Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 275 / 2026    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 275 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη-Εισηγήτρια, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Λ. του Α. , 2) Α. Λ. του Γ. , 3) Α. Λ. του Β. , κατοίκων ... , οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-3-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 89/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 409/2009 μη οριστική, 66/2013 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-5-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Φωτεινή Μηλιώνη ανέγνωσε την από 28-1-2025 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ευαγγελίας Στεργίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 262/2022, ΑΠ 303/2021, ΑΠ 600/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθ. ...2023, ...2023 και ...2023 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Ιωαννίνων με έδρα το Πρωτοδικείο Ιωαννίνων Θ. Α. , τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα το αναιρεσείον, προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι κλητεύτηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστούν στην παρούσα συζήτηση από το επισπεύδον αυτήν αναιρεσείον. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν παρέστησαν οι αναιρεσίβλητοι, ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και γι' αυτό πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία τους. Με την κρινόμενη από 13.5.2013 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 66/2013 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, το οποίο δέχθηκε την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, και διακρατώντας και δικάζοντας επί της αγωγής, έκανε δεκτή αυτή ως ουσία βάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Στο άρθρο 6 παρ. 2, 3 της συνομολογηθείσας μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας Συμβάσεως περί Ειρήνης, που υπογράφηκε την 1/14.11.1913, στην Αθήνα, και κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. ΔΣΙΓ (4213)/14.11.1913 (Φ.Ε.Κ. Α' 229 της 14.11.1913), ορίζονται τα ακόλουθα: "Τα εν ταις εκχωρουμέναις τη Ελλάδι χώραις δικαιώματα ιδιοκτησίας επί αστικών και αγροτικών ακινήτων κατεχομένων υπό ιδιωτών δυνάμει τίτλων εκδεδομένων παρά του Οθωμανικού Κράτους ή συμφώνως προς τον οθωμανικόν νόμον, και προγενεστέρων της καταλήψεως, θέλουσιν αναγνωρισθή υπό της Ελληνικής Κυβερνήσεως. Τα αυτά κρατούσιν όσον αφορά εις τα δικαιώματα ιδιοκτησίας επί των ως άνω κτημάτων, των εγγεγραμμένων επ' ονόματι νομικών προσώπων ή κατεχομένων υπ' αυτών δυνάμει των οθωμανικών νόμων, των προγενεστέρων της ειρημένης καταστάσεως.". Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 147/1914 (Φ.Ε.Κ. Α' 25 της 01.02.1914) "Περί της εν ταις προσαρτωμέναις χώραις εφαρμοστέας νομοθεσίας και της δικαστικής αυτών οργανώσεως", στις Νέες Χώρες, οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως υπό την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856), οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτήση δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως επ' αυτών, ενώ οι δικαιοπραξίες γι' αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους Ελληνικούς νόμους. Στην κατηγορία των Νέων Χωρών ανήκει και η Ήπειρος, στην οποία από την 01.02.1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ. 1 του ιδίου ως άνω νόμου (ν. 147/1914), η Ελληνική νομοθεσία.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του οθΝπΓαιών, του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως σ' αυτές, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες, όπως ήδη σημειώθηκε, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 147/1914, "Δημόσιαι γαίαι είναι οι αγροί, οι λειμώνες, αι χειμεριναί και θεριναί βοσκαί, τα δάση και οι παρόμοιοι τούτων τόποι, των οποίων η κυριότης ανήκει τω Δημοσίω". Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημοσίων γαιών ("εραζί εμιριγιέ"), γίνεται με τη χορήγηση από το κράτος εγγράφου τίτλου, ονομαζομένου ταπίον ("tapu"), το οποίο φέρει το μονόγραμμα ("τουγρά", "tugra") του Σουλτάνου, με το οποίο παρέχεται σ' αυτούς δικαίωμα, όχι κυριότητας, αλλά διηνεκούς εξουσίασης ("τεσσαρούφ"), αντικείμενο της οποίας είναι η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους (ΑΠ 1328/2015, ΑΠ 385/2012, ΑΠ 77/2007). Εξαίρεση του κανόνα ότι μόνο με τίτλο ("ταπίον") αποκτάται το δικαίωμα εξουσίασης για ορισμένη χρήση των δημοσίων γαιών, καθιερώνει το άρθρο 78 του οθΝπΓαιών, σύμφωνα με το οποίο, εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες και αφιερωμένες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, αποκτά δικαίωμα εγκατάστασης και είτε έχει έγκυρο τίτλο, είτε δεν έχει, οι γαίες δεν θεωρούνται αδέσποτες, αλλά δίδεται σ' αυτόν δωρεάν νέος τίτλος. Από το σαφές περιεχόμενο της παραπάνω διάταξης, το περιεχόμενο της ερμηνευτικής εγκυκλίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28 Σεφέρ 1304, το άρθρο 13 του νόμου περί ταπίων της 8ης Δζεμάζηλ - αχίρ 1275, το άρθρο 2 των διασαφητικών διατάξεων περί ταπίων της 15ης Σαμπάν 1276, αλλά και το σύνολο των διατάξεων του οθΝπΓαιών (ειδικότερα των άρθρων 9, 30, 71), συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μόνιμης εγκατάστασης είναι όχι μόνο η συνεχής επί δέκα (10) έτη κατοχή, αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια της γης. Επομένως, η διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργήσιμων γαιών και όχι επί οικοπέδων και κήπων (ΑΠ 1328/2015), έστω και αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και με οπωροφόρα δένδρα, ούτε επί βοσκοτόπων, δασών κτλ, τα οποία εξουσιάζονται μόνο με έκδοση τίτλου ("ταπίου"). Περαιτέρω, με το διάταγμα 2468/20.05.1917 της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης (άρθρα 1 και 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με τον ν. 1072/1917 (Φ.Ε.Κ. Α' της 29.12.1917) "Περί επεκτάσεως καθ' άπαν το Κράτος των υπ' αριθμ. 2466, 2467, 2468, 2469 και 2470 διαταγμάτων της Προσωρινής Κυβερνήσεως περί του αγροτικού ζητήματος", καταργήθηκε κατά βάση ο θεσμός των δημοσίων γαιών του οθωμανικού δικαίου. Από της ισχύος του ως άνω διατάγματος, δηλαδή από τις 20.05.1917, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ ο ν. 2052/1920 (Φ.Ε.Κ. Α' της 28.02.1920) "Αγροτικός νόμος" επαναλαμβάνει στα άρθρο 49 επόμ. τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917 και στο άρθρο 52 παρ. 3 του αυτού νόμου ορίζεται ότι: "3. Τα δικαιώματα του Δημοσίου επί δασικών εκτάσεων τα πηγάζοντα εκ διατάξεων του Οθωμανικού νόμου περί γαιών παραμένουν ισχυρά.". Στη συνέχεια, με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929 "Περί διοικήσεως Δημοσίων Κτημάτων", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4266/1929 "Περί υπαγωγής της Αεροπορικής Αμύνης εις το Υπουργείον των Οικονομικών κλπ" και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του α.ν. 1540/1938 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί διοικήσεως των Δημοσίων κτημάτων νομοθεσίας", παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες του ποσοστού των 4/5 και το υπόλοιπο ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης έγιναν καθ' ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου και μάλιστα χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών.
Εξάλλου, όταν ένα ακίνητο υπάγεται στην κατηγορία των δημοσίων γαιών δεν είναι δυνατόν να αποκτηθεί κατά κυριότητα με χρησικτησία από ιδιώτη, διότι, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1248 και 1614 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, η χρησικτησία δεν αναγνωρίζεται από αυτόν ως τρόπος κτήσης της κυριότητας. Εάν, όμως, στο ακίνητο αυτό ο ιδιώτης απέκτησε δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης ("τεσσαρούφ"), το οποίο μετατράπηκε, όπως προαναφέρθηκε, σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, τότε το ακίνητο αυτό, μη περιερχόμενο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, μπορεί να χρησιδεσποσθεί, διότι το άρθρο 21 του ν.δ. της 22.4/16.5.1926 θέσπισε το απαράγραπτο των δικαιωμάτων επί των ακινήτων κτημάτων που περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο. (ΑΠ 957/2023).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βζρ δικαίου, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, ύστερα από άσκηση νομής πάνω στο πράγμα, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει στον χρόνο της ιδίας αυτού νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. (ΑΠ 246/2023, ΑΠ 284/2021, ΑΠ 783/2016). Κατά δε το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ενώ κατά το άρθρο 974 Α.Κ., όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του Εισ.Ν.Α.Κ., η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του Α.Κ. , κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο, κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠoλΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά : " το επίδικο αποτελεί εδαφική έκταση, που βρίσκεται στη θέση "Κυρ Αλέξη" ή "Κυριαλέξη" της κτηματικής περιφέρειας Πετραλώνων του Δήμου Πασσαρώνος Ιωαννίνων, έχει εμβαδόν 53.625 τετ. μέτρα και συνορεύει ανατολικά με δημόσια χορτολιβαδική έκταση και με γεωργική έκταση των εκκαλούντων, δυτικά με γεωργικές εκτάσεις των εκκαλούντων, βόρεια με αγροτικό δρόμο Μαρμάρων-Πετραλώνων και νότια με γεωργική έκταση των εκκαλούντων επίσης. Το ακίνητο αυτό, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της δεκαετίας πριν το έτος 1917 και, συγκεκριμένα, από το έτος 1900 τουλάχιστον, συνεχώς μέχρι και το έτος 1917, καλλιεργούσε με διάφορα γεωργικά προϊόντα, κυρίως σιτάρι, χωρίς δικαστική ή οποιαδήποτε άλλη αμφισβήτηση, ενώ, στη συνέχεια, μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου, μέχρι το έτος 1946 που πέθανε, το είχε συνεχώς στη νομή και κατοχή του και ασκούσε σ' αυτό, σ' όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα, όλες τις σύμφωνες με τη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής και κατοχής, με τη θέλησή του να είναι κύριός του, εξακολουθώντας να το καλλιεργεί με τα παραπάνω γεωργικά προϊόντα και να το επιβλέπει και να το επιτηρεί, ο Γ. Α. Ξ.
Συνεπώς, ο τελευταίος, σύμφωνα με το οθωμανικό δίκαιο, που ίσχυε στην περιοχή μέχρι το έτος 1917, απέκτησε δικαίωμα διαρκούς εξουσίασης στο παραπάνω ακίνητο, το οποίο, στη συνέχεια, μετά την προσάρτηση της Ηπείρου στην Ελληνική Επικράτεια, μετετράπη, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας. Μετά το θάνατο του Γ. Ξ. , τα τέκνα του, Ν. και Σ. , συνέχισαν, ως κληρονόμοι του, τη νομή και κατοχή του επιδίκου, με τη θέλησή τους να είναι συγκύριοι του, εκμισθώνοντάς το ως βοσκοτόπι, επιβλέποντάς το και επιτηρώντας το, αφού είχε σταματήσει, στο μεταξύ, πρωτίστως, επειδή ήταν πλέον ασύμφορη, η καλλιέργειά του, μέχρι το έτος 1996 ο πρώτος και το θάνατό του ο δεύτερος και έκτοτε ο γιός του Α. μέχρι το έτος 2000, οπότε, ως συγκύριοί του πλέον με έκτακτη χρησικτησία, μεταβίβασαν την κυριότητά του στους εκκαλούντες, με αιτία την πώληση, κατά τα ιδανικά μερίδια που αναφέρονται στο διατακτικό στον καθένα τους, με τα συμβόλαια του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Π. Κ. .../1996 και .../2000, αντίστοιχα, που έχουν μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων (τόμος 1276, αύξ. αρ. μετ. 17 το πρώτο και τόμος 1508 και αύξ. αρ. μετ. 23 το δεύτερο) και έτσι οι εκκαλούντες κατέστησαν συγκύριοι του ακινήτου αυτού. Ενόψει της, κατά τα παραπάνω, υπερδεκαετούς, μέχρι το έτος 1917, εξουσίασης, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, του επιδίκου από τον Γ. Ξ. και της φύσης του ως καλλιεργήσιμου αγρού, τούτο δεν ανήκε, κατά την απελευθέρωση, στην κυριότητα του Τουρκικού Δημοσίου και, συνεπώς, δεν περιήλθε, μετά την απελευθέρωση, ως διάδοχό του, στο Ελληνικό Δημόσιο. Η κρίση ως προς τα πραγματικά αυτά περιστατικά στηρίζεται σ' όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, η κρίση για την, κατά τα παραπάνω, υπερδεκαετή, χωρίς αμφισβήτηση, καλλιέργεια του επιδίκου από τον Γ. Ξ. , στηρίζεται, πρωτίστως, στην κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα των εκκαλούντων και στην ένορκη βεβαίωση που προαναφέρθηκε, με τις οποίες, μάρτυρας και βεβαιών, πιστοποιούν το γεγονός τούτο. Η κρίση αυτή, χωρίς να αναιρείται, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ειδικότερα παρακάτω, από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο, ενισχύεται: α) από τον γεωργικό χαρακτήρα του επιδίκου, σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που προαναφέρθηκε, αλλά και όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αφού σε κανένα από αυτά δεν αναφέρεται ρητά ότι επρόκειτο, κατά την ανωτέρω κρίσιμη περίοδο, για ανεπίδεκτο καλλιέργειας ακίνητο. β) Από τις ενδείξεις παλαιάς καλλιέργειας που διαπιστώθηκαν στο ακίνητο αυτό, όπως περίφραξη με μανδρότοιχο χαμηλού ύψους, σύμφωνα και με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, την από ...-2005 έκθεση του δασολόγου Ε. I. Π. , που προσκομίζουν και επικαλούνται οι εκκαλούντες, αλλά και την ανωτέρω έκθεση του τεχνικού συμβούλου του εφεσιβλήτου, με την οποία, όμως, ο εν λόγω μανδρότοιχος περιορίζεται, όπως και με την ...-2000 πράξη του Δασάρχη Ιωαννίνων, στην οποία αναφέρεται η παραπάνω έκθεση, στο βορειοδυτικό τμήμα του επιδίκου, εμβαδού ένδεκα (11) περίπου στρεμμάτων. γ) Από τις λοιπές ενδείξεις καλλιέργειας, σύμφωνα και με την ανωτέρω έκθεση Ε. Π. , αλλά και την έκθεση του τεχνικού συμβούλου του εφεσιβλήτου και την παραπάνω πράξη του Δασάρχη Ιωαννίνων, με την ίδια ανωτέρω, ως προς τα δυο αυτά έγραφα, παρατήρηση, ήτοι την ύπαρξη λιθοσωρών και αναβαθμίδων. δ) Από το ότι, με εξαίρεση την ανατολική του πλευρά, περιβάλλεται και συνορεύει με τις παραπάνω γεωργικές εκτάσεις, οι οποίες, μάλιστα, έχουν χαρακτηριστεί ως γεωργικές από τις αρμόδιες για τούτο υπηρεσίες. ε) Από το ότι, όπως προκύπτει και από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, οι ανωτέρω όμορες του επιδίκου, χαρακτηρισμένες ως γεωργικές, εκτάσεις, έχουν την ίδια μορφολογία με το επίδικο και ορισμένες μεγαλύτερη απ' αυτό κλίση. στ) Από το ότι, σύμφωνα, πρωτίστως, με την έκθεση του τεχνικού συμβούλου του εφεσιβλήτου και την ανωτέρω πράξη του Δασάρχη Ιωαννίνων, αποτελούσε αντικείμενο γεωργικής εκμετάλλευσης, βάσει των ενδείξεών του που προαναφέρθηκαν, το βορειοδυτικό, τουλάχιστον, τμήμα του επιδίκου, εμβαδού έντεκα (11) περίπου στρεμμάτων, διαπίστωση, η οποία μόνη της αρκεί για να θεμελιώσει την ανωτέρω κρίση, δεδομένου ότι, αφού καλλιεργούταν το παραπάνω τμήμα, αυτοί που το καλλιεργούσαν, οπωσδήποτε θα καλλιεργούσαν και την υπόλοιπη έκταση του επιδίκου, όχι μόνο διότι δεν είχαν κάποιο λόγο για να μη πράξουν τούτο, αλλά, αντίθετα, επειδή είχαν κάθε λόγο για να το πράξουν, ενόψει του ότι, όπως αναφέρεται και στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, όσο ανατρέχουμε στο παρελθόν, δηλαδή προς το έτος 1917, το βιοτικό επίπεδο έβαινε συνεχώς μειούμενο, γεγονός που, σε συνδυασμό με το μικρό κλήρο, ανάγκαζε κάθε οικογένεια να εκμεταλλεύεται το σύνολο του κλήρου της, για να εξασφαλίσει την επιβίωσή της. Με άλλα λόγια, δεν είναι δυνατόν, να καλλιεργούταν οι γύρω από το επίδικο εκτάσεις και, παρά τη στενότητα γης που επικρατούσε, να μη καλλιεργείται το επίδικο στο σύνολό του. Και ζ) από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, με την οποία οι πραγματογνώμονες καταλήγουν, με βάση τα στοιχεία που μνημονεύουν σ' αυτή, πλην άλλων και στην κρίση τους για γεωργική εκμετάλλευση του επιδίκου κατά την περίοδο 1900-1917, ενώ από την αποδεικτική διαδικασία δεν προέκυψε, κάτι, άλλωστε, που ούτε το εφεσίβλητο ισχυρίζεται, ότι οι εν λόγω πραγματογνώμονες είχαν λόγο παραποίησης της αλήθειας και της πραγματικότητας. Όπως προαναφέρθηκε, η παραπάνω κρίση δεν αναιρείται από κάποιο άλλο αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα: α) από την κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα του εφεσιβλήτου, αφού αυτός δεν έχει προσωπική αντίληψη για τα όσα, αντίθετα προς τα παραπάνω, καταθέτει και αναφέρει στην από 20-9-2004 έκθεση αυτοψίας και στη χωρίς χρονολογία και αριθμό "εισηγητική έκθεσή" του, που προσκομίζει και επικαλείται το εφεσίβλητο, αλλά αποτελούν κρίσεις και συμπεράσματά του, τα οποία στηρίζονται και σε ερμηνεία των από το έτος 1945 και μετέπειτα αεροφωτογραφιών του επιδίκου, πλην, όμως, των συμπερασμάτων του αυτών κρίνονται πειστικότερα τα αντίθετα συμπεράσματα των πραγματογνωμόνων και του Ε. Π. που προαναφέρθηκε, διότι τα τελευταία, σε αντίθεση με εκείνα του εν λόγω μάρτυρα, ενισχύονται αφενός μεν από τα όσα παραπάνω αναφέρθηκαν και αφετέρου, εν μέρει και από την έκθεση του τεχνικού συμβούλου του εφεσιβλήτου, αλλά και την πράξη του Δασάρχη Ιωαννίνων, για την οποία έγινε λόγος παραπάνω. Πρέπει εδώ να σημειωθεί, ότι ο ανωτέρω μάρτυρας υποστηρίζει τον εξ ολοκλήρου χορτολιβαδικό χαρακτήρα του επιδίκου, σε αντίθεση, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, τόσο με τον τεχνικό σύμβουλο του εφεσιβλήτου, όσο και με το Δασάρχη Ιωαννίνων. β) Επίσης, η παραπάνω κρίση δεν αναιρείται από την έκθεση του τεχνικού συμβούλου του εφεσιβλήτου, διότι η πραγματογνωμοσύνη και η έκθεση Ε. Π. κρίνονται, για τους λόγους που πρεξετέθησαν, πειστικότερες απ' αυτή. Είναι αλήθεια, ότι, επειδή δεν υπάρχουν αεροφωτογραφίες του επιδίκου για το προ του έτους 1945 χρονικό διάστημα, τόσο οι πραγματογνώμονες και ο Ε. Π. , όσο και ο μάρτυρας και ο τεχνικός σύμβουλος του εφεσιβλήτου, με την παραπάνω μερική διαφοροποίησή τους οι δυο τελευταίοι, καταλήγουν συμπερασματικά στις ανωτέρω αντίθετες κρίσεις τους ως προς την καλλιέργεια οι πρώτοι και τη μη καλλιέργεια οι δεύτεροι του επιδίκου κατά την προ του 1917 δεκαετία. Πλην, όμως, πειστικότερη κρίνεται η παραπάνω κρίση των πραγματογνωμόνων και του Ε. Π. , διότι, σε αντίθεση με την κρίση των λοιπών, ενισχύεται τόσο από την κατάθεση του μάρτυρα των εκκαλούντων και την ένορκη βεβαίωση που προαναφέρθηκε, όσο και από τα όσα παραπάνω έχουν εκτεθεί, τα οποία δεν αντικρούονται, ούτε δίδεται κάποια αντίθετη εξήγηση από το μάρτυρα ή τον τεχνικό σύμβουλο του εφεσιβλήτου.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού δεν δέχτηκε τα ανωτέρω, αλλά, αντίθετα, έκρινε, ότι το επίδικο δεν καλλιεργήθηκε την τελευταία πριν το έτος 1917 δεκαετία από τον Γ. (Ν. , από προφανή παραδρομή, αναφέρει) Ξ. , με συνέπεια να μη περιέλθει τελικά στην κυριότητα αυτού και, επομένως και των ανωτέρω διαδόχων του-πωλητών, αλλά στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου, απορρίπτοντας, στη συνέχεια, ως αβάσιμη στην ουσία την ανωτέρω αγωγή των εκκαλούντων, για αναγνώριση της συγκυριότητάς τους στο επίδικο, λόγω των παραπάνω μεταβιβάσεών του προς τους ίδιους από τους ανωτέρω διαδόχους του Γ. Ξ. , εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή ως ουσία αβάσιμη και διακρατώντας και δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε αυτή ως ουσία βάσιμη και αναγνώρισε τη συγκυριότητα των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου αγρού. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) "περί γαιών", 8, 9, 24, 30, 61, 68, 70,71 και 97 του ως άνω Οθωμανικού Νόμου, 1 και 13 του νόμου περί ταπίων, 2 των οδηγιών της 23ης Μουχαρέμ 1293, 3 του ν.998/1979, 1 του ν. ΑΧΝ"/1888 "Περί διακρίσεως και οροθεσίας των δασών", 57 ν.3077/1924 "περί δασικού κώδικος", ν. 4173/1929, 1, 2 και 3 του β.δ. της 17/29-11-1836, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, διότι δεν ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω, ενώ ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 78 του Οθωμανικού νόμου περί Γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) για την απόκτηση του δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης στην επίδικη έκταση, άρθρ. 5 του ν. 79/1913, 2 του ν. 147/1914, 101-104 του διατάγματος της 11-12.11.1929, 2 του υπ' αριθ. 2468/20.5.1917 διατάγματος της προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με το ν. 1072/1917 και άρθρ. 49 και 50 ν. 2052/1920. Και τούτο διότι, κατά τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων, Γ. Ξ. , κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της δεκαετίας πριν το έτος 1917 και, συγκεκριμένα, από το έτος 1900 τουλάχιστον συνεχώς μέχρι και το έτος 1917, καλλιεργούσε χωρίς δικαστική ή οποιαδήποτε άλλη αμφισβήτηση το επίδικο, το οποίο ήταν αγρός καλλιεργήσιμος, με διάφορα γεωργικά προϊόντα, κυρίως σιτάρι, και ως εκ τούτου, σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο, απέκτησε δικαίωμα διαρκούς εξουσίασης, το οποίο στη συνέχεια, μετά την προσάρτηση της Ηπείρου στην Ελληνική Επικράτεια, μετατράπηκε, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, σε δικαίωμα πλήρους εξουσίασης. Μετά το θάνατο του Γ. Ξ. , τα τέκνα του, Ν. και Σ. , συνέχισαν, ως κληρονόμοι του, τη νομή και κατοχή του επιδίκου, με τη θέλησή τους να είναι συγκύριοί του, εκμισθώνοντάς το ως βοσκοτόπι, επιβλέποντάς το και επιτηρώντας το, μέχρι το έτος 1996 ο πρώτος και το θάνατό του ο δεύτερος και έκτοτε ο γιός του Α. μέχρι το έτος 2000, οπότε, ως συγκύριοί του πλέον με έκτακτη χρησικτησία, μεταβίβασαν την κυριότητά του στους αναιρεσιβλήτους, με αιτία την πώληση, δυνάμει των υπ' αριθ. .../1996 και .../2000 συμβολαίων του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Π. Κ. , αντίστοιχα, που έχουν μεταγραφεί νόμιμα και έτσι οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι του ακινήτου. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές αναφερόμενες στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων Δ. Τ. και Ν. Π. , χωρίς να συμπεριλάβει στην απόφασή του τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτές, ότι δεν μνημονεύει το έτος γέννησης του απώτερου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Γ. Ξ. και των άνω μαρτύρων, δεν προσδιορίζει πότε κατασκευάστηκαν η περίφραξη με μαντρότοιχο, οι λιθοσωροί και οι αναβαθμίδες εντός του επιδίκου, είναι απαράδεκτες, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεών τους στο άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται η περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Ολ. ΑΠ 23/2008, ΑΠ 271/2021, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 297/2009). Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 42/2002). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009). Μεταξύ των ως άνω αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται τα έγγραφα και η ομολογία. Η ομολογία μπορεί να είναι δικαστική ή εξώδικη. Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, δικαστική μεν ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνο εκείνη που γίνεται γραπτώς ή προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, εξώδικη δε, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, είναι κάθε άλλη ομολογία που γίνεται ενώπιον άλλου δικαστηρίου στο πλαίσιο άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), ακόμη δε και εκείνη που έγινε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία γίνεται επίκληση της ομολογίας ως αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 447/2015, ΑΠ 128/2014, ΑΠ 860/2011, ΑΠ 264/2009, ΑΠ 11/2004), καθώς και εκείνη που περιέχεται σε έγγραφα εκδιδόμενα από το διάδικο (ΑΠ 128/2014, ΑΠ 414/2000). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας, δεν θεμελιώνεται, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα έγγραφα, από τα οποία συνάγεται, κατά το λόγο αναίρεσης, εξώδικη ομολογία (ΑΠ 558/2023, ΑΠ 271/2021, ΑΠ 1417/2019, ΑΠ 617/2019, ΑΠ 767/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως από αυτό επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα, προς απόδειξη της ένστασής του ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου και συγκεκριμένα α) την υπ' αριθ. .../2001 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Ν. Ιωαννίνων, β) την υπ' αριθ. .../2001 απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Εφετειακής Περιφέρειας Ν. Ιωαννίνων, γ) την υπ' αριθ. ....1993 απόφαση του Νομάρχη Ιωαννίνων, δ) το υπ' αριθ. ....1994 έγγραφο - γνωμοδότηση του Δασαρχείου Ιωαννίνων, ε) την από 8.4.1994 έκθεση αυτοψίας του δασολόγου Κ. Λ. , στ) το οικείο διάγραμμα λατομικών περιοχών, ζ) το διάγραμμα αποτύπωσης και τον κτηματολογικό πίνακα ιδιοκτησιών της λατομικής περιοχής Μαρμάρων έτους 1990, που συνοδεύει την από 28.11.1991 έκθεση χωροθέτησης λατομικών περιοχών Ν. Ιωαννίνων και η) το υπ' αριθ. ....1993 μισθωτήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ι. Λ. και την εμπεριεχόμενη σ' αυτό εξώδικη ομολογία των αναιρεσιβλήτων περί αναγνώρισης του δημοσίου χαρακτήρα της επίδικης έκτασης και της ανυπαρξίας δικαιωμάτων τους επ' αυτής. Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο αποδείχθηκαν από τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο, από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, από το τελευταίο των οποίων προκύπτει, κατά την αιτίαση του αναιρεσείοντος, εξώδικη ομολογία των αναιρεσιβλήτων και κατέληξε από την αξιολόγηση αυτού του εγγράφου και των λοιπών αποδείξεων σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που το αναιρεσείον θεωρεί ορθό. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος του αναιρεσείοντος για τους απόντες αναιρεσιβλήτους, ελλείψει σχετικού αιτήματος αυτών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13.5.2013 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 66/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ