Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 276 / 2026    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 276 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη-Εισηγήτρια, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που ανακάλεσε την από 7-1-2025 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Μ. του Κ. και της Μ. , 2) Β. συζ. Μ. Μ. , το γένος Κ. Κ. , 3) Κ. Μ. του Μ. και της Β. , 4) Γ. Μ. του Μ. και της Β. , κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευφροσύνη Βασιλαδιώτη, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 60/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-4-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 26.4.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 60/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, το οποίο δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ότι η ένδικη αγωγή είναι αρνητική αναγνωριστική και ακολούθως την είχε κάνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη, και διακρατώντας και δικάζοντας επί της αγωγής, την έκανε εν μέρει δεκτή, αναγνώρισε τα εμπράγματα δικαιώματα των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων επί των επιδίκων ακινήτων και διέταξε τη διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών στα οικεία κτηματολογικά βιβλία. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Με τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 21.01/03.02.1830 "Περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος", 04/16.06.1830 και 19.06/01.07.1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζεται, σε συνδυασμό με την από 27.06/09.07.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 03.02.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια αυτού, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους τους, οι οποίοι αποχώρησαν, και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του νόμου της 21.06/10.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου (" Όλα τα παρ' ιδιωτών, ή κοινοτήτων, μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, ή τα εγκαταλελειμμένα από των κληρονόμων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν εις το δημόσιον."). Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατείχοντο μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και τα κατέλαβε είτε διαρκούντος του πολέμου, είτε ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους. Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αρ.3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22-3-1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμεναι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος τούτου του Κράτους". Η διαδοχή, όμως, αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης "τεσσαρούφ", τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες. Ειδικότερα, οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην, κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών", κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου. Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από το Σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 27.6/9.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως (ΑΠ 246/2023, ΑΠ 23/2021, ΑΠ 34/2019). Τούτο, όμως, συνέβη εφόσον επρόκειτο περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), ενώ στα νησιά των Κυκλάδων, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, για εκτάσεις που αφορούσαν δάση, αιγιαλούς, κοινόχρηστα, βοσκές και εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους "δικαιώματι πολέμου". Και τούτο, διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες, κατά την ταυτότητά τους, ως τμήμα της εδαφικής έκτασης του Οθωμανικού Κράτους και ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους διά των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίστηκε η εδαφική έκταση του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το νέο ελληνικό κράτος, χωρίς καμιά αποζημίωση. Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται τα κτήματα υπό τον χαρακτηρισμό "Βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα, θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (OλΑΠ 1/2013). Κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ (50.14), 2 παρ.20 Πανδ (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ.(18.1) και 7 παρ.3 Πανδ (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας όταν τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν. ΔΞΗ' /1912 και των διαταγμάτων περί δικαιοστασίου, που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, για την κτήση επ' αυτών κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, έπρεπε η τριακονταετής νομή να είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11.9.1915. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν.20, 12 πανδ. (5.8) ν.27 πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 πανδ.(41.3), 3 και 5 παρ.1 πανδ. (41.10), 109 πανδ.(50.16) και 2 παρ.7 και 1 πανδ. (51.4), καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι τις 11.9.1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση). Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.9.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 246/2023, ΑΠ 284/2021, ΑΠ 783/2016). Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, όποιος έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε την φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της νομής του δικαιοπαρόχου του (ΑΚ 1051). Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, προκειμένου περί ακινήτου, νομή συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω στο ακίνητο που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να έχει το ακίνητο για δικό του, τέτοιες δε πράξεις αποτελούν η οριοθέτηση, η επίβλεψη, η καταμέτρηση τούτου, η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων κλπ, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων, μέσα στο χρόνο χρησικτησίας (ΑΠ 779/2024, ΑΠ 568/2021, ΑΠ 1706/2018, ΑΠ 984/2017).
Περαιτέρω, για την κτήση κυριότητας ακινήτου με παράγωγο τρόπο, δηλ. είτε με μεταβιβαστική σύμβαση κατ' άρθρο 1033 ΑΚ, είτε με κληρονομική διαδοχή (κατ' άρθρα 1710 επ, 1846, 1193 και 1198 ΑΚ), απαιτείται, μεταξύ άλλων, ο μεταβιβάζων ή ο κληρονομούμενος, αντίστοιχα, να είναι κύριος του ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύναψης της εμπράγματης σύμβασης και της μεταγραφής της ή αντίστοιχα κατά τον χρόνο του θανάτου (επαγωγής), χωρίς να είναι αναγκαίο να απέκτησε αυτός την κυριότητα με επίσης παράγωγο τρόπο, αρκούσας της κτήσης και με πρωτότυπο τρόπο (πχ. χρησικτησία) (ΑΠ 176/2024, ΑΠ 1411/2023, ΑΠ 240/2017).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 51 του ΕισΝΑΚ, η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά : "Το επίδικο ακίνητο, αποτελείται από τρία επί μέρους τμήματα και βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Θήρας, δημοτικό διαμέρισμα Ακρωτηρίου και έχει έκταση 4.019,47 τμ. Το πρώτο τμήμα έχει έκταση 8,71 τμ του ακινήτου με ΚΑΕΚ 29006ΕΚ00017/0/0, καταχωρήθηκε ως κοινόχρηστος χώρος (δρόμος) του εναγομένου και εμφαίνεται με ακρίβεια στο από Οκτωβρίου 2014 διάγραμμα Γεωμετρικών Μεταβολών του τοπογράφου μηχανικού Ν. Ζ. με τα στοιχεία 11-10-12-11. Η έκταση αυτή συνορεύει δυτικά με τμήμα του ακινήτου με ΚΑΕΚ 290060501036 που διεκδικείται από τους ενάγοντες και ανατολικά με υπόλοιπο τμήμα του ΚΑΕΚ 29006ΕΚ00017. Το δεύτερο τμήμα έχει έκταση 31,51 τμ του ΚΑΕΚ 29006ΕΚ00017/0/0 καταχωρήθηκε ως κοινόχρηστος χώρος (δρόμος) του εναγομένου και εμφαίνεται με ακρίβεια στο από Οκτωβρίου 2014 διάγραμμα Γεωμετρικών Μεταβολών του τοπογράφου μηχανικού Ν. Ζ. με τα στοιχεία 13-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-19-20-21-13. Η έκταση συνορεύει βορειοδυτικά με τμήμα του ακινήτου με ΚΑΕΚ 290060501036 που διεκδικείται από τους ενάγοντες και νοτιοανατολικά με υπόλοιπο τμήμα του ίδιου ΚΑΕΚ 29006ΕΚ00017. Το τρίτο τμήμα έχει έκταση 3.967,91 τμ καταχωρήθηκε με ΚΑΕΚ 290060501036, ως ιδιοκτησία του εναγομένου και διεκδικείται από του ενάγοντες, εμφαίνεται με ακρίβεια στο από Οκτωβρίου 2014 διάγραμμα Γεωμετρικών Μεταβολών του τοπογράφου μηχανικού Ν. Ζ. με τα στοιχεία Ρ-Σ-Τ-Υ-Φ-Χ-Ψ-Ω-Α1-Β1-Γ1-Δ1-Ε1-Ζ1-Η1-Θ1- Ι1-Κ1-Λ1-Μ1-Ν1 -Ξ1-Ο1-Α-Β-5-4-3-2-1-Γ-8-7-11-12-Ε-Ζ-13-21-20-19-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π και συνορεύει: βόρεια και βορειοανατολικά με ιδιοκτησίες που φέρουν τα ΚΑΕΚ 290060501036, 290060501110 και 290060501109, ανατολικά με δρόμο με ΚΑΕΚ 29006ΕΚ00017, νότια και δυτικά με ιδιοκτησίες με ΚΑΕΚ 290060501036.
Περαιτέρω απεδείχθη ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-2002 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Β. , που μεταγράφηκε νόμιμα, ο πρώτος και η δεύτερη ενάγοντες απέκτησαν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου την επικαρπία και ο τρίτος και τέταρτος ενάγων κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου τη ψιλή κυριότητα, από τον Ε. Γ. του Ν. , ενός αγροτεμαχίου, κείμενου στην περιοχή της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Θήρας στο Δημοτικό Διαμέρισμα Ακρωτηρίου, εκτάσεως 4.019,47 τμ.
Κατά τον άνω τίτλο το ακίνητο φαίνεται με τους αριθμούς 1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-13-14-15-16-1 στο από Δεκεμβρίου 1002 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Α. και συνορεύει βόρεια επί τεθλασμένης πλευράς 3-4-5-6, συνολικού μήκους 84,90 μ. με γκρεμνά, νότια επί τεθλασμένης πλευράς 9-10-11-12-13-14-15-16-1 συνολικού μήκους 63,70 τμ με ιδιοκτησίες Μ. Α. του Ν. , Κ. , Ε. Α. και Μ. , ανατολικά επί πλευράς 6-7-8-9 συνολικού μήκους 56,10 μ. με ημιονική οδό και δυτικά επί τεθλασμένης πλευράς 1-2-3 συνολικού μήκους 70 μ. με ιδιοκτησία Μ. Το αγροτεμάχιο αυτό, σύμφωνα με τη δήλωση του ν.651/1977 που υπέβαλε ο μηχανικός Α. Α. στο από Δεκεμβρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα, που προσαρτήθηκε στο άνω συμβόλαιο και φέρει θεώρηση με ημερομηνία 17-12-2001, βρίσκεται εκτός του οικισμού του Ακρωτηρίου και είναι κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Σύμφωνα με νεότερη καταμέτρηση που διενεργήθηκε τον Οκτώβριο 2014 από τον τοπογράφο - μηχανικό Ν. Ζ. το αγροτεμάχιο έχει εμβαδόν 4.056,33 τμ και ορίζεται περιμετρικά με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Υ-Φ-Χ-Ψ-Ω-Α1-Β1-Γ1-Δ1-Ε1-Ζ1-Η1-Θ1-Ι1-Κ1-Λ1-1-Ν1-Ξ1-Ο1-Α και συνορεύει βόρεια, βορειοανατολικά με ιδιοκτησίες που φέρουν ΚΑΕΚ 290060501036, 290060501110, 290060501109, ανατολικά με δρόμο που φέρει ΚΑΕΚ 29006ΕΚ00017, νότια και δυτικά με ιδιοκτησίες που φέρουν τμήματα του ΚΑΕΚ 290060501036. Το αγροτεμάχιο αυτό περιήλθε στον δικαιοπάροχό τους Ε. Γ. κατά πλήρη κυριότητα με αγορά από τον Λ. Μ. του Χ. , δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1984 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θήρας Α. Κ. , που μεταγράφηκε νόμιμα. Στο ανωτέρω υπ' αριθμ. .../1984 συμβόλαιο το μεταβιβαζόμενο ακίνητο περιγράφεται ως "αγροτεμάχιο-βοσκότοπος κείμενο στη θέση "ΓΚΡΕΜΝΑ", εκτάσεως δύο περίπου στρεμμάτων, πλέον ή έλαττον, συνορευόμενον γύρωθεν βορείως με γκρεμνά και κάτωθεν τούτων με ιδιοκτησίαν Μ. Α. , νοτίως με κοινοτικό δρόμο όστις καταλήγει εις τον επαρχιακόν δρόμον Ακρωτηρίου Φάρον, με ιδιοκτησίαν Ν. Α. και Ε. Α. από τη μαύρη πέτρα μέχρι και την σπηλαίαν συμπεριλαμβανομένην, ανατολικώς με ιδιοκτησία Α. Ξ. και δυτικώς με υπόλοιπο τμήμα του Λ. Μ. , (εκτάσεως περίπου δύο στρεμμάτων) διαχωριζόμενον από την σπηλαίαν και ευθεία διά του κέντρου της αλημιάς προς την ιδιοκτησίαν Μ. Α.". Η έκταση του εν λόγω αγροτεμαχίου διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. .../1997 πράξη διόρθωσης της συμβολαιογράφου Θήρας Φ. Ν. , που μεταγράφηκε νόμιμα. Σύμφωνα με την άνω πράξη διόρθωση η έκταση του ακινήτου είναι 4.019,47 τμ και αποτυπώθηκε στο από 3-12-1999 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονος μηχανικού Σ. Ν. , με τα στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-13-14-15-16-1 και συνορεύει βόρεια επί τεθλασμένης πλευράς 3-4-5-6 μήκους 9,70 συν 33,40 μ. συν 41,80 μ., ήτοι 84,90 μ. με ιδιοκτησία Μ. Α. , ανατολικά επί πλευράς 6-7-8-9 μήκους 31 μ. συν 14,10 μ. συν 11 μ., ήτοι 56 μ. με ιδιοκτησία Α. Ξ. , νότια επί τεθλασμένης πλευράς 9-10-11-12 μήκους 10,70 μ. συν 9,30 μ. συν 10,40 μ. ήτοι συνολικά 30,41 μ. με ιδιοκτησία Μ. Α. του Ν. και εν μέρει επί τεθλασμένης πλευράς 12-13-1-4-15-16 μήκους 6,30 μ. συν 8,60 μ. συν 7,60 μ., συν 6,30 μ. με ιδιοκτησία Ε. Α. και εν μέρει επί πλευράς 16-1 μήκους 4,50 με ιδιοκτησία Λ. Μ. , δυτικά επί τεθλασμένης πλευράς 1-2-3 μήκους 19 μ. συν 51 μ. με ιδιοκτησία Λ. Μ. Το αγροτεμάχιο αυτό αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, που περιήλθε στον Λ. Μ. του Χ. κατά πλήρη κυριότητα με δωρεά εν ζωή από το θείο του Λ. Μ. του Ν. , σύμφωνα με την υπ' αριθμ. .../1980 πράξη του συμβολαιογράφου Θήρας Ε. Μ. , που μεταγράφηκε νόμιμα. Βάσει του τίτλου αυτού ο δωρηθείς αγρός είχε έκταση 9.000 τμ και συνόρευε περιμετρικά με ακίνητα Δ. Α. , Λ. Μ. , με δημοσία οδό, με αγρό Ιερού Ναού Κοιμήσεως Θεοτόκου, με κρημνούς και με ακίνητα Μ. Α. και Κ. Α. Ο αγρός αυτός εμφαίνεται στο συνημμένο στην υπ' αριθμ. .../1980 πράξη πρόχειρο σκαρίφημα που συνέταξε ο Πρόεδρος Κοινότητας Ακρωτηρίου Θήρας το 1980. Το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στο Λ. Μ. του Ν. από άτυπη δωρεά από τον πατέρα του, πενήντα έτη πριν. Επίσης, απεδείχθη ότι από το 1980 ο δικαιοπάροχος των εναγόντων και πριν από αυτόν οι δικαιοπάροχοί του καλλιεργούσαν το ακίνητο με αμπέλια, είχαν περιφράξει ένα τμήμα του με ξερολιθιές, και εντός αυτού βρίσκονταν συκιές και μουριές, επιπλέον για την καλλιέργειά του είχαν κατασκευασθεί αναβαθμίδες.
Εξάλλου, απεδείχθη ότι για το άνω αγροτεμάχιο είχε εκδοθεί πριν τη μεταβίβασή του στους ενάγοντες η υπ' αριθμ. 157/1998 άδεια οικοδομής στο όνομα του δικαιοπαρόχου τους Ε. Γ. για την ανέγερση οικοδομής. Οι ενάγοντες μετά την αγορά του ακινήτου αναθεώρησαν το 2002 την άδεια και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 55/2002 άδεια αναθεώρησης της Πολεοδομίας Θήρας, με βάση την οποία οι ενάγοντες ανήγειραν συγκρότημα ενοικιαζομένων δωματίων, για το οποίο έλαβαν τις με αριθμ. πρωτ. 624 και 623/2006 άδειες λειτουργίας από τον EOT. Το εν λόγω ακίνητο κατά την πρώτη ανάρτηση του Κτηματολογίου έφερε ΚΑΕΚ 290060501046 και είχε ιδιοκτήτη το δικαιοπάροχο των εναγόντων Ε. Γ. , ενώ στη δεύτερη ανάρτηση έλαβε ΚΑΕΚ 290060501054.
Περαιτέρω, απεδείχθη ότι μετά την προθεσμία της Α' Ανάρτησης το Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών (Δ.Ο.Υ Θήρας) υπέβαλε την με αριθμό πρωτοκόλλου ... δήλωση ιδιοκτησίας του, η οποία αφορούσε μία συνολική έκταση 5.343 στρεμμάτων, τμήμα της οποίας αποτελούσε το επίδικο, επικαλούμενο ως τίτλο ιδιοκτησίας του το Γενικό Βιβλίο Καταγραφής με ΑΒΚ 451 δημόσιο κτήμα Θήρας. Η δήλωση του Ελληνικού Δημοσίου βασιζόταν στην από Μαΐου 1995 Ειδική Χωροταξική Μελέτη του Δημοσίου και την από Μαρτίου 2002 μελέτη "Φωτογραμμετρικής αποτύπωσης για την αποτύπωση της Καλδέρας νήσου Θήρας" αναφορικά με τα όρια της Καλντέρας. Στη συνέχεια, το Ελληνικό Δημόσιο υπέβαλε, διά της Διεύθυνσης Δασών Ν. Κυκλάδων (μετά την πρώτη ανάρτηση) την με αριθμ. πρωτ. ... δήλωση και την υπ' αριθμ. πρωτ. ... ένστασή του με την οποία χαρακτήρισε το επίδικο ως χορτολιβαδικό και ακολούθως η Διεύθυνση Δασών με το από 5-5-2003 υπόμνημά της ισχυρίστηκε ότι η έκταση αυτή περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως αδέσποτη εγκαταλελειμμένη, άλλως ως διάδοχος του οθωμανικού κράτους, άλλως ως λιβάδι ή βοσκότοπος, άλλως με έκτακτη χρησικτησία. Η άνω δήλωση του εναγόμενου έγινε δεκτή από το Κτηματολόγιο και καταχωρήθηκε το ακίνητο ως ιδιοκτησία του εναγομένου. Επίσης, απεδείχθη ότι με την 323/7 (ΦΕΚ Β 1335/22-9-2005) απόφαση του Κτηματολογίου της 5/9/2005 διαπιστώθηκε η περαίωση της διαδικασίας κτηματογράφησης για τα ακίνητα της περιοχής του Δημοτικού Διαμερίσματος Ακρωτηρίου, τα οποία υπάγονται στην τοπική αρμοδιότητα του Υποθηκοφυλακείου Θήρας και περιλαμβάνονται στους αναμορφωμένους κτηματολογικούς πίνακες και διαγράμματα της δεύτερης ανάρτησης με αριθμό ειδικού πρωτοκόλλου παραλαβής κτηματολογικών στοιχείων υπ' αριθμ. ...-2005.
Εξάλλου, με την 324/7 (ΦΕΚ 1335/22-9-2005) απόφαση του Κτηματολογίου διαπιστώθηκε στις 7-9-2005, η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρισης των πρώτων εγγραφών στο κτηματολογικό βιβλίο του Δημοτικού Διαμερίσματος Ακρωτηρίου του Δήμου Θήρας κατά μεταφορά από τους αναμορφωμένους κτηματολογικούς πίνακες της δεύτερης ανάρτησης. Επί της αποφάσεως του Κτηματολογίου, με την οποία κρίθηκε καταχωρητέο το δικαίωμα κυριότητας του εναγομένου, οι ενάγοντες άσκησαν τις υπ' αριθμ. ... , ... , ... , ... ενστάσεις τους, οι οποίες απερρίφθησαν με τις υπ' αριθμ. .../05, .../01 , .../04 , .../06 αποφάσεις του Κτηματολογίου, αφού κρίθηκε ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητα του εναγομένου ως αδέσποτο.
Περαιτέρω, από την από Οκτωβρίου 2014 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Ν. Ζ. , προκύπτει ότι το επίδικο εσφαλμένα περιλαμβάνεται εντός των ορίων του δημοσίου κτήματος ΑΒΚ 451 κατά το Κτηματολόγιο, αφού τα όρια του κτήματος αυτού δεν έχουν εφαρμοστεί ορθά, σύμφωνα με τη σχετική απόφαση καθορισμού του (1043/1996). Έτσι τμήμα του επιδίκου, εμβαδού 2.326,24 τμ, που εμφαίνεται στο από Απριλίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου μηχανικού με τα στοιχεία Ο1-Ψ1-X1-Φ1-Υ1-Τ1-Σ1-Ρ1-Π1-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Υ-Φ-Χ-Ψ-Ω-Α1-Β1-Γ1-Δ1-Ε1-Ζ1-Η1-Θ1-Κ1-Λ1-Μ1-Ν1-Ξ1-Ο1 που συνορεύει βόρεια επί πλευρών Ο1-Ψ1-Χ1-Φ1-Υ1-Τ1-Σ1-Ρ1-Π1-Ε με την υπόλοιπη έκταση του επιδίκου, που πράγματι περιλαμβάνεται εντός των ορίων του Δημοσίου Κτήματος, σύμφωνα με την απόφαση 1043/1996 της ΚΥΚ, νότια επί πλευρών Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π- Ρ-Σ-Τ-Υ-Φ-Χ-Ψ-Ω-Α1-Β1-Γ1-Δ1-Ε1-Ζ1-Η1-Θ1-Κ1-Λ1-Μ1 με όμορες ιδιοκτησίες Μ. Α. , Κ. και Ε. Α. , δυτικά επί πλευρών Ν1-Ξ1-Ο1-Α με ιδιοκτησία Ε. Γ. και ανατολικά επί πλευρών Δ-Ε-Ζ-Η με ιδιοκτησία αγνώστου και επί πλευρών Η-Θ-Ι-Κ με ημιονική οδό δεν περιλαμβάνεται στο δημόσιο κτήμα, ενώ αντίθετα τμήμα του ακινήτου εμβαδού 1.730,10 τμ που εμφαίνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Π1-Ρ1-Σ1-Τ1-Υ1-Φ1-Χ1-Ψ1-Ο1-Α περιλαμβάνεται εντός των ορίων του Δημοσίου Κτήματος.
Εξάλλου, απεδείχθη ότι μετά την άσκηση της αγωγής τροποποιήθηκε ο δασικός χάρτης της περιοχής με του ν.4389/2016 και ν.4467/2017 και ο δασικός χάρτης της νήσου Θήρας επικαιροποιήθηκε και αναρτήθηκε εκ νέου με την απόφαση ...-2017, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. ...-2018 απόφαση της Δνσης Δασών Κυκλάδων (βλ. σχετικά από Οκτωβρίου 2019 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Ν. Ζ.). Στη νέα όμως ανάρτηση, η μεγαλύτερη έκταση του επιδίκου δεν χαρακτηρίζεται πλέον ως χορτολιβαδική, αλλά ως άλλης μορφής έκταση και μόνο περιορισμένης έκτασης τμήματα στη βόρεια πλευρά, εμβαδού το πρώτο 353,51 τμ στη βορειοδυτική και το δεύτερο 42,29 τμ στη βορειοανατολική πλευρά παραμένουν χαρακτηρισμένα ως χορτολιβαδικά, ενώ η υπόλοιπη έκταση της ιδιοκτησίας εμβαδού 3.660,53 τμ, δεν χαρακτηρίζεται πλέον ως χορτολιβαδική. Για τα τμήματα αυτά οι ενάγοντες έχουν υποβάλλει την υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2018 αντίρρηση και εκκρεμεί η εξέτασή της από την αρμόδια επιτροπή.
Περαιτέρω, απεδείχθη ότι όλο το επίδικο ακίνητο, ως μέρος αρχικά μεγαλύτερου ακινήτου, αποτελούσε καλλιεργήσιμη έκταση και ήταν γαία καθαρής ιδιοκτησίας, παρά τη μερική κλίση του και δεν αποτελεί μέρος των γκρεμνών Θήρας, αλλά έχει όριο με τα γκρεμνά. Η κρίση του Δικαστηρίου αυτού ενισχύεται από τα ανωτέρω αναγραφόμενα συμβόλαιο των εναγόντων, που αναγράφουν ως όριο του ακινήτου τα γκρεμνά, σε συνδυασμό με την από Οκτωβρίου 2014 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Ν. Ζ. , ο οποίος αναλύει τις αεροφωτογραφίες του 1939, 1978, 1997 και 2007.
Συγκεκριμένα στην αεροφωτογραφία λήψεως 1939 εκθέτει ότι "στη βόρεια πλευρά της ιδιοκτησίας και στην κατεύθυνση ανατολή-δύση, παρατηρείται έντονη και απότομη πτώση του εδάφους κατά μήκος καθορισμένης γραμμής. Πρόκειται για το φρύδι των γκρεμνών που παρατηρείται να οριοθετεί το επίδικο στη βόρεια πλευρά του. Κατά μήκος της νότιας πλευράς της έκτασης αυτής, παρατηρείται γραμμική εικόνα γκρι τόνου, λεπτού πάχους και σταθερού αναγλύφου. Πρόκειται για τοιχίο ξερολιθιάς το οποίο οριοθετεί την έκταση. Νοτιοδυτικά και βορειοανατολικά δεν παρατηρείται ίχνος τοιχίου. Δηλαδή η εξεταζόμενη ιδιοκτησία το 1939 αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης. Εντός των ορίων του επιδίκου, παρατηρούνται τέσσερα γραμμικά ίχνη ανάγλυφης μορφής ως προς τη μια τους πλευρά. Πρόκειται για πεζούλια-αναβαθμίδες, οι οποίες όπως είναι γνωστό κατασκευάζονται σε επικλινή εδάφη για τη συγκράτηση των χωμάτων και την καλύτερη αγροτική εκμετάλλευση.....Επί των παραπάνω αναβαθμών παρατηρείται εν μέρει εικόνα λευκού τόνου επίπεδης μορφής και εν μέρει εικόνα ανοικτού γκρι. Ο λευκός τόνος χαρακτηρίζει χέρσους αγρούς ή αγρούς στους οποίους δεν έχει ξεκινήσει ακόμη η βλάστηση, ενώ ο γκρι τόνος χαρακτηρίζει αγρούς στους οποίους έχει ξεκινήσει η βλάστηση. Και στις δύο περιπτώσεις, πρόκειται για αγροτικές εκτάσεις και καλλιεργημένα τμήματα. Παρόμοια εικόνα παρατηρείται τόσο στις όμορες δυτικά και ανατολικά εκτάσεις, όπου αποτελούν επίσης αγροτικές- καλλιεργημένες εκτάσεις....Επιπλέον στη βορειοανατολική πλευρά παρατηρείται εικόνα κυκλικού σχήματος και επίπεδης μορφής, πρόκειται για αλώνι το οποίο εντοπίζεται στη θέση αυτή. Ανατολικώτερα του αλωνιού...παρατηρείται εικόνα έντονου λευκού τόνου ορθογώνιου σχήματος και σταθερού αναγλύφου, πρόκειται για μικρό αγροτικό οικίσκο.... Επομένως το 1939 η ιδιοκτησία αποτελεί τμήμα ευρύτερης αγροτικής καλλιεργημένης έκτασης εντός της οποίας εντοπίζονται σειρές αναβαθμών και τοιχία ξερολιθιάς τα οποία οριοθετούν τις ευρύτερες ιδιοκτησίες".
Εξάλλου, από τη μελέτη της αεροφωτογραφίας του 1978 παρατηρείται "το φρύδι των γκρεμνών να διέρχεται κατά μήκος της βόρειας πλευράς. Η έκταση παρουσιάζει εικόνα γκρι τόνου με ελαφρά επιφανειακή βλάστηση. Πρόκειται στο σύνολό της για χέρσα πρώην καλλιεργημένη έκταση, εντός του οποίου εντοπίζονται οι αναβαθμίδες και το αλώνι στη βορειοανατολική πλευρά του. Επιπλέον το 1978 παρατηρούνται μεμονωμένα δένδρα, τα οποία υπάρχουν μέχρι σήμερα. Πρόκειται για μια μεγάλη συκιά δυτικά του αλωνιού και μικρότερες γκορτσιές και αγριελιές". Από τη μελέτη της αεροφωτογραφίας του 1997 παρατηρείται η ίδια εικόνα με αυτή του 1978, ενώ από τη μελέτη της αεροφωτογραφίας του 2007 παρατηρείται στην ίδια θέση το φρύδι των γκρεμνών και εντός του ακινήτου εντοπίζεται η ξενοδοχειακή μονάδα. Επομένως, με βάση την άνω τεχνική έκθεση συμπεραίνεται ότι η καλλιεργημένη έκταση οριοθετείται βόρεια κατά μήκος του φρυδιού των γκρεμνών, όπου τοποθετείται και η βόρεια πλευρά της εξεταζόμενης ιδιοκτησίας, το έδαφος στην περιοχή παρουσιάζει ομαλή κλίση (44%) με κατεύθυνση από νότο προς βορρά, ενώ στο ύψος του φρυδιού των γκρεμνών η κλίση γίνεται περίπου κατακόρυφη (70-80%) και απρόσιτη. Το επίδικο το 1939 αποτελούσε μέρος ευρύτερης καλλιεργημένης έκτασης, αφού παρατηρούνται εντός αυτού αναβαθμίδες, αλώνι, οικίσκος και ξερολιθιά. Τα ανωτέρω συμπεράσματα εξάγονται και από την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος Ε. Α. στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (το εναγόμενο δεν εξέτασε μάρτυρα), ο οποίος κατέθεσε, ως κάτοικος της περιοχής, ότι το επίδικο ήταν καλλιεργημένη έκταση από παλιά, δεν αποτελεί μέρος των γκρεμνών, υπάρχουν εντός αυτού αναβαθμίδες, ξερολιθιές και αλώνι και μετά την έναρξη του Κτηματολογίου εμφανίστηκε το εναγόμενο να διεκδικεί το επίδικο, ενώ πριν από αυτό το χρονικό σημείο κανένας δεν είχε ενοχλήσει τους ιδιοκτήτες για το ακίνητο αυτό. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την από 15-2-2007 έκθεση εφαρμογής τίτλων του τοπογράφου της Κτηματικής Υπηρεσίας Κυκλάδων Θ. Κ. , στην οποία ουδόλως αναγράφεται αν το επίδικο αποτελεί ή όχι μέρος των γκρεμνών, αλλά συγκρίνοντας τα τοπογραφικά διαγράμματα των συμβολαίων των εναγόντων καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το επίδικο εφαρμόζεται εν μέρει με βάση το σχήμα του, περίπου το 1997 και με βάση τους όμορους εφαρμόζεται εντελώς αόριστα και με ασάφεια το 1980. Ομοίως, τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τις προσκομιζόμενες από το εναγόμενο αεροφωτογραφίες, οι οποίες δεν αναλύονται, ώστε να αποδειχθούν οι σχετικοί ισχυρισμοί του. Έτσι, με βάση τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία πλήρως απεδείχθη ότι το επίδικο δεν αποτελεί μέρος των γκρεμνών Θήρας, στα οποία ουδέποτε ασκήθηκαν διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίων που να οδηγούν σε κτήση κυριότητας, αφού εκ φύσεως ήταν αδύνατον, αλλά αντίθετα η επίδικη έκταση ήταν ανέκαθεν καλλιεργημένη, με αναβαθμίδες εντός αυτής, με περίφραξη από ξερολιθιά, έχοντας εντός αυτής αλώνι και οικίσκο και επομένως αποτελούσε ανέκαθεν γαία καθαρής ιδιοκτησίας, που συνόρευε με τα γκρεμνά και όχι έκταση χορτολιβαδική και δεν αποτελούσε ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου, που αποκτήθηκε δικαιώματι πολέμου από το Οθωμανικό Κράτος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ότι το επίδικο αποτελούσε γαία καθαρής ιδιοκτησίας, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου ως αβασίμου του τέταρτου λόγου έφεσης.
Περαιτέρω, το εναγόμενο ισχυρίζεται με τον πέμπτο λόγο της έφεσής του ότι στο υπ' αριθμ. .../2002 συμβόλαιο αγοράς το ακίνητο εμφανίζεται σε εμβαδόν 4.019,47 τμ και ως αγροτεμάχιο, ενώ στο προγενέστερο υπ' αριθμ. .../1984 συμβόλαιο εμφανίζεται σε εμβαδόν δύο περίπου στρεμμάτων και ως βοσκότοπος, ενώ είναι διαφορετικά και τα όρια του επιδίκου στα δύο αυτά συμβόλαια. Επί του λόγου αυτού έφεσης πρέπει να παρατηρηθεί ότι το προγενέστερο συμβόλαιο .../1984 χαρακτηρίζει το επίδικο αγροτεμάχιο-βοσκότοπο και την έκτασή του δύο στρέμματα πλέον ή έλλαττον, όπως συνηθιζόταν σε παλαιά συμβόλαια που δεν όριζαν με ακρίβεια το εμβαδόν των μεταβιβαζομένων ακινήτων. Για την εφαρμογή των τίτλων επί του εδάφους κρίνεται πειστική η από Οκτωβρίου 2014 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Ν. Ζ. , που καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στα όρια των υπ' αριθμ. .../2002, .../1984 και .../1980 συμβολαίων. Ειδικότερα, ως προς την εφαρμογή τίτλων ιδιοκτησίας η άνω τεχνική έκθεση αναφέρει τα ακόλουθα: "Η εφαρμογή του συμβολαίου .../2002 επί του εδάφους, θα γίνει με την αντίστοιχη εφαρμογή του τυπογραφικού διαγράμματος που είναι προσαρτημένο σε αυτό (17-12-2001 τοπογραφικό διάγραμμα Α.). Η εφαρμογή του παραπάνω διαγράμματος γίνεται επί πρόσφατης αποτύπωσης διατηρώντας σταθερή τη νότια πλευρά της ιδιοκτησίας, κατά μήκος υφίστανται υλοποιημένα όρια (τοιχία ξερολιθιάς). Το αποτέλεσμα της εφαρμογής αυτής απεικονίζεται στο από 26-4-2014 τοπογραφικό διάγραμμα. Γενικά παρατηρείται ότι τα όρια της ιδιοκτησίας που απεικονίζονται στο διάγραμμα Α. ταυτίζονται ικανοποιητικά με αυτά που μετρήθηκαν στο έδαφος αφού παρουσιάζουν περίπου τα ίδια μήκη πλευρών και σε ορισμένες περιπτώσεις ταυτόσημες κατευθύνσεις. Στα σημεία όπου παρατηρήθηκαν διαφορές ως προς τα υλοποιημένα όρια, αυτά υπερισχύουν του διαγράμματος Α. , δεδομένου ότι υφίστανται προς πολλών ετών. Επιπλέον δε, επειδή το διάγραμμα Α. δεν είναι εξαρτημένο από το Κρατικό Σύστημα Αναφοράς δεν αποδίδει ορθά τη γεωμετρία των σχημάτων...Η εφαρμογή των προγενεστέρων συμβολαίων (.../1984 , .../1980) επί του εδάφους θα γίνει επί αεροφωτογραφίας λήψεως 1978, η οποία απεικονίζει τη μορφή του εδάφους περίπου στο χρόνο που αναφέρονται τα παραπάνω συμβόλαια. Για το σκοπό αυτό έγινε αναγωγή ως προς την κλίμακα της αεροφωτογραφίας. Η εφαρμογή επί αυτής των ορίων της ιδιοκτησίας απεικονίζεται ως εξής: Η νότια πλευρά της ιδιοκτησίας τοποθετείται επί χαρακτηριστικού τοιχίου λιθιάς, το οποία υφίσταται ως σήμερα, η ανατολική πλευρά τοποθετείται εν μέρει επί ίχνους μονοπατιού το οποίο επίσης ως σήμερα διέρχεται κατά μήκος της πλευράς αυτής, η βόρεια πλευρά τοποθετείται επί του ίχνους του φρυδιού των γκρεμνών ή επί της ευθείας βορειότερα της οποία σχηματίζονται τα απότομα γκρεμνά της καλντέρας, η δυτική πλευρά οριοθετείται επί ευθείας ένθεν και ένθεν της οποίας παρατηρείται διαφορετική εικόνα κάλυψης". Αντίθετα η από 15-2-2007 έκθεση του μηχανικού Θ. Κ. δεν είναι πλήρως εμπεριστατωμένη, καταλήγει όμως και αυτή στο συμπέρασμα ότι το επίδικο εφαρμόζεται εν μέρει με βάση το σχήμα του περίπου το 1997. Σε κάθε περίπτωση, όπως έχει εκτεθεί ανωτέρω με την υπ' αριθμ....-2018 απόφαση της Δ/νσης Δασών Κυκλάδων, το επίδικο δεν χαρακτηρίζεται πλέον ως χορτολιβαδική έκταση, πλην δύο τμημάτων 353,51 τμ και 42,29 τμ, για τα οποία εκκρεμούν αντιρρήσεις. Επομένως, ο πέμπτος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου, ουδόλως απεδείχθη ότι το επίδικο ακίνητο ήταν αδέσποτο και δεν εξουσιάστηκε από κανένα, όπως ορθά κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού πλήρως απεδείχθη ότι αυτό ήταν καλλιεργημένη έκταση με ίχνη ανθρώπινης δραστηριότητας (αναβαθμίδες, ξερολιθιά, αλώνι) και επομένως, ο σχετικός λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ ουδέποτε απεδείχθη ότι το εναγόμενο απέκτησε την κυριότητα επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αφού ουδεμία πράξη νομής άσκησε ποτέ, πλην της δηλώσεως του επιδίκου στο Κτηματολόγιο..". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει την αγωγή ως αρνητική αναγνωριστική και ακολούθως την είχε κάνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη, και διακρατώντας και δικάζοντας επί της αγωγής, έκανε αυτή εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη, αναγνώρισε τους πρώτο και δεύτερη ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, επικαρπωτές και τους τρίτο και τέταρτο ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ψιλούς κυρίους των επιδίκων εδαφικών τμημάτων ακινήτου και διέταξε τη διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Θήρας, ώστε να καταχωρηθούν σ' αυτά τα ως άνω εμπράγματα δικαιώματα των αναιρεσιβλήτων, με τίτλο κτήσης το υπ' αριθ. ...2002 συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. συζ. Δ. Β. το γένος Κ. , που μεταγράφηκε νόμιμα. Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του τις παραδοχές: 1) ότι το επίδικο ακίνητο (αγροτεμάχιο), αποτελούμενο από τρία επιμέρους τμήματα, συνολικής εκτάσεως 4.019,47 τ.μ., βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Θήρας, στο δημοτικό διαμέρισμα Ακρωτηρίου, 2) ότι οι πρώτος και δεύτερη αναιρεσίβλητοι απέκτησαν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας την επικαρπία και οι τρίτος και τέταρτος αναιρεσίβλητοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας την ψιλή κυριότητα του ακινήτου δυνάμει του υπ' αριθ. ...2002 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. συζ. Δ. Β. , που μεταγράφηκε νόμιμα, από τον αληθή κύριο αυτού, Ε. Γ. του Ν. , 3) ότι το ακίνητο περιήλθε στον δικαιοπάροχό τους Ε. Γ. κατά πλήρη κυριότητα με αγορά από τον Λ. Μ. του Χ. , δυνάμει του υπ' αριθ. .../1984 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θήρας Α. Κ. , που μεταγράφηκε νόμιμα, 4) ότι το αγροτεμάχιο αυτό περιήλθε κατά πλήρη κυριότητα στον Λ. Μ. του Χ. , ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, με δωρεά εν ζωή του θείου του Λ. Μ. του Ν. , δυνάμει της υπ' αριθ. .../1980 πράξης του συμβολαιογράφου Θήρας Ε. Μ. , που μεταγράφηκε νόμιμα, στον οποίο είχε περιέλθει από άτυπη δωρεά του πατέρα του πενήντα έτη πριν, 5) ότι από το έτος 1980 ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων και πριν από αυτόν οι δικαιοπάροχοί του καλλιεργούσαν το ακίνητο με αμπέλια, είχαν περιφράξει ένα τμήμα του με ξερολιθιές και εντός αυτού βρίσκονταν αλώνι και οικίσκος, συκιές και μουριές και για την καλλιέργειά του είχαν κατασκευασθεί αναβαθμίδες, 6) ότι το επίδικο, ως τμήμα αρχικά μεγαλύτερου ακινήτου, αποτελούσε καλλιεργήσιμη έκταση και ήταν ανέκαθεν γαία καθαρής ιδιοκτησίας, παρά τη μερική κλίση του και δεν αποτελεί μέρος των γκρεμνών Θήρας, αλλά έχει όριο τα γκρεμνά, 7) ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν απέκτησε ποτέ κυριότητα στο επίδικο, με το δικαίωμα πολέμου, δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, καθόσον αυτό δεν ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε τούρκους υπηκόους, που εγκατέλειψαν την Επικράτεια κατά την επανάσταση και δεν διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους και 8) ότι το επίδικο δεν είχε το χαρακτήρα λιβαδιού ή βοσκότοπου, ούτε ποτέ νεμήθηκε τούτο το αναιρεσείον. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που περιέχονται στα ως άνω πρωτόκολλα του Λονδίνου της 21.01/03.02.1830 "Περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος", 04/16.06.1830 και 19.06/01.07.1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, σε συνδυασμό με την από 27.06/09.07.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του Ν. της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως των δημοσίων κτημάτων", του άρθρου 1 του Β.Δ. της 12.12.1833 " περί διορισμού φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον υπό τα ως άνω, ανελέγκτως, δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφού, όπως προεκτέθηκε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι απέκτησαν τα ως άνω εμπράγματα δικαιώματα επί του επιδίκου ακινήτου με τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο, εφόσον το επίδικο ακίνητο ήταν ανέκαθεν ιδιωτική γαία "καθαρής ιδιοκτησίας", ανήκε δηλαδή στον άμεσο και στους απώτερους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι νέμονταν αυτό αδιαλείπτως, ασκώντας σε αυτό όλες τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής και ουδέποτε υπήρξε δημόσιο κτήμα που περιήλθε με κάποιο νόμιμο τρόπο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.
Εξάλλου, εφόσον δεν υπάρχει παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας αυτού με έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.9.1915. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ερμηνεία των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες δεν εφάρμοσε, καθόσον δεν ήταν εφαρμοστέες, δεχόμενο ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε υπήρξε δημόσιο κτήμα που περιήλθε με κάποιο νόμιμο τρόπο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Επομένως, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές αναφερόμενες στους ίδιους αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.06/10.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί και σε δημόσια κτήματα, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί έως τις 11.09.1915, όπως τούτο προκύπτει, αφενός μεν από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" και των διαταγμάτων που εκδόθηκαν με βάση τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 αυτού, αφετέρου δε από τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου ...".
Πλην όμως, προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του έως τις 11.09.1915 για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα. Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.09.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 416/2024, ΑΠ 385/2021, ΑΠ 850/2019). Επίσης, κατά το άρθρο 1045 του ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία συνεχή εικοσαετία. Νομέας, κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, περιστατικά. Ο διάδικος που προβάλλει χρησικτησία, πρέπει να επικαλεστεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχτούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το πράγμα σαν δικό του.
Εξάλλου, οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής κυριότητας, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γέννησης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος, και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 246/2023, ΑΠ 1747/2022). Ο δε τυχόν ισχυρισμός του ενάγοντος, προς αντίκρουση των ενστάσεων αυτών του Δημοσίου, ότι έχει καταστεί κύριος του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, καθώς, προσμετρώντας στο δικό του χρόνο νομής και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του, νέμεται το ακίνητο με καλή πίστη για τουλάχιστον τριάντα έτη μέχρι τις 11-9-1915, αποτελεί αντένσταση. Ενόψει των ανωτέρω, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση αυτών των ισχυρισμών (ενστάσεων), πρέπει να αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και, για τον λόγο αυτό, τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και εντεύθεν της απόρριψής τους τις φέρει εκείνο (Ελληνικό Δημόσιο) και όχι ο ενάγων (ΑΠ 416/2024, ΑΠ 117/2020, ΑΠ 1182/2018).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος σε περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 903/2019, ΑΠ 233/2011). Ακολούθως, μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής απόφασης, δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου στον οποίο πρέπει να επιβάλει το δικαστήριο με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού. Αντίθετα, το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ένστασης πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, σ` αυτό δε εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς του οποίου ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης (ΑΠ 140/2023, ΑΠ 233/2022, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 10/2013). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ περί εσφαλμένης κατανομής του βάρους απόδειξης, ως προς τους προταθέντες ισχυρισμούς του περί ιδίας κυριότητάς του επί του επιδίκου ακινήτου: α) δικαιώματι πολέμου, ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους στην ιδιοκτησία του οποίου ανήκε και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, β) άλλως ως χορτολιβαδικής έκτασης, γ) άλλως ως αδεσπότου, δ) άλλως δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι για τους ως άνω προβληθέντες ισχυρισμούς του, περί της ιδιότητας του επιδίκου ακινήτου ως δημοσίου κτήματος, το Ελληνικό Δημόσιο έχει το σχετικό βάρος απόδειξης, ενώ περαιτέρω οι αναιρεσίβλητοι δεν ανταποκρίθηκαν στο αντικειμενικό βάρος απόδειξης που είχαν, αφού δεν επικαλέστηκαν και δεν απέδειξαν ότι οι δικαιοπάροχοί τους ενήργησαν υλικές, εμφανείς πράξεις νομής επί του επιδίκου με διάνοια κυρίου και καλή πίστη για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριάντα ετών μέχρι τις 11-9-1915. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι οι ανωτέρω προταθέντες ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος έναντι της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζήτησαν την αναγνώριση των εμπραγμάτων δικαιωμάτων τους επί του επιδίκου ακινήτου, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, αλλά ενστάσεις προς αντίκρουση της αγωγής και το βάρος απόδειξής τους έφερε το εκκαλούν - αναιρεσείον που πρότεινε τους αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 106 και 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, ενώ η επίκληση και απόδειξη της απόκτησης κυριότητας των δικαιοπαρόχων των εναγόντων μέχρι τις 11.9.1915 προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, πράγμα που κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης δεν αποδείχθηκε. Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117, πρέπει να περιέχει, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου κατά νόμο της αγωγής. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 ΚΠολΔ , των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ) και συντρέχει αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη του γεγονότα που δεν διαλαμβάνονταν σ' αυτή και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην κρίση του περί του νόμω βασίμου της ή αντιθέτως έκρινε αόριστη αυτή επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, καίτοι διαλαμβάνονταν σ' αυτή. (ΑΠ 1932/2017). Ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 1247/2019, ΑΠ 106/2015). Αν, λοιπόν, το δικαστήριο δεχθεί την αγωγή ως ορισμένη, μολονότι το δικόγραφό της σε ότι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία είναι αόριστο και προβαίνει στην κατ` ουσία εξέτασή της, κατά παράβαση της ως άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ και δεν κηρύσσει ακυρότητα του δικογράφου, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1875/2023, ΑΠ 1247/2019, ΑΠ 851/2017, ΑΠ 458/2017).
Σε κάθε όμως περίπτωση και ανεξάρτητα από το είδος της αοριστίας, για να ιδρυθεί ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει η αοριστία του δικογράφου να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ` εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικά δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 254/2016). Επομένως για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός είχε νόμιμα προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 316/2025, ΑΠ 786/2024, ΑΠ 841/2024, ΑΠ 145/2024, ΑΠ 866/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν απέρριψε ως αόριστη την κρινόμενη αγωγή, αφού στο δικόγραφό της δεν διαλαμβάνονται όλα, τα από τις διατάξεις του άρθρου 216 ΚΠολΔ, απαιτούμενα για την πληρότητά της στοιχεία, και ειδικότερα δεν αναφέρονται συγκεκριμένες διακατοχικές πράξεις νομής των απώτερων δικαιοπαρόχων των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί της επίδικης έκτασης για χρονικό διάστημα τριάντα τουλάχιστον ετών μέχρι τις 11.9.1915 , προκειμένου να θεμελιώσουν δικαίωμα κτήσης κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο και υπό τις προϋποθέσεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, δεδομένου ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός, περί αοριστίας της αγωγής, για τους ανωτέρω λόγους ισχυρισμός προτάθηκε από το αναιρεσείον στο δικαστήριο της ουσίας και επαναφέρθηκε με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από το αναιρεσείον-εκκαλούν. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την από 24.5.2018 έφεση του αναιρεσείοντος, η οποία παραδεκτά επισκοπείται (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) για την έρευνα του αναιρετικού λόγου, δεν περιέχεται σ' αυτήν λόγος έφεσης σχετικός με την αοριστία της αγωγής των αναιρεσιβλήτων για τους αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενους λόγους, ενώ δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26.4.2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 60/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ