ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 263/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 263/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 263/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 263 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 263/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (λόγω κωλύματος του Αντιπρόεδρου Σωκράτη Πλαστήρα και μετά από την 291/2025 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου, Αθανάσιο Νικολόπουλο και Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ. , για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "EUROLIFE ERB Ασφαλιστική ΑΕΓΑ" και ήδη "EUROLIFE FFH Μονοπρόσωπη ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ξανθίππη Μικρού.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "OLYMPIC ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ" και ήδη "OLYMPIC ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ξανάλατο, που με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 2117/2020 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-6-2021 αίτησή της.

Με την υπ' αριθμό 385/2024 Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 307 εδ. α' και β' ΚΠολΔ "Αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου". Τέτοιος λόγος αδυναμίας είναι, μεταξύ άλλων, η αποχώρηση από την υπηρεσία δικαστή μέλους της σύνθεσης λόγω συνταξιοδότησης ή παραίτησης (ΑΠ 572/2024, ΑΠ 200/2024).

Εξάλλου, η επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ, συζήτηση, αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν αναφέρεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, γιατί οι ως άνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος, στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν αυτός δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες. Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος, ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε, όμως, παραστεί στην αρχική και αντιστρόφως, δικάζεται αντιμωλία (ΑΠ 56/2025, ΑΠ 1860/2024, ΑΠ 855/2024).

Στην προκειμένη περίπτωση, μετά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την αρχική δικάσιμο της 17/3/2023, στην οποία δεν παρέστη η αναιρεσείουσα και την παρέλευση ικανού χρονικού διαστήματος από τη συζήτηση, διαπιστώθηκε αδυναμία έκδοσης απόφασης εκ μέρους της εισηγήτριας Αρεοπαγίτου Χριστίνας-Ζαφειρίας Γαβριηλίδου, οπότε με την από 28/11/2024 και με αριθμό 385/2024 πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 ΚΠολΔ, ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νέα δικάσιμος (21/11/2025) προς επανάληψη της συζήτησης.

Κατά την ανωτέρω δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, παρέστησαν αμφότερες οι διάδικοι, εκπροσωπούμενες από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους. Επομένως, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η αναιρεσείουσα, που δεν είχε παραστεί στην αρχική, αλλά παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, δικάζεται αντιμωλία. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 § 1 περ. β', 309 εδ. α', 321 και 495 § 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των τελεσίδικων αποφάσεων, δηλαδή εκείνων που, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνουν τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με τα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 518 § 2 ΚΠολΔ, αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία η έφεσης είναι δύο έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη. Η τελεσιδικία, της οποίας η ύπαρξη ερευνάται αυτεπαγγέλτως, πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που ασκείται η αναίρεση, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε τη προσβαλλόμενη απόφαση. Οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που υπόκειται, κατ' αρχήν, σε έφεση, μπορεί να προσβληθεί με αίτηση αναίρεσης, από εκείνο τον διάδικο που έχασε το δικαίωμα να ασκήσει έφεση, είτε γιατί παρήλθε άπρακτη, μετά την επίδοση, η προθεσμία για άσκηση έφεσης κατ' αυτής, είτε γιατί παραιτήθηκε, έστω και σιωπηρά, από αυτό. Τέτοια σιωπηρή παραίτηση, με εξαίρεση τις διαφορές του άρθρου 592 ΚΠολΔ, ενέχει η άσκηση εκ μέρους του αναίρεσης, ενώ διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, υπό την προϋπόθεση ότι ο δικηγόρος που υπογράφει την αναίρεση έχει σχετική ειδική πληρεξουσιότητα ή ότι εκ των υστέρων εγκρίθηκε, κατά διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 544 αρ. 4 ΚΠολΔ, η άσκηση αναίρεσης από τον αναιρεσείοντα, όπως συμβαίνει όταν ο τελευταίος παρίσταται αυτοπροσώπως στον Άρειο Πάγο για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή παρέχει πληρεξουσιότητα σε δικηγόρο για τη συζήτησή της, δεδομένου ότι η σιωπηρή αυτή παραίτηση είναι επιτρεπτή και χωρίς τη τήρηση του κατά το άρθρο 297 ΚΠολΔ τύπου, αφού ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά τη παραίτηση από το δικόγραφο ή από το δικαίωμα ένδικου μέσου που έχει ήδη ασκηθεί. Το αποτέλεσμα της παραίτησης, δηλαδή η τελεσιδικία της πρωτόδικης απόφασης, ανατρέχει στο χρόνο άσκησης της αναίρεσης, έστω και αν η επίδοση του δικογράφου της έγινε σε μεταγενέστερο χρόνο (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 377/2025, ΑΠ 82/2025). Υπό τα δεδομένα αυτά, η υπό κρίση, από 11/6/2021 (με ειδικό αριθμό κατάθεσης ....2021), αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 2117/2020 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητα (άρθρα 591 και 614 αριθμ. 6 ΚΠολΔ) και δημοσιεύθηκε στις 18/5/2020 (χωρίς να προκύπτει ή οι διάδικοι να επικαλούνται επίδοσή της), ασκήθηκε παραδεκτά, πριν από την παρέλευση άπρακτης της κατ' άρθρο 518 § 2 ΚΠολΔ προθεσμίας για την άσκηση έφεσης, καθόσον, από την απευθείας άσκηση της αναίρεσης συνάγεται (σιωπηρή) παραίτηση της αναιρεσείουσας από το δικαίωμά της να ασκήσει έφεση. Η παραίτησή της αυτή, για την οποία δεν παρασχέθηκε στην υπογράφουσα το δικόγραφο της αναίρεσης και πληρεξουσία δικηγόρο της, Ξανθίππη Μικρού, η απαιτούμενη, κατ' άρθρο 98 περ. β' ΚΠολΔ, ειδική πληρεξουσιότητα, εγκρίθηκε σιωπηρά από αυτήν και έτσι θεραπεύθηκε η έλλειψη, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. ...2025 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Μ. , με το οποίο παρασχέθηκε από την αναιρεσείουσα στην ως άνω πληρεξουσία δικηγόρο της η εντολή και πληρεξουσιότητα να την εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και ενέκρινε όλες τις πράξεις που αυτή ενήργησε στο πλαίσιο της παρασχεθείσας εντολής. Η έγκριση αυτή, ενεργώντας αναδρομικά, ισχυροποίησε την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης έφεσης, από το χρόνο άσκησης της αναίρεσης και κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφαση τελεσίδικη και υποκείμενη έκτοτε σε αναίρεση, κατά τα προαναφερόμενα. Επισημαίνεται δε ότι, αν και δεν προσκομίζεται βεβαίωση περί μη άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφότερες οι διάδικοι επικαλούνται την τελεσιδικία της. Πρέπει, επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ) και είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ), να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2117/2020 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, με την επωνυμία "OLYMPIC ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ" και ήδη "OLYMPIC ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕ" με την από 5/7/2019 αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, εξέθεσε ότι, στην Αθήνα, στις 22/4/2018, ο μη διάδικος, Α. Σ. , οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ασφαλισμένου για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "EUROLIFE ERB Ασφαλιστική ΑΕΓΑ" (ήδη μετονομασθείσα σε "EUROLIFE FFH Μονοπρόσωπη ΑΕΓΑ") προσέκρουσε από αμέλειά του με το παραπάνω αυτοκίνητο στο κανονικά σταθμευμένο υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της ενάγουσας, υπό τις περιγραφόμενες στην αγωγή συνθήκες. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να της καταβάλει, ως αποζημίωση, το ποσό των 2.276,68 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Το Ειρηνοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της. Στο άρθρο 1 του ν. 2859/2000 "Κύρωση Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας" (όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο), ο οποίος κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο το ν. 1642/1986, ορίζεται ότι: "Επιβάλλεται φόρος κύκλου εργασιών με την ονομασία "φόρος προστιθέμενης αξίας" σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Ο φόρος αυτός επιρρίπτεται από τον κατά νόμο υπόχρεο σε βάρος του αντισυμβαλλομένου", στο άρθρο 2 παρ. 1 ότι: "Αντικείμενο του φόρου είναι α) η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών, εφόσον πραγματοποιούνται από επαχθή αιτία στο εσωτερικό της χώρας από υποκείμενο στο φόρο που ενεργεί με αυτή την ιδιότητα...", στο άρθρο 3 παρ. 1 ότι: "Στο φόρο υπόκειται: α) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ημεδαπό ή αλλοδαπό ή ένωση προσώπων, εφόσον ασκεί κατά τρόπο ανεξάρτητο οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασης, τον επιδιωκόμενο σκοπό ή το αποτέλεσμα της δραστηριότητας αυτής... " και στο άρθρο 16 παρ. 1 ότι: "Η φορολογική υποχρέωση γεννάται και ο φόρος γίνεται απαιτητός από το Δημόσιο κατά το χρόνο που πραγματοποιείται η παράδοση των αγαθών και η παροχή των υπηρεσιών...".

Περαιτέρω, στο άρθρο 30 του ως άνω ΚΦΠΑ ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: Στην παρ. 1 ότι: "Ο υποκείμενος στο φόρο δικαιούται να εκπέσει, από το φόρο που αναλογεί στις ενεργούμενες από αυτόν πράξεις παράδοσης αγαθών, παροχής υπηρεσιών και ενδοκοινοτικής απόκτησης αγαθών, το φόρο με τον οποίο έχουν επιβαρυνθεί η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών που έγιναν σε αυτόν και η εισαγωγή αγαθών, που πραγματοποιήθηκε από αυτόν, καθώς και το φόρο που οφείλεται για τις ενδοκοινοτικές αποκτήσεις αγαθών που πραγματοποιήθηκαν από αυτόν. Η έκπτωση αυτή παρέχεται κατά το μέρος που τα αγαθά και οι υπηρεσίες χρησιμοποιούνται για την πραγματοποίηση πράξεων που υπάγονται στο φόρο.... ". Στην παρ. 3 ότι: "Το δικαίωμα έκπτωσης γεννάται κατά το χρόνο που ο φόρος καθίσταται απαιτητός, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 16, 17 και 18 του παρόντος". Στην παρ. 4 ότι "Δεν παρέχεται δικαίωμα έκπτωσης του φόρου με τον οποίο έχουν επιβαρυνθεί οι δαπάνες:.. ε) αγοράς, εισαγωγής η ενδοκοινοτικής απόκτησης επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης μέχρι εννέα (9) θέσεων, μοτοσικλετών και μοτοποδηλάτων, σκαφών και αεροσκαφών ιδιωτικής χρήσης που προορίζονται για αναψυχή ή αθλητισμό, καθώς και οι δαπάνες καυσίμων, επισκευής, συντήρησης, μίσθωσης και κυκλοφορίας αυτών γενικά. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται για τα πιο πάνω μεταφορικά μέσα, εφόσον προορίζονται για πώληση, μίσθωση ή μεταφορά προσώπων με κόμιστρο...". Επίσης, στο άρθρο 32 παρ. 1 του αυτού ΚΦΠΑ ορίζεται ότι: "Το δικαίωμα έκπτωσης του φόρου μπορεί να ασκηθεί, εφόσον ο υποκείμενος στο φόρο κατέχει: α) βεβαίωση περί υποβολής δήλωσης έναρξης εργασιών της περίπτωσης αυτής παραγράφου 1 του άρθρου 36, β) νόμιμο τιμολόγιο ή άλλο αποδεικτικό στοιχείο που επέχει θέση τιμολογίου, από τα οποία αποδεικνύονται οι παραδόσεις αγαθών και οι παροχές υπηρεσιών που γίνονται σε αυτόν και ο φόρος με τον οποίο επιβαρύνθηκαν, γ) στοιχεία από τα οποία αποδεικνύεται η εισαγωγή αγαθών από αυτόν, καθώς και ο φόρος, με τον οποίο επιβαρύνθηκαν τα αγαθά, δ) νόμιμο τιμολόγιο ή άλλο αποδεικτικό στοιχείο που επέχει θέση τιμολογίου ή την περιοδική δήλωση της οικείας φορολογικής περιόδου, στην περίπτωση που δεν υπάρχει άλλο αποδεικτικό στοιχείο, για τις πραγματοποιούμενες ενδοκοινοτικές αποκτήσεις αγαθών, καθώς και τις λήψεις υπηρεσιών για τις οποίες είναι ο ίδιος υπόχρεος στο φόρο, εφόσον οι πράξεις αυτές έχουν καταχωρηθεί στα τηρούμενα βιβλία του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, ε) κυρωμένο αντίγραφο της έκτακτης περιοδικής δήλωσης ή της ειδικής δήλωσης της περίπτωσης γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 36, όπου προβλέπεται η καταβολή φόρου με τις δηλώσεις αυτές, από τις οποίες αποδεικνύεται η καταβολή του φόρου". Με βάση τα ως άνω, συνάγεται ότι, για το θέμα που ενδιαφέρει στην ερευνώμενη υπόθεση, για να ασκηθεί το δικαίωμα έκπτωσης του φόρου από τον υποκείμενο στο φόρο απαιτείται επαχθής αιτία συναλλαγής και δη σύμβαση από τη συνήθη επαγγελματική δραστηριότητα του υποκείμενου στο φόρο και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ισχύουσας φορολογικής νομοθεσίας και όχι να υφίσταται αδικοπραξία, όπως στη περίπτωση που τα ποσά των ανταλλακτικών και των εργασιών επισκευής βλαβέντος από αυτοκινητικό ατύχημα οχήματος συνιστούν ζημία από αδικοπραξία. Σε περίπτωση μη επιδίκασης του ΦΠΑ για την ως άνω αιτία η θέση του υπόχρεου προς αποζημίωση θα καθίστατο ευνοϊκότερη και αυτό θα ερχόταν σε αντίθεση προς την αρχή της πλήρους αποζημίωσης του ζημιωθέντος από αδικοπραξία δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 914 του ΑΚ, κατά τις οποίες η αποζημίωση περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της παρούσας περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος και εκείνης στην οποία θα τελούσε αν δεν συνέβαινε το ζημιογόνο γεγονός. Ειδικώς σε περίπτωση βλάβης οχήματος, στη μείωση της περιουσίας του ιδιοκτήτη (θετική ζημία) περιλαμβάνεται η αξία των ανταλλακτικών, το κόστος της εργασίας επισκευής, αλλά και ο ανάλογος ΦΠΑ (ΑΠ 1319/2025, ΑΠ 420/2025, ΑΠ 1519/2023). Οι εταιρείες επισκευής αυτοκινήτων οφείλουν να εκδίδουν, ως έχουν υποχρέωση εκ του νόμου, φορολογικό στοιχείο στο οποίο αναγράφουν, πέραν της αξίας του κόστους των ανταλλακτικών και τις υπηρεσίες που παρέχουν και τον αναλογούντα ΦΠΑ. Με την πράξη αυτή υλοποιούν κατά νόμο τις υποχρεώσεις τους, όπως αυτές προκύπτουν από τις ρυθμίσεις των ΕΛΠ (Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα) και του ΚΦΠΑ (Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας). Ουδεμία, όμως, διάταξη νόμου προβλέπει να συμψηφίζεται ο ΦΠΑ της ζημίας ειδικά στην περίπτωση αποζημίωσης από αδικοπραξία, όπως αναφέρθηκε, ως αυτόματη και άμεση συνέπεια του ζημιογόνου γεγονότος. Αυτός (ΦΠΑ), καταρχάς, συνιστά ζημία του παθόντος και ο παθών θα συμψηφίσει το ποσό του ΦΠΑ με τον προς απόδοση φόρο του, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις από την ισχύουσα εκάστοτε φορολογική νομοθεσία που εξυπηρετεί ίδιο και αυτοτελή σκοπό, δηλαδή την είσπραξη των θεσμοθετημένων φόρων, που κείται όμως πέραν και ανεξαρτήτως της επίδικης ζημίας. Και αυτό διότι, ο συμψηφισμός του ΦΠΑ από τον ζημιωθέντα, στηρίζεται σε αυτοτελή λόγο κτήσεως (αυτοτελής παροχή) που απορρέει από το ιδιαίτερο νομοθετικό πλαίσιο του φορολογικού δικαίου με την οποία επιδιώκεται ίδιος σκοπός, προβλέπεται υπέρ του ζημιωθέντος και εξαρτάται από το νόμο εξαιτίας προγενέστερης επαγγελματικής του δραστηριότητας, η οποία είναι αυτόνομη και δεν συνέχεται με την ένδικη ζημία, αφού αναγνωρίζεται ως ωφέλεια στον ζημιωθέντα, εξυπηρετώντας ίδιο σκοπό ανεξάρτητα και παράλληλα, άρα σωρευτικά με τη ζημία και κατά συνέπεια δεν θα πρέπει να συνυπολογίζεται - αφαιρείται ως κέρδος κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης και ωφέλεια του παθόντος από τον συμψηφισμό του ΦΠΑ της ζημίας με τον προς απόδοση φόρο του (ΑΠ 1319/2025, ΑΠ 420/2025, ΑΠ 1519/2023).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ (όπως ίσχυε πριν τη διαμόρφωσή της με το άρθρο 26 του ν. 5134/2024), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 597/2024, ΑΠ 1212/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση, η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι και η από τον αριθμό 6 του ίδιου άρθρου) αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 30 §§ 1 και 4 περιπτ. ε' του ν. 2859/2000, απέρριψε ως μη νόμιμη την ένστασή της περί συνυπολογισμού ζημίας και οφέλους, που θεμελιώνεται στον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ως εμπορική εταιρεία, γνωστή με το σήμα AVIS και δραστηριοποιούμενη στην παροχή υπηρεσιών με την εκμίσθωση πάσης φύσεως οχημάτων, συμψήφισε το ποσό που κατέβαλε για τον ΦΠΑ που αναλογεί στις δαπάνες αγοράς ανταλλακτικών και επισκευής του αυτοκινήτου της, με τον Φ.Π.Α. που ως επιτηδευματίας-εμπορική εταιρεία, εισπράττει και οφείλει να αποδώσει στο Δημόσιο.

Το Ειρηνοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της σχετικά με τον ανάλογο ΦΠΑ επί των τιμολογίων αγοράς ανταλλακτικών και επισκευής του οχήματος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, δέχθηκε, κατά πιστή αντιγραφή, τα εξής:

"Εξάλλου, η ένσταση που προέβαλε η εναγόμενη περί συμψηφισμού κέρδους-ζημίας αναφορικά με τον Φ.Π.Α που εμπεριέχεται στο άνω τιμολόγιο ποσοστού 24%, (83,76€) είναι μη νόμιμη, αφού σύμφωνα με τον ν.1642/1986 περί φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, επιβάλλεται φόρος προστιθέμενης αξίας που επιρρίπτεται από τον κατά νόμο υπόχρεο σε βάρος του αντισυμβαλλομένου (άρθρο 1). Αντικείμενό του είναι η παράδοση αγαθών από επαχθή αιτία στο εσωτερικό της χώρας από υποκείμενο σε φόρο (άρθρο 2) και στον φόρο αυτό υπόκειται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εφόσον ασκεί κατά τρόπο ανεξάρτητο, οικονομική δραστηριότητα (άρθρο 3).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 3 του ως άνω νόμου σε περίπτωση παράδοσης αγαθών επένδυσης κατά της πενταετούς περιόδου, ενεργείται εφάπαξ διακανονισμός μέσα στο ίδιο έτος.

Στην προκειμένη περίπτωση επομένως, η ενάγουσα δικαιούται να περιλάβει στο αιτούμενο ποσό της αποζημίωσης της και τον ΦΠΑ, καθόσον ο φόρος αυτός δεν αφορά αγαθά επένδυσης, μη υπαγόμενος ως εκ τούτου σε διακανονισμό, αλλά δαπάνη που αποδίδεται. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα θα εισπράξει τον φόρο αυτόν από την εναγομένη και θα τον αποδώσει στο Ελληνικό Δημόσιο, με το τιμολόγιο είσπραξης αποζημίωσης, το οποίο θα εκδώσει. Η ενάγουσα για την αγορά ανταλλακτικών επισκευής του αυτοκινήτου της καταβάλλει ΦΠΑ, ο οποίος θεωρείται έξοδο και περιουσιακή ζημία την οποία η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να της αποδώσει. Ο φόρος προστιθέμενης αξίας που αναλογεί στην αγορά δαπάνης ανταλλακτικών προς επισκευή του αυτοκινήτου της, δεν υπόκειται σε διακανονισμό και πρέπει ως περιουσιακή ζημία της να αποκατασταθεί.

Σημειώνεται εξάλλου ότι κατά την είσπραξη του ποσού της αποζημίωσης στην οποία περιλαμβάνεται και ο ΦΠΑ του τιμολογίου αγοράς ανταλλακτικών και παροχής υπηρεσιών που έχει καταβάλει η ενάγουσα, υποχρεούται από τον ίδιο νόμο (1642/1986) να εκδώσει τιμολόγιο είσπραξης αποζημίωσης, κατά την έκδοση του οποίου υποχρεούται να αποδώσει τους αναλογούντες ΦΠΑ στο Ελληνικό Δημόσιο. Έτσι η ενάγουσα, καταβάλλοντας ΦΠΑ τόσο στον πωλητή ανταλλακτικών όσο και στον εργολάβο των πραγματοποιηθέντων εργασιών, θα εισπράξει τους ΦΠΑ από την εναγομένη και θα τους αποδώσει στο Ελληνικό Δημόσιο, με συνέπεια να μην έχει κέρδος ούτε ζημία. Αντιθέτως, εάν δεν καταβληθούν οι ΦΠΑ στην ενάγουσα ως αποζημίωση τότε αυτή θα έχει καταβάλει ΦΠΑ για την αγορά ανταλλακτικών και για εργασίες και θα αποδώσει ΦΠΑ στο Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς να έχει εισπράξει τους καταβληθέντες ΦΠΑ, συνεπώς θα έχει υποστεί ζημία".

Έτσι όπως έκρινε το Ειρηνοδικείο και ειδικότερα ότι πρέπει να επιδικασθεί στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία ο Φ.Π.Α. που αναλογεί στις δαπάνες επισκευής του προαναφερθέντος οχήματός της, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων των άρθρων 1, 2, 3, 4, 30 και 32 του ν. 2859/2000 (σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 297, 298, 914 του ΑΚ) αφού δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις έκπτωσης του φόρου Φ.Π.Α., που ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 30 και 32 του ν. 2859/2000, σύμφωνα με τις οποίες, για να ασκηθεί το δικαίωμα έκπτωσης του φόρου από τον υποκείμενο στο φόρο, απαιτείται επαχθής αιτία συναλλαγής και δη σύμβαση από τη συνήθη επαγγελματική δραστηριότητα του υποκείμενου στο φόρο και όχι ζημία από αδικοπραξία, όπως είναι οι δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη για την επισκευή του οχήματος της. Σε περίπτωση δε, μη επιδίκασης του Φ.Π.Α. για την άνω αιτία, η θέση του υπόχρεου προς αποζημίωση θα καθίστατο ευνοϊκότερη, σε αντίθεση προς την αρχή της πλήρους αποζημίωσης του ζημιωθέντος από αδικοπραξία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 του ΑΚ. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 560 αρ. 5 περιπτ. β' του ΚΠολΔ (όπως ίσχυε πριν τη διαμόρφωσή του με το άρθρο 26 του ν. 5134/2024), αναιρετικός λόγος κατά τελεσίδικης απόφασης ειρηνοδικείου και κατά απόφασης πρωτοδικείου, που εκδίδεται επί έφεσης κατά απόφασης ειρηνοδικείου, ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 § 2 του ΚΠολΔ), ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 1296/2025, ΑΠ 420/2025, ΑΠ 900/2024). Τέλος, κατά το άρθρο 300 ΑΚ "αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Το ίδιο ισχύει και όταν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία ή δεν επέστησε την προσοχή του οφειλέτη στον κίνδυνο ασυνήθιστα μεγάλης ζημίας, τον οποίο ο οφειλέτης ούτε γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει...".

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 560 αρ. 5 περιπτ. β' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση συντρέχοντος πταίσματος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης στην έκταση της ζημίας της (άρθρο 300 ΑΚ), λόγω της παράλειψής της να συμψηφίσει τον ΦΠΑ που αναλογεί στη δαπάνη αγοράς ανταλλακτικών και εργασιών επισκευής του οχήματός της, με τον ΦΠΑ που εισέπραξε από πελάτες της και υποχρεούται να αποδώσει στο Δημόσιο. Με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, όμως, η ένσταση της αναιρεσείουσας είναι μη νόμιμη, αφού τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν μπορούν να θεμελιώσουν συντρέχον πταίσμα της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης στην έκταση της ζημίας της. Τούτο διότι, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, οι δαπάνες στις οποίες αυτή υποβλήθηκε για την επισκευή του οχήματος της, συνιστούν ζημία της από αδικοπραξία, περίπτωση κατά την οποία δεν προβλέπεται από διάταξη νόμου ο συμψηφισμός του ΦΠΑ που αναλογεί στην αποζημίωσή της για την ως άνω αιτία, δεδομένου ότι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 30 και 32 του ν. 2859/2000, για να ασκηθεί το δικαίωμα έκπτωσης του φόρου από τον υποκείμενο στο φόρο, απαιτείται επαχθής αιτία συναλλαγής και δη σύμβαση από τη συνήθη επαγγελματική δραστηριότητα του υποκείμενου στο φόρο και όχι ζημία από αδικοπραξία, όπως στην ένδικη περίπτωση. Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας, που δεν απάντησε στον παραπάνω μη νόμιμο ισχυρισμό, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 560 αριθ. 5 περιπτ. β' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, απορριπτομένου ως αβασίμου του δεύτερου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκησή της και να καταδικαστεί η τελευταία, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 § 1 και 191 § 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11/6/2021 (με ειδικό αριθμό κατάθεσης ....2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2117/2020 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή