 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ. Με την από 7/9/2021 (με αριθμό κατάθεσης .../2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 5212/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (άρθρο 681 Α' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το ν. 4335/2015). Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 § 1 ΚΠολΔ, και, περαιτέρω, νομότυπα και εμπρόθεσμα, με την κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στις 15/9/2021, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (17/9/2019), σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 ΚΠολΔ, αφού, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.
Συνεπώς, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 §§ 1 και 3 του ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5212/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Ο ήδη αναιρεσίβλητος, Κ. Κ. , άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών: Α) Την από 30/7/2015 (αριθμ. καταθ. ...2015) αγωγή κατά του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία, επικαλούμενος το σοβαρό τραυματισμό και την εντεύθεν αναπηρία του, συνεπεία τροχαίου ατυχήματος, οφειλόμενου σε αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος), καθώς και την αδυναμία του προς αυτοεξυπηρέτηση και εργασία κατά το χρονικό διάστημα από .../2012 έως .../2042, ζήτησε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος να του καταβάλει, εφάπαξ, α) το ποσό των 1.620.000 ευρώ, ως αποζημίωση για δαπάνη πρόσληψης τρίτου προσώπου και β) το ποσό των 3.021.376,70 ευρώ, ως αποζημίωση για την απώλεια εισοδήματος, που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε από την άσκηση του επαγγέλματος του γραφίστα, αν δεν μεσολαβούσε ο τραυματισμός του, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, με το νόμιμο τόκο. Β) Την από 30/7/2015 (αριθμ. καταθ. ...2015) αγωγή του κατά της ασφαλιστικής εταιρείας "... Ασφαλιστική Ανώνυμη Εταιρεία" (μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη, ως καθολικής διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας "... ΑΕ"), με την οποία, επικαλούμενος το σοβαρό τραυματισμό και την εντεύθεν αναπηρία του, συνεπεία τροχαίου ατυχήματος, οφειλόμενου σε αποκλειστική υπαιτιότητα του Κ. Κ. (ήδη αναιρεσείοντος) οδηγού του υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ασφαλισμένου για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ", καθώς και την αδυναμία του προς αυτοεξυπηρέτηση και εργασία κατά το χρονικό διάστημα από .../2012 έως .../2042, ζήτησε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας να του καταβάλει, εφάπαξ, α) το ποσό των 409.200 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, ως αποζημίωση για δαπάνη πρόσληψης τρίτου προσώπου κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, παραιτούμενος από το επιπλέον ποσό, που ζητούσε για το ίδιο χρονικό διάστημα, με την από 23/12/2001 προγενέστερη αγωγή του και β) το ποσό των 857.945,08 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, ως αποζημίωση για την απώλεια εισοδήματος, που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε από την άσκηση του επαγγέλματος του γραφίστα, αν δεν μεσολαβούσε ο τραυματισμός του, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, παραιτούμενος από το επιπλέον ποσό, που ζητούσε για το ίδιο χρονικό διάστημα, με την από 23/12/2001 προγενέστερη αγωγή του. Οι ως άνω αγωγές συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1170/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές ως ουσία βάσιμες οι αγωγές, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, α) η από 5/6/2018 (αριθμ. καταθ. ....2018) έφεση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας "... Ασφαλιστική Ανώνυμη Εταιρεία" και β) η από 23/6/2018 (αριθμ. καταθ. ....2018) έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, Γ. Κ. , οι οποίες συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5212/2019 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, το οποίο, αφού απέρριψε ως απαράδεκτη την από 5/6/2018 έφεση της ασφαλιστικής εταιρείας, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δεύτερου εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος Γ. Κ. , δέχθηκε κατά τα λοιπά τυπικά και κατ' ουσία τις εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε τις ως άνω αγωγές, δέχθηκε εν μέρει αυτές και, μεταξύ άλλων, που δεν ενδιαφέρουν τον αναιρετικό έλεγχο, αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο: α) για δαπάνη πρόσληψης τρίτου προσώπου, το ποσό των 48.000 ευρώ, σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 400 ευρώ, με έναρξη από 1/1/2012 έως 31/12/2021, καταβλητέο εντός του πρώτου τριημέρου κάθε μήνα και β) για διαφυγόν κέρδος, το ποσό των 76.800 ευρώ, σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 600 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1/1/2012 μέχρι 31/1/2017 και των 700 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1/1/2018 έως 31/12/2021, καταβλητέο εντός του πρώτου τριημέρου κάθε μήνα, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε μηνιαίας δόσης μέχρι την εξόφληση. Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 73 και 556 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, για την παραδεκτή άσκηση της αναίρεσης, απαιτείται η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος. Το έννομο αυτό συμφέρον, που αποτελεί κύρια θετική προϋπόθεση για το παραδεκτό του ενδίκου αυτού μέσου, πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο γενικά, ως προς το ένδικο μέσο της αναίρεσης, αλλά και ειδικά, για κάθε ένα λόγο αναίρεσης (ΑΠ1496/2023, ΑΠ1237/2023, ΑΠ338/2023). Θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ηττηθείς διάδικος και πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει δηλαδή να κρίνεται πρωταρχικά, αν ο διάδικος που ασκεί την αναίρεση έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει ή έχει νικήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση και στην τελευταία περίπτωση, αν βλάπτεται από τις αιτιολογίες της απόφασης, από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του για άλλη δίκη υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 322, 324, 325 ΚΠολΔ (ΑΠ543/2022).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 324 ΚΠολΔ, δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα και μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 321, 325 αρ. 1 ΚΠολΔ και 486 ΑΚ, προκύπτει ότι δεν παράγεται δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση εκδοθείσα μεταξύ άλλων προσώπων, όπως είναι η απόφαση που εκδίδεται σε δίκη μεταξύ του δανειστή και ενός από τους εις ολόκληρον συνοφειλέτες (ΑΠ1251/2024, ΑΠ1809/2023, ΑΠ575/2019), όπως είναι ο ασφαλιστής και ο ασφαλισμένος, ως προς το ασφαλιστικό ποσό, το οποίο, κατ' άρθρο 6 παρ. 5 του ως άνω ν. 489/1976, είναι ίσο με αυτό που καθορίζει κάθε φορά με αποφάσεις του ο Υπουργός Εμπορίου, για κάθε είδος κινδύνου που υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση (ΑΠ1909/2024).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε, ύστερα από ένδικο μέσο, ή αναγνωρίστηκε, ως ανύπαρκτη. Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ. Επομένως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και συνεπώς είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (ΑΠ8/2025, ΑΠ59/2025, 390/2025). Αν στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, ο λόγος αυτός είναι αόριστος (ΑΠ575/2021). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο οποίος επιτρεπτά προτάσσεται κατά την έρευνα, καθόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από τη σειρά των αναιρετικών λόγων που καθορίζουν οι διάδικοι (ΑΠ621/2024, ΑΠ414/2023, ΑΠ649/2022), προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ύπαρξη δεδικασμένου που απορρέει από την υπ' αριθμ. 2434/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε τελεσίδικα ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος έχει ανάγκη βοηθείας τρίτου προσώπου, με κόστος απασχόλησής του 300 ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από 1/1/2002 έως 31/12/2011, ενώ, η προσβαλλόμενη απόφαση, έπρεπε να απορρίψει το αίτημα της αγωγής κατά το υπερβάλλον ποσό, ως απαράδεκτο λόγω δεδικασμένου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αρνητική κρίση περί της συνδρομής δεδικασμένου, απορρέοντος από την υπ' αριθμ. 2434/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, σε κάθε δε περίπτωση, είναι και αβάσιμος, αφού, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προαναφερόμενης απόφασης, προκύπτει ότι αυτή εκδόθηκε επί των συνεκδικασθεισών αντίθετων εφέσεων κατά της υπ' αριθμ. 4436/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες (εφέσεις) ασκήθηκαν από την ασφαλιστική εταιρεία ... (μετονομασθείσα σε ...) και τον ήδη αναιρεσίβλητο, αντιστοίχως, συνεπώς, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου, ήτοι της ταυτότητας διαδίκων, παρισταμένων με την αυτή ιδιότητα, αφού ο αναιρεσείων δεν υπήρξε διάδικος στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση, ούτε αυτός καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο, ως εις ολόκληρον συνοφειλέτης με την ασφαλιστική εταιρεία.
Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι ο αναιρεσίβλητος, με την αγωγή του κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία συνεκδικάσθηκε με την εναντίον του (αναιρεσείοντος) αγωγή, ζήτησε να του επιδικασθεί το κονδύλιο της αποζημίωσης για τις υπηρεσίες τρίτου προσώπου, προσαρμοσμένο στην υπ' αριθμ. 2434/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που του επιδίκασε για την ως άνω αιτία το ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως, παραιτούμενος του επιπλέον αιτηθέντος ποσού, ενώ, με την προσβαλλόμενη απόφαση, επιδικάσθηκε σ' αυτόν το ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως, δηλαδή περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος να προβάλει τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής που ασκήθηκε κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, αφού αυτός, ως ενεχόμενος εις ολόκληρον με την τελευταία έναντι του παθόντος αναιρεσίβλητου, δεν καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο της απόφασης που εκδόθηκε επί της ως άνω αγωγής και ως εκ τούτου ουδόλως ωφελείται από τον αναφερόμενο περιορισμό του αιτήματός της.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα. Αν το δικαστήριο αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ, ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020). Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου και μάλιστα πλήρεις και όχι αποσπασματικές (ΑΠ935/2024, ΑΠ215/2024, ΑΠ802/2023, ΑΠ465/2023, ΑΠ1559/2022), γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάσει αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ ΑΠ502/2024, ΑΠ1633/2023, ΑΠ242/2023, ΑΠ1599/2022, ΑΠ109/2020, ΑΠ38/2020, ΑΠ1551/2018). Η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1551/2018), ούτε και με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος, αλλά ούτε από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με αναίρεση (ΑΠ502/2024). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως ''πράγματα'' θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996), αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα (ΑΠ762/2025, ΑΠ 422/2022, ΑΠ 782/2019, ΑΠ 226/2016, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 279/2010). Για να είναι ορισμένος ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν "τα πράγματα", που παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, παρότι είχαν προταθεί νομίμως από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν αν τα "πράγματα" είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ1449/2025, Α.Π. 804/2023, Α.Π. 855/2022, Α.Π. 161/2017, Α.Π. 173/2017). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, με αιτιάσεις οι οποίες έχουν, κατά λέξη, ως εξής: "Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κρίνοντας ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος έχει ανάγκη βοηθείας τρίτου προσώπου για 5ωρη καθημερινή απασχόληση, επιδικάζοντας σ' αυτόν "αυθαίρετα" το ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως, ενώ, α) από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος έχει ανάγκη βοηθείας τρίτου προσώπου, αφού, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 2434/2011 απόφαση, αυτός παρουσιάζει θεαματική βελτίωση ήδη από το έτος 2007, πόσο μάλλον μετά την παρέλευση 12 και πλέον ετών από τότε, β) καθ' ομολογία του, αυτός δέχεται τη βοήθεια της μητέρας του, η οποία από ηθικό καθήκον τον φροντίζει και του παρέχει τη συνδρομή της και η συνδρομή αυτή, δεν μπορεί να αποτιμηθεί με 400 ευρώ το μήνα, ποσό υπερβολικό το οποίο δεν θα απαιτούσε ούτε η πρόσληψη τρίτου ξένου προς τον αναιρεσίβλητο ατόμου, για 5ώρη καθημερινή απασχόληση. Αντίθετα από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και τις μαρτυρικές καταθέσεις, αποδείχθηκε και δέχεται τούτο και η αναιρεσιβαλλομένη ότι ο αναιρεσίβλητος ζει φυσιολογικά, κινείται και βαδίζει χωρίς καμία υποστήριξη με τεχνικά μέσα ή έστω και στήριξη από τρίτα άτομα και είναι καθ' όλα ικανός να φροντίζει τον εαυτό του".
Ο λόγος αυτός, ως προς μεν το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι α) δεν προσδιορίζεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και η αναιρετική πλημμέλεια (ερμηνευτική ή υπαγωγική) στην οποία υπέπεσε το Εφετείο και β) δεν αναφέρονται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς δε το δεύτερο σκέλος του, είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα ανωτέρω αναφερόμενα, ως πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αποτελούν "πράγματα", υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς, επιχειρήματα και συμπεράσματα του αναιρεσείοντος, που συνάγονται κατά την άποψή του από την εκτίμηση των αποδείξεων, τα οποία όμως δεν έγιναν δεκτά από το Εφετείο, υπό την επίφαση δε της από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται απαραδέκτως η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) από το Δικαστήριο της ουσίας.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αρ. 1, 8 και 11 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, με τις παρακάτω αιτιάσεις, αυτολεξεί παρατιθέμενες: "Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος, ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος φοιτούσε στο Τμήμα Γραφιστικής της Σχολής Γραφικών Τεχνών και Καλλιτεχνικών Σπουδών του ΤΕΙ Αθήνας, στη συνέχεια -ήτοι μετά το ένδικο ατύχημα- κατάφερε να ολοκληρώσει τις σπουδές του κατά το ακαδημαϊκό έτος 2002-2003, με την ολοκλήρωση και της υποχρεωτικής εξάμηνης πρακτικής του άσκησης στο Δήμο Αμαρουσίου (από 16.10.2002 μέχρι 15.4.2003) και ότι έχοντας ολοκληρώσει τις σπουδές του, εάν δεν μεσολαβούσε ο τραυματισμός του, κατά το επίδικο ατύχημα, θα άρχιζε από το έτος αυτό την επαγγελματική του ενασχόληση ως γραφίστας. Από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως υπ' αριθ. 4234/2010 απόφαση του ΜΠΑ, εκδοθείσα επί προηγούμενης αγωγής του, προκύπτει δεδικασμένο ως προς το γεγονός ότι εξαιτίας του τραυματισμού του κατέστη ανίκανος προς εργασία και ειδικότερα την άσκηση του επαγγέλματος του γραφίστα και συνεπώς απώλεσε το αντίστοιχο εισόδημα, όπως το έκρινε η ανωτέρω απόφαση, ήτοι 1.200 ευρώ μηνιαίως για την πρώτη πενταετία και το ποσό των ευρώ 1500 ευρώ μηνιαίως για τη δεύτερη πενταετία, από το οποίο όμως αφαιρέθηκε το ποσό των 500 ευρώ, που θα μπορούσε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να κερδίζει σε υποδεέστερη απασχόληση, εφόσον παρουσίασε βελτίωση της υγείας του από το έτος 2007 και εφεξής. Την βελτίωση της υγείας του την επισημαίνει και η υπ' αριθμ. 4234/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι α) ο αντίδικος έχει ποσοστό αναπηρίας μόνο 30-40%, σύμφωνα με το κανονισμό εκτίμησης βαθμού αναπηρίας του ΙΚΑ και β) μπορεί να απασχοληθεί σε υποδεέστερη εργασία και να λαμβάνει 500 ευρώ τουλάχιστον το μήνα.
Πλην όμως η αναιρεσιβαλλομένη δεν έλαβε υπόψιν καμία βελτίωση της υγείας του, ούτε καν το γεγονός ότι ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος, μετά τη λήψη του πτυχίου του, ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο ενώ είναι υποψήφιος εργαστηριακός συνεργάτης/καθηγητής στη Σχολή Γραφιστικής ΤΕΙ Αθήνας. Μη λαμβανομένου υπόψιν του ανωτέρω στοιχείου, το οποίο προτάθηκε και αποδείχθηκε, το οποίο ασκεί σοβαρή επιρροή στην έκβαση της υπόθεσης, η αναιρεσιβαλλομένη έκρινε ολικά ανίκανο προς εργασία τον ενάγοντα ήδη αναιρεσίβλητο και μάλιστα έκρινε ότι από 1.1.2012 έως 31.12.2021 απώλεσε και θα απωλέσει με βάσιμη πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, λαμβανομένων υπόψη της συρρίκνωσης της εν λόγω επαγγελματικής δραστηριότητας λόγω της δραστικής μείωσης των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων σχετικά με τα έντυπα και τη διαφήμιση, που επήλθε λόγω των οικονομικών συνθηκών και της οικονομικής κρίσης στους αντίστοιχους κλάδους, κατά το επίδικο διάστημα, τα εξής ποσά : 1) κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 31.1.2017 το ποσό των 600,00 ευρώ μηνιαίως και 2) κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2018 έως 31.12.2021 το ποσό των 700,00 ευρώ μηνιαίως. Και κατέληξε στην αυθαίρετη κρίση της η αναιρεσιβαλλομένη, κρίνοντας τον ολικά ανίκανο προς εργασία, χωρίς να λάβει υπόψιν ότι είναι πλέον κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου και υποψήφιος διδάκτωρ, χειρίζεται άριστα τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και ότι θα μπορούσε να ασκεί και το επάγγελμα του γραφίστα, αλλά ο ίδιος θα μπορούσε να απασχοληθεί σε υποδεέστερη έστω εργασία, αφαιρώντας οποιοδήποτε ποσό από τη συνολική μηνιαία αποζημίωση λόγω μη άσκησης επαγγελματικής του δραστηριότητας".
Ο λόγος αυτός, ως προς το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι α) δεν προσδιορίζεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και η αναιρετική πλημμέλεια (ερμηνευτική ή υπαγωγική) στην οποία υπέπεσε το Εφετείο και β) δεν αναφέρονται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς δε το δεύτερο σκέλος του, είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, τα ανωτέρω αναφερόμενα, ως πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αποτελούν "πράγματα", αλλά αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς, επιχειρήματα και συμπεράσματα του αναιρεσείοντος, που συνάγονται κατά την άποψή του από την εκτίμηση των αποδείξεων, τα οποία όμως δεν έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο. Το αυτό ισχύει και ως προς τη διαλαμβανόμενη στον ίδιο λόγο μερικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ότι ο αναιρεσίβλητος θα μπορούσε να απασχοληθεί έστω και σε υποδεέστερη εργασία, ώστε να μειώσει την επιδικασθείσα σ' αυτόν αποζημίωση για απώλεια εισοδημάτων, η οποία δεν ιδρύει την από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, αφού ο ως άνω ισχυρισμός προτείνεται κατ' ένσταση (άρθρο 300ΑΚ) από τον εναγόμενο στο Δικαστήριο της ουσίας, ο δε αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι προέβαλε παραδεκτά, σύμφωνα με το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ, ισχυρισμό περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου στην έκταση της αποθετικής του ζημίας, λόγω παράλειψής του να ασκήσει άλλη επαγγελματική δραστηριότητα, αναφέροντας το ακριβές περιεχόμενο του εν λόγω ισχυρισμού και το νόμιμο τρόπο με τον οποίο αυτός προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο Εφετείο. Τέλος, ο ίδιος λόγος, κατά το τρίτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, αφού δεν προσδιορίζονται με σαφήνεια στο αναιρετήριο τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, ο λόγος για τον οποίο έπρεπε να ληφθούν υπόψη και ο ισχυρισμός που θα αποδεικνυόταν από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα (ΑΠ857/2024, ΑΠ711/2022, ΑΠ988/2021).
Σε κάθε περίπτωση, υπό την κατ' εκτίμηση εκδοχή ότι, με τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στον τέταρτο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την αναφερόμενη υπ' αριθμ. 4234/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, στο σκεπτικό της (9ο φύλλο) γίνεται εκτενής αναφορά στην υπ' αριθμ. 4234/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στα ζητήματα που καλύπτονται από το απορρέον από αυτήν δεδικασμένο, συνεπώς, το Εφετείο έλαβε υπόψη την ως άνω απόφαση και την συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, υπό την επίκληση δε της πλημμέλειας από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 368 § 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.
Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Από τις διατάξεις αυτές του άρθρου 368 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμά ελευθέρως την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.
Συνεπώς, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούνται για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, αιτήματος του διαδίκου για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ630/2025, ΑΠ627/2024, ΑΠ123/2024, ΑΠ1286/2022, ΑΠ522/2012).
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε το αίτημα του αναιρεσείοντος για διεξαγωγή νέας πραγματογνωμοσύνης.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι διατάξεις των άρθρων 368 επ. ΚΠολΔ περί πραγματογνωμοσύνης είναι δικονομικές και όχι ουσιαστικού δικαίου, συνεπώς η επικαλούμενη απόρριψη του αιτήματος διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ούτε όμως και οποιονδήποτε άλλο λόγο, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται, ούτε άλλωστε προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ότι υφίσταται παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ότι πρόκειται για ζήτημα που για να γίνει αντιληπτό απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, συνεπώς η απόρριψη του αιτήματος διενέργειας νέας πραγματογνωμοσύνης από το Εφετείο δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ1056/2023, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 872/2020).
Για την πληρότητα του εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, και οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης και δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται πλήρεις (ΑΠ184/2024, ΑΠ1722/2023, ΑΠ1230/2023, ΑΠ309/2023, ΑΠ808/2023, ΑΠ1141/2022, ΑΠ972/2022, ΑΠ662/2021).
Με τον έκτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και δη αυτή της αντιφατικής αιτιολογίας, με τις αιτιάσεις ότι: 1) Στο 10ο φύλλο της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφέρεται ότι: "Όμως, ο ως άνω τραυματισμός του αν και υπήρξε ιδιαίτερα επιβαρυντικός για την υγεία του, λόγω των μόνιμων νευρολογικών βλαβών, που υπέστη και της εμμένουσας δεξιάς ημιπάρεσης (σπαστικό-αταξική βάδιση) και της παράλυσης του ωλένιου νεύρου (ΔΕ), συνεπεία αυτών, δεν αποκλείει εντελώς τη χρήση του σώματός του για την εκτέλεση των καθημερινών του αναγκών. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ο ενάγων μπορεί να κυκλοφορεί εκτός της οικίας του και να χρησιμοποιεί τα μέσα μαζικής μεταφοράς, μόνος του, χωρίς τη χρήση ορθοπεδικών μέσων (αναπηρικού αμαξιδίου, βακτηρίας) και τη βοήθεια συνοδού (βλ. ένορκες καταθέσεις και ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ή ανταπόδειξης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). Κατά συνέπεια, οι προαναφερόμενες σωματικές βλάβες, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν καθιστούν, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, τον ενάγοντα εντελώς ανίκανο να επιμεληθεί του εαυτού του, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για απαραίτητη συνεχή παρουσία (επί 24ώρου) τρίτου προσώπου, προκειμένου να εξυπηρετηθεί, ούτε η παρουσία συνοδού για τις μετακινήσεις του", ενώ, στη συνέχεια, καταλήγει στο αντιφατικό συμπέρασμα: "Ωστόσο, εξαιτίας του τραυματισμού του και της κατάστασης της υγείας του είναι ανίκανος να αυτοεξυπηρετείται σε ποσοστό 67% σε ορισμένες καθημερινές λειτουργίες (καθαριότητα, προμήθεια και παρασκευή φαγητού) και έχει ανάγκη βοήθειας τρίτου προσώπου κατά τη διάρκεια της ημέρας και για τις δύσκολες εργασίες (μετακίνηση αντικειμένων, ανέβασμα σε ύψος κ.α) που δεν μπορεί να εκτελεί λόγω της δεξιάς ημιπάρεσης, που αποκλείει την συντονισμένη λειτουργία των δεξιών άκρων του (χεριού και ποδιού). Από όσα αποδείχθηκαν, επομένως, ο ενάγων και κατά το χρονικό διάστημα από ....2012 έως ....2021 αδυνατούσε και θα αδυνατεί, λόγω της κατάστασης της υγείας του, να αυτοεξυπηρετηθεί πλήρως και χρειάστηκε και θα χρειαστεί τις πρόσθετες υπηρεσίες τρίτου προσώπου (οικιακής βοηθού), για τις οποίες θα αναγκασθεί να καταβάλει το ποσό των 400,00 ευρώ μηνιαίως, για 5ωρη καθημερινή απασχόληση, καθ' όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, απορριπτόμενου του κονδυλίου-και για τις δύο αγωγές- κατά το επιπλέον ποσό, ως κατ' ουσίαν αβάσιμου". 2) Το Εφετείο περιλαμβάνει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ανικανότητα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και μάλιστα κατά ποσοστό 67%, ενώ στο 12ο φύλλο της ίδιας απόφασης αναφέρεται ότι "Δεν ταυτίζεται κατ' ανάγκη το ποσοστό της ικανότητας για εργασία από άποψη ανατομοφυσιολογική με το ποσοστό της οικονομικής ικανότητας για κτήση, αλλά μεταξύ τους μπορεί να υπάρχει διαφοροποίηση. Έτσι, ερευνάται η δυσμενής συνέπεια που έχει η βλάβη του σώματος ή της υγείας στη συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα του προσώπου, το δε Δικαστήριο που κρίνει την αγωγή αποζημίωσης δεν δεσμεύεται ως προς τη διάρκεια και το ποσοστό της ανικανότητας από σχετικές αποφάσεις άλλων οργάνων ή προσώπων, τα οποία στον κύκλο της αρμοδιότητάς τους προσδιορίζουν την ανικανότητα ή την αναπηρία του παθόντος με άλλα κριτήρια". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού α) δεν αναφέρεται η ουσιαστική διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε εκ πλαγίου και β) δεν αναφέρονται οι πλήρεις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά οι ως άνω αποσπασματικές, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, παραδοχές, επιπλέον δε, η μερικότερη αιτίαση περί αντίφασης μεταξύ της κρίσης του Εφετείου ως προς την ανικανότητα του αναιρεσίβλητου κατά ποσοστό 67% και των διαλαμβανόμενων στο παρατιθέμενο απόσπασμα του 12ου φύλλου της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι απαράδεκτη και για τον πρόσθετο λόγο ότι με αυτήν πλήττονται επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν συνιστούν πραγματικές παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα στην αιτιολογία της. Σε κάθε δε περίπτωση και αναφορικά με τις λοιπές αιτιάσεις, ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, αφού ουδεμία αντίφαση υπάρχει μεταξύ της παραδοχής ότι ο τραυματισμός του αναιρεσίβλητου δεν αποκλείει εντελώς τη χρήση του σώματός του για την εκτέλεση των καθημερινών του αναγκών, ότι αυτός μπορεί να κυκλοφορεί εκτός της οικίας του και να χρησιμοποιεί τα μέσα μαζικής μεταφοράς μόνος του, χωρίς τη χρήση ορθοπεδικών μέσων (αναπηρικού αμαξιδίου, βακτηρίας) και τη βοήθεια συνοδού, ώστε να απαιτείται συνεχής παρουσία (επί 24ώρου) τρίτου προσώπου, με την περαιτέρω παραδοχή ότι αυτός αδυνατεί να αυτοεξυπηρετηθεί πλήρως και χρειάζεται τις υπηρεσίες τρίτου προσώπου για 5ωρη καθημερινή απασχόληση κατά τη διάρκεια της ημέρας, για την εκτέλεση καθημερινών εργασιών, όπως καθαριότητα, προμήθεια και παρασκευή φαγητού, αλλά και για άλλες δύσκολες εργασίες (μετακίνηση αντικειμένων, ανέβασμα σε ύψος κ.α), που δεν μπορεί να εκτελεί, λόγω της δεξιάς ημιπάρεσης, που αποκλείει την συντονισμένη λειτουργία των δεξιών άκρων του (χεριού και ποδιού).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 929 και 298 του Α.Κ. συνάγεται ότι αυτός που υπέστη βλάβη στο σώμα ή την υγεία του, δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία του (διαφυγόν κέρδος), γιατί λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας χάνει τα εισοδήματα από την εργασία, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον. Δεν απαιτείται γι' αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο. Προκειμένης αξίωσης εκείνου, που έπαθε βλάβη στο σώμα ή την υγεία του για τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) κατά τα άρθρα 929 και 298 Α.Κ., ο ζημιωθείς πρέπει να εκθέσει στην αγωγή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στο δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας. Εφόσον αυτό συμβαίνει, τότε η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη (ΑΠ1165/2025, ΑΠ1316/2023). Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν κήρυξε την αγωγή του αναιρεσίβλητου απαράδεκτη λόγω αοριστίας ως προς το κονδύλιο της αποζημίωσης για απώλεια εισοδήματος λόγω ανικανότητάς του προς εργασία, ενώ ο αναιρεσείων είχε προβάλει ένσταση αοριστίας της αγωγής στον πρώτο βαθμό, με τις προτάσεις του, την οποία επανέφερε στο δεύτερο βαθμό με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτει στο αναιρετήριο.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 30/7/2015 αγωγής του αναιρεσίβλητου, στην οποία ενσωματώνεται το δικόγραφο της προγενέστερης, από 23/12/2001 αγωγής του, ώστε να αποτελούν ενιαίο κείμενο, προκύπτει ότι, αναφορικά με το κονδύλιο της αποζημίωσης για απώλεια εισοδήματος λόγω της ανικανότητάς του προς εργασία, αναφέρονται τα εξής: "Κατά του εναγόμενου, άσκησα στο Δικαστήριό Σας, μετά την πρώτη και τελεσίδικα κριθείσα, και την κατωτέρω από 23/24.12.2001 και αριθ. .../2001 αγωγή μου, για αποζημίωσή μου και στον ένδικο αιτηθέντα χρόνο, ήτοι από 01.01.2002 έως 30.12.2042, διότι, όπως ήδη κρίθηκε από δύο ένδικες εφετειακές αποφάσεις, από το σε αυτήν αυτ/κό ατύχημα αποκλειστικής υπαιτιότητας του εναγομένου και από τον σε αυτό ανυπαίτιο βαρύτατο τραυματισμό μου, έγινα σε ηλικία 19 ετών και όπως τελεσίδικα κρίθηκε, εφ' όρου ζωής, μόνιμα-ολικά ανάπηρος και παραμορφωμένος εξωτερικά και εσωτερικά ως και μόνιμα και ολικά ανίκανος για οποιαδήποτε εργασία και επάγγελμα και δη για το επάγγελμα του γραφίστα, ως ελεύθερος επαγγελματίας, το οποίο θα ασκούσα μετά βεβαιότητας και την συνήθη πορεία των πραγμάτων εάν δεν τραυματιζόμουνα και δεν γινόμουνα μόνιμα ολικά ανάπηρος και παραμορφωμένος εξωτερικά και εσωτερικά. Την αγωγή μου αυτή παραθέτω κατωτέρω αυτολεξεί, για να αποτελέσει ιστορικό και ενιαίο σύνολο με την παρούσα αγωγή μου...". Στην ενσωματωμένη ως άνω, από 23/12/2001 αγωγή, αναφέρονται κατά λέξη, προς θεμελίωσή της αναφορικά με το προαναφερόμενο κονδύλιο της αποζημίωσης, τα εξής: "Κατά το χρονικό διάστημα 1/1/2002 έως και 30/12/2042, βεβαία διάρκεια ζωής μου λόγω άριστης προ του ατυχήματος υγείας μου και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα πάθω τις ακόλουθες ζημίες (...):
ΙΙ) Δρχ. 1.214.934.120 ή ευρώ 3.486.233,6, ποσό μετά βεβαιότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα απωλέσω στον ανωτέρω χρόνο και δη από 1/1/2002, καθήν, το μεν θα είχα τελειώσει τίς σπουδές μου και το δε θα είχα τελειώσει και τις στρατιωτικές υποχρεώσεις μου και θα άρχιζα να εργάζομαι ως ελεύθερος επαγγελματίας γραφίστας, σημειώνοντας ότι όταν έγινε το ένδικο ατύχημα ήμουν πρωτοετής φοιτητής στην σχολή αυτής της ειδικότητος, η οποία στον σύγχρονο οικονομικό βίο και στον χρόνο αυτό θα έχει μεγάλες οικονομικές απολαβές και μεγάλα οικονομικά εισοδήματα -και- ως εξής ανά πενταετία, με βάση τον μέσο όρο εισοδήματός μου κατ' αυτήν και με προσαύξηση 20% σέ εκάστη πενταετία, ήτοι: 1) Στην πρώτη πενταετία του αιτούμενου χρόνου, θα έβγαζα καθαρά κατά μέσο όρο κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, δρχ. 1.200.000 ή 3.521,64 ευρώ έκαστο μήνα, θα έβγαζα ετησίως 14.400.000 ή 42.259,72 ευρώ και συνολικά στην πενταετία 72.000.000 ή 211.298,9 ευρώ, 2) στην δεύτερη πενταετία του αιτούμενου χρόνου, με προσαύξηση 20% στο μηνιαίο εισόδημά μου της πρώτης πενταετίας, θα έβγαζα καθαρά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων δρχ. 1.440.000 ή 4.225,97 ευρώ μηνιαίως, δρχ. 17.280.000 ή 50.711,67 ευρώ ετησίως και δρχ. 86.400.000 ή 253.558,32 (ευρώ) την δεύτερη πενταετία, 3) στην τρίτη πενταετία, με προσαύξηση 20% στο μηνιαίο εισόδημά μου της δεύτερης πενταετίας, θα έβγαζα καθαρά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων δρχ. 1.728.000 ή 5.071,17 ευρώ έκαστο μήνα, δρχ. 20.736.000 ή 60.854 ευρώ ετησίως και συνολικά στην τρίτη πενταετία δρχ. 103.680.000 ή 304.270 (ευρώ), 4) στην τέταρτη πενταετία, με προσαύξηση 20% στο μηνιαίο καθαρό εισόδημά μου της τρίτης πενταετίας, θα έβγαζα καθαρά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων δρχ. 2.073.600 ή 6.085,4 ευρώ έκαστο μήνα, δρχ. 24.883.200 ή 73.024,8 ευρώ ετησίως και συνολικά στην τέταρτη πενταετία δρχ. 124.416.000 ή 365.124 ευρώ, 5) στην πέμτπη πενταετία, με προσαύξηση 20% στο ανωτέρω καθαρό εισόδημά μου έκαστο μήνα στην τέταρτη πενταετία, θα έβγαζα καθαρά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων δρχ. 2.488.320 ή 7.302,48 ευρώ έκαστο μήνα, δρχ. 29.859.840 ή 87.629,76 ευρώ ετησίως και συνολικά για την πέμπτη πενταετία δρχ. 149.299.200 ή 438.148,8 ευρώ, 6) στην έκτη πενταετία, με προσαύξηση 20% στο ανωτέρω μηνιαίο καθαρό εισόδημά μου της ανωτέρω πέμπτης πενταετίας, θα έβγαζα καθαρά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων δρχ. 2.985.984 ή 8.762,98 ευρώ έκαστο μήνα, δρχ. 35.831.808 ή 105.155,7 ευρώ ετησίως και δρχ. 179.159.040 ή 525.778,5 ευρώ συνολικά για την έκτη πενταετία, 7) στην έβδομη πενταετία και με προσαύξηση 20% στο ανωτέρω μηνιαίο καθαρό εισόδημά μου κατά την έκτη πενταετία, θα έβγαζα καθαρά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων δρχ. 3.583.180 ή 10.515,57 ευρώ έκαστο μήνα, δρχ. 42.998.172 ή 126.185,85 ευρώ ετησίως και δρχ. 214.990.860 ή 630.934,3 ευρώ συνολικά για την έβδομη πενταετία, 8) στην όγδοη πενταετία και με προσαύξηση 20% στο ανωτέρω μηνιαίο καθαρό εισόδημά μου στην έβδομη πενταετία, θα έβγαζα καθαρά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων δρχ. 4.299.817 ή 12.618,69 ευρώ έκαστο μήνα, δρχ. 51.597.804 ή 151.424,22 ευρώ ετησίως και 257.989.020 ή 757.121,1 ευρώ συνολικά για την όγδοη πενταετία. Στα ανωτέρω πρέπει να προσθέσω ότι ήμουν άριστος φοιτητής, παράλληλα με την φοίτησή μου εργαζόμουν για εμπειρίες σε διαφημιστικές εταιρίες κλπ. και ήμουν έτοιμος μετά την αποφοίτησή μου και την εκπλήρωση των στρατιωτικών υποχρεώσεών μου να ανοίξω επιχείρηση και βιοτεχνία γραφίστα και γραφιστικών υπηρεσιών, με βεβαιότητα ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τις σχετικές αυτές προπαρασκευαστικές ενέργειες, θα έβγαζα καθαρά τα ανωτέρω αιτούμενα ποσά και θα τα απωλέσω γιατί κατέστην μόνιμα και ολικά ανάπηρος και μόνιμα και ολικά ανίκανος για οποιαδήποτε εργασία και δη αυτή του γραφίστα ή τοιαύτης ισοδυνάμου οικονομικά και κοινωνικά (...)".
Σε συνέχεια των ανωτέρω, αναφέρονται στην από 30/7/2015 αγωγή και τα εξής: "Επειδή, η ανωτέρω αγωγή μου, εισήχθη για συζήτησή της στο Δικαστήριό Σας, νομότυπα και παραστάντος του εναγόμενου εκδόθηκε επ' αυτής, την 20.10.2010, η προσαγομένη με αριθ. 4234/20.10.2010 απόφασή Σας, η οποία δέχθηκε την ανωτέρω αγωγή μου μόνο κατά το μέρος αυτής για απώλεια των εισοδημάτων μου, από την μη άσκηση του επαγγέλματος μου ως γραφίστα και για τον χρόνο μέχρι 31.12.2011 και μου επιδίκασε το εν αυτή ποσό το οποίο εισέπραξα από την Ασφαλιστική Εταιρία του εναγομένου και κατά της οποίας αποφάσεως δεν ασκήθηκε εκατέρωθεν έφεση και σε κάθε περίπτωση παραιτούμαι από παντός ετέρου εξ αυτής δικαιώματος μου. Επειδή, όμως, όπως προανέφερα και έγινε δεκτό με τις προσαγόμενες συναφείς επί της ένδικης υποθέσεως, για προγενέστερο χρόνο ήτοι μέχρι 31.12.2011, με αριθ. 4197/2001 και 2434/2011 εφετειακές αποφάσεις και μετά την 31.12.2011 συνεχίζω σταθερά και εφ' όρου ζωής και τουλάχιστον μέχρι το 2042 μέχρις ου μετά βεβαιότητας θα ζήσω, θα είμαι, από τον ένδικο/βαρύτατο τραυματισμό μου, μόνιμα ολικά ανάπηρος και παραμορφωμένος εξωτερικά και εσωτερικά ως και μόνιμα ολικά ανίκανος για οποιαδήποτε εργασία και επάγγελμα και δη για το επάγγελμα του γραφίστα, ως ελεύθερος επαγγελματίας, το οποίο θα ασκούσα και στον ένδικο χρόνο, μετά βεβαιότητος και κατά τη συνήθη πορεία των περί εμέ πραγμάτων, ως και για κάθε άλλο οικονομικά ισοδύναμο, εάν δεν τραυματιζόμουν και εάν από αυτόν δεν γινόμουν μόνιμα και ολικά ανάπηρος (...).
Επειδή, μετά ταύτα και περαιτέρω, απώλεσα και θα απωλέσω τα καθαρά εισοδήματά μου και στον ένδικο χρόνο, ήτοι, από .../2012 έως .../2042, τα οποία μετά βεβαιότητος θα είχα και στον χρόνο αυτόν, όπως εκτίθεται και στον σχετικό πίνακα ζημιών της αγωγής μου, ήτοι: 1) στην 3η 5ετία (....2012 έως ....2017) απώλεσα και θα απωλέσω συνολικά ΕΥΡΩ 304.270,00 (ήτοι Ε. 253.558,00 που έχασα στη 2η 5ετία X προσαύξηση 20%), 2) στην 4η 5ετία, ήτοι από ....2018 μέχρι ....2022, ΕΥΡΩ 365.124,00 (ήτοι Ε. 304.270,00 που έχασα στην 3η 5ετία X προσαύξηση 20%), 3) στην 5η 5ετία, ήτοι από ....2023 μέχρι ....2027, ΕΥΡΩ 438.148,80 (ήτοι Ε. 365.124,00 που έχασα στην 4η 5ετία X προσαύξηση 20%), 4) στην 6η 5ετία, ήτοι από 01.01.2028 μέχρι 31.12.2032, ΕΥΡΩ 525.778,50 (ήτοι Ε. 438.148,80 που έχασα στην 5η 5ετία X προσαύξηση 20%), 5) στην 7η 5ετία, ήτοι από ....2033 μέχρι 2037, ΕΥΡΩ 630.934,30 (ήτοι Ε. 525.778,50 που έχασα στην 6η 5ετία X προσαύξηση 20%), 6) στην 8η 5ετία, ήτοι από ....2038 μέχρι 31.12.2042, ΕΥΡΩ 757.121,10 (ήτοι Ε. 630.934,30 που έχασα στην 7η 5ετία X προσαύξηση 20%) -ΚΑΙ- συνολικά, από ....2012 μέχρι ....2042, απώλεσα και θα απωλέσω βέβαια εισοδήματά μου συνολικού ποσού ΕΥΡΩ 3.021.376,70, τα οποία και θα είχα, εργαζόμενος κατά τα ανωτέρω ως ελεύθερος επαγγελματίας, εάν δεν μεσολαβούσε ο ένδικος τραυματισμός μου και η από αυτόν ολική αναπηρία μου". Οι περί αοριστίας της αγωγής αιτιάσεις του αναιρεσείοντος συνίστανται στο ότι, κατά πιστή αντιγραφή από το αναιρετήριο: "Τα ανωτέρω αναγραφέντα στην αγωγή του αντιδίκου είναι αόριστα και αδυνατώ να αμυνθώ. Συγκεκριμένα: Δεν αντιλαμβάνομαι, τι εννοεί ο αντίδικος ότι α) στην 3η 5ετία ήτοι από ....2012 έως ....2017 απώλεσε και θα απωλέσει ευρώ 304.270,00, ήτοι 253.558,00 Ευρώ που έχασε στη δεύτερη 5ετία X προσαύξηση 20%. Δεν επεξηγεί από πού προέκυψε το ποσό των 253.558,00 ευρώ της δεύτερης 5ετίας και ούτε επεξηγεί πόθεν προέρχεται η προσαύξηση 20%. Δεν επεξηγεί επίσης ούτε το αναφέρει στην αγωγή του ποιος ο μηνιαίος μισθός της ανωτέρω 5ετίας. β. Η ίδια ακριβώς αοριστία υπάρχει και στα υπ' αριθμ. ... , ... , ... , ... , ... κονδύλια τη αγωγής του ούτε και ενταύθα μας εξηγεί, από πού προκύπτουν τα ποσά της 4ης, 5ης, 6ης, 7ης και 8ης 5ετίας και πόθεν προκύπτει η προσαύξηση 20%". Από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της από .../2015 αγωγής του αναιρεσίβλητου, ως προς το αίτημα αποζημίωσης για διαφυγόν κέρδος (απώλεια εισοδημάτων) κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (.../2012 - .../2021), προκύπτει ότι αυτή είναι επαρκώς ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα αναγκαία για τον προσδιορισμό του είδους και του ύψους του σχετικού αιτήματος της, πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν την μελλοντική ζημία του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου ως πιθανή και καθιστούν δυνατή στο Δικαστή της ουσίας, την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας. Ειδικότερα δε, προσδιορίζονται επαρκώς, ανά μήνα, ανά έτος και ανά πενταετία, τα ποσά των εισοδημάτων που ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίζεται ότι με πιθανότητα θα αποκόμιζε από την εργασία του, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν είχε μεσολαβήσει ο τραυματισμός του, ενώ δεν απαιτούνται για το ορισμένο της αγωγής περισσότερα στοιχεία για τον προσδιορισμό του ύψους αυτών και της προσαύξησής τους κατά 20% ανά πενταετία, καθόσον αποτελεί ζήτημα απόδειξης εάν πράγματι θα επιτυγχάνονταν τα παραπάνω εισοδήματα. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή ως αόριστη, κατά το προαναφερόμενο κονδύλιο της αποζημίωσης, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και ως εκ τούτου, ο σχετικός έβδομος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον όγδοο λόγο αναίρεσης προσάπτεται η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα ουσιαστικής διάταξης, με την αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε, ως προώρως ασκηθέντα, τα αιτηθέντα κονδύλια αποζημίωσης για το χρονικό διάστημα από 31/12/2021 έως 30/12/2042, ενώ, η αγωγή ασκήθηκε πρόωρα, τουλάχιστον για το χρονικό διάστημα από 31/12/2017 και εντεύθεν. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας, αφού δεν προσδιορίζεται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, αφετέρου δε διότι, υπό την επίφαση της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου περί του προβλεπτού ή μη της κατάστασης της υγείας και της συναρτώμενης προς αυτήν μέλλουσας ζημίας του αναιρεσίβλητου, η οποία, ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που προκύπτουν από τις αποδείξεις, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα υπέρ του αναιρεσίβλητου δεν θα επιδικασθούν, αφού αυτός δεν παραστάθηκε και δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα, ούτε άλλωστε υποβλήθηκε σε τέτοια έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7/9/2021 (αριθμ. καταθ. .../2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5212/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ