ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 268/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 268/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 268/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 268 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 268/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ζωή Καραχάλιου, Αθανάσιο Νικολόπουλο, Μαρία Τατσέλου και Αμαλία Βασιλοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2026, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ. , για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βακουφάρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Κ. , κατοίκου ... , ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "EUROINS INSURANCE GROUP", που εδρεύει στη Σόφια Βουλγαρίας και εκπροσωπείται νόμιμα, δραστηριοποιείται δε στην Ελλάδα μέσω της θυγατρικής ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "EUROINS GREECE" και ήδη από την ειδική αντιπρόσωπο αυτής, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "AFES GREECE ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και δ.τ. "AFES GREECE", που εδρεύει στο Παλαιό Φάληρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Ρουβά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην εν λόγω από 8-1-2026 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της, δήλωσε την ως άνω μεταβολή - αλλαγή της ειδικής αντιπροσώπου της αναιρεσίβλητης εταιρείας στην Ελλάδα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 319/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8600/2020 τελεσίδικη του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-1-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αμαλία Βασιλοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την υπό κρίση, από 21-1-2021 και με αρ. καταθ. .../2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται, η κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα με αριθ. 8600/2020 τελεσίδικη απόφαση, του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3,566 παρ.1-3 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν.4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι αναιρεσείουσα επικαλείται επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης.

2. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ (όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 59 του ν.5221/2025 και κατ' άρθρ. 168 παρ. 3 του ίδιου νόμου τίθεται σε ισχύ από την 1-1-2026), προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.

Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Σε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσείοντος, η αναίρεση απορρίπτεται, εφόσον είναι παραδεκτή, ενώ σε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσίβλητου, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του.

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα με αριθ. ...-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή στην Περιφέρεια του Εφετείου Θεσσαλονίκης, Π. Ι. , προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 21-1-2021 , αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο της 12-1-2024, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον α'αναιρεσίβλητο.

Κατά τη δικάσιμο εκείνη, ο α' αναιρεσίβλητος ήταν απών και η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (9-1-2926), αλλά και κατά τη νέα, μετ' αναβολή, δικάσιμο ο προαναφερόμενος α' αναιρεσίβλητος, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Όμως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ.4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ που εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 ΚΠολΔ), αφού ο ως άνω αναιρεσίβλητος είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί για να παραστεί κατά την πιο πάνω αρχική δικάσιμο κατά την οποία αυτός ήταν απών, δεν χρειάζεται νέα κλήτευσή του για την μετ' αναβολή δικάσιμο, καθ' όσον η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Επομένως πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση, παρά την απουσία αυτού.

3. α) Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων, μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.....Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προυποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 4/2005) ,η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006).

β) Περαιτέρω , κατά τη διάταξη του άρθρου 466 παρ.1 ΚΠολΔ , όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (που ισχύει, από 1-1-2016), αν το αντικείμενο της διαφοράς υπάγεται στο Ειρηνοδικείο και αφορά απαιτήσεις, καθώς και δικαιώματα επάνω σε κινητά πράγματα ή τη νομή τους και η αξία του δεν είναι μεγαλύτερη από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ, εφαρμόζονται τα άρθρα 467 έως 471 δηλαδή οι ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές.

γ) Στην περίπτωση που δικαστική απόφαση εκδόθηκε κατ' εσφαλμένη διαδικασία, το ένδικο μέσο είναι παραδεκτό, εφόσον επιτρέπεται είτε βάσει της διαδικασίας που εφαρμόστηκε είτε βάσει αυτής που έπρεπε να εφαρμοσθεί (Ολ ΑΠ 5/1985). Τούτο ισχύει και στην περίπτωση κατά την οποία ειδική διάταξη νόμου δεν επιτρέπει την άσκηση ορισμένου ενδίκου μέσου κατά των εκδιδομένων, κατά την υπ' αυτής προβλεπομένη διαδικασία αποφάσεων, ως εκ της φύσεως των υποθέσεων που υπάγονται σ'αυτήν, διότι δίκαιον και επιεικές είναι, τα σφάλματα του δικαστηρίου ως προς το είδος της τηρητέας για την εκδίκαση της υποθέσεως διαδικασίας να μην αποβαίνουν σε βάρος των διαδίκων, ιδίως όταν κατά την εσφαλμένως τηρηθείσα διαδικασία δεν ερευνήθηκαν από το δικαστήριο ενστάσεις και ισχυρισμοί των διαδίκων, που ενδεχομένως θα ερευνώνταν κατά τη διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί, ώστε οι διάδικοι να μη στερηθούν ενδίκου μέσου που επιτρέπεται κατά της αποφάσεως, που εξεδόθη κατά τη διαδικασία η οποία δεν επιτρέπει την άσκηση ενδίκου μέσου (αρχή της μείζονος εύνοιας). Όμως η συγκεκριμένη πλημμέλεια, δηλαδή η αιτίαση που προσάπτεται με αναίρεση στο δικαστήριο της ουσίας ότι εσφαλμένα κήρυξε απαράδεκτο το ένδικο μέσο της έφεσης κρίνοντας ότι η πρωτόδικη απόφαση δεν υπέκειτο σε έφεση, βρίσκει έρεισμα στον εκ του αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο οποίος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, εφόσον η επίκληση εφαρμογής εσφαλμένης διαδικασίας ανάγεται σε δικονομικούς κανόνες. Αντίστοιχη πλημμέλεια όμως δεν προβλέπεται επί προσβολής αποφάσεων ειρηνοδικείου και κατ' έφεση αποφάσεων πρωτοδικείου, για εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 512, 466-471 ΚΠολΔ που συνιστούν δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου κανόνες, και τούτο διότι, στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπου αναφέρονται περιοριστικώς οι λόγοι αναίρεσης επί προσβολής αποφάσεων ειρηνοδικείου και κατ' έφεση αποφάσεων πρωτοδικείου, δεν περιέχεται αντίστοιχη διάταξη με αυτήν του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ (ΑΠ 2075/2022,ΑΠ 1163/2021). Άλλωστε, οι διατάξεις της ειδικής διαδικασίας των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επόμ. ΚΠολΔ), καθιερώνουν διαδικασία κατά τεκμήριο ανώτερη από την διαδικασία που εφαρμόζεται στις υποθέσεις των μικροδιαφορών (άρθρα 466 έως 472 ΚΠολΔ).

δ) Περαιτέρω, η νομολογία των δικαστηρίων δεν αποτελεί κανόνα δικαίου στο ισχύον δίκαιο, αλλά ερμηνεύει τους κανόνες δικαίου.

ε) Το άρθρο 6 παρ.1 της από 4-11-1950 Ευρωπαικής Συμβάσεως της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ 53/1975 (ΕΣΔΑ), που θεσπίζει την αρχή της δίκαιης δίκης, αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθ' ο μέρος με αυτό θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια, δίκαια, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας, η δε παραβίασή της εμπίπτει στο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 (άρα και στον αντίστοιχο του 560 αριθ.1). Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση της άνω διατάξεως όταν το δικαστήριο που πληροί τις προυποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεως, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου , αλλά η πλημμέλεια αυτής της αποφάσεως ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα (Ολ ΑΠ 2/2008).

4. Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που επισκοπούνται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.2 ΚΠολΔ , προκύπτουν τα ακόλουθα επί της διαδικαστικής πορείας της ένδικης υπόθεσης. Η αναιρεσείουσα με την από 22-2-2018 αγωγή της που κατέθεσε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (ήδη αναιρεσίβλητοι) να της καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των 2.000,15 ευρώ, νομιμοτόκως, για ζημία που υπέστη ο ασφαλισμένος της από αυτοκινητικό ατύχημα που οφειλόταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα του α'αναιρεσίβλητου, καθόσον αυτή, στο πλαίσιο ασφαλιστικής σύμβασης, αποζημίωσε τον ασφαλισμένο της και αυτός εκχώρησε και μεταβίβασε σε αυτήν όλα τα δικαιώματά του κατά των ενεχομένων σε αποζημίωσή του που πηγάζουν από το εν λόγω αυτοκινητικό ατύχημα και σχετίζονται με την καταβολή, εκ μέρους της, του ως άνω ποσού προς τον ασφαλισμένο της και έτσι αυτή υποκαταστάθηκε στα δικαιώματά του.

Το ως άνω Ειρηνοδικείο, με την υπ' αριθ. 319/2919 απόφασή του, αφού δίκασε την αγωγή κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 παρ.6 και 591 ΚΠολΔ), την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η αναιρεσίβλητη, άσκησε έφεση κατά της προαναφερομένης απόφασης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο με την υπ' αριθ. 8600/2020 απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Η κρινόμενη έφεση.......δεν έχει ασκηθεί παραδεκτά, καθώς η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, υπάγεται , με βάση την αξία του αντικειμένου της, η οποία ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 2.000,15 ευρώ (άρθρα 7 και 9 εδ. α' και β' ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς το άρθρο 591 παρ.1 εδ. α' του ίδιου Κώδικα.....) και υπολείπεται, επομένως του ποσού των 5.000 ευρώ, στη διαδικασία των άρθρων 466 έως 471 ΚΠολΔ (άρθρο 466 παρ.1 ΚΠολΔ), η οποία με βάση τη διάταξη του άρθρου 591 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ και ελλείψει οποιασδήποτε αντίθετης διάταξης, εφαρμόζεται επί του συνόλου των υποθέσεων αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου με αντικείμενο αξίας μικρότερης των 5.000 ευρώ που έχουν εισαχθεί προς εκδίκαση με αγωγές που κατατέθηκαν από την 1-1-2016, με συνέπεια η εκκαλουμένη απόφαση να είναι ανέκκλητη (άρθρο 512 ΚΠολΔ), χωρίς ο χαρακτήρας της αυτός να αναιρείται από το γεγονός ότι η υπόθεση συζητήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών.

Συντρέχει, επομένως, νόμιμη περίπτωση να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπό κρίση έφεση, παρά το γεγονός μάλιστα ότι δεν έχει διατυπωθεί καμία σχετική αιτίαση από την πλευρά των εφεσιβλήτων, καθώς η συνδρομή των προυποθέσεων του παραδεκτού της εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρα 532 ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς το άρθρο 591 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ)".

5. Η αναιρεσείουσα, με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, αποδίδει στην ως άνω, προσβαλλομένη απόφαση, την πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως, Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, απορρίπτοντας ως απαράδεκτη την έφεσή της κατά της προαναφερομένης αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, παραβίασε ευθέως διατάξεις που εισάγουν κανόνες ουσιαστικού δικαίου και δη: α) του άρθρου 512 ΚΠολΔ που αποκλείει την άσκηση έφεσης κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων που δικάζουν με την διαδικασία των μικροδιαφορών, β) των άρθρων 466 έως 472 ΚΠολΔ (που εφαρμόζονται σε υποθέσεις μικροδιαφορών), γ) του άρθρου 12 παρ.1 ΚΠολΔ που προβλέπει την ύπαρξη δύο βαθμών δικαιοδοσίας, των οποίων την τήρηση εξετάζει το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, δ) του άρθρου 591 παρ.6 ΚΠολΔ που προβλέπει ότι, "αν η υπόθεση δεν υπάγεται στη διαδικασία κατά την οποία έχει εισαχθεί, το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτό και αυτεπαγγέλτως και διατάζει την εκδίκαση της υπόθεσης κατά την διαδικασία σύμφωνα με την οποία δικάζεται", σε συνδυασμό με την απορρέουσα από το άρθρο αυτό αρχή της "μείζονος ευνοίας" και ε) του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος και ως προς τα πέντε προαναφερόμενα σκέλη, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι (πέραν του ότι ο λόγος από τον αρ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ δεν μπορεί να προβληθεί σε υποθέσεις μικροδιαφορών, όπως είναι η προκειμένη υπόθεση): α) η απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης έγινε κατ' εφαρμογή κανόνων δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα παραβίαση των ως άνω διατάξεων, που συνιστούν κανόνες δικονομικού δικαίου, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχος του οποίου, δεν προβλέπεται στους περιοριστικώς αναφερόμενους λόγους αναίρεσης του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ήτοι στους λόγους αναίρεσης αποφάσεων ειρηνοδικείου και κατ'έφεση αποφάσεων πρωτοδικείου, β) η νομολογία και δη η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα "αρχή της μείζονος εύνοιας" δεν αποτελεί κανόνα δικαίου και μάλιστα ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε η παραβίασή της από το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, να ιδρύει τον από τον αρ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, γ) το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ναι μεν αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου καθ' ο μέρος αφορά την εκδίκαση της υπόθεσης από ανεξάρτητο, αμερόληπτο δικαστήριο και εντός λογικής προθεσμίας, πλην όμως η αιτίαση ότι το πολιτικό δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, δεν εμπίπτει στην εν λόγω διάταξη, καθόσον η πλημμέλεια αυτή ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από το Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα. Μετά τα προαναφερόμενα και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αναίρεση να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της β' αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού νομίμου αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-1-2021 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α.", για αναίρεση της υπ' αριθ. 8600/2020 απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της β' αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή