ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 260/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 260/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 260/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 260 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 260 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ερασμία Λιούλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπρόεδρου Σωκράτη Πλαστήρα και μετά από την 254/2025 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ζωή Καραχάλιου, Αθανάσιο Νικολόπουλο, Μαρία Τατσέλου και Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ. , για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Α. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Νικολαρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής οιονεί διαδόχου της Κυπριακής Δημόσιας Εταιρείας με την επωνυμία "CYPRUS POPULAR BANK LTD" (πρώην "MARFIN POPULAR ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ", πρώην "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ") και ως οιονεί καθολικής διαδόχου των ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ MILLENUM BANK ΑΕ" και "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης εταιρείας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία "HELLAS FINANCE ΑΕΠΠ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA BANK ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως ειδικής οιονεί διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CITIBANK INTERNATIONAL PLC", 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", 6) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "HELLENIC POST CREDIT ΑΕΠΠ", που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 7) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 7ο εκπροσωπήθηκε από την Διονυσία Νταϊφώτη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1η, 2η, 3η, 4η, 5η και 6η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-8-2014 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1691/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10261/2022 τελεσίδικη του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-3-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και το 7ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 και 63 ΚΠολΔ, τα οποία ρυθμίζουν αντίστοιχα την ικανότητα διαδίκου και την ικανότητα παράστασης στο δικαστήριο, προκύπτει ότι, αν οι διαδικαστικές αυτές προϋποθέσεις λείπουν, τόσο κατά την άσκηση ενδίκου μέσου, όσο και κατά τη συζήτησή του στο ακροατήριο, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο (ΑΠ221/2024, ΑΠ1736/2023).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και στον Άρειο Πάγο (ΑΠ221/2024), αν συντρέχει η κατά το άρθρο 62 διαδικαστική προϋπόθεση, ενόψει και του άρθρου 313 § 1δ' του ίδιου κώδικα, κατά το οποίο μπορεί να επιδιωχθεί με αγωγή ή ένσταση η αναγνώριση της ανυπαρξίας δικαστικής απόφασης, αν εκδόθηκε σε δίκη που είχε διεξαχθεί κατ' ανύπαρκτου φυσικού ή νομικού προσώπου (ΑΠ253/2024). Αποκτά, συνεπώς, ιδιαίτερη σημασία, μεταξύ άλλων, η κατάφαση της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας ορισμένου νομικού προσώπου κατά την επιχείρηση ορισμένης διαδικαστικής πράξης. Ειδικά, η ανώνυμη εταιρεία, μετά τη λύση της και την είσοδό της στο στάδιο της εκκαθάρισης, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι υφίσταται μέχρις ότου επιτευχθεί ο σκοπός της εκκαθάρισης των εκκρεμών σχέσεών της και η διανομή του τυχόν καθαρού ενεργητικού στους μετόχους της. Η περάτωση της εκκαθάρισης και συγχρόνως της εταιρείας επέρχεται, όταν οι εκκαθαριστές ενεργήσουν τις αναγκαίες πράξεις εκκαθάρισης, συντάξουν απογραφή, δημοσιεύσουν τις εγκριθείσες από τη γενική συνέλευση οικονομικές καταστάσεις πέρατος της εκκαθάρισης και προβούν στην καταχώριση της διαγραφής της εταιρείας στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ ν. 3419/2005). Σύμφωνα δε με το άρθρο 170 παρ. 1 ν. 4548/2018, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 115 § 2 του ν. 4635/2019: "Με το πέρας της εκκαθάρισης, ο εκκαθαριστής μεριμνά για τη διαγραφή της εταιρείας από το Γ.Ε.ΜΗ. Τη διαγραφή μπορούν να ζητήσουν και άλλα πρόσωπα που έχουν έννομο συμφέρον, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 107".

Περαιτέρω, στο άρθρο 18 του ν. 4919/2022 (ΦΕΚ Α' 71/7.4.2022), ορίζεται ότι, για τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 16, στα οποία περιλαμβάνεται και η ανώνυμη εταιρεία (άρθρο 16 § 1α') "η καταχώριση και η δημοσίευση στο Γ.Ε.ΜΗ. των νομικών γεγονότων, δηλώσεων, εγγράφων και λοιπών στοιχείων, είναι υποχρεωτική, προκειμένου να επέλθουν τα εξής έννομα αποτελέσματα: α)...στ) η απώλεια της νομικής προσωπικότητας με την καταχώριση της διαγραφής του νομικού προσώπου, ζ) η επανεγγραφή στο Γ.Ε.ΜΗ. και η θέση εκ νέου σε κατάσταση εκκαθάρισης, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 28". Κατά δε το άρθρο 28 §§ 3 και 4 του ως άνω νόμου "3. Το εγγεγραμμένο στο Γ.Ε.ΜΗ. νομικό πρόσωπο, που είναι υπόχρεο εγγραφής, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο άρθρο 16, διαγράφεται από το Γ.Ε.ΜΗ. με την περάτωση της εκκαθάρισης, οπότε η διαγραφή διενεργείται ύστερα από αίτηση του εκκαθαριστή ή των εκκαθαριστών, ενός από τους εταίρους ή ενός εκ των μελών της ένωσης ή οποιουδήποτε τρίτου έχει έννομο συμφέρον. 4. Αν σε νομικό πρόσωπο της παρ. 3 που διαγράφηκε από το Γ.Ε.ΜΗ. υπάρχει περιουσιακό στοιχείο ή υποχρέωση που παραλείφθηκε στη διαδικασία της εκκαθάρισης, το νομικό πρόσωπο επανεγγράφεται στο Γ.Ε.ΜΗ., μετά από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον προς την αρμόδια Υ.Γ.Ε.ΜΗ. και επανέρχεται σε κατάσταση εκκαθάρισης. Η ως άνω αίτηση αναφέρει τους τελευταίους διορισμένους εκκαθαριστές και συνοδεύεται από έγγραφα που αποδεικνύουν το παραλειφθέν περιουσιακό στοιχείο ή την παραλειφθείσα υποχρέωση. Μετά από έλεγχο νομιμότητας της αίτησης και των δικαιολογητικών, η αρμόδια Υ.Γ.Ε.ΜΗ. επανεγγράφει το νομικό πρόσωπο στο Γ.Ε.ΜΗ. , οπότε αναβιώνουν η διαδικασία της εκκαθάρισης και τα καθήκοντα των εκκαθαριστών. Αν οι εκκαθαριστές δεν αναλάβουν άμεσα τα αναβιώσαντα καθήκοντά τους, αντικαθίστανται, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στην παρ. 3 του άρθρου 786 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας". Η καταχώριση της διαγραφής στο Γ.Ε.ΜΗ. έχει σχετικά συστατικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι χωρίς αυτή δεν επέρχεται περάτωση της ΑΕ. Εάν, όμως, διαπιστωθεί ότι η εταιρεία είχε και άλλη περιουσία, δεν επέρχεται η περάτωσή της, έστω και αν είχε διαγραφεί από το ΓΕΜΗ (ΑΠ530/2023, ΑΠ970/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, στην προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. πρωτ. ...2025 ανακοίνωση της ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ Γ.Ε.ΜΗ του ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ, που παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκοπείται, αναφέρονται τα εξής: "Την 26/3/2025 καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ με ΚΑΚ 5333101, το από 10/3/2025 πρακτικό Γενικής Συνέλευσης, με το οποίο εγκρίθηκε ο συνημμένος ισολογισμός πέρατος εκκαθάρισης της 5/3/2025, της Ανώνυμης Εταιρείας, με την επωνυμία "(ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ) SFS HELLAS FINANCE CONSUMER ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "SFS HELLAS FINANCE CONSUMER AE" και αριθμό Γ.Ε.ΜΗ ... Κατόπιν τούτου (λόγω έγκρισης ισολογισμού πέρατος εκκαθάρισης) η εταιρεία διαγράφεται από το Γ.Ε.ΜΗ.". Με βάση τα παραπάνω, κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης (19/9/2025), η τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία "HELLAS FINANCE A.E.Π.Π." είχε ήδη καταστεί ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο, στερούμενο της ικανότητας διαδίκου, δεδομένης της προηγηθείσας περάτωσης της εκκαθάρισής της και διαγραφής της από το Γ.Ε.ΜΗ.

Επομένως, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα της έλλειψης της διαδικαστικής προϋπόθεσης της ικανότητας διαδίκου στο πρόσωπο της παραπάνω αναιρεσίβλητης, πρέπει να απορριφθεί, ως προς αυτήν, η αίτηση αναίρεσης, ως απαράδεκτη.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 576 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. ... , ... , ... , ... και ...2024 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Κ. Σ. , που επικαλείται και προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις πρώτη, δεύτερη, τέταρτη, πέμπτη και έκτη των αναιρεσίβλητων, αντιστοίχως. Οι τελευταίες, όμως, δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 § 2 και 573 § 1 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων αυτών, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην προκειμένη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 ν. 3869/2010, 739 επ., 741 ΚΠολΔ). Με την από 10/3/2023 (με ειδικό αριθμό κατάθεσης .../2023) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 10261/2022 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην των δεύτερης, τρίτης, τέταρτης, έκτης και έβδομου των εφεσίβλητων (ήδη δεύτερης, τρίτης, τέταρτης, έκτης και έβδομου των αναιρεσίβλητων).

Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία τους, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης παραδεκτώς απευθύνεται και κατ' αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ597/2024, ΑΠ250/2024, ΑΠ103/2024, ΑΠ778/2022, ΑΠ658/2022).

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του ιδίου Κώδικα, και, περαιτέρω, νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 26/9/2022, η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση αυτή στις 10/3/2023, δηλαδή εντός της κατ' άρθρο 564 § 3 ΚΠολΔ διετούς προθεσμίας. Από την προσβαλλόμενη τελεσίδικη υπ' αριθμ. 10261/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Ο ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 29/8/2014 αίτησή του κατά των ήδη αναιρεσίβλητων, με την οποία ζήτησε, για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους, τη ρύθμιση των χρεών του, με την υπαγωγή τους στη διαδικασία του ν. 3869/2010. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 1691/2019 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αίτηση.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 7/5/2019 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 528 ΚΠολΔ, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε επί της ουσίας την υπόθεση και απέρριψε την αίτηση, κατά παραδοχή της προβληθείσας από τις πρώτη και πέμπτη των εφεσίβλητων και ήδη πρώτη και πέμπτη των αναιρεσίβλητων, ένστασης περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος-αναιρεσείοντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε (και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως, στις 18/9/2014, της ένδικης, από 29/8/2014, αίτησης), πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α. 4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α'94/14.8.2015), το οποίο καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α. 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ , με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 1508/2022). Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λ.π. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στη περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στη "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά τον χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στη περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσία αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτησή των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, δηλ. με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει. Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου, δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικά η, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ένσταση πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, ενώ εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που του επέτρεπε το εισόδημά του, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ1213/2024, ΑΠ686/2024, ΑΠ1544/2023, ΑΠ609/2023, ΑΠ539/2022, ΑΠ758/2020, ΑΠ 400/2020, ΑΠ 508/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ή 560 αρ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής ή της ένστασης στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος (ΑΠ1071/2024, ΑΠ1105/2023, ΑΠ1104/2023, ΑΠ601/2023, ΑΠ1199/2022, ΑΠ1508/2022, ΑΠ834/2021, ΑΠ59/2021, ΑΠ156/2018). Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 330 ΑΚ και 1 § 1 του ν. 3869/2010, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε ως ορισμένη την ένσταση δόλιας περιέλευσης του αναιρεσείοντος σε αδυναμία πληρωμών, που πρότειναν οι πρώτη και έκτη των καθ'ων η αίτηση και ήδη πρώτη και πέμπτη των αναιρεσίβλητων, ενώ ο αναιρεσείων είχε παραδεκτά προτείνει τον ισχυρισμό περί αοριστίας της ένστασης αυτής, αφού δεν αναφέρονται α) τα τραπεζικά προϊόντα που αυτός συμφώνησε, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, β) ο χρόνος που τα συμφώνησε, γ) οι οικονομικές δυνατότητές του κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή οι ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες και δ) ότι με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Από την παραδεκτή (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν, σε σχέση με την προταθείσα σε βάρος του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος, ένσταση δόλου, τα ακόλουθα:

Η δεύτερη των καθ' ων η αίτηση και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", με τις από 15/1/2019 προτάσεις της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, πρότεινε την ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, υποστηρίζοντας, κατά λέξη, τα εξής:

"Περαιτέρω, ο αιτών παραλείπει να αναφέρει ποιες ανάγκες εξυπηρέτησε και σε τι αγορές προέβη με τη χρήση των είκοσι πέντε (25) καταναλωτικών προϊόντων, έτσι ώστε να αποδειχθεί ότι επρόκειτο για κάλυψη άμεσων βιοτικών αναγκών του και όχι για πολυτελείς δαπάνες (π.χ. ταξίδια, είδη ένδυσης, διασκέδαση κλπ) ή προκειμένου να εξασφαλίσει ανώτερο επίπεδο διαβίωσης από αυτό που επέτρεπε το εισόδημά του(...). Ειδικότερα, ο αιτών έλαβε αφειδώς πιστωτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει χρέη ύψους περί τις 125.992,73 ευρώ, πέραν των οικονομικών του δυνατοτήτων. Σημειωτέον ότι ο δανεισμός του δεν είχε επενδυτική προοπτική αλλά αποκλειστικά καταναλωτικό σκοπό, κάνοντας χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης για την εξασφάλιση δηλαδή ενός επιπέδου διαβίωσης, ανώτερου αυτού που του επέτρεπαν τα εισοδήματά του, κάνοντας χρήση καταναλωτικών προϊόντων προκειμένου να συμπληρώνει το εισόδημά του. Υπό τα περιστατικά αυτά, η υπαιτιότητα του αιτούντος έχει τη μορφή ενδεχόμενου δόλου, καθόσον συνέχισε να λαμβάνει δανειακά προϊόντα, προβλέποντας ως πιθανό αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του την αδυναμία πληρωμής των χρεών του και αποδεχόμενος τις συνέπειες των πράξεών του (...).

Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, προκύπτει σαφώς, ότι ο αιτών καθ' όλο το διάστημα που οι δόσεις των δανείων του ήταν ενήμερες, έκανε ανακυκλούμενη χρήση καταναλωτικών και πιστωτικών προϊόντων, ήτοι χρησιμοποιούσε κάποια δάνεια ή άλλα πιστωτικά προϊόντα προκειμένου να αποπληρώνει κάποια άλλα δάνεια. Οι δανειακές του υποχρεώσεις, επομένως, ήταν ενήμερες ακριβώς για το λόγο αυτό και όχι επειδή το επέτρεπε το ατομικό του εισόδημα.

Συνάγεται, επομένως από τα παραπάνω, ότι ο αιτών εξ υπαρχής χρησιμοποιούσε καταστρεπτικά κατά αντικειμενική κρίση αποδεικτικά μέσα, γνωρίζοντας όμως ότι ο τρόπος αυτός αποπληρωμής δεν γινόταν επί τη βάσει δικών του αποκλειστικά εισοδημάτων αλλά μόνο με νέα δάνεια από τις τράπεζες, αποδεχόμενος έτσι την σχεδόν αυτονόητη και κατά αντικειμενική κρίση επερχόμενη υπερχρέωσή του και την μόνιμη από κάποιο σημείο και έπειτα αδυναμία αποπληρωμής των χρεών του, και αψηφώντας τις συνέπειες, αφού ο ανωτέρω τρόπος αποπληρωμής, εφόσον γίνεται συστηματικά και εξ υπαρχής - όπως στην κρινόμενη περίπτωση- και όχι για να καλύψει μία έκτακτη και αιφνίδια ανάγκη, γιγαντώνει το πρόβλημα της υπερχρέωσης αντί να το επιλύνει, αποτελώντας έτσι, από μόνη της μια μορφή δόλου, και ειδικότερα ενδεχόμενου δόλου. Ήτοι ο οφειλέτης, προσπαθώντας να εξοφλήσει τα χρέη του όχι με βάση τα εισοδήματά του αλλά δημιουργώντας νέα χρέη, στην ουσία αποδέχεται την όχι άμεσα αλλά τη σίγουρα επερχόμενη στο άμεσο μέλλον μόνιμη αδυναμία αποπληρωμής των χρεών του (...). Βεβαίως, η μείωση των αποδοχών του αιτούντος μετά την επιβολή μέτρων δημοσιονομικής λιτότητας (όπως άλλωστε συνέβη στο σύνολο του οικονομικά ενεργού πληθυσμού της χώρας) επιτάχυνε την αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων, πλην όμως δεν είναι το αποφασιστικό εκείνο γεγονός που άλλαξε άρδην τα δεδομένα ως προς την αποπληρωμή των χρεών του. Υπέρ των ανωτέρω συνηγορεί, άλλωστε, και το γεγονός ότι η ένδικη υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, που συνάφθηκε με την Τράπεζά μας καταγγέλθηκε στις 19-08-2008, ήτοι σε χρονικό διάστημα πριν την επέλευση της οικονομικής κρίσης και της συνακόλουθης περικοπής των μισθών και συντάξεων (σχετ. 9α-9β). Εν πάση περιπτώσει, η χρήση των ανωτέρω πιστωτικών προϊόντων δεν έγινε με σύνεση από τον αιτούντα με βάση τις οικονομικές του δυνατότητες, με την έγκαιρη δηλαδή εξόφληση των εκάστοτε χρεώσεων των ληξιπρόθεσμων δόσεων των υπολοίπων δανείων, από το εισόδημά του ώστε να μην επιβαρύνεται με τόκο, έξοδα κλπ. με αποτέλεσμα τη σταδιακή διόγκωση των ληξιπρόθεσμων τα οποία από ένα χρονικό σημείο και μετά, κατέστησαν μη αντιμετωπίσιμα. Η συμπεριφορά του αυτή σε χρόνο μεταγενέστερο αυτού της κατάρτισης των δανειακών του συμβάσεων, που οδήγησε σε διόγκωση των χρεών του, συνιστά δόλια συμπεριφορά, καθόσον εν γνώσει του χειροτέρευσε σε ανεξέλεγκτο βαθμό την οικονομική του θέση και περιήλθε σε αδυναμία πληρωμών, με αποτέλεσμα να μην κρίνεται άξιος να τύχει των ευνοϊκών ρυθμίσεων του Ν. 3869/2010 (...). Ειδικότερα ο αιτών, δεν είχε τη σύνεση του μέσου καταναλωτή, ο οποίος (μέσος καταναλωτής), όταν γνωρίζει ότι έχει περιορισμένα εισοδήματα (στην προκειμένη περίπτωση μόνο από την εργασία του) θα προβεί και σε περιορισμένο δανεισμό. Αντίθετα, η επίγνωση εκ μέρους του αιτούντος ότι έχει περιορισμένα εισοδήματα και παρόλα αυτά προέβαινε σε συνεχή δανεισμό συνιστά δόλο του και τούτο διότι κατά την ανάληψη των χρεών του γνώριζε ή αποδεχόταν ότι θα ήταν αδύνατη η αποπληρωμή τους (...) Η ενδεχόμενη πεποίθησή του, ότι επειδή είχε εισοδήματα, τα οποία αρχικά ήταν υψηλότερα των σημερινών που λαμβάνει, αλλά όχι και τόσο υψηλά και ουσιωδώς διάφορα των αρχικών, ουδόλως μπορεί να δικαιολογήσει τον υπέρμετρο δανεισμό του και τη μη δυνατότητά του να ανταποκριθεί στις ληξιπρόθεσμες οφειλές του προς τις πιστώτριες τράπεζες και δεν συνιστά αμέλεια αυτού. Τουναντίον, ο αντίδικος γνωρίζοντας τις συνέπειες του δανεισμού του από τα διάφορα πιστωτικά ιδρύματα (λαμβανομένης άλλωστε υπόψιν και της επαγγελματικής του ιδιότητας), παρ' όλα αυτά επέλεξε να συμπληρώνει το εισόδημά του με διαρκή δανεισμό, αυτοβούλως δε και ελεύθερα αιτήθηκε τη χορήγηση όλων των αναφερόμενων στην κρινόμενη αίτηση δανειακών προϊόντων, εν γνώσει της ενδεχόμενης αδυναμίας κάλυψής τους. Ακόμη και να ήθελε γίνει δεκτό ότι δεν είχε πλήρη γνώση του χρεωστικού υπολοίπου που θα προέκυπτε από κάθε σύμβαση, δεν μπορεί να παραγνωρισθεί το γεγονός ότι σε όλες τις συμβάσεις προβλεπόταν, ήδη κατά τον χρόνο κατάρτισής τους, ένα συγκεκριμένο χρεωστικό υπόλοιπο, το οποίο αν το αξιοποιούσε, θα καλούνταν να το εξοφλήσει.

Επ' ουδενί δεν πρέπει να θεωρείται ότι ο καταναλωτής απαλλάσσεται από την υποχρέωσή του να επιδείξει επιμέλεια και πρόνοια για την επιλογή της κατάλληλης πίστωσης κατά την κατάρτιση της σύμβασης. Η τελική απόφαση για την κατάρτιση της σύμβασης πίστωσης, είτε δοθούν επαρκείς εξηγήσεις από τον πιστωτικό φορέα είτε όχι βαρύνει αποκλειστικά τον πιστολήπτη (...).

Δεν πρέπει άλλωστε να παροραθεί ότι τα χρήματα των πιστώσεων, ο αντίδικος τα έλαβε στην κατοχή του, κατόπιν πρωτοβουλίας του προς σύναψη των ένδικων δανειακών συμβάσεων και ακολούθως τα καρπώθηκε, τα εκμεταλλεύτηκε και τα αξιοποίησε κατά το δοκούν βάσει του σκοπού των συμβάσεων, στα πλαίσια των οποίων χορηγήθηκαν και των εν γένει επιδιώξεων και αναγκών του (...). Ακόμα και αν ήθελε υποτεθεί ότι οι πιστώτριες Τράπεζες ακολουθώντας επιθετική στρατηγική δανειοδότησαν τον αντίδικο, ο αιτών είχε τον τελευταίο λόγο.

Στην προκειμένη περίπτωση, εξάλλου, δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι οι πιστώτριες Τράπεζες με φορτικότητα και κατ' εξακολούθηση πίεζαν τον αιτούντα προκειμένου να του χορηγήσουν τα δάνεια που προαναφέρθηκαν και ότι ο τελευταίος "ενέδιδε" χωρίς στην πραγματικότητα να επιθυμεί τη λήψη τους (...). Επομένως, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται περί του ότι ο αιτών καρπώθηκε οφέλη από την υπερχρέωσή του, και από δική του υπαιτιότητα (ήδη κατά τον χρόνο ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων) βρέθηκε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής. Εν πάση περιπτώσει ουδόλως αναφέρει στο δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεώς του ότι ανέμενε ή ήλπιζε σε μεταγενέστερη βελτίωση των οικονομικών του ούτε από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προκύπτει κατά τον ίδιο παραπάνω χρόνο αναμενόμενη βελτίωση του εισοδήματός του, χωρίς να διαθέτει άλλους αξιόλογους και προπάντων σταθερούς οικονομικούς πόρους ή ακίνητη περιουσία. Ενόψει όλων των ανωτέρω, η δημιουργία των ανωτέρω χρεών του αιτούντος και κυρίως η διαχείρισή τους δεν οφείλεται απλώς σε αστοχία της περί τις οικονομικές του δυνατότητες αλλά σε δόλο και ήταν αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής". Επίσης, η έκτη των καθ' ων η αίτηση και ήδη πέμπτη ων αναιρεσίβλητων, τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "EUROBANK ERGASIAS AE", προέβαλε πρωτοδίκως με τις από 15/1/2019 προτάσεις της, ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμών, με το εξής περιεχόμενο: "Επομένως in concreto, στο πρόσωπο του αιτούντος συνέτρεχε κατ' ελάχιστον το στοιχείο του ενδεχομένου δόλου ως προς την επικαλούμενη απ' αυτόν αδυναμία πληρωμής των οφειλών, καθόσον από το δικόγραφο της αιτήσεώς του δεν προκύπτει ο χρόνος ανάληψης των οφειλών του αλλά και ποια ακριβώς ήταν τα εισοδήματα αυτού αλλά και της συζύγου του κατά τον χρόνο ανάληψης αυτών των οφειλών και επομένως φρονούμε ότι εφόσον αυτά δεν αναφέρονται επαρκώς, ενδέχεται να μην μπορούσε να εξοφλήσει τα δάνειά του εξ αρχής, δεδομένης και της υπερχρέωσής του σε καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες, αλλά παρόλα αυτά ανέλαβε την υποχρέωση. Μάλιστα, εάν λάβουμε υπόψιν μας το σύνολο των δανείων του αιτούντος καθώς και τις δόσεις που αυτός ήταν υποχρεωμένος να καταβάλλει για τις αναληφθείσες δανειακές του υποχρεώσεις απέναντι στους πιστωτές του (ως τούτο προκύπτει από το άθροισμα του 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης εκάστης οφειλής) συμπεραίνουμε ότι ουδέποτε ο αιτών μπορούσε να είναι συνεπής με βάση τα εισοδήματά του, αλλά παρ' όλα αυτά ανέλαβε τις δανειακές του υποχρεώσεις.

Κατά συνέπεια, από τα δεδομένα που θέτει υπόψιν μας ο ίδιος ο αιτών, η συμπεριφορά του, από αξιολογική άποψη, εμφανίζει το στοιχείο του ενδεχομένου δόλου τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της ένδικης οικονομικής του υποχρέωσης όσο και μεταγενέστερα, όταν συντελέστηκε δηλαδή η παύση των πληρωμών, αφού ουδέν συγκεκριμένο απρόβλεπτο περιστατικό επικαλείται ο αιτών ότι συνέβη στον ίδιο και την οικογένειά του τη δεδομένη χρονική στιγμή που να μπορεί να δικαιολογήσει απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών που τον οδήγησαν σήμερα χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετήσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του". Την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, επανέφεραν αμφότερες οι ως άνω τραπεζικές εταιρείες, με τις από 18/3/2022 έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Η ένσταση αυτή προτάθηκε από τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες-πιστώτριες τράπεζες κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αφού περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία περιστατικά, κατ' άρθρο 262 ΚΠολΔ, που πληρούν το πραγματικό των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και 330 Α.Κ και τα οποία αρκούν, κατά τις διατάξεις αυτές, για να θεμελιώσουν νομικά την εν λόγω ένσταση.

Πιο συγκεκριμένα, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες - πιστώτριες τράπεζες, στις προαναφερόμενες προτάσεις τους, όπως αυτές νόμιμα αλληλοσυμπληρώνονται και λαμβάνονται υπόψη συνδυαστικά μεταξύ τους, αφού, λόγω της σχέσης της αναγκαστικής ομοδικίας που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος-οφειλέτη και εφόσον οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομοδίκου ωφελούν και τους άλλους, είναι δυνατόν ο κατά τρόπο αόριστο προβληθείς από έναν πιστωτή ισχυρισμός περί δόλου, να συμπληρώνεται και να καθίσταται ορισμένος με το περιεχόμενο του σχετικού ισχυρισμού, που προτείνεται από άλλον πιστωτή (ΑΠ247/2024, ΑΠ595/2023, ΑΠ1486/2022), διέλαβαν ότι ο αιτών και ήδη αναιρεσείων, συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, αν και προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, θα τον οδηγούσαν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν ήταν δε ανάγκη, για τη πληρότητα της ένστασης, η αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του αναιρεσείοντος και των δανειακών συμβάσεων που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα, όπως προεκτέθηκε. Συνακόλουθα, το ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφαση, έκρινε ορισμένη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο, για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος, όπως και η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκησή της (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ). Διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν θα περιληφθεί, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β του ν. 3869/2010, κατά την οποία "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ917/2024, ΑΠ550/2023,ΑΠ930/2021, ΑΠ883/2021, ΑΠ552/2020, ΑΠ507/2020).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10/3/2023 (με ειδικό αριθμό κατάθεσης 45/2023) αίτηση του Γ. Κ. του Α. , για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10261/2022 τελεσίδικης απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2026.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή