Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 273 / 2026    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 273 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη-Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Ε. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Μαυροφόρου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2009 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 15-2-2010 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 336/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 34/2014 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-10-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Φωτεινή Μηλιώνη ανέγνωσε την από 7-2-2025 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 14.10.2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας με αριθμό 34/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, το οποίο απέρριψε την έφεση του κυρίως παρεμβαίνοντος και ήδη αναιρεσείοντος και επικύρωσε την υπ' αριθ. 336/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση του αναιρεσιβλήτου και είχε απορριφθεί η κυρία παρέμβαση του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Με το άρθρο 2 εδαφ. δ' και ε' του Ν. 147/1914, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή της δια του ν. ΔΣΙΓ' (4213) της 14 Νοεμβρίου κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 1/14-11-1913 περί Ειρήνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, ορίστηκε ότι στις Νέες Χώρες, που διατελούσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους (Μακεδονία, Ήπειρος, Κρήτη, νήσοι του Αιγαίου), "εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία, διατηρούνται όμως εν ισχύει αι περί γαιών διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου, αι ρυθμίζουσαι τα επ' αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους. Κατά τα λοιπά παραμένουν οι εν ταις προσαρτώμενες χώρες προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι". Ο με το νόμο αυτό περιορισμός της ισχύος του Νόμου "περί γαιών" μόνο στις ρυθμίζουσες τα επ' αυτών δικαιώματα ιδιωτικής φύσης, έχει την έννοια του αποκλεισμού των διατάξεων περί των δικαιωμάτων του Οθωμανικού Κράτους επί των δημοσίων γαιών, οι οποίες περιήλθαν πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο, μετά την προσάρτηση των νέων χωρών στην ελληνική επικράτεια και, συνακόλουθα, όσον αφορά την Κρήτη μετά την 1-12-1913, αφότου η νήσος ενώθηκε με την Ελλάδα.
Εξάλλου, όπως είναι ιστορικά γνωστό, με τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης (1897) η Κρήτη που κατεχόταν από τις Μεγάλες Δυνάμεις (Γαλλία, Βρετανία, Ιταλία, Ρωσία), αναγνωρίστηκε αυτόνομη, με την επικυριαρχία του Σουλτάνου και σχηματίστηκε Εθνική Κυβέρνηση στο νησί, κάτω από την υψηλή επιτροπεία του Πρίγκιπα Γεωργίου της Ελλάδος (1898). Κατά τη διάρκεια της αυτονομίας της Κρήτης και, συγκεκριμένα στις 23 Ιουλίου 1904, τέθηκε σε ισχύ ο Κρητικός Αστικός Κώδικας, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 2 του προαναφερθέντος ν. 147/1914 και μετά την ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα (1-12-1913) και μέχρι την κατάργησή του, η οποία επήλθε, με βάση τα άρθρα 1, 5 αριθ. 3 του ΕισΝΑΚ και 1 παρ. 1 του ν.δ. της 7/10 Μαΐου 1946, στις 22 Φεβρουαρίου 1946, δεδομένου ότι από τις 23 Φεβρουαρίου 1946 άρχισε η ισχύς του Αστικού Κώδικα (ΑΠ 706/2023, ΑΠ 1541/2021, ΑΠ 591/2021, ΑΠ 1141/2019, ΑΠ 1706/2018, ΑΠ 555/2016). Παρά δε την κατά τα ανωτέρω ενδιάμεση αυτονομία της Κρήτης και τη διατήρηση, δυνάμει του άρθρου 2 του ν. 147/1914, της ισχύος του Κρητικού Αστικού Κώδικα με τους εκεί αναφερόμενους περιορισμούς, το Ελληνικό Δημόσιο θεωρείται ότι κατέστη διάδοχο του Δημοσίου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και όχι της Κρητικής Πολιτείας, όπως άλλωστε εν γένει συνέβη με την προσάρτηση των Νέων Χωρών στην Ελληνική Επικράτεια, με συνέπεια οι δημόσιες γαίες της Κρήτης να θεωρούνται ότι ανήκουν, κατ' αρχήν, στο Ελληνικό Δημόσιο. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από τη διάταξη του άρθρου 4 του από 3/4-10-1906 διατάγματος της Κρητικής Πολιτείας περί διαδοχής αυτής από το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με το οποίο "Το Ελληνικόν Δημόσιον ως διάδοχο του Δημοσίου της Κρητικής Πολιτείας δωσιδικεί προσωρινώς κατά τους κείμενους Κρητικούς Νόμους", καθώς το άρθρο αυτό αναφέρεται σε άλλα ζητήματα και όχι στο ζήτημα των εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, επί των οποίων, κατ' εφαρμογή των ως άνω ειδικών διατάξεων ως προς τις προαναφερόμενες δημόσιες γαίες, το Ελληνικό Δημόσιο θεωρείται διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου. (ΑΠ 706/2023). Κατά το προϊσχύσαν του ΚρητΑΚ οθωμανικό δίκαιο και δη τα άρθρα 1248 και 1614 του Οθωμανικού ΑΚ, ο θεσμός της χρησικτησίας δεν αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσης κυριότητας, τόσο για τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια- "mulk", δηλ. οικόπεδα, σπίτια και γενικά οικοδομήματα, εργαστήρια και αμπελώνες, που βρίσκονται μέσα σε χωριά, κωμοπόλεις και πόλεις), όσο και για τις δημόσιες γαίες (εραζί εμιριγιέ- "arazi-i emiriye").
Εξάλλου, με το άρθρο 3 του νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274/1856, ρητώς οριζόταν ότι οι δημόσιες γαίες, στις οποίες περιλαμβάνονταν οι αγροί, οι λειμώνες, οι χειμερινές και θερινές βοσκές, τα δάση και τα παραπλήσια, ανήκαν κατά κυριότητα (ρεκαμπέ) στο Οθωμανικό Κράτος, ενώ η εξουσίαση ("τεσσαρούφ"), δηλ. η χρήση και κάρπωση μπορούσε να παραχωρηθεί σε ιδιώτες από ειδικό υπάλληλο του Οθωμανικού Κτηματολογίου έναντι της καταβολής ορισμένου χρηματικού ποσού και τη χορήγηση σχετικού έγγραφου τίτλου (αποδεικτικού και όχι συστατικού), ονομαζομένου ταπί ("tapu"), το οποίο έφερε το μονόγραμμα ("τουγρά", "tugra") του Σουλτάνου. Αντικείμενο δε της ως άνω εξουσίασης ήταν η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους (ΑΠ 8/2024, ΑΠ 957/2023). Κατά συνέπεια δεν συνυπολογίζεται ο χρόνος εξουσίασης που διέδραμε υπό το κράτος της οθωμανικής νομοθεσίας για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία (ΑΠ 957/2023, ΑΠ 1983/2022).
Περαιτέρω, από τα άρθρα 198, 199 και 202 του Κρητικού Αστικού Κώδικα, προκύπτει ότι τα κτήματα της επικράτειας διακρίνονται α) σε δημόσια, τα οποία είναι αναπαλλοτρίωτα και β) σε ανήκοντα στην περιουσία του κράτους, τα οποία υπόκεινται σε απαλλοτρίωση, περί των οποίων ρητώς ορίζεται, με το άρθρο 302 του ΚρητΑΚ, ότι υπόκεινται στους περί χρησικτησίας ορισμούς. Δημόσια κτήματα είναι μόνο εκείνα, που αναφέρονται στο άρθρο 199 του ΚρητΑΚ και στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα δάση ή οι δασικές εκτάσεις, ούτε οι χορτολιβαδικές εκτάσεις, ενώ, κατά το επόμενο άρθρο 200 του ΚρητΑΚ, όλα τα υπόλοιπα ανήκουν στην περιουσία του κράτους και, επομένως, υπάγονται στο περί αυτών νομικό καθεστώς. Επιπλέον ο ΚρητΑΚ θέσπισε με τα άρθρα 1356 και 1357 αυτού, που συνιστούν διατάξεις διαχρονικού δικαίου, ειδική ρύθμιση περί κτήσης κυριότητας με χρησικτησία και δη για τον υπολογισμό του χρόνου ο οποίος διέδραμε πριν από την ισχύ του. Η πρώτη διάταξη ορίζει ότι ο χρόνος που απαιτείται από τον νόμο αυτό για την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία αρχίζει, αφότου υπήρξαν όλα τα προσόντα, τα οποία απαιτούνται από το νόμο για την χρησικτησία και ότι, εάν, κατά την έναρξη ισχύος αυτού, είναι συμπληρωμένος ο χρόνος της χρησικτησίας ή υπολείπεται για την συμπλήρωσή του χρονικό διάστημα που είναι μικρότερο της πενταετίας, η κυριότητα δεν αποκτάται πριν περάσουν πέντε έτη από την ισχύ του νόμου, ενώ η δεύτερη διάταξη ορίζει ότι η, κατά το άρθρο 295 εικοσαετής νομή, η οποία απαιτείται για την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, υπολογίζεται από την ημέρα κατά την οποία άρχισε, εάν εξακολουθεί κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (ΑΠ 1541/2021, ΑΠ 1343/2015). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 293 του ΚρητΑΚ "Ο καλή τη πίστει αποκτήσας ακίνητο δυνάμει τίτλου, κατά τους νομίμους τύπους συντεταγμένου και προσηκόντως μεταγεγραμμένου, γίνεται κύριος αυτού δια δεκαετούς συνεχούς νομής από της χρονολογίας της μεταγραφής" και κατά το άρθρο 294 αυτού "Καλή πίστει νομεύς είναι ο αγνοών, ότι απέκτησε το πράγμα παρά μη αληθούς κυρίου. Επί χρησικτησίας αρκεί η εν αρχή της νομής καλή πίστις."
Περαιτέρω, από μεν τις διατάξεις των άρθρων 299 και 298 του ΚρητΑΚ προκύπτει, ότι επί έκτακτης χρησικτησίας ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του και επί τακτικής χρησικτησίας ο ειδικός διάδοχος προσμετρά, προς συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας, τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον έχει έγκυρο μεταγεγραμμένο τίτλο και καλή πίστη κατά τη στιγμή της διαδοχής, από δε τη διάταξη του άρθρου 302 του ΚρητΑΚ προκύπτει ότι υπόκεινται σε χρησικτησία, μη εξαιρούμενα από αυτή, τα δημόσια κτήματα. Το τελευταίο άρθρο καταργήθηκε σιωπηρώς από το άρθρο 21 του ν.δ. 22.4/16-5-1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", με το οποίο εξαιρέθηκαν της χρησικτησίας τα δημόσια κτήματα για το μέλλον, εφόσον έως την ισχύ του δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος χρησικτησίας. Η συμπλήρωση όμως της χρησικτησίας εμποδιζόταν ήδη από της ισχύος του ν. ΔΞΗ' (4068)/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" των σε εφαρμογή αυτού (άρθρο 1) εκδοθέντων διαταγμάτων, με τα οποία ανεστάλη κάθε προθεσμία και κάθε παραγραφή επί αστικών διαφορών και τα οποία ίσχυσαν από τις 11-9-1915. Από το σύνολο των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, από το χρόνο που τέθηκε σε ισχύ ο ΚρητΑΚ (23-7-1904), επί γαιών που είχαν το χαρακτήρα δημόσιας γαίας του οθωμανικού δικαίου, μεταξύ των οποίων δάση, χορτολιβαδικές εκτάσεις κλπ. και αποτελούσαν κτήματα ανήκοντα στην απαλλοτριωτή περιουσία του Κράτους και όχι στην αναπαλλοτρίωτη, ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον η χρησικτησία συμπληρωνόταν το αργότερο έως τις 11-9-1915, με συνυπολογισμό, προκειμένου περί έκτακτης χρησικτησίας, έως δεκαπέντε (15) ετών, το πολύ, νομής πριν από τον χρόνο έναρξης ισχύος του ΚρητΑΚ (23-7-1904), δηλ. με χρόνο έναρξης νομής το αργότερο το 1889 και συμπλήρωση εικοσαετούς νομής το νωρίτερο το 1909, προκειμένου δε περί τακτικής χρησικτησίας, με συνυπολογισμό έως πέντε (5) ετών, το πολύ, νομής με τα λοιπά αυτής προσόντα (τίτλος, μεταγραφή, καλή πίστη), πριν από το χρόνο έναρξης ισχύος του ΚρητΑΚ, δηλ. με χρόνο έναρξης νομής το αργότερο το 1899 και συμπλήρωση δεκαετούς νομής το νωρίτερο το 1909 (ΑΠ 1541/2021, ΑΠ 1345/2015). Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, όποιος έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε την φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της νομής του δικαιοπαρόχου του (ΑΚ 1051). Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, προκειμένου περί ακινήτου, νομή συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω στο ακίνητο που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να έχει το ακίνητο για δικό του, τέτοιες δε πράξεις αποτελούν η οριοθέτηση, η επίβλεψη, η καταμέτρηση τούτου, η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων κλπ, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων, μέσα στο χρόνο χρησικτησίας (ΑΠ 779/2024, ΑΠ 568/2021, ΑΠ 1706/2018, ΑΠ 984/2017).
Περαιτέρω, για την κτήση κυριότητας ακινήτου με παράγωγο τρόπο, δηλ. είτε με μεταβιβαστική σύμβαση κατ' άρθρο 1033 ΑΚ, είτε με κληρονομική διαδοχή (κατ' άρθρα 1710 επ, 1846, 1193 και 1198 ΑΚ), απαιτείται, μεταξύ άλλων, ο μεταβιβάζων ή ο κληρονομούμενος, αντίστοιχα, να είναι κύριος του ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύναψης της εμπράγματης σύμβασης και της μεταγραφής της ή αντίστοιχα κατά τον χρόνο του θανάτου (επαγωγής), χωρίς να είναι αναγκαίο να απέκτησε αυτός την κυριότητα με επίσης παράγωγο τρόπο, αρκούσας της κτήσης και με πρωτότυπο τρόπο (πχ. χρησικτησία) (ΑΠ 176/2024, ΑΠ 1411/2023, ΑΠ 240/2017).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 51 του ΕισΝΑΚ, η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά : "Στη θέση "ΠΛΕΥΡΑ" εντός του οικισμού Ελληνικών του Δημοτικού Διαμερίσματος του Δήμου Αγίου Νικολάου Λασιθίου, βρίσκεται ένα γεωτεμάχιο-αγροτεμάχιο, εκτάσεως 28.324,53 τ.μ. και όπως τούτο προσδιορίζεται στο με χρονολογία Ιούνιος 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού Μηχανικού Ι. Π. Το ως άνω ακίνητο αποτυπώθηκε στους κτηματολογικούς πίνακες ως εξής: α) Ως ακίνητο με ΚΑΕΚ 320081503074/0/0 ιδιοκτησίας του αιτούντος εκτάσεως 15.962 τ.μ. β) ως ακίνητο με ΚΑΕΚ 320081503082/0/0 με φερόμενο ιδιοκτήτη "άγνωστο", εκτάσεως 9.857 τ.μ. και γ) ως ακίνητο με ΚΑΕΚ 320081503083/0/0 με φερόμενο ιδιοκτήτη "άγνωστο" εκτάσεως 2.981 τ.μ. Το όλο τούτο ακίνητο κατά ποσοστό 100 % είναι ιδιοκτησίας του αιτούντος-εφεσίβλητου. Ειδικότερα η κυριότητα τούτου, περιήλθε σε αυτόν από κληρονομιά της μητέρας του, Ε. , συζ. Ε. Π. , το γένος Κ. Μ. , η οποία απεβίωσε στις ...-1986 χωρίς να αφήσει διαθήκη, της οποίας μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της ήταν ο αιτών -εφεσίβλητος και ο πατέρας του, Ε. Π. του, ο οποίος αποποιήθηκε την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά (βλ. την υπ' αριθμ. .../1986 έκθεση αποποίησης κληρονομιάς ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Νεάπολης). Ακολούθως, ο αιτών αποδέχθηκε την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...1998 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, της συμβ/φου Αγίου Νικολάου Κ. Μ. - Μ. , νομίμως μετεγγραμμένης στα οικεία βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αγίου Νικολάου στον Τόμο ... με αύξοντα αριθμό καταχώρισης ... (βλ. προσκομιζόμενο συμβόλαιο και συνημμένο σε αυτό υπ' αριθμ. ...1998 πιστοποιητικό μεταγραφής της Υποθηκοφύλακα Αγίου Νικολάου), όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. ...2006 διορθωτική πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αγίου Νικολάου Β. Φ. - Ο. , επίσης, νομίμως μεταγεγραμμένης στα οικεία βιβλία μεταγραφών του ως άνω Υποθηκοφυλακείου στον Τόμο ... με αύξοντα αριθμό καταχώρισης ... (βλ. προσκομιζόμενο συμβόλαιο και συνημμένο υπ' αριθμ. ...2006 πιστοποιητικό μεταγραφής της Υποθηκοφύλακα Αγίου Νικολάου). Το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει στη μητέρα του, κατά ποσοστό 20% εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά της μητέρας της, Δ. χήρας Κ. Μ. , το γένος Η. και Φ. Π. , που πέθανε στις ...-1953 (βλ. την υπ' αριθμ. .../1953 ληξιαρχική πράξη θανάτου, που συνέταξε ο ληξίαρχος του Δήμου Αγίου Νικολάου) χωρίς να αφήσει διαθήκη, οπότε κληρονόμησε κατ' ισομοιρίαν τα επίδικα με τα αδέλφια της. Το υπόλοιπο ποσοστό του 80 % εξ αδιαιρέτου, του ως άνω ακινήτου, η μητέρα του αιτούντος το απέκτησε με άτυπη παραχώρηση το έτος 1960 από τα αδέλφια της, Α. Μ. του Κ. , Ι. Μ. του Κ. , Ε. Μ. του Κ. και Β. Μ. του Κ.
Περαιτέρω, η γιαγιά του αιτούντος Δ. Π. , απώτερη δικαιοπάροχος του, είχε στην κυριότητα της το όλο αγροτεμάχιο, το οποίο είχε αποκτήσει από δωρεά του πατέρα της, Η. Π. του Ι. και συγκεκριμένα το απέκτησε, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1910 δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αγίου Νικολάου Ε. Κ. , που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης στον Τόμο ... με αύξοντα αριθμό καταχώρισης ... Επί του επίδικου, ο αιτών έχει την καθολική φυσική εξουσίασή του, αφού το νέμεται με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας πράξεις νομής επ' αυτού εκδηλώνοντας έμπρακτα τη βούληση του να το εξουσιάζει με τρόπο, που προσιδιάζει στη φύση του, καθόσον το χρησιμοποιούσε όμως και οι δικαιοπάροχοί του, με πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, έτσι ώστε το ακίνητο κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του εφεσίβλητου νομέως -καθού η παρέμβαση. Ειδικότερα είχε το εν λόγω ακίνητο υπό την εποπτεία του και πριν απ' αυτόν οι δικαιοπάροχοί του, που επέβλεπαν τα όρια του και το επισκεπτόταν, ασκώντας δηλαδή επ' αυτού πράξεις νομής και κατοχής και ειδικότερα το καλλιεργούσαν και συνέλεγαν τους καρπούς του (χαρούπια), χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από το Δασαρχείο, για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, με την προβολή αιτιάσεων ότι αποτελεί δασική έκταση, όπως συνάγεται ιδίως από όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Έτσι οι απώτεροι δικαιοπάροχοί του (αιτούντος), ο χρόνος χρησικτησίας των οποίων προσμετράται στο χρόνο χρησικτησίας του αιτούντος, κατ' άρθρο 1051 του ΑΚ, νέμονταν το επίδικο για μεγάλο χρονικό διάστημα, ήδη πριν το έτος 1910, χρόνο σύνταξης του υπ' αριθμ. .../1910 συμβολαίου δωρεάς, που έχει νόμιμα μεταγραφεί. Άλλωστε, όπως προκύπτει από τα υπ' αριθμ. ....2010, ....2009, ....2010 έγγραφα της Δ/νσης Δασών Λασιθίου, την υπ' αριθμ. 45/2010 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Αμφισβητήσεων του Νομού Λασιθίου και το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, που διενεργήθηκε από την Μ. Π. , Τοπογράφο-Μηχανικό, που διορίστηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προκύπτει ότι μόνο ένα μέρος του επίδικου, εκτάσεως 2.813 τ.μ. , που ανήκει στο ακίνητο με ΚΑΕΚ 320081503082/0/0, έχει χαρακτηριστεί ως δασικό, λόγω της μορφής της βλάστησης του, το οποίο, ωστόσο, δεν φαίνεται καταγεγραμμένο ως δημόσιο κτήμα στα γενικά βιβλία καταγραφής της Κτηματικής Υπηρεσίας Λασιθίου.
Κατά την κτηματογράφηση της περιοχής του Δήμου Αγίου Νικολάου για τη δημιουργία του Εθνικού Κτηματολογίου, το ανωτέρω αγροτεμάχιο, συνολικής έκτασης 28.325,51 τ.μ., μετά από νεώτερη εμβαδομέτρηση της άνω πραγματογνώμονος, καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αγίου Νικολάου με ΚΑΕΚ 320081503074/0/0 ιδιοκτησίας του αιτούντος εκτάσεως 15.962 τ.μ. , με ΚΑΕΚ 320081503082/0/0 ως ιδιοκτησία "αγνώστου", εκτάσεως 9.857τ.μ. και με ΚΑΕΚ 320081503083/0/0 ως ιδιοκτησία επίσης "αγνώστου" εκτάσεως 2.981 τ.μ. Δηλαδή, το ως άνω ακίνητο του αιτούντος -εφεσίβλητου, καταχωρήθηκε εσφαλμένα στο κτηματολογικό βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου Αγίου Νικολάου και με την ένδειξη ως ιδιοκτησία "αγνώστου" κατά τα προαναφερόμενα. Η ανωτέρω όμως αρχική εγγραφή είναι ανακριβής και προσβάλλει τα εμπράγματα δικαιώματα του αιτούντος - εφεσίβλητου επί του επιδίκου, διότι εμφανίζεται μέρος τούτου στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αγίου Νικολάου ως αγνώστου ιδιοκτήτη. Το εκκαλούν, Ελληνικό Δημόσιο, ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως με την ιδιότητα του κυρίως παρεμβαίνοντος και πάλι με την έφεσή του ισχυρίζεται, ότι ουδόλως απέκτησε κυριότητα ο αιτών επί του όλου επίδικου αγροτεμαχίου, επιχειρώντας να θεμελιώσει το δικαίωμα κυριότητάς του επί των τμημάτων αυτού, εμβαδού 1.467 και 2.813 τ.μ., ισχυριζόμενο ότι τα τμήματα αυτά ήταν ανέκαθεν δασική έκταση, η οποία περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου από την απελευθέρωση της περιοχής από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, τα οποία ως δημόσιες γαίες μεταβιβάστηκαν στο Ελληνικό Δημόσιο εκ διαδοχής παρά του Τουρκικού Δημοσίου με το μοναδικό άρθρο 2 του ειδικού Πρωτοκόλλου της από 1/14 Νοεμβρίου 1913 σύμβαση Ειρήνης Ελλάδας-Τουρκίας, που κυρώθηκε με το Ν. 79 (ΔΣ/Γ), με την οποία η Κρήτη ενώθηκε με την Ελλάδα. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού το Δημόσιο δεν εκθέτει τον τρόπο που η επίδικη έκταση ήταν Δημόσια γαία και δεν προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία, προκειμένου να αποδείξει τούτον, όπως είναι υποχρεωμένο να αποδείξει, είναι και αβάσιμος κατ' ουσία, καθόσον όπως προαναφέρθηκε, τα ανωτέρω τεμάχια του επίδικου αγροτεμαχίου ανήκουν και αυτά στο ενιαίο όλο περιγραφόμενο ως άνω ακίνητο του αιτούντος , το οποίο απέκτησε καλόπιστα, από τους απωτέρους δικαιοπαρόχους του, χωρίς το Δασαρχείο Αγίου Νικολάου ως εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου, να αμφισβητήσει την κυριότητα του, όλα τα προηγούμενα εκατό περίπου χρόνια.
Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου, ότι το όλο αγροτεμάχιο, στο οποίο περιλαμβάνονται τα άνω επίδικα τεμάχια αυτού, που μεταβιβάσθηκε στον απώτερη δικαιοπάροχο του αιτούντος, από τον πατέρα της Η. Π. δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1910 δωρητηρίου συμβολαίου του τότε συμβ/φου Αγίου Νικολάου Ε. Κ. , κατά το χρόνο κτήσεως της νομής του επιδίκου απ' αυτήν (1910) είχε στοιχεία δασικής ή χορτολιβαδικής έκτασης, δηλαδή ήταν δασικές εκτάσεις ανήκουσες στη Κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, αλλ' αντιθέτως αποδείχθηκε ότι τούτο ήταν αγρός καλλιεργήσιμος που είχε αποκτήσει από κληρονομιά του πατέρα του. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα έγγραφα του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου και μάλιστα από την υπ' αριθμ. 45/2010 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Νομού Λασιθίου, καθόσον ενώ αυτό ( Ελληνικό Δημόσιο) φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, ότι δηλαδή το όλον ακίνητο τον αιτούντος ήταν δημόσια γαία και ότι τούτο ήταν Δάσος πριν από 100 έτη, δεν προσκομίζει δασικό χάρτη της περιοχής, τις σχετικές αεροφωτογραφίες, ούτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο που να προκύπτει το είδος και η μορφή της βλάστησης που κάλυπτε το επίδικο αγροτεμάχιο, ώστε να κριθεί αν ήταν ή όχι δασική έκταση, κατά την έννοια του νόμου και επομένως, κατά τρόπο αναμφισβήτητο ο δασικός χαρακτήρας της εν λόγω περιοχής. Τέλος, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος, ότι η διεκδικούμενη απ' αυτό έκταση δεν περιλαμβάνεται στον τίτλο των απώτερων δικαιοπαρόχων του αιτούντος-εφεσίβλητου, δηλαδή στο με αριθμ. ...1910 δωρητήριο συμβόλαιο, με τον οποίο επιχειρεί να θεμελιώσει ένσταση ιδίας κυριότητος και εξ αυτού του λόγου, είναι και δη ανεξαρτήτως της αοριστίας του, απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού εκφέρεται για πρώτη φορά με τις προτάσεις της υπό κρίση έφεσης του. Κατ' ακολουθία αυτών, ο εφεσίβλητος -καθού η παρέμβαση, ο οποίος νεμήθηκε το ως άνω μείζον ακίνητο εκτάσεως 28.324,53 τ.μ που βρίσκεται, όπως προαναφέρθηκε, εντός του οικισμού Ελληνικά του Δήμου Αγίου Νικολάου, με διάνοια κυρίου με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία (δωρεά) που έχει καταρτιστεί και μεταγραφεί και καλή πίστη κατά τα προαναφερθέντα, από το έτος 1910 μέχρι την άσκηση της από 30-12-2009 ένδικης αίτησης του, προσμετρώντας και την, με τα ίδια προσόντα ασκηθείσα νομή των δικαιοπαρόχων των, δηλαδή για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την τριακονταετία (περίπου 100 έτη) που ορίζουν οι προαναφερθείσες, στην άνω μείζονα νομική σκέψη, σχετικές διατάξεις, συνεχώς και χωρίς να προβληθεί αμφισβήτηση από οποιονδήποτε τρίτο, ούτε και υπό του Ελληνικού Δημόσιου, έγινε κύριος αυτού και κατά πρωτότυπο τρόπο με τα ποσοστά της ιδιάζουσας χρησικτησίας του άρθρου αυτού, η οποία μπορεί να προβληθεί και κατά του κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού δημοσίου σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη σχετική μείζονα σκέψη της απόφασης αυτής, όπως βάσιμα ισχυρίζεται με την προβολή της άνω ένστασης ιδίας κυριότητος. Η κρίση δε αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι υπόλοιπες όμορες ιδιοκτησίες έχουν καταγραφεί στο κτηματολόγιο ως ιδιωτική περιουσία με τους αναφερόμενους εκεί ιδιοκτήτες φυσικά πρόσωπα, επ' αυτών δε ως και στην περιβάλλουσα το επίδικο περιοχή, έχουν ανεγερθεί με νόμιμες οικοδομικές άδειες κατοικίες, χωρίς να προκύπτει ότι έχει προσβληθεί καθ ' οιονδήποτε τρόπο η νομιμότητα των εν λόγω καταγραφών και η ανέγερση των οικοδομών, από το εναγόμενο, όπως θα ήταν λογικό και αναμενόμενο αν η έκταση αυτή έφερε το χαρακτήρα δημόσιας εν γένει εκτάσεως. Άρα, η εκκαλουμένη απόφαση η οποία δέχτηκε ως βάσιμη την ουσία την αίτηση και απέρριψε την κυρία παρέμβαση του Ελληνικού δημοσίου ως αβάσιμη κατ' ουσία και διέταξε την διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σωστά εκτίμησε τις προσκομισθείσες ενώπιον αυτού αποδείξεις". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του κυρίως παρεμβαίνοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε διατάξει τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αγίου Νικολάου, ώστε στα ακίνητα που φέρουν ΚΑΕΚ 320081503082/0/0 και 320081503083/0/0, αντί του εσφαλμένου "άγνωστος ιδιοκτήτης" να αναγραφεί ως κύριος ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος, κατά ποσοστό 100%, με τίτλο κτήσης την υπ' αριθ. ....2006 διορθωτική πράξη αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου Αγίου Νικολάου Β. Φ. - Ο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 295, 299, 1356, 1357 του Κρητικού Αστικού Κώδικα, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1045, 1051, 1710, 1813, 1820, 1846, 1847, 1192, 1193 και 1194 ΑΚ και 51 ΕισΝΑΚ. Και τούτο διότι ο αναιρεσίβλητος κατέστη κύριος των επιδίκων ακινήτων, που δεν αποτελούν δημόσιες δασικές εκτάσεις, αλλά αγρούς καλλιεργήσιμους, με παράγωγο τρόπο, αποδεχόμενος την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομία της μητέρας του, δυνάμει της υπ' αριθ. ...1998 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αγίου Νικολάου Κ. Μ. - Μ. , που μεταγράφηκε νόμιμα, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. ....2006 διορθωτική πράξη αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου Αγίου Νικολάου Β. Φ. - Ο. , καθώς, κατά τις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές της προσβαλλόμενης, η άμεση και οι απώτεροι δικαιοπάροχοί του νέμονταν αυτά για χρόνο μείζονα της εικοσαετίας, εκδηλώνοντας έμπρακτα τη βούλησή τους να τα εξουσιάζουν, με τρόπο που προσιδιάζει στη φύση τους, καθόσον είχαν τα εν λόγω ακίνητα υπό την εποπτεία τους τουλάχιστον από το έτος 1910, επέβλεπαν τα όριά τους και τα επισκεπτόταν, τα καλλιεργούσαν και συνέλεγαν τους καρπούς τους (χαρούπια), χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από το Δασαρχείο, για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, με την προβολή αιτιάσεων ότι αποτελούν δασικές εκτάσεις. Ως εκ τούτων, νεμήθηκαν οι δικαιοπάροχοι του αιτούντος τα επίδικα ακίνητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά τις διατάξεις των άρθρων 206, 237 περ. ε, 295, 296, 297 και 299 του Αστικού Κρητικού Κώδικα, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 23 Ιουλίου 1904 και η ισχύς του διατηρήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 147/1914 και μετά την ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα (1.12.1913) και μέχρι την κατάργησή του, η οποία επήλθε, με βάση τα άρθρα 1, 5 αρ. 3 του ΕισΝΑΚ και 1 παρ. 1 του ν.δ. της 7/10 Μαΐου 1946, στις 22 Φεβρουαρίου 1946, δεδομένου ότι στις 23 Φεβρουαρίου 1946 άρχισε η ισχύς του Αστικού Κώδικα, και μετά την ισχύ του Αστικού Κώδικα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1046, 1051 ΑΚ, με αποτέλεσμα ο αιτών, αποδεχόμενος την κληρονομία της μητέρας του και αληθούς κυρίας αυτών, Ε. συζ. Ε. Π. , το γένος Κ. Μ. , που απεβίωσε στις ....1986 , να καταστεί κύριος των ακινήτων δυνάμει της υπ' αριθ. ...2006 διορθωτικής πράξης αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου Αγίου Νικολάου Β. Φ. - Ο. , που μεταγράφηκε νόμιμα, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (χρησικτησία), προσμετρώντας στον χρόνο της δικής του νομής την ασκηθείσα νομή των δικαιοπαρόχων του.
Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις, χωρίς να απαιτείται επιπλέον για την πληρότητα της αιτιολογίας και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων νομής του αιτούντος και των δικαιοπαρόχων του μέσα στον χρόνο της χρησικτησίας και η εξειδίκευση των διακατοχικών πράξεων επί των επιδίκων εδαφικών τμημάτων, αφού επρόκειτο για ενιαία εδαφική έκταση και η φυσική εξουσίαση του αιτούντος, της άμεσης και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, καθώς και το πνευματικό στοιχείο της νομής, επεκτείνονταν σε όλη την έκταση αυτή, μέσα στην οποία εντάσσονται, κατά τις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές της προσβαλλόμενης, τα επίδικα εδαφικά τμήματα. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές στους ίδιους αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις, είναι απαράδεκτες, δεδομένου ότι το αναιρεσείον, υπό την επίφαση της παράβασης των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει την εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά τις διατάξεις του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, όπου ισχύει το ανακριτικό σύστημα που καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει στην ειδική αυτή διαδικασία λόγω της απλότητας και της συντομίας από την οποία κυριαρχείται, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάσσει αυτεπαγγέλτως κάθε τι που κατά τη κρίση του είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων. Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας το ανωτέρω ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης έρευνας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Το ανακριτικό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για τη λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού αυτό μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι όμως και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης.
Συνεπώς κατά την εκουσία διαδικασία δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τους αριθμούς 8, 11, 12 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. (ΑΠ 1487/2023, ΑΠ 1067/2023, ΑΠ 976/2020, ΑΠ 528/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό του που θεμελίωνε την ένστασή του περί ιδίας κυριότητας, ότι το επίδικο και αμφισβητούμενο τμήμα ακινήτου, έκτασης 2.813 τ.μ., που αποτελεί δασική έκταση, δεν περιλαμβάνεται στον επικαλούμενο από τον αναιρεσίβλητο αρχικό τίτλο κυριότητας του 1910, δηλαδή στο με αριθμό ...1910 δωρητήριο συμβόλαιο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην ως άνω οικεία νομική σκέψη, η ένδικη αίτηση και η κύρια παρέμβαση συνεκδικάσθηκαν κατά τις διατάξεις της εκουσίας δικαιοδοσίας και συνεπώς η προσβαλλόμενη δεν πλήττεται με αυτόν τον αναιρετικό λόγο. Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 146/2024, ΑΠ 73/2024, ΑΠ 383/2017).
Με το τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ, απέρριψε ως απαραδέκτως ασκηθέντα τον προταθέντα από αυτόν ισχυρισμό, ότι η διεκδικούμενη από αυτόν έκταση των 2.813 τ.μ. δεν περιλαμβάνεται στον τίτλο της απώτερης δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου, δηλαδή στο με αριθμό ....1910 δωρητήριο συμβόλαιο, με την αιτιολογία ότι προτάθηκε για πρώτη φορά με τις προτάσεις κατά την εκδίκαση της έφεσής του, ενώ θα έπρεπε να κρίνει ότι ο ισχυρισμός αυτός μπορούσε να προταθεί το πρώτον και στην κατ' έφεση δίκη, καθόσον αποδεικνύονταν εγγράφως. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος με την αιτιολογία ότι "ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού εκφέρεται για πρώτη φορά με τις προτάσεις της υπό κρίση έφεσής του". Επομένως, με τον ως άνω λόγο αναίρεσης προσβάλλεται μόνον η κύρια αιτιολογία της απόφασης περί του χρόνου προβολής του ισχυρισμού και, συνεπώς, είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής, αφού τυχόν αποδοχή του, δεν επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης, που στηρίζεται αυτοτελώς στη μη προσβληθείσα επάλληλη αιτιολογία περί αοριστίας. Και τούτο, πέραν του ότι, υπό το πρόσχημα της παραβίασης, με τη μη λήψη υπόψη του άνω ισχυρισμού, το αναιρεσείον πλήττει ανεπίτρεπτα την προσβαλλόμενη απόφαση, για την αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14.10.2014 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 34/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ