Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 257 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 257 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ. , για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Δ. του Π. , 2) Π. Δ. του Π. και 3) Ε. Δ. συζ. Π. , κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τσιτίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-3-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 697/2017, όπως αυτή διορθώθηκε με την 874/2017, οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 178/2022 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-12-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η κρινόμενη από 10-12-2022 (αριθμ. καταθ. ...-2022) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 178/3-5-2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ όπως ίσχυε, πριν τον ν. 4335/ 1-11-2015) είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ , όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν.4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 2. α. Σύμφωνα με το άρθρο 1 περ. β` του ν. 489/1976, ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 237/1986, "ασφαλισμένος είναι το πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος". Κατά το άρθρο 2 § 1 του ίδιου νόμου "ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος".
Περαιτέρω, με το άρθρ. 6 § 1 του ίδιου Π.Δ/τος ορίζεται ότι "η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος στην οδήγηση ή υπευθύνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ίδιου ΠΔ/τος "με την επιφύλαξη του δικαιώματος άσκησης αγωγής κατά του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου και του οδηγού, ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος τρίτου, όταν αυτός ασκεί την αξίωση της παρ. 1 του άρθρου 10, ενστάσεις, που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση", ενώ κατά το άρθρο 361 ΑΚ για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Από την τελευταία αυτή διάταξη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 του ν. 2496/1997 , που ορίζει το ελάχιστο περιεχόμενο της ασφαλιστικής σύμβασης, και 11 παρ. 1 του ν. 489/1976 , όπως η τελευταία αναφέρθηκε παραπάνω, προκύπτει ότι μπορεί εγκύρως να συμφωνηθεί ότι αποκλείεται από τον ασφαλιστή η κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου, και στην περίπτωση κατά την οποία κατά το χρόνο του ατυχήματος ο οδηγός του δεν έχει την προβλεπόμενη από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος, το οποίο οδηγεί, άδεια οδήγησης, σύμφωνα με τον προβλεπόμενο όμοιο περιορισμό της ευθύνης του ασφαλιστή στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 6 και 8 της ήδη καταργηθείσας με το άρθρο 17 του ν. 3557/2007, ισχύουσας όμως κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος (...-2006) ...-1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου "περί καθορισμού των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου του καλύπτοντος την εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικήν ευθύνην", η οποία (διάταξη) ναι μεν ήταν ανίσχυρη, ως ευρισκόμενη εκτός της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 6 του ν. 489/1976, όπως ίσχυε κατά τον ως άνω χρόνο, αφού με αυτήν δεν καθοριζόταν κάποιος γενικός όρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αλλά επιβαλλόταν περιορισμός της ευθύνης του ασφαλιστή, πλην, όμως τέτοια απαλλακτική ρήτρα μπορούσε, όπως προαναφέρθηκε, να συμπεριληφθεί ως συμβατικός όρος στην ασφαλιστική σύμβαση (ΑΠ 406/2024, ΑΠ 165/2021) και δη είτε με ενσωμάτωση αυτούσιων των όρων στη σύμβαση ασφάλισης, είτε με παραπομπή της σύμβασης στους όρους της .../1978 ... , χωρίς να είναι απαραίτητο για τη δεσμευτικότητα του ασφαλισμένου από τους ενσωματωμένους στο ασφαλιστήριο όρους να υπογράφεται το ασφαλιστήριο και από αυτόν, αφού η αποδοχή των όρων του μπορεί να γίνει και σιωπηρά, όπως με την καταβολή του ασφαλίστρου, την παραλαβή του ασφαλιστηρίου, τη δήλωση του επιγενόμενου ατυχήματος κ.λπ. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, όταν υπάρχει λόγος απαλλαγής του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου, ο πρώτος δύναται να μετακυλήσει στον δεύτερο τη ζημία του τρίτου, αφού ικανοποιηθεί ο τελευταίος. Δηλαδή, έναντι του τρίτου δεν απαλλάσσεται ο ασφαλιστής και υπεισέρχεται στη θέση του ο ασφαλισμένος, ο οποίος κατά κανόνα ήδη ευθύνεται από την αδικοπραξία σε βάρος τρίτου. Η μετακύλιση αυτή επιδιώκεται μέσω της αναγωγής. Η σχετική αξίωση του ασφαλιστή, που ασκεί αναγωγή κατά του ασφαλισμένου του, θεμελιώνεται στην ίδια την ασφαλιστική σύμβαση, που προβλέπει ρήτρα απαλλαγής σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες διατάξεις και έχει απώτερο χαρακτήρα αδικαιολόγητου πλουτισμού λόγω της μη ύπαρξης ευθύνης του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου του και συνεπώς λόγω παράβασης των ασφαλιστικών βαρών.
Κατ' άλλη, όμως, άποψη το δικαίωμα της αναγωγής θεμελιώνεται στις περιπτώσεις παθολογικής λειτουργίας της ασφαλιστικής σχέσης (δηλαδή στις περιπτώσεις απαλλαγής κατ' άρθρο 6β ν.489/1976) στις σχετικές διατάξεις της ΑΚ 904 επ. , διότι ο ασφαλιστής χωρίς να έχει τέτοια υποχρέωση από την ασφαλιστική σύμβαση κατέβαλε στον ζημιωθέντα το ποσό της ζημίας του και με τον τρόπο αυτό, ελευθέρωσε τον ασφαλισμένο από τη δική του ευθύνη, υποκαθιστάμενος στα δικαιώματα του ζημιωθέντος, του οποίου η απαίτηση μεταβιβάζεται από το νόμο αυτοδικαίως σ' αυτόν (ΑΠ 1459/2012, ΑΠ 194/1992). Τέλος, τα πρόσωπα κατά των οποίων θα στραφεί ο ασφαλιστής αναγωγικά θα αντληθούν από την παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 489/1976 σύμφωνα με το οποίο παθητικά υποκείμενα του δικαιώματος αναγωγής του ασφαλιστή, όταν συντρέχει περίπτωση αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου, είναι ο υπαίτιος οδηγός, ο αντισυμβαλλόμενος, ανεξάρτητα εάν έχει ή όχι παράλληλα και την ιδιότητα του ασφαλισμένου, δηλαδή του κυρίου, κατόχου ή οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ο ασφαλισμένος, δηλαδή ο κύριος ή κάτοχος του αυτοκινήτου, έστω και εάν δεν οδηγεί το ασφαλισμένο αυτοκίνητο. Η ως άνω περίπτωση αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή αποτελεί μέχρι την κατάργηση της παραπάνω υπουργικής απόφασης με το ν. 3557/2007 στην πραγματικότητα καλυμμένο ασφαλιστικό βάρος και επομένως είναι απαραίτητη η συνδρομή υπαιτιότητας, ενώ η ίδια περίπτωση με τη νέα ρύθμιση του άρθρου 6β του ν. 489/1976 αποτελεί πλέον εξαίρεση με την οποία επέρχεται χωρίς άλλο η απαλλαγή του ασφαλιστή. Το ασφαλιστικό, δε, αυτό βάρος απευθύνεται και αφορά κάθε ασφαλιζόμενο πρόσωπο, δηλαδή όχι μόνο τον οδηγό, αλλά και τον ιδιοκτήτη ή κάτοχο του οχήματος, όταν οι τελευταίοι είναι πρόσωπα διαφορετικά από τον οδηγό ( ΑΠ 1029/2025, ΑΠ 1253/2011, ΑΠ 1426/2010, ΑΠ 1168/2010), των περισσότερων υπόχρεων ευθυνομένων εις ολόκληρον, ενώ το δεδικασμένο της δίκης μεταξύ ασφαλιστή και ζημιωθέντος τρίτου δεν επιδρά στη δίκη μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου.
β. Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1 και 4 και 25 παρ. 4 του ν. 489/1976, όπως κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 237/1986 (και όπως το άρθρο 25 παρ. 4 ίσχυε έως την κατάργησή του από το άρθρο 53 του ν. 4438/2016) προκύπτει, ότι το επικουρικό κεφάλαιο αποτελεί οργανισμό που προεχόντως ιδρύθηκε από το νόμο για χάρη του ζημιωθέντος τρίτου στις προβλεπόμενες από το νόμο περιπτώσεις, στις οποίες οι αξιώσεις του παθόντος δεν είναι αρκετά εξασφαλισμένες στην ικανοποίησή τους κατά του υπόχρεου ή υπεύθυνου για το ατύχημα. Αυτό σαφώς καταφαίνεται από την παράγραφο 4 του άρθρου 19 ν. 489/1976, με το οποίο καθιερώνεται ο μηχανισμός υποκατάστασης μέσω του οποίου επέρχεται η μετακύλιση της ευθύνης. Υποκατάσταση σημαίνει ex lege μεταβίβαση της απαίτησης αποζημίωσης στο Επικουρικό Κεφάλαιο. Ουσιαστικά με την υποκατάσταση δημιουργείται νέο πρόσωπο υπευθύνου που οφείλει αποζημίωση. Η ευθύνη, δε, αυτή είναι επιβοηθητική και ισχύει έναντι του ζημιωθέντος προσώπου και όχι έναντι του υπόχρεου σε αποζημίωση ή του ασφαλιστικού εκείνου οργανισμού που υποχρεώνεται βάσει είτε του νόμου είτε της ασφαλιστικής σύμβασης, καθώς μεταξύ του επικουρικού κεφαλαίου και του ζημιώσαντος δεν ιδρύεται οποιαδήποτε έννομη σχέση και δεν αποτελεί η ίδια (υποκατάσταση) θεμέλιο αξίωσης κατά του υπόχρεου τρίτου. Ειδικότερα, με το άρθρο 19 παρ. 4 ν. 489/1976 , όπως κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 237/1986, αναγνωρίζεται στο Επικουρικό Κεφάλαιο δικαίωμα υποκατάστασης υπό ορισμένες προϋποθέσεις στα δικαιώματα του ζημιωθέντος κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση ή του ασφαλιστή του. Συγκεκριμένα, σε όλες τις περιπτώσεις ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, αυτό με την καταβολή της αποζημίωσης υποκαθίσταται σε όλα τα εξ αιτίας του ατυχήματος δικαιώματα του ζημιωθέντος, έναντι του υπόχρεου προς αποζημίωση ή του ασφαλιστή, πλην της περίπτωσης δ (ήδη περίπτωση γ μετά την τροποποίηση του άρθρου με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 4092/2012 και την αντικατάστασή του με το άρθρο 47 παρ. 4 ν. 4583/2018), σύμφωνα με την οποία, τέτοια δυνατότητα υποκατάστασης, κατ` εξαίρεση, δεν ισχύει όταν το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν πράγματι ασφαλισμένο, αλλά ο ασφαλιστής πτώχευσε, ή η σε βάρος του εκτέλεση απέβη άκαρπη ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση, αν το Επικουρικό Κεφάλαιο ικανοποιήσει τον παθόντα, δεν έχει δικαίωμα υποκατάστασης κατά του ασφαλισμένου κυρίου, κατόχου ή οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Η ρύθμιση αυτή εξηγείται με τη σκέψη ότι ο υπόχρεος εκ του νόμου είχε καλύψει τον κίνδυνο ασφαλιστικά, αλλά χωρίς δική του υπαιτιότητα στερήθηκε τελικά την κάλυψη αυτή συνεπεία των άνω αιτιών. Είναι, όμως, διαφορετική η περίπτωση κατά την οποία συντρέχει περίπτωση αποκλεισμού από την ευθύνη του ασφαλιστή, δηλαδή, στην περίπτωση συνδρομής λόγου εξαίρεσης από την ασφαλιστική ευθύνη, όπως αυτή αναλύθηκε ανωτέρω. Ειδικότερα, η συνεπεία πτώχευσης ή ανάκλησης λειτουργίας του ασφαλιστή υπεισέλευση στην ασφαλιστική σχέση του Επικουρικού Κεφαλαίου, δηλαδή υπεισέλευση τόσο στα δικαιώματα όσο και στις υποχρεώσεις που προκύπτουν από αυτή τη σχέση, παρέχει στο Επικουρικό Κεφάλαιο τη δυνατότητα να ασκήσει κατά του ασφαλισμένου, αναγωγικά, αγωγή απαιτώντας από αυτόν να του καταβάλει όσα αυτό θα καταβάλει στον παθόντα τρίτο, αν συντρέχει περίπτωση αποκλεισμού από την ευθύνη του ασφαλιστή. Τέτοια δυνατότητα θα είχε ο ασφαλιστής, αν δεν συνέβαινε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ή πτώχευσης. Η δυνατότητα αυτή απορρέει από τη σύμβαση ασφάλισης και είναι διαφορετική από την κατά το άρθρο 19 παρ. 4 ν.489/1976 υποκατάσταση του Επικουρικού Κεφαλαίου, το οποίο λόγω υπεισέλευσής του στη σύμβαση ασφάλισης αποκτά την ίδια δυνατότητα με τον ασφαλιστή. Ειδικότερα, η υποκατάσταση αποτελεί εκ του νόμου μεταβίβαση της απαίτησης από τον ασφαλισμένο στον ασφαλιστή, επειδή ο δεύτερος ικανοποίησε τον πρώτο. Η αξίωση από υποκατάσταση και η αξίωση από αναγωγή συνδέουν τη γένεσή τους με διαφορετικές προϋποθέσεις και αποκλείονται αμοιβαίως. Στην αναγωγή δεν επέρχεται καμία αυτόματη ex lege μεταβίβαση της απαίτησης. Όπως προαναφέρθηκε, δεν προϋποθέτει μεταβίβαση, αποτελεί προβλεπόμενο από το νόμο μηχανισμό, προκειμένου ο ασφαλιστής ( τις δυνατότητες του οποίου από τη σύμβαση ασφάλισης αποκτά το Επικουρικό Κεφάλαιο), που αποζημιώνει τον τρίτο, να απαιτήσει από τον ίδιο τον ασφαλισμένο αυτό, που κατέβαλε στον τρίτο, γιατί κρίνεται, για ορισμένους λόγους, ιδίως παθολογικής φύσης ή λειτουργίας της ασφαλιστικής σχέσης ότι στις μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου σχέσεις η ζημία τελικά δεν πρέπει να μείνει σε βάρος του ασφαλιστή, αλλά πρέπει να επιρριφθεί στον ασφαλισμένο.
γ. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα κατά την υπηρεσία του. Στην έννοια της "υπηρεσίας" περιλαμβάνονται και όσες πράξεις εκτελούνται επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας. Η σχέση της πρόστησης δεν είναι απαραίτητο να στηρίζεται σε δικαιοπραξία ή σύμβαση με την στενή έννοια του όρου. Μπορεί να στηρίζεται και σε φιλική ή συγγενική σχέση και τέτοια υπάρχει, όταν ο ιδιοκτήτης ή ο κάτοχος του αυτοκινήτου εμπιστεύεται την οδήγησή του σε φίλο του ή ο πατέρας στο γιό του (ΑΠ 468/2024, ΑΠ 1331/2020, ΑΠ 1976/2017, ΑΠ 1306/2015, ΑΠ 1228/2010). Ο προστήσας ευθύνεται αντικειμενικά προς αποζημίωση τρίτου, ο οποίος ζημιώθηκε από αδικοπραξία, που τελέστηκε από τον προστηθέντα και ευρίσκεται σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με την εκτέλεση της υπό διεκπεραίωση υπόθεσης του προστήσαντος (ΑΠ 468/2024, ΑΠ 331/2024, ΑΠ 1331/2020, ΑΠ 47/2020, ΑΠ 1237/2018, ΑΠ 238/2016).
Τέλος, για τη θεμελίωση ευθύνης του εποπτεύοντος τον ανήλικο απαιτείται η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων, ήτοι:
1) Ύπαρξη υποχρέωσης εποπτείας ανηλίκου, που πηγάζει από το νόμο ή σύμβαση. Υπόχρεοι εποπτείας ανηλίκου από το νόμο είναι οι γονείς αυτού στα πλαίσια άσκησης της γονικής μέριμνας (άρθρο 1510, 1513, 1514, 1515 ΑΚ), οι οποίοι ευθύνονται εις ολόκληρον στην περίπτωση που ασκούν τη γονική μέριμνα από κοινού.
2) Υπαίτια παραμέληση της εποπτείας που έχει ανατεθεί στον εποπτεύοντα από το νόμο, η οποία τεκμαίρεται μαχητά σε περίπτωση που ο εποπτευόμενος προκάλεσε παράνομα ζημία σε τρίτον,
3) Παράνομη πρόκληση ζημίας από τον εποπτευόμενο σε τρίτο, υπό την έννοια ότι η ζημιογόνα συμπεριφορά του εποπτευομένου στοιχειοθετεί την αντικειμενική υπόσταση μιας από τις προβλεπόμενες στη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ αδικοπραξίες, χωρίς να απαιτείται οπωσδήποτε πταίσμα του εποπτευομένου.
Και
4) ύπαρξη αιτιώδους συναφείας ανάμεσα στην παραμέληση της εποπτείας από τον εποπτεύοντα και στη ζημιογόνα συμπεριφορά του εποπτευομένου και στην εντεύθεν ζημία του τρίτου. Η συνάφεια αυτή τεκμαίρεται μαχητά σε περίπτωση, που ο εποπτευόμενος προκάλεσε παράνομα ζημία σε τρίτον. Με τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων σε βάρος του εποπτεύοντος γεννιέται ευθύνη αυτού για αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας που ο εποπτευόμενος προξενεί σε τρίτο.
δ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο. Ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του πραγματικού περιεχομένου της αγωγής. Η εκτίμηση αυτή ελέγχεται αναιρετικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα. Η παραδοχή αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυρία εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, ενώ στην αντίθετη περίπτωση καθιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη, ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκουμένου με αυτήν δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό που προτάθηκε (ΑΠ 345/2025, ΑΠ 1378/2024, ΑΠ 345/2025, ΑΠ 203/2019, ΑΠ 1596/17, ΑΠ 1063/14)
3. Από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 178/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη δικαστική πορεία της υπόθεσης: το ήδη αναιρεσείον ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου κατά των ήδη αναιρεσίβλητων την από 24-3-2015 (αρ. καταθ. ...-2015) αγωγή του, με την οποία ιστορούσε, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της και κατά τα αποτελούντα αντικείμενο της παρούσας δίκης πραγματικά περιστατικά ότι, συνεπεία τροχαίου ατυχήματος, το οποίο συνέβη την ...-2006 στον αναφερόμενο τόπο, προκλήθηκε ο θανάσιμος τραυματισμός του Θ. Μ. Ότι αποκλειστικά υπαίτιος του τροχαίου ατυχήματος και του εντεύθεν θανάσιμου τραυματισμού ήταν ο 16ετής ανήλικος πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, ο οποίος είναι υιός των ασκούντων τη γονική μέριμνα αυτού τρίτου και τέταρτης των εναγόμενων και ήδη δεύτερου και τρίτης των αναιρεσίβλητων και ο οποίος οδηγούσε, στερούμενος άδειας ικανότητας οδήγησης, το αναφερόμενο ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ανήκε κατά κυριότητα στον ήδη αποβιώσαντα δεύτερο εναγόμενο Α. Δ. , ο οποίος είχε παραχωρήσει την χρήση αυτού στον αδελφό του τρίτο εναγόμενο-πατέρα του πρώτου, και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΕ". Ότι οι συγγενείς του τελευταίου άσκησαν αγωγές ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απευθυνόμενοι κατά των ως άνω, ήτοι κατά του ιδιοκτήτη και κατά του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, όπως αυτός εκπροσωπείτο νόμιμα από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς του, όπως και κατά της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας. Ότι το ίδιο (ενάγον) διαρκούσης της εκκρεμοδικίας υπεισήλθε εκ του νόμου στη θέση της αρχικής ασφαλιστικής εταιρείας λόγω ανάκλησης της άδειάς της λόγω παράβασης νόμου με την υπ' αριθμ. ...-2007 απόφαση Υφυπουργού Ανάπτυξης. Ότι με τις αναφερόμενες τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν επί των αγωγών αυτών, ο και εδώ πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος του τροχαίου ατυχήματος και του εντεύθεν θανάσιμου τραυματισμού του συγγενούς των εκεί εναγόντων και για το λόγο αυτό το ίδιο (ενάγον) κατέβαλε στους τελευταίους το συνολικό επιδικασθέν (με τις αναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις) ποσό των 279.193,18 ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Έτσι, υποκαταστάθηκε στη θέση της αρχικής ασφαλιστικής εταιρείας στα δικαιώματα των τελευταίων ως άνω ζημιωθέντων εναγόντων έναντι των υπόχρεων προς καταβολή της αποζημίωσης, ήτοι έναντι των εδώ εναγόμενων και ήδη αναιρεσίβλητων. Με βάση αυτό το ιστορικό Α) επικαλούμενο α) ότι με ρητό όρο της αναφερόμενης ασφαλιστικής σύμβασης, που κάλυπτε την έναντι τρίτων αστική ευθύνη του κυρίου, κατόχου και οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, αποκλείονταν από την ασφάλιση και δεν καλύπτονταν, μεταξύ άλλων, οι ζημίες που προκλήθηκαν "από οδηγό που δεν έχει την άδεια οδήγησης που προβλέπει ο νόμος για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί και ανεξάρτητα αν η παράβαση αυτή συνετέλεσε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης...", β) ότι σύμφωνα με το άρθρο 25 περ. 6 της υπ' αριθμ. ...-1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου "περί καθορισμού των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου, του καλύπτοντος την εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστική ευθύνη", στην οποία ρητά παραπέμπει το ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο, αλλά και με τον προαναφερόμενο όρο της ασφαλιστικής σύμβασης, αποκλείονται της ασφάλισης, μεταξύ άλλων, ζημίες από οδηγό μη έχοντα την υπό του νόμου και για την κατηγορία του οχήματος το οποίο οδηγεί προβλεπόμενη άδεια οδήγησης, γ) ότι ο αποκλειστικά υπαίτιος του ως άνω τροχαίου ατυχήματος και του εντεύθεν θανάσιμου τραυματισμού ήταν ο οδηγός του αναφερόμενου ΙΧΕ αυτοκινήτου-πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, ο οποίος ήταν 16 ετών και οδηγούσε χωρίς να διαθέτει την προβλεπόμενη άδεια οδήγησης, δ) ότι ο τρίτος εναγόμενος (ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος), στον οποίο είχε παραχωρηθεί η χρήση του ζημιογόνου αυτοκινήτου από τον ήδη αποβιώσαντα ιδιοκτήτη του -δεύτερο εναγόμενο, είχε προστήσει στην οδήγηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου τον γιό του-πρώτο εναγόμενο, ε)ότι οι γονείς του τελευταίου (τρίτος και τέταρτη των εναγόμενων και ήδη δεύτερος και τρίτη των αναιρεσίβλητων), που ασκούσαν τη γονική μέριμνα αυτού κατά το χρόνο του ατυχήματος, ευθύνονται εις ολόκληρον για την αποκατάσταση της προκληθείσας κατά τα άνω ζημίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914, 922, 923 παρ. 1 και 1510 ΑΚ, διότι παραμέλησαν να ασκήσουν την προσήκουσα εποπτεία του ανηλίκου τέκνου τους επιτρέποντάς του να οδηγεί το ως άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο, μολονότι γνώριζαν ότι λόγω της ανηλικότητάς του στερείτο άδειας ικανότητας οδήγησης, στ) ότι το ίδιο (ενάγον) μετά την οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΑΕ", στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο ΙΧΕ αυτοκίνητο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του, υπεισήλθε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της τελευταίας, που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση αυτού, ενώ, περαιτέρω, με την καταβολή του προαναφερθέντος ποσού στους συγγενείς του αποβιώσαντος υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα αυτών έναντι των και εδώ εναγόμενων και Β) επικαλούμενο επικουρικά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, διότι οι εναγόμενοι κατέστησαν πλουσιότεροι σε βάρος του χωρίς νόμιμη αιτία, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγόμενων να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό των 279.193,18 ευρώ. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου με την υπ' αριθμ. 697/2017 οριστική απόφασή του (όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 874/2017 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου), απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς την κύρια βάση της και ως αόριστη ως προς την επικουρική της βάση, ενώ ειδικά κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του τρίτου και τέταρτης των εναγόμενων ( ήδη δεύτερο και τρίτη των αναιρεσίβλητων) την απέρριψε και λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής τους, καθώς ο πρώτος εναγόμενος είχε ήδη ενηλικιωθεί. Μετά την άσκηση έφεσης από το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αντιμωλία των διαδίκων, με την με την οποία απορρίφθηκε η έφεση κατ' ουσίαν.
Συγκεκριμένα, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμους τους λόγους έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με τους οποίους αυτό παραπονείτο για την απόρριψη κατά τα ανωτέρω της αγωγής του με τις ακόλουθες σκέψεις:
".... Στην προκειμένη περίπτωση της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ΕΓΝΑΤΙΑ Α.Α.Ε. για παράβαση νόμου (όπως ρητά εκθέτει το ενάγον στην υπό κρίση αγωγή), το Επικουρικό υπεισήλθε στη θέση της για να αποκαταστήσει τους ζημιωθέντες από το ως άνω ατύχημα, πλην όμως το Επικουρικό δεν υποκαθίσταται στα, εξαιτίας του ατυχήματος, δικαιώματα των προσώπων που ζημιώθηκαν έναντι του υπόχρεου προς αποζημίωση (άρθ. 19 παρ. 1, 4 , 25 παρ. 4 του ν. 489/1976, όπως τροποποιήθηκε και ίσχυε κατά τον χρόνο του ατυχήματος).
Συνεπώς, το ενάγον και ήδη εκκαλούν ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ είχε την υποχρέωση εκ του νόμου να αποκαταστήσει τις ζημίες από το ως άνω τροχαίο ατύχημα, εξαιτίας ενεργούς σύμβασης ασφάλισης με ασφαλιστική εταιρία η άδεια λειτουργίας της οποίας ανακλήθηκε για παράβαση νόμου, πλην όμως, λόγω των ως άνω αναφερομένων στην μείζονα σκέψη δεν νομιμοποιείται να ζητήσει τα χρήματα που κατέβαλε, από τους ζημιώσαντες (...).
Συνεπώς ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής ως μη νόμιμη και ο ως άνω λόγος έφεσης είναι απορριπτέος....Δυνάμει των προαναφερομένων στο δικόγραφο της αγωγής, ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε, ότι κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής (2015) ο ανήλικος, που κατά τον χρόνο τελέσεως του ατυχήματος (2006) ήταν 16 ετών, είχε ήδη ενηλικιωθεί, και άρα νομιμοποιούνταν να παραστεί στο Δικαστήριο με το δικό του όνομα ενεργώντας, και ότι επομένως, λόγω του ότι αυτός φέρεται να εκπροσωπείται στο Δικαστήριο από τους γονείς του, λόγω της ανηλικότητάς του ( βλ. στην σελ. 17 της αγωγής : " Επειδή στην προκειμένη περίπτωση ο τρίτος και η τέταρτη των εναγομένων, ως από κοινού ασκούντες τη γονική μέριμνα του ανηλίκου ...τέκνου τους .... οδηγού του ζημιογόνου υπ' αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ .... " ), η παράσταση τους δεν ήταν νόμιμη (...).
Επιπλέον, ως προς τον ως άνω λόγο έφεσης ότι αυτοί (γονείς τoυ 1ου εφεσίβλητου) ενάγονται για παραμέληση εποπτείας ανηλίκου (αρθρ. 923 ΑΚ), πρέπει ν' αναφερθούν τα εξής :
Στο δικόγραφο της αγωγής αναγράφονται στην σελ. 17 " Επειδή στην προκειμένη περίπτωση ο τρίτος και η τέταρτη των εναγομένων, ως από κοινού ασκούντες τη γονική μέριμνα του ανηλίκου (ηλικίας 16 ετών) κατά τον χρόνο του ατυχήματος τέκνου τους, Π. Δ. , οδηγού του ζημιογόνου υπ' αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ, ευθύνονται εις ολόκληρον μετά των λοιπών εναγόμενων στην αποκατάσταση της ζημίας μου, διότι παρέβησαν το καθήκον εποπτείας που είχαν κατά νόμο επί του ανηλίκου τέκνου τους, παραμέλησαν ν' ασκήσουν την προσήκουσα εποπτεία επ' αυτού επιτρέποντας του, μολονότι γνώριζαν ότι λόγω της ανηλικότητας του δεν διέθετε άδεια ικανότητας οδήγησης, να οδηγεί το υπ' αριθ. κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο και να κυκλοφορεί με αυτό ανεξέλεγκτα στις οδούς, ενώ όφειλαν, λόγω της ηλικίας του (16 ετών κατά τον χρόνο της σύγκρουσης) να μην του επιτρέπουν να οδηγεί ΙΧΕ αυτοκίνητο όχημα, λαμβάνοντας όλα τα απαιτούμενα και πρόσφορα αποτρεπτικά προς τούτο μέτρα ". Ήτοι, πέραν του ότι το εκκαλούν ενάγει τους γονείς του 1ου εφεσιβλήτου, ως ασκούντων την γονική μέριμνα του ανήλικου υιού τους, ο λόγος έφεσης για ύπαρξη ευθύνης τους από τη διάταξη του άρθρου 923 ΑΚ είναι επίσης απορριπτέος, διότι δυνάμει της υπ' αριθ. 2424/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κρίθηκε - εκτός των άλλων - με δύναμη δεδικασμένου, ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα και ο συνεπεία αυτού θανάσιμος τραυματισμός του Θ. Μ. οφείλονταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα του στερούμενου άδειας ικανότητας οδήγησης ανηλίκου Π. Δ. , οδηγού του ασφαλισμένου στην ασφαλιστική εταιρία ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΑΕ, υπ' αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου. Αναφορικά με τους 2° και 3η των εφεσίβλητων (γονείς του 1ου εφεσίβλητου), αυτοί ενάγονταν (...) με την ιδιότητά τους ως αντιπρόσωποι του ανηλίκου τέκνου τους, του οποίου ασκούσαν από κοινού τη γονική μέριμνα και όχι ατομικά ως μη ασκήσαντες τη προσήκουσα εποπτεία.
Εξάλλου, κατά του ανηλίκου, δεν μπορεί να αντιταχθεί το συντρέχον πταίσμα των εποπτευόντων αυτών κατά νόμο προσώπων, ώστε ο ανήλικος να υποστεί τις συνέπειες του πταίσματος των προσώπων αυτών (...). Επομένως ο ανωτέρω λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος....Όσον αφορά το ζήτημα του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το ενάγον και ήδη εκκαλούν αναφέρει στην αγωγή του: "Επειδή, άλλως και επικουρικώς, οι εναγόμενοι υποχρεούνται να μου καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το προαναφερθέν ποσό των 279.193,18 ευρώ και βάσει των διατάξεων για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρ. 904 επ. Α.Κ.), καθόσον αυτοί με τη μη καταβολή του συγκεκριμένου ποσού στους συγγενείς του θανόντος, καίτοι ήταν νόμω υπόχρεοι στην καταβολή του, ως και με την συνακόλουθη καταβολή του εν λόγω ποσού από εμένα, κατέστησαν (οι εναγόμενοι) άνευ νομίμου αιτίας πλουσιότεροι εις βάρος μου, δηλαδή αυξήθηκε η περιουσία τους κατά το ποσό των 279.193,18 ευρώ και μειώθηκε αντίστοιχα η δική μου περιουσία. Σημειωτέον δε ότι ο πλουτισμός αυτός των αντιδίκων διατηρείται μέχρι σήμερα". Με το ως άνω περιεχόμενο η αγωγή, κατά τα ως άνω αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, είναι αόριστη ως προς την επικουρική της βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον, δεν αναφέρεται σ' αυτήν (αγωγή), ότι γίνεται επίκληση της ως άνω βάσης, για την περίπτωση που η κύρια σύμβαση (ασφάλισης) κριθεί άκυρη για οποιοδήποτε λόγο.
Συνεπώς, ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ο σχετικός λόγος έφεσης είναι απορριπτέος....". Με βάση τις σκέψεις αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" κρίνοντας την αγωγή μη νόμιμη ως προς την κύρια και ως αόριστη ως προς την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της. Επί πλέον, με επάλληλες σκέψεις, έκρινε ως απορριπτέα την αγωγή κατά το μέρος αυτής το στρεφόμενο κατά του τρίτου και τέταρτης των εναγόντων και ήδη δεύτερου και τρίτης των αναιρεσίβλητων: α) λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής τους, καθώς ο πρώτος εναγόμενος είχε ήδη ενηλικιωθεί, β) διότι οι τελευταίοι είχαν εναχθεί από τους συγγενείς του θανατωθέντος όχι ατομικά ως μη ασκήσαντες την εποπτεία του ανηλίκου γιού τους Π. Δ. , αλλά με την ιδιότητά τους ως ασκούντων την γονική μέριμνα αυτού, που με την αναφερόμενη τελεσίδικη δικαστική απόφαση κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ως ο μόνος αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος, γ) κατά του τελευταίου (ανηλίκου) δεν μπορεί να αντιταχθεί το συντρέχον πταίσμα των εποπτευόντων αυτόν. Με την παραπάνω κρίση του το Εφετείο, παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 4, 25 παρ. 4 ν. 489/1976 25 περ. 6 της Κ4-585/1978 Α.Υ.Ε. (όπως το άρθρο 25 παρ. 4 ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 53 του ν. 4438/2016) και 361 του ΑΚ καθώς εκτίμησε εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής μη λαμβάνοντας υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, έκρινε ότι η αγωγή κατά την κύρια βάση της, δεν είναι νόμιμη, με την αιτιολογία ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο δεν έχει δικαίωμα υποκατάστασης στα δικαιώματα των ζημιωθέντων συγγενών του θανόντος κατά το περιγραφόμενο τροχαίο ατύχημα έναντι των εναγόμενων υπόχρεων προς αποζημίωση, καθώς, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο σε ασφαλιστική εταιρεία της οποίας η άδεια ανακλήθηκε, χωρίς να λάβει υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό ότι συνέτρεχε λόγος εξαίρεσης από την ασφαλιστική ευθύνη της ως άνω ασφαλίζουσας το ζημιογόνο όχημα ασφαλιστικής εταιρείας, επειδή ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου στερείτο άδειας οδήγησης. Σύμφωνα, όμως, με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αν συντρέχει περίπτωση αποκλεισμού από την ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η άδεια ανακλήθηκε, το Επικουρικό Κεφάλαιο υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της ασφαλιστικής σχέσης και μπορεί να στραφεί αναγωγικά κατά των προσώπων που νομιμοποιούνται παθητικά κατά το άρθρο 11 παρ. 1 ν. 489/1976, ήτοι κατά του κυρίου, αλλά και κατά του οδηγού και κατόχου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου και η δυνατότητά του αυτή είναι διαφορετική από την κατά το άρθρο 19 παρ. 4 ν. 489/1976 υποκατάσταση του Επικουρικού Κεφαλαίου.
Συνεπώς, είναι βάσιμες οι αιτιάσεις που προβάλλει το αναιρεσείον με το πρώτο και δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τις οποίες αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, με το τρίτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον ισχυρισμό ότι, το Εφετείο κρίνοντας ότι οι τρίτος και τέταρτη των εναγόμενων δεν νομιμοποιούνται παθητικά στην άσκηση της υπό κρίση αγωγής παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 923 ΑΚ. Από το περιεχόμενο του δικογράφου της υπό κρίση αγωγής, όπως αυτό παρατέθηκε παραπάνω, προκύπτει ότι η ευθύνη των γονέων του οδηγού του ζημιογόνου ατυχήματος, ο οποίος ήταν αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος, συνίσταται στα εξής: α) ότι ο τρίτος και τέταρτη των εναγόμενων ευθύνονται, εις ολόκληρον, έναντι αυτού προς αποκατάσταση της ζημίας του, διότι παρέβησαν το καθήκον εποπτείας που είχαν κατά νόμο επί του 16 ετών ανηλίκου τέκνου τους, καθώς, δεν έλαβαν όλα τα απαιτούμενα και πρόσφορα μέτρα και του επέτρεψαν να οδηγεί το ζημιογόνο αυτοκίνητο και να κυκλοφορεί ανεξέλεγκτα στις οδούς, μολονότι γνώριζαν ότι λόγω της ανηλικότητάς του δεν διέθετε άδεια ικανότητας οδήγησης, β) ότι ο τρίτος εναγόμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος ήταν κάτοχος του ζημιογόνου αυτοκινήτου και είχε προστήσει στην οδήγησή του τον ανήλικο γιό του, ήτοι στον πρώτο εναγόμενο που είναι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας το αναγωγικό δικαίωμα του Επικουρικού Κεφαλαίου στην περίπτωση αποκλεισμού από την ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η άδεια ανακλήθηκε, θεμελιώνεται στην ίδια την ασφαλιστική σύμβαση.
Πλην όμως, με τη λειτουργία της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης ουδόλως συνδέεται η τέταρτη των εναγόμενων, η οποία, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, δεν έχει καμία από τις ιδιότητες του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 489/1976 (ασφαλισμένη, λήπτης της ασφάλισης, οδηγός ή κάτοχος του ζημιογόνου αυτοκινήτου).
Κατά συνέπεια, το Εφετείο αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε (άρθρο 578 ΚΠολΔ) και δεν υπέπεσε με την προσβαλλόμενη απόφασή του στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Αντίθετα, αναφορικά με την ευθύνη του τρίτου εναγόμενου και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου, το αναιρεσείον στηρίζει το αναγωγικό του δικαίωμα στο ότι ο τελευταίος με την ιδιότητά του ως κατόχου του ζημιογόνου αυτοκινήτου παρέβη υπαίτια ασφαλιστικό βάρος, διότι προέστησε στην οδήγησή του τον στερούμενο άδειας ικανότητας οδηγού ανήλικο γιό του, του οποίου τη γονική μέριμνα ασκούσε κατά το χρόνο του ατυχήματος (από κοινού με την τέταρτη εναγόμενη) και του οποίου παραμέλησε, κατά τα άνω, την εποπτεία.
Κατά συνέπεια, λαμβανομένου υπόψη του ότι (όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη), το δεδικασμένο της δίκης μεταξύ ασφαλιστή και ζημιωθέντος τρίτου δεν επιδρά στη δίκη μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου, το Εφετείο απορρίπτοντας την αγωγή ως προς τον τρίτο εναγόμενο και ήδη δεύτερο των αναιρεσίβλητων υπέπεσε με την προσβαλλόμενη απόφασή του στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως, είναι εν μέρει βάσιμος ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559. Ο ίδιος ως άνω λόγος καθ' ό μέρος προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απαράδεκτος. Διότι, ο ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο, μη νόμιμο ή για άλλον τυπικό λόγο, οπότε το τυχόν σφάλμα ελέγχεται με λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 (ΟλΑΠ 44/1990, ΑΠ 1917/2022, ΑΠ 193/2019, ΑΠ 924/2018) και στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο απέρριψε κατά τα άνω την αγωγή, ως προς την κύρια βάση της, ως μη νόμιμη. Τέλος, με το τέταρτο σκέλος, του μοναδικού λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον ισχυρισμό ότι το Εφετείο, παρά την επαρκή έκθεση των αναγκαίων στοιχείων στην κρινόμενη αγωγή, έσφαλε απορρίπτοντας ως αόριστη την αγωγή ως προς την επικουρική της βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, με την αιτιολογία ότι δεν αναφέρεται ότι την επικαλείται για την περίπτωση ακυρότητας της κύριας βάσης, ώστε να εκλείπει η νόμιμη αιτία καταβολής. Ο λόγος αυτός, ο οποίος δεν καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια των λοιπών λόγων που έγιναν δεκτοί, κρίνεται βάσιμος, όσον αφορά στους πρώτο και δεύτερο αναιρεσίβλητους κατά τα ακολούθως εκτιθέμενα. Η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρα 904 επ. ΑΚ) είναι επιβοηθητική, με την έννοια ότι μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν ή αν είναι ανίσχυρες οι προϋποθέσεις της αξίωσης από σύμβαση ή αδικοπραξία, γιατί, σε αντίθετη περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της νόμιμης αιτίας.
Επομένως, αν ασκείται αγωγή, με την οποία ζητείται ευθέως ο πλουτισμός του εναγόμενου εξαιτίας της ακυρότητας της σύμβασης, για να είναι αυτή ορισμένη, πρέπει στο δικόγραφό της να αναφέρονται, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, τα περιστατικά στα οποία οφείλεται ή τα οποία επέφεραν την ακυρότητα και που συνιστούν τον λόγο για τον οποίο η αιτία της περιουσιακής μετακίνησης δεν είναι νόμιμη. Αν, όμως, η βάση της αγωγής του αδικαιολόγητου πλουτισμού σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα στο ίδιο δικόγραφο (άρθρο 219 ΚΠολΔ) με την πρώτη (κύρια) βάση από τη σύμβαση, υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της τελευταίας, λόγω ακυρότητας της σύμβασης, για την πληρότητα της δεύτερης αυτής βάσης της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ αρκεί, πέρα από τα στοιχεία της σύμβασης και τον πλουτισμό του εναγομένου από την εκτέλεσή της, να γίνεται στο αγωγικό δικόγραφο απλή, έστω και έμμεση, επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται και έκθεση των γεγονότων στα οποία οφείλεται αυτή, αφού, στην εν λόγω περίπτωση, η επικουρική βάση θα εξεταστεί μόνο αν η κύρια βάση απορριφθεί λόγω ακυρότητας της σύμβασης, η οποία, συνεπώς, θα είναι δεδομένη (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 23/2003, ΟλΑΠ 22/2003, ΑΠ 61/2022, ΑΠ 1325/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση από το περιεχόμενο της αγωγής και ειδικότερα από τη διατύπωση ότι "οι εναγόμενοι, υπό τις ανωτέρω ιδιότητες ο καθένας τους, είναι υπόχρεοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, λόγω συνδρομής περίπτωσης ζημίας αποκλεισμένης από την ασφάλιση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1, 19 και 25 παρ. 4 του Ν. 489/1976, του άρθρου 94 του Ν. 2696/1999 περί Κ.Ο.Κ. , του άρθρου 25 περ. 6 της υπ' αριθμ. ...-1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, που ίσχυε κατά τον χρόνο του ατυχήματος, του άρθρου 6Β παρ. 1 εδ. α' που προστέθηκε στο Ν. 489/1976 με το άρθρο 4 του Ν. 3557/2007 και ισχύει σήμερα, αλλά και σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 19.6 των συνομολογηθέντων μεταξύ του πρώτου εναγόμενου και της ασφαλιστικής εταιρείας "ΈΓΝΑΤΙΑ Α.Α.Ε." ειδικών όρων ασφάλισης, που αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του υπ' αριθμ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου....το ποσό των 279.193,18 ευρώ.... Επειδή, άλλως και επικουρικώς, οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το προαναφερθέν ποσό των 279.193,18 ευρώ και βάσει των διατάξεων για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρ. 904 επ. ΑΚ), καθόσον αυτοί με τη μη καταβολή του συγκεκριμένου ποσού στους συγγενείς του θανόντος, καίτοι ήταν νόμω υπόχρεοι στην καταβολή του, ως και με την συνακόλουθη καταβολή του εν λόγω ποσού, κατέστησαν (οι εναγόμενοι) άνευ νομίμου αιτίας πλουσιότεροι εις βάρος μου, δηλαδή αυξήθηκε η περιουσία τους κατά το ποσό των 279.193,18 ευρώ και μειώθηκε αντίστοιχα η δική μου περιουσία..", σε συνδυασμό με τα αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας σχετικά με τη νομική θεμελίωση του δικαιώματος αναγωγής του ασφαλιστή, προκύπτει ότι η βάση της αγωγής από αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα και συγκεκριμένα επιχειρείται να θεμελιωθεί στην παθολογική λειτουργία της σύμβασης ασφάλισης, η οποία (σύμβαση) αποτελεί την κύρια βάση της αγωγής, ενόψει του ότι η επίκληση του γεγονότος της εκ του νόμου υποχρέωσης των πρώτου και τρίτου εναγομένων, ήδη πρώτου και δεύτερου αναιρεσίβλητων, να καταβάλουν στους συγγενείς του θανόντος του αναφερόμενου ποσού και του πλουτισμού αυτών σε βάρος της περιουσίας του χωρίς "νόμιμη αιτία", συνιστά αν όχι άμεση, τουλάχιστον έμμεση επίκληση της ελαττωματικότητας-παθολογικής λειτουργίας της κύριας βάσης της αγωγής από την ασφαλιστική σύμβαση, η οποία αρκούσε, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, για την παραδεκτή σώρευση της επικουρικής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάσης. Αντίθετα, ενώ υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, η τέταρτη εναγομένη, ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη, δεν συνδέεται με τη λειτουργία της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, εν τούτοις δεν προσδιορίζεται ειδικότερα η υποχρέωσή της για την καταβολή του αιτούμενου ποσού με τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ως εκ τούτου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το τέταρτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως προς την αναιρεσίβλητη αυτή ως αβάσιμος, επιπρόσθετα δε και ως αλυσιτελής. 4. Συνακόλουθα, θα πρέπει η κρινόμενη αίτηση α) να απορριφθεί ως προς την τρίτη των αναιρεσίβλητων, β) να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 178/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, ως προς τον πρώτο και δεύτερο των αναιρεσίβλητων και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον Δικαστή. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει το αναιρεσείον για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. β`, δ` ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της τρίτης αναιρεσίβλητης, (ως προς την οποία η αίτηση απορρίπτεται), η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της , ενώ οι πρώτος και δεύτερος των αναιρεσίβλητων πρέπει να καταδικαστούν (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που επίσης παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-12-2022 (αριθμ. καταθ. ...-2022) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 178/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της ως άνω αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 178/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, ως προς τους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσίβλητων.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στο αναιρεσείον.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος σε βάρος του πρώτου και δεύτερου των αναιρεσίβλητων, τα οποία καθορίζει σε τρεις χιλιάδες τριακόσια (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ