ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 250/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 250/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 250/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 250 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 250/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Τ. του Γ. , κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Κάππο.

Της αναιρεσίβλητης: Κ. Δ. του Δ. , κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αικατερίνη Μώρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ. Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-01-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7603/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 1721/2024 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-07-2024 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 532, 533 και 535 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η υπόθεση ενώπιον του εφετείου, στο οποίο αυτή μεταβιβάζεται με την άσκηση της εφέσεως, κατά τα όρια που καθορίζονται από αυτή (έφεση) και τους πρόσθετους λόγους, διέρχεται τρία στάδια κατά τα οποία εξετάζονται: α) το παραδεκτό της εφέσεως (άρθ. 532 § 1 ΚΠολΔ), β) το παραδεκτό καθενός λόγου και γ) το βάσιμο (νομικό και ουσιαστικό) των λόγων της (άρθ. 533 § 1 ΚΠολΔ). Το βάσιμο ή μη των λόγων της εφέσεως κρίνεται από την εκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού που προσκομίστηκε στο εφετείο, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και εκείνο που για πρώτη φορά προσκομίζεται στην κατ' έφεση δίκη κατά τους ορισμούς του άρθρου 529 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 2/2006). Αν κανείς από τους λόγους εφέσεως δεν κριθεί παραδεκτός, η έφεση απορρίπτεται ως αβάσιμη.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525 και 527 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι ενστάσεις του εκκαλούντος-εναγομένου, είτε είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως, είτε είναι οψιγενείς, είτε δεν είναι οψιγενείς και δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, συντρέχει όμως ως προς αυτές λόγος από το άρθρο 527 ΚΠολΔ, που συγχωρεί τη βραδεία προβολή τους, πρέπει, εφόσον διώκουν την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, να προτείνονται μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή των προσθέτων λόγων (ΑΠ 268/2021, ΑΠ 678/2018). Επίσης, από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 520 και 527 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο εναγόμενος ως εκκαλών δεν μπορεί να προτείνει νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους δεν είχε προτείνει πρωτοδίκως ή δεν είχε προτείνει με πληρότητα, εκτός εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων το πρώτον ενώπιον του εφετείου είναι απαράδεκτη, αν δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενες σε αυτήν εξαιρέσεις, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που προβάλλονται για τη θεμελίωση της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης, όχι όμως και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΑΠ 1453/2019, ΑΠ 714/2007). Σε όλες τις περιπτώσεις της βραδείας προβολής ισχυρισμού, το δικαστήριο της ουσίας διαμορφώνει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ως προς το αν είναι ή όχι δικαιολογημένη η βραδεία προβολή αυτού ή ως προς το αν συντρέχει ή όχι κατά περίπτωση μία από τις παραπάνω προϋποθέσεις, μετά από έρευνα των στοιχείων της δικογραφίας (ΑΠ 472/2025, ΑΠ 1761/2022, ΑΠ 84/2020, ΑΠ 1087/2014). Το απαράδεκτο της υποβολής νέων αιτήσεων ή νέων ισχυρισμών (άρθ. 223, 224, 526 και 527 ΚΠολΔ ) ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 περ. α` και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 1761/2022, ΑΠ 84/2020). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 552, 553 και 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, με τις οποίες καθορίζονται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, οι υποκείμενες σε αναίρεση αποφάσεις και τα της ασκήσεως αναιρέσεως κατά περισσότερων αποφάσεων, προκύπτει ότι σε υπόθεση η οποία διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, μόνο η οριστική απόφαση που εκδόθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον τούτο υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας της διαφοράς, υπόκειται σε αναίρεση, όχι δε και η πρωτόδικη, η οποία ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, σφάλματα δε της πρωτόδικης θεωρούνται ως σφάλματα και της εφετειακής (ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 1119/2019, ΑΠ 300/2017, ΑΠ 1183/2010, ΑΠ 765/2008). Αν όμως η έφεση απορριφθεί ως απαράδεκτη για τυπικούς λόγους, σε αναίρεση υπόκειται τόσο η εφετειακή απόφαση, σχετικά με το κεφάλαιο της απόρριψης της έφεσης, όσο και η πρωτόδικη (που καθίσταται τελεσίδικη με μόνη την έκδοση της απορριπτικής αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου χωρίς να χρειάζεται και επίδοσή της) ως προς την ουσία της διαφοράς (ΑΠ 1286/2018, ΑΠ 505/2011, ΑΠ 1000/2009), η δε προθεσμία αναίρεσης κατ'αυτής, εφόσον η έφεση απορριφθεί ως απαράδεκτη (διαφορετική η περίπτωση της απορρίψεως ως εκπρόθεσμης), αρχίζει από την επίδοση, άλλως τη δημοσίευση, της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που απορρίπτει την έφεση για τυπικούς λόγους (ΑΠ 1768/2024, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 1875/2014, ΑΠ 916/2012). Αν η αναίρεση στραφεί μόνο κατά της εφετειακής και δεν περιέχει λόγο κατά της απόρριψης της εφέσεως ως απαράδεκτης (προβάλλονται δηλ. ως λόγοι μόνο πλημμέλειες της πρωτόδικης, χωρίς να στρέφεται ρητώς και κατ' αυτής η αναίρεση), θα απορριφθεί ως απαράδεκτη (ΑΠ 1687/2010). Σε κάθε περίπτωση, πάντως, σύμφωνα με το άρθρο 566 παρ.2 του ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά (και να καταβληθούν δύο παράβολα, αν απαιτείται κατά νόμον κατά τη φύση της υπόθεσης), αλλιώς η αναίρεση είναι απαράδεκτη ως προς την απόφαση του δικαστηρίου, στη γραμματεία του οποίου δεν κατατέθηκε (ή δεν κατατέθηκε παραδεκτά) το αναιρετήριο (ΑΠ 1768/2024, ΑΠ 1138/2022, ΑΠ 360/2022, ΑΠ 1286/2018, ΑΠ 1672/2017, ΑΠ 617/2014).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 28-01-2019 αγωγή της εναντίον του εναγόμενου (ήδη αναιρεσείοντος) με την οποία ισχυρίστηκε ότι με τον τελευταίο τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις ...-1996 στο χωριό Στενό Μαντινείας του Ν. Αρκαδίας, ο οποίος λύθηκε στις ...-2018 δυνάμει της υπ' αριθ. 21/2017 (αμετάκλητης) απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης. Ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους και μέχρι τη λύση του, ο εναγόμενος αύξησε την περιουσία του κατά το ποσό των 243.984,98 ευρώ , στο οποίο ανέρχεται η αξία των ακινήτων (οριζόντιων ιδιοκτησιών) που αναφέρονται στην αγωγή και τα οποία απέκτησε ατομικά ο ίδιος με τους τρόπους που περιγράφονται. Ότι η ίδια (ενάγουσα) συνέβαλε και συμμετείχε στην επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου σε ποσοστό 80% με τις μορφές, που αναλυτικά εκθέτει. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 195.187,98 ευρώ που αντιστοιχεί στην πραγματική συμβολή της (80%) στην αύξηση της περιουσίας του. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο δίκασε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων την αγωγή αυτή κατά τη ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών (άρθ. 592 αριθ. 3 ΚΠολΔ), εξέδωσε την υπ' αριθ. 7603/2022 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Ειδικότερα, το Δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή ως ορισμένη και νόμιμη ως προς τον τεκμαρτό υπολογισμό (1/3) της συμβολής της ενάγουσας στην περιουσιακή επαύξηση του εναγόμενου, απέρριψε αυτήν ως αόριστη ως προς τον πραγματικό υπολογισμό της συμβολής της ενάγουσας στην περιουσιακή επαύξηση του εναγόμενου και αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 81.328,33 ευρώ. Την απόφαση προσέβαλε ο εναγόμενος με την από 10-10-2022 έφεση, με την οποία ζήτησε να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και στη συνέχεια να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της. Το Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθ. 1721/2024 τελεσίδικη απόφασή του έκρινε ότι ο μοναδικός λόγος της έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών/αναιρεσείων ζητούσε την εξαφάνιση της εκκληθείσας απόφασης καθό μέρος δέχθηκε τον τεκμαρτό υπολογισμό της συμβολής της ενάγουσας/αναιρεσίβλητης στην αύξηση της περιουσίας του, προβάλλοντας τον ισχυρισμό (ένσταση) περί ελλείψεως οιασδήποτε συμβολής της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του, η οποία αποκλείει την αξίωση συμμετοχής της στα αποκτήματα, είναι απαράδεκτος διότι η σχετική ένσταση δεν προτάθηκε παραδεκτά στον πρώτο βαθμό (άρθ. 591 § 1 εδ.δ' ΚΠολΔ) και συνεπώς δεν πληρούνται τα κριτήρια προβολής της με λόγο έφεσης κατ' άρθ. 527 ΚΠολΔ και κρίνοντας ότι δεν υπήρχε άλλος προς έρευνα λόγος εφέσεως, απέρριψε αυτήν (έφεση) ως αβάσιμη. Ο αναιρεσείων άσκησε κατά της υπ' αριθ. 1721/2024 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και κατά της υπ' αριθ. 7603/2022 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την υπό κρίση από 22-7-2024 αίτηση αναιρέσεως ζητώντας την αναίρεση αμφοτέρων των αποφάσεων. Η αίτηση αναίρεσης καθό μέρος στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης είναι απαράδεκτη, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, δεν προκύπτει ότι αυτή κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών (άρθ. 566 § 2 ΚΠολΔ). Συνακόλουθα οι πρώτος και δεύτερος (κατά το πρώτο σκέλος του) λόγοι αναίρεσης, που αναφέρονται στην πρωτόδικη απόφαση δεν θα ερευνηθούν.

Περαιτέρω, η αίτηση αναίρεσης καθό μέρος στρέφεται κατά της εφετειακής αποφάσεως είναι εμπρόθεσμη, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της τελευταίας, η οποία δημοσιεύθηκε στις 25-4-2024, η δε αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 24-7-2024 μαζί με παράβολο ποσού 450 ευρώ αν και τούτο δεν απαιτείται (άρθ.495 § 3 εδ. τελευτ. σε συνδ. με άρθ. 592 § 3 εδ.δ' ΚΠολΔ). Επομένως, αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της, με τους οποίους πλήττεται η τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου (άρθ. 552,553, 556, 558, 564 § 3 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 1400 § 1 ΑΚ, κατά την οποία "αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή", προκύπτει ότι, η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 ΑΚ είναι κατ` αρχήν ενοχή αξίας (ΟλΑΠ 28/1996), δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου, άμεση ή έμμεση (ΑΠ 1696/2018). Ο κανόνας αυτός, όμως, δεν αποκλείει την εξουσία του δικαστή να διατάξει, δεχόμενος σχετικό αίτημα του συζύγου, ενοχικά πάντοτε, την απόδοση του ποσοστού της συμβολής του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου με αυτούσια απόδοση είτε ανάλογου ποσοστού συγκυριότητας επί των αποκτημάτων είτε ορισμένου ή ορισμένων πραγμάτων ίσης αξίας προς το ποσοστό της συμμετοχής του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου (ΟλΑΠ 28/1996, ΑΠ 1478/2017). Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της γένεσης της αξίωσης, δηλαδή της έγερσης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας, με την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν, κρίσιμος χρόνος είναι, στη μεν περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), ο χρόνος της συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης (ΑΠ 1548/2022, ΑΠ 1646/2018, ΑΠ 1550/2018, ΑΠ 2120/2017), στη δε περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη. Για την περαιτέρω αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, δηλαδή για την εξεύρεση της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος, σε κάθε περίπτωση, είναι ο χρόνος παροχής της έννομης προστασίας και ειδικότερα εκείνος της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1284/2021, ΑΠ 526/2015). Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που τη διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Κατά το χρόνο γέννησης της αξίωσης απαιτείται να διατηρείται η αύξηση της περιουσίας που έγινε με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 3/2016). Η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, με την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1400 ΑΚ, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών αποτιμώμενων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στον συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την κατά τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο ο υπόχρεος σύζυγος έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του (ΑΠ 1550/2018, ΑΠ 1978/2014).

Συγκεκριμένα, κατά τη διάταξη του άρθρου 1389 ΑΚ οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και η συνεισφορά αυτή γίνεται με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους, και κατά τη διάταξη του άρθρου 1390 του ίδιου Κώδικα στην υποχρέωση του προηγούμενου άρθρου περιλαμβάνονται η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου. Το μέτρο της υποχρέωσης προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση (ΑΠ 182/2021). Η αποτίμηση όμως των υπηρεσιών του ενάγοντος, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής, όταν αυτή στηρίζεται στην τεκμαρτή κατά το 1/3 συμβολή του στα αποκτήματα του έτερου συζύγου, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται, όταν η αγωγή στηρίζεται επί της υπερβαίνουσας την τεκμαρτή, πραγματικής συμβολής (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 1473/2019). Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογιστούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται, ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν (ΑΠ 1473/2019).

Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να προσδιορίζονται κατ` είδος και αξία, τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, μόνο όταν και κατά το μέρος που υπερβαίνουν το μέτρο που επιβάλλεται από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (ΑΠ 588/2020). Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του ενός συζύγου από τον άλλο με βάση το άρθρο 1400 ΑΚ είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ` ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου γ) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο, περιλαμβανόμενης και της υπερβαίνουσας το μέτρο της συνεισφοράς του ενάγοντος συζύγου συμβολής του στις τρέχουσες οικογενειακές δαπάνες, με χρηματικές εισφορές ή εισφορές χρήσης ακινήτου για στέγαση της οικογένειας ή με παροχή προσωπικών υπηρεσιών στην αντιμετώπιση των οικογενειακών εν γένει αναγκών, και δ) η αιτιώδης σχέση της συμβολής αυτής προς την αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου (ΑΠ 804/2020, ΑΠ 492/2017). Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρόμενου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το 1/3 από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου χωρίς να χρειάζεται να επικαλεστεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, με την προϋπόθεση βέβαια της επίκλησης και απόδειξης τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 1550/2018). Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία φέρεται ότι αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, και στις δύο περιπτώσεις του άρθρου 1400 του ΑΚ, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεστεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει, και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο στον ίδιο (ΑΠ 1451/2022, ΑΠ 421/2022). Ο ισχυρισμός αυτός του εναγόμενου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά, ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου, ένσταση, ενώ καθ` όσον αφορά τον πραγματικό υπολογισμό αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 676/2024, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 804/2020). Δηλαδή, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδ. β` του ΑΚ ως άνω μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ` ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή (ΑΠ 676/2024, ΑΠ 182/2021).

Στον ανωτέρω ισχυρισμό του εναγόμενου συζύγου περί μηδενικής συμβολής, κατά νομική και λογική αναγκαιότητα, εμπεριέχεται και ο ισχυρισμός ότι η συμβολή του ενάγοντος συζύγου ήταν κάτω από το 1/3 (ΑΠ 182/2021). Με την ανωτέρω διάταξη δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλά απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρόμενου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος (ΑΠ 676/2024, ΑΠ 955/2022, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 588/2020).

Ο από το άρθ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018). Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018). Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1761/2022).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τον αριθ. 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου δεχόμενο πραγματικά γεγονότα καταφανώς διάφορα από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "έγγραφα", η παραμόρφωση των οποίων ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται μόνο τα αποδεικτικά έγγραφα που αναφέρονται στα άρθ.339 και 432 επ. ΚΠολΔ και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης (ΑΠ 678/2024, AΠ 1105/2017, ΑΠ 257/2016, ΑΠ 1068/2014, ΑΠ 1672/2013). Έτσι δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο η παραμόρφωση της αγωγής, ανταγωγής, έφεσης ή των προτάσεων (ΑΠ 637/2001, ΑΠ 189/2019), των πρακτικών της δίκης κλπ (ΑΠ 678/2024). Όμως, η "παραμόρφωση" διαδικαστικού εγγράφου μπορεί να ιδρύει άλλον επώνυμο λόγο αναίρεσης. Αν το ουσιαστικό δικαστήριο δεχθεί ότι στην αγωγή ιστορούνται γεγονότα, που δεν αναγράφονται σ` αυτήν, ή αντιστρόφως, και βάσει αυτής της "εσφαλμένης ανάγνωσης"(= "παραμόρφωσης" με την έννοια που έχει ο όρος στον αριθ. 20) κρίνει την αγωγή νόμω αβάσιμη ή αόριστη, ενώ είναι βάσιμη ή ορισμένη, ο ΑΠ, εφόσον προβληθεί παραδεκτώς σχετικός λόγος αναίρεσης, θα "εκτιμήσει" (δηλαδή εν προκειμένω θα διαβάσει σωστά) το αγωγικό δικόγραφο (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) και θα αναιρέσει την απόφαση βάσει του αριθ. 1 ή, αντιστοίχως, 8 ή 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ (AΠ 678/2024). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 14 και 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε απαράδεκτο προβολής της ενστάσεως (αριθ.14) και ότι συγχρόνως παραμόρφωσε τα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με το να δεχθεί γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ' αυτά και τις έγγραφες προτάσεις του (αριθ.20). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως καθό μέρος πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση από τον αριθ. 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται σε διαδικαστικά και όχι αποδεικτικά έγγραφα, κατά την ανωτέρω διάκριση ήτοι εν προκειμένω πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου επι της αποφάσεως του οποίου ασκήθηκε η έφεση. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε τα εξής: "Ο εναγόμενος, με τον μοναδικό λόγο της έφεσης και με σκοπό την απόκρουση της αγωγής που στηρίζεται στον τεκμαρτό υπολογισμό (1/3) της συμβολής της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του, προβάλλει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ισχυρισμό (ένσταση) περί έλλειψης (ανυπαρξίας) συμβολής της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του, η οποία αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποχτήματα και επιφέρει την απόρριψη της αγωγής. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 17-1-2022 προτάσεων του εναγόμενου ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου καθώς και από το αντίγραφο των υπ' αριθμ. ...-2022 πρακτικών συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που πιστοποιούν τις γενόμενες στο ακροατήριο διαδικαστικές πράξεις, ο εναγόμενος δεν είχε προτείνει παραδεκτά στον πρώτο βαθμό (άρθρο 591 παρ. 1 στοιχ. δ ΚΠολΔ) με προφορική πρόταση στο ακροατήριο και καταχώρηση στα πρακτικά, καθώς και με σχετική αναφορά στις έγγραφες προτάσεις του ισχυρισμό (ένσταση) περί έλλειψης συμβολής της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν προβάλλεται παραδεκτά ο ως άνω ισχυρισμός ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, εφόσον ο εναγόμενος - εκκαλών δεν επικαλείται κάποιο λόγο από το άρθρο 527 ΚΠολΔ που να δικαιολογεί τη βραδεία προβολή του στο Εφετείο και ο οποίος να εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, που επιτρέπουν την παραδεκτή προβολή νέων αυτοτελών ισχυρισμών (όπως ο περί ού ο λόγος ισχυρισμός) ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, και επειδή άλλος λόγος προς έρευνα δεν προβάλλεται, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη...". Από την παραδεκτή επισκόπηση των υπ' αριθ. ...-2022 πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προκύπτει ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα πρακτικά πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι η περιουσία του εναγομένου (αναιρεσείοντος) μειώθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου ("Εχουμε ένσταση παραγραφής και ένσταση μείωσης της περιουσίας...Ότι η περιουσία του εναγομένου στη διάρκεια του γάμου μειώθηκε"). Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί ένσταση μειωμένης ή ελλείψεως οποιασδήποτε συνεισφοράς της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) στο γάμο (άρθ. 1400 εδ.β' ΑΚ), κατά τα προεκτεθέντα, αλλά άρνηση μιας των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθ. 1400 ΑΚ ήτοι αυτής περί αυξήσεως της περιουσίας του εναγομένου, που έχει το βάρος να ισχυριστεί και να αποδείξει η ενάγουσα, και συνεπώς ορθά είχε απορριφθεί με την υπ' αριθ. 7603/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως απαράδεκτος με το ίδιο σκεπτικό. Ο εκκαλών/αναιρεσείων με την από 10-10-2022 έφεσή του ζήτησε την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, που το οδήγησαν στο αποδεικτικό πόρισμα ότι επήλθε αύξηση της περιουσίας του κατά τη διάρκεια της εγγάμου συμβιώσεώς του με την ενάγουσα/εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη. Το Εφετείο έκρινε ότι ο εκκαλών με τον μοναδικό λόγο εφέσεως πρόβαλε ενώπιόν του την ένσταση περί ανυπαρξίας οιασδήποτε συμβολής της ενάγουσας/εφεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας του , επισκοπώντας δε τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις του και τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, δέχθηκε ότι ο τότε εναγόμενος δεν είχε προτείνει παραδεκτά στον πρώτο βαθμό ήτοι με προφορική πρόταση στο ακροατήριο και καταχώριση στα πρακτικά την ένσταση περί έλλειψης συμβολής της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του με συνέπεια ο μοναδικός λόγος εφέσεως με τον οποίο προβάλλεται ενώπιόν του σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθ. 527 ΚΠολΔ να είναι απαράδεκτος.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ότι δηλ. υπήρξε ένας μόνον λόγος εφέσεως, ο οποίος ήταν απαράδεκτος, ενώ στην πραγματικότητα ο εναγόμενος/εκκαλών και ήδη αναιρεσείων δεν είχε υποβάλει την ένσταση από το άρθ. 1400 εδ.β' ΑΚ, αλλά μόνον τον αρνητικό της ιστορικής βάσεως της αγωγής ισχυρισμό σχετικά με την αύξηση της περιουσίας του, αποδίδοντας στην πρωτόδικη απόφαση εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και όχι ένσταση περί μη συνεισφοράς της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του, υπέπεσε στην πλημμέλεια όχι από τον αριθ. 14, αλλά από τον αριθ. 8β' του άρθ. 559 ΚΠολΔ, αφού δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ήτοι λόγους έφεσης που περιείχοντο στο εφετήριο για κακή εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1057/2011), αρνητικούς δηλ. ισχυρισμούς του αγωγικού ισχυρισμού της ενάγουσας, που προτάθηκαν ως λόγοι έφεσης (ΑΠ 894/2011). Ο αναιρεσείων με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης, κατά την προσήκουσα αυτού εκτίμηση, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 8β του άρθ. 559 ΚΠολΔ ότι δηλ. το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (σελ.10 του αναιρετηρίου). Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον λόγο έφεσης με τον οποίο ο εκκαλών/εναγόμενος παραπονείτο για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με την κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης μείωση της περιουσίας του, που αποτελεί αρνητικό της αγωγικής αξίωσης της ενάγουσας ισχυρισμό, εκτιμώντας, αντ' αυτού εσφαλμένα, ότι μοναδικός λόγος εφέσεως ήταν η ένσταση έλλειψης οιασδήποτε συμβολής της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του, η οποία δεν είχε προβληθεί παραδεκτώς κατά τη διάρκεια της δίκης στον πρώτο βαθμό και ότι δεν προβλήθηκε παραδεκτά ως λόγος έφεσης, απορρίπτοντας αυτήν ως αβάσιμη. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτός ο ως άνω λόγος αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποτελούμενο από άλλον δικαστή από αυτόν που δίκασε, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα που νίκησε κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του που περιέχεται στις κατατεθείσες προτάσεις του (άρθ. 106, 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-7-2024 αίτηση του Β. Τ. για την αναίρεση της υπ' αριθ. 7603/2022 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Δέχεται από 22-7-2024 αίτηση του Β. Τ. για την αναίρεση της υπ' αριθ. 1721/2024 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Αναιρεί την ως άνω εφετειακή απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποτελούμενο από άλλον από τον δικαστή που δίκασε.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα εκ ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή