ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 267/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 267/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 267/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 267 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 267 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου, Αθανάσιο Νικολόπουλο και Αμαλία Βασιλοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ. , για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Κ. του Π. και 2) Δ. Κ. του Κ. , κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θεοδώρα Γιαννακοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "INTRUM HELLAS ΑΕΔΑΔΠ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA BANK ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-2-2014 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκε με την κύρια παρέμβαση της 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 961/2023 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1359/2025 τελεσίδικη του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-5-2025 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αμαλία Βασιλοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 8-5-2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2025, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 1359/2025 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. Κ.Πολ.Δ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν.3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλομένη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 79/2025, ΑΠ1034/2024).

Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3,566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν.4335/2015 (ΦΕΚ ...-2015),εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι αναιρεσείοντες επικαλούνται επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης.

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ (όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του από το άρθρο 59 του ν.5221/2025 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση- άρθρο 168 παρ.3 του ίδιου νόμου), προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.

Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τις προσκομιζόμενες από τους αναιρεσείοντες με αριθ. ...-2025 , ... , ... και ...-2025 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στη Περιφέρεια του Εφετείου Πειραιά, Α. Λ. , προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 8/5/2025 , αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ'αυτή, επιδόθηκε,με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις αναιρεσίβλητες. Επομένως, αφού οι τελευταίες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, που εφαρμόζεται κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ.2 του ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.3 του ΚΠολΔ, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης, υποχρεούται να καταθέσει το προβλεπόμενο από την εν λόγω διάταξη παράβολο, σε περίπτωση δε, που αυτό δεν κατατεθεί, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, η δε υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 614 αριθ.3 και 5,και 592 αριθ.1 και 3. Στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, ορίζονται οι λόγοι αναίρεσης, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο από τον αριθμό 14 της ως άνω διάταξης, λόγος, σύμφωνα με τον οποίο, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, ενώ στο άρθρο 560 του ως άνω κώδικα, ορίζονται, περιοριστικώς, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των κατ' έφεση αποφάσεων των πρωτοδικείων, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης.

Περαιτέρω, στη διάταξη, του άρθρου 560 αριθ.5 ΚΠολΔ ορίζεται ότι επιτρέπεται αναίρεση κατά των προαναφερόμενων αποφάσεων (ειρηνοδικείων και κατ'έφεση αποφάσεων πρωτοδικείων) "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Κατά την έννοια της προαναφερομένης διάταξης, ως "πράγματα", νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό μέσο(πχ βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό μέσο (π.χ. ένσταση, αντένσταση) (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ150/2015), ο δε ισχυρισμός αυτός θα πρέπει να έχει προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Δηλαδή με την εν λόγω διάταξη ιδρύεται λόγος αναίρεσης και για τη λήψη ή για τη μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας " πραγμάτων" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκη, ήτοι αυτοτελών ισχυρισμών που διαμόρφωσαν ή ήταν ικανά να διαμορφώσουν το διατακτικό της απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989),θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 2/2001). Ο ισχυρισμός του διαδίκου ότι κατέβαλε το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 παράβολο για την άσκηση του ενδίκου μέσου, είναι ισχυρισμός που τείνει στην θεμελίωση δικονομικού δικαιώματος (καθόσον η καταβολή του παραβόλου αφορά την τυπική προυπόθεση του παραδεκτού του ενδίκου μέσου, η δε μη καταβολή του έχει ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με την προαναφερομένη διάταξη, την απόρριψη ως απαράδεκτου του ενδίκου μέσου) και μπορεί να προβληθεί ως λόγος αναίρεσης, για τις αποφάσεις των ειρηνοδικείων και των κατ' έφεση πρωτοδικείων, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, ανεξαρτήτως της διαδικασίας με βάση την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, καθ'όσον η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας του εν λόγω ισχυρισμού (ο οποίος εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας), δύναται να διαμορφώσει το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης.

Στην ερευνώμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση, του ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, την αιτίαση του αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι ότι το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την έφεσή τους και ειδικότερα ισχυρίζονται : α) ότι το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά), εσφαλμένα απέρριψε την έφεσή τους ως απαράδεκτη λόγω μη καταβολής του απαιτουμένου παραβόλου, καθ' όσον αυτοί, κατέβαλαν στο Δημόσιο το σχετικό παράβολο και κατά την κατάθεση της εν λόγω έφεσής τους στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατέθεσαν και το σχετικό παράβολο, β) ότι αυτοί έκαναν μνεία του αριθμού του ως άνω παραβόλου, στις σχετικές προτάσεις που κατέθεσαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, γεγονός που διέλαθε της προσοχής του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο στην προσβαλλομένη απόφασή του αναφέρει, εσφαλμένα, ότι αυτοί δεν αναφέρουν στις προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιόν του, ότι κατέθεσαν και το απαιτούμενο από το νόμο παράβολο.

Σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, επειδή η προσβαλλομένη απόφαση είναι του Μονομελούς Πρωτοδικείου, οι αναιρεσείοντες μπορούν να προβάλλουν μόνο τους αναφερόμενους περιοριστικώς στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται αντίστοιχος του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Όμως ορθώς εκτιμώμενος ο ως άνω προβαλλόμενος από αυτούς μοναδικός λόγος αναίρεσης, εμπίπτει στην ρύθμιση του αναφερόμενου, στον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγου, σύμφωνα με τον οποίο ιδρύεται λόγος αναίρεσης και στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα" (δηλαδή ισχυρισμούς κατά την έννοια που προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας), που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και δη την προσβαλλομένη απόφαση, τις προτάσεις που αυτοί κατέθεσαν ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και το ακριβές αντίγραφο της από 5-7-2023 έφεσής τους κατά της με αριθ. 961/2023 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πειραιά, που παραδεκτώς επισκοπούνται από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με την προσκομιζομένη από τους αναιρεσείοντες, από 6-5-2025 βεβαίωση της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Πειραιά Μ. Μ. , προκύπτουν τα ακόλουθα: οι αναιρεσείοντες κατά την κατάθεση της ως άνω έφεσής τους, ενώπιον της γραμματείας του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου Πειραιά), κατέθεσαν και το παράβολο (με αριθμό .../23 e-παράβολο), ποσού 75 ευρώ, ήτοι το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως αυτή τροποποιήθηκε ως προς το ύψος του ποσού του απαιτουμένου παραβόλου από τη διάταξη του άρθρου 35 παρ.2 του ν. 4446/2016 και ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της έφεσης. Όμως, λόγω μηχανογραφικού προβλήματος, στην έκθεση κατάθεσης του επικυρωμένου αντιγράφου που χορηγήθηκε στην πληρεξουσία Δικηγόρου των αναιρεσειόντων Θεοδώρα Γιαννακοπούλου, το οποίο αυτή προσκόμισε στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, καίτοι αναγράφηκε ότι κατατέθηκε το παράβολο, εντούτοις δεν αναγράφηκε ο αριθμός του παραβόλου. Οι αναιρεσείοντες, στις από 5-12-2024 έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (σελ. 25) επικαλέστηκαν ότι κατέθεσαν και το απαιτούμενο, για την άσκηση της έφεσής τους παράβολο, κάνοντας μάλιστα μνεία και του αριθμού (κωδικού) αυτού.

Παρά ταύτα, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε επί λέξει τα εξής: "Το δικόγραφο της έφεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την εκκαλουμένη απόφαση ......... χωρίς να επισυναφθεί στη σχετική έκθεση το απαιτούμενο για την παραδεκτή άσκηση του ενδίκου μέσου, παράβολο........

Εξάλλου στην προαναφερόμενη έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου δεν διαλαμβάνεται σχετική μνεία περί κατάθεσης του προβλεπομένου παραβόλου, τα δε προσκομιζόμενα μετ'επικλήσεως από τους εκκαλούντες έγγραφα, δεν εισφέρουν κάτι περί του αντιθέτου, ενώ στις κατατεθείσες στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις των εκκαλούντων ουδεμία αναφορά γίνεται περί καταβολής αυτού. Εξυπακούεται δε ότι μόνη η έκδοση του υπ' αριθμ. ... e- παραβόλου δεν ισοδυναμεί με καταβολή του παραβόλου, αφού αυτό (ηλεκτρονικό παράβολο) δε συνοδεύεται από σχετικό αποδεικτικό καταβολής συγκεκριμένου ποσού. Επομένως........πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί ως απααράδεκτη". Δεχόμενο το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τα προαναφερόμενα, αρκέστηκε στο ότι δεν αναγραφόταν ο αριθμός του παραβόλου στην έκθεση κατάθεσης του προσκομιζομένου αντιγράφου της έφεσης ( καίτοι τούτο δεν απαιτείται από το νόμο) και κατόπιν αυτού, αγνοώντας το γεγονός ότι προσκομιζόταν το εν λόγω παράβολο και μη λαμβάνοντας υπόψη του τον προταθέντα από τους αναιρεσείοντες, ως άνω, ισχυρισμό περί καταθέσεως του απαιτουμένου παραβόλου (ισχυρισμό που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης) ούτως ώστε να τον ερευνήσει περαιτέρω, απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, δεχόμενο μάλιστα, εσφαλμένα, ότι οι αναιρεσείοντες, δεν κάνουν μνεία στις προτάσεις τους περί καταθέσεως του απαιτουμένου παραβόλου. Ως εκ τούτου, εφόσον είχε καταβληθεί από τους προαναφερόμενους το εν λόγω παράβολο κατά την κατάθεση της έφεσης και αυτοί προέβαλαν τον ισχυρισμό αυτό (που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης) με τις προτάσεις τους, ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, πλην όμως το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν τον έλαβε υπόψη του, αναφέροντας μάλιστα στην προσβαλλομένη απόφασή του τα αντίθετα (ήτοι ότι δεν προβλήθηκε από αυτούς ο εν λόγω ισχυρισμός), είναι βάσιμος ο από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (όπως εκτιμάται από το Δικαστήριο ο προβαλλόμενος από τους αναιρεσείοντες λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με το προεκτεθέντα.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη με αριθ. 1359/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και, στη συνέχεια, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 του ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που αυτοί κατέθεσαν στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ .3 του ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 του ν.3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ.6 εδ. β' του ν.3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται ...." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 82/2025, ΑΠ597/2024).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθ. 1359/2025 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που έχουν καταθέσει για την άσκηση της αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή