ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 282/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 282/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 282/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 282 / 2026    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 282/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αγγελική Καρδαρά και Χρυσούλα Μανέτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α. , για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Κ. , κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Κουφοπούλου, η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΟΤΕ Α.Ε.", με έδρα στο Μαρούσι Αττικής, νομίμως εκπροσωπούμενης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. , ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 556/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 3998/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-8-2024 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 28-8-2024 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7613-737/3-9-2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 3998/24-8-2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών - η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 αριθμός 3, 621 και 622 ΚΠολΔ) - επί της από 30-7-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2022 έφεσης που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της υπ' αριθμό 556/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα - μέσα στην καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών από την επομένη της δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλομένης που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 564 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ - και γενικά παραδεκτά (άρθρα 552, 553 παράγραφος 1 β, 556 παράγραφος 1, 558, 566 παράγραφος 1 και 577 παράγραφος 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παράγραφος 3 ΚΠολΔ). 2. Από την επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσείουσα στην από 30-12-2013 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2013 αγωγή της - την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και είχε στρέψει κατά της αναιρεσίβλητης - είχε ισχυρισθεί τα εξής: Ότι με την υπ' αριθμό 810/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είχε αναγνωρισθεί ότι οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και έργου, τις οποίες κατήρτιζε διαδοχικά με την αναιρεσίβλητη από ...-2005 και εφεξής αποτελούσαν μια, ενιαία, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι η αναιρεσίβλητη, η οποία στις 23-4-2010 είχε παύσει να αποδέχεται την εργασία της, επειδή είχε παρέλθει η συμφωνημένη χρονική διάρκεια της τελευταίας σύμβασης, την οποία είχε καταρτίσει με αυτή, είχε καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της ακύρως, διότι δεν είχε τηρήσει για την άσκηση της καταγγελίας τον έγγραφο τύπο και, επιπλέον, δεν είχε καταβάλει σε αυτή τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Με το ιστορικό αυτό ζήτησε α) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει σε αυτή νομιμότοκα για το χρονικό διάστημα από ...-2008 έως και ...-2010 τις διαφορές των αποδοχών, τις οποίες θα λάμβανε σε περίπτωση που λάμβανε τις αποδοχές των εργαζομένων στην αναιρεσίβλητη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από αυτές που έλαβε ως εργαζομένη σε αυτή με συμβάσεις ορισμένου χρόνου και, επιπλέον, β) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει σε αυτή νομιμότοκα μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από ...-2011 έως και ...-2013 κατά το οποίο η αναιρεσίβλητη δεν αποδεχόταν την εργασία της. Η εναγομένη αρνήθηκε την ιστορική βάση της αγωγής και, επικουρικά, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι είχε περιέλθει ανυπαίτια σε κατάσταση υπερημερίας, διότι τελούσε σε εύλογη αμφιβολία ως προς το αν είχε ή όχι υποχρέωση α) να καταβάλει στην αναιρεσείουσα τις επίδικες διαφορές αποδοχών κατά το χρονικό διάστημα από ...-2008 έως και ...-2010 κατά το οποίο την απασχολούσε με συμβάσεις έργου και εργασίας ορισμένου χρόνου και, επιπλέον, β) να αποδεχθεί την εργασία της κατά το χρονικό διάστημα από ...-2011 έως και ...-2013 και, επομένως, αν ενεχόταν ή όχι έναντί της ως υπερήμερη εργοδότρια να καταβάλει σε αυτή τις επίδικες διαφορές αποδοχών, όπως και μισθούς υπερημερίας, επειδή στις 23-10-2010 είχε παρέλθει ο συμφωνημένος χρόνος διάρκειας της τελευταίας σύμβασης που είχαν καταρτίσει και δεν είχε τελεσιδικήσει ακόμη η υπ' αριθμό 810/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών - που είχε εκδοθεί επί της από 10-7-2010 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1330332-4165/2010 προηγούμενης αγωγής της ενάγουσας εναντίον της - και με την οποία είχε αναγνωρισθεί ότι: α) οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας και έργου, τις οποίες η ενάγουσα κατήρτιζε διαδοχικά με την εναγομένη από την ...-2005 και εφεξής αποτελούσαν μια, ενιαία, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι επομένως β) το γεγονός ότι η εναγομένη από 23-4-2010 είχε παύσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας ισοδυναμούσε με καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, η οποία όμως έπασχε από ακυρότητα, επειδή δεν είχαν τηρηθεί οι νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 1 ν. 2112/1920 και 5 παράγραφος 3 ν. 3198/1955) με συνέπεια γ) η εναγομένη-εργοδότρια να έχει υποχρέωση να επαναπασχολήσει την ενάγουσα-εργαζομένη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δίκασε την αγωγή αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών και εξέδωσε την υπ' αριθμό 556/2021 οριστική απόφαση, με την οποία δέχθηκε ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση που είχε προβάλει η εναγομένη ως απάντηση στην αγωγή και απέρριψε για το λόγο αυτό στο σύνολό της την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η ενάγουσα άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 30-7-2022 έφεση για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και αιτήθηκε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή της, την οποία είχε ασκήσει κατά της εφεσίβλητης-εναγομένης.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία κατά την οποία είχε δικάσει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμό 3998/2023 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση με τις εξής ειδικότερα παραδοχές: "[...]: Δυνάμει της από ...-2000 συμβάσεως εργασίας που χαρακτηρίστηκε ως ορισμένου χρόνου, η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγόμενη ανώνυμη εταιρία προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της στο τμήμα τηλεφωνικής ανταπόκρισης για χρονικό διάστημα οκτώ μηνών και κατόπιν με όμοια σύμβαση από ...-2001 έως ...-2002 και εν συνεχεία με δέκα διαδοχικές έγγραφες συμβάσεις που χαρακτηρίστηκαν ως συμβάσεις έργου συνέχισε να την απασχολεί μέχρι την λήξη της τελευταίας και δη μέχρι την 23-4-2010 οπότε έπαυσε να δέχεται τις υπηρεσίες της λόγω της παρόδου του συμβατικού χρόνου.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά την αποχώρηση της ενάγουσας από την εργασία της κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες, αυτή άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 10-7-2010 ( αριθ. κατάθ. 130332/4165/2010) αγωγή της με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι συνδέεται με την εναγόμενη εταιρία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 23-4-2010 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 810/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποίο έγινε δεκτή η αγωγή, αναγνωρίστηκε ότι η ενάγουσα συνδέεται από ...-2000 με την εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της από 23-4-2010 καταγγελίας της εναγόμενης και η υποχρεώθηκε η τελευταία να αποδέχεται τις υπηρεσίες της με προσωρινά εκτελεστή διάταξη της απόφασης.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 12-9-2013 (αριθ. κατάθ. 8883/2014) έφεση της εναγόμενης επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 4/2018 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου με την οποία αναγνωρίστηκε ότι όλες οι προγενέστερες συμβάσεις ήταν συμβάσεις εργασίας, ότι από ...-2005 οι συμβάσεις εργασίας είναι συμβάσεις αορίστου χρόνου, ότι η από 23-4-2010 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ήταν άκυρη και ότι η εναγόμενη υποχρεούται στην αποδοχή των υπηρεσιών της. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 9-3-2018 αίτηση αναίρεσης η οποία απορρίφθηκε με την με αριθμό 920/2020 απόφαση του ΑΠ. Αποδείχθηκε δε, ότι η εναγόμενη εταιρία προς συμμόρφωση στην με αριθμό 810/2013 απόφαση και κατ' εφαρμογή αυτής επαναπασχόλησε την ενάγουσα ήδη από 1-8-2013 και εφεξής. Ωστόσο, μέχρι την αμετάκλητη κρίση του πραγματικού χαρακτήρα της εργασιακής σχέσης της ενάγουσας, η εναγόμενη εταιρία διατηρούσε εύλογη αμφιβολία σχετικά με το αν ήταν υπερήμερη ως προς την υποχρέωση απασχόλησης αυτής και καταβολής των νομίμων αποδοχών της καθόσον έχουν εκδοθεί σε πρώτο και δεύτερο βαθμό πολλές αποφάσεις επί ομοίων αγωγών άλλων εκτάκτων υπαλλήλων της εναγόμενης - εφεσίβλητης, ο οποίες έκριναν ότι αυτοί δεν συνδέονται με την εναγόμενη με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. [...] Η εύλογη πεποίθηση της εναγόμενης σχετικά με την ανυπαρξία τους χρέους της απέναντι στην ενάγουσα, που διατηρήθηκε μέχρι την έκδοση της ως άνω 4/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβαση εργασίας της ενάγουσας και ότι αυτή συνδέεται με την εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και υποχρέωσε την τελευταία να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας, αποκλείει την υπαιτιότητα της και συνεπώς, την υπερημερία της. Μετά ταύτα, ο ισχυρισμός της εναγόμενης του άρθρου 342 ΑΚ, καταλυτικός της υπερημερίας της, τον οποίο είχε παραδεκτά προτείνει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και τον οποίο επαναφέρει με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της, ότι δεν έχει γίνει υπερήμερη ως προς την καταβολή των μισθών υπερημερίας γιατί η μη καταβολή τους οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη καθόσον είχε τη βεβαιότητα ότι η εργασιακή σχέση που συνέδεε την ενάγουσα με αυτήν ήταν αυτή του ορισμένου χρόνου και η οποία είχε λυθεί με τη πάροδο του συμφωνηθέντος χρόνου και ότι ουδέν ποσό όφειλε εξ αιτίας αυτής της σχέσης στην ενάγουσα πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος [...]". 3. Το άρθρο 655 ΑΚ ορίζει ότι: "Αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της σύμβασης, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά. Σε κάθε περίπτωση, μόλις λήξει η σύμβαση γίνεται απαιτητός ο μισθός, που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη [...]".

Μισθός, περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης που προαναφέρθηκε σε συνδυασμό με τα άρθρα 648 και 649 ΑΚ και 1 της 95ης Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας, η οποία κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την εργασία που ο εργαζόμενος παρέχει σε αυτόν. Η πάροδος, επομένως, της δήλης ημέρας καταβολής του μισθού καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη (άρθρο 341 εδάφιο α ΑΚ), ο οποίος εκτός από το μισθό (άρθρο 343 εδάφιο α ΑΚ, πρβλ. την ΑΠ 305/2004) οφείλει στον εργαζόμενο και τόκους υπερημερίας (άρθρο 345 εδάφιο α ΑΚ, ΟλΑΠ 40/2002, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 331/2015). Η ανυπαίτια αθέτηση της υποχρέωσης του εργοδότη που προαναφέρθηκε δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση να καταβάλει μισθό στον εργαζόμενο, αλλά μόνον από τις υποχρεώσεις που προβλέπει ο νόμος σε βάρος του υπερήμερου οφειλέτη, όπως, ενδεικτικά, από το να υποχρεώνεται σε καταβολή τόκων υπερημερίας κατά τη διάταξη του άρθρου 345 ΑΚ (πρβλ. ΑΠ 305/2004).

Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 656 εδάφια α και β ΑΚ, όπως είχε τροποποιηθεί με τη διάταξη του άρθρου 61 του ν. 4139/2013, αλλά κατά τη διάταξη του άρθρου 98 παράγραφος 1 του ίδιου νόμου καταλάμβανε κατά το χρόνο της δημοσίευσής του και τις εκκρεμείς υποθέσεις, όπως η επίδικη, ορίζει τα εξής: "Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόληση του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε. Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία.". Το άρθρο 342 ΑΚ ορίζει τα εξής: "Ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη.". Από το συνδυασμό των διατάξεων που προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι ο εργοδότης σε εκτέλεση της σύμβασης εργασίας, την οποία κατήρτισε με τον εργαζόμενο, μπορεί να αξιώσει από αυτόν την παροχή εργασίας. Ο εργοδότης επομένως σε περίπτωση που δεν αποδέχεται τη συγκεκριμένη παροχή του εργαζομένου περιέρχεται σε υπερημερία δανειστή και όχι οφειλέτη, επειδή προϋπόθεση για να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 656 εδάφιο α ΑΚ είναι η υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας (άρθρα 349 επ. ΑΚ), δηλαδή της παροχής που μπορεί να απαιτεί από τον εργαζόμενο και όχι της παροχής που οφείλει σε αυτόν, δηλαδή του μισθού που έχει υποχρέωση να καταβάλλει στον εργαζόμενο. Αν ο εργοδότης δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα ως προς την αποδοχή της εργασίας του εργαζομένου, δεν απαλλάσσεται από τη υποχρέωση να καταβάλλει σε αυτόν μισθούς υπερημερίας, επειδή το άρθρο 342 ΑΚ εμποδίζει την περιέλευση του εργοδότη σε υπερημερία οφειλέτη και όχι δανειστή. Ο εργοδότης στην τελευταία περίπτωση απαλλάσσεται μόνον από την υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα-εργαζόμενο τόκους επί των μισθών υπερημερίας, τους οποίους οφείλει σε αυτόν για το χρονικό διάστημα έως την επίδοση της αγωγής του εργαζομένου εναντίον του (ΑΠ 18/2021). Ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής στον εργαζόμενο μισθών υπερημερίας μόνον σε περίπτωση που συντρέχουν λόγοι ανώτερης βίας και όχι στην περίπτωση που διατηρούσε εύλογη αμφιβολία ή τελούσε σε πλάνη ως τη συγκεκριμένη του υποχρέωση (ΑΠ 245/2002, πρβλ. και τις ΑΠ 803/2018, ΑΠ 1984/2017, ΑΠ 771/2017).

Σύμφωνα περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται [...] αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου [...]. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται α) αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, β) αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και γ) αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, η ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες ή, αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγιναν δεκτές ως νόμιμες ή απορρίφθηκαν ή έγιναν δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν, όπως και από την υπαγωγή τους στο νόμο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα γεγονότα που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν αρκούσαν για την εφαρμογή του, όπως και όταν υπήγαγε τα ίδια περιστατικά σε κανόνα δικαίου, στον οποίο δεν υπάγονταν (ΟλΑΠ 5/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση στον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ - σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 591 παράγραφος 1 και 262 παράγραφος 1 ΚΠολΔ- με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί. Η αναιρεσείουσα επικαλείται, ειδικότερα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά το στάδιο έρευνας της έφεσης - την οποία είχε ασκήσει κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου - απέρριψε το λόγο της έφεσής της, με τον οποίο είχε προσβάλει την εκκαλουμένη ειδικά και για το λόγο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο μετά από εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου είχε κρίνει νόμιμη - και περαιτέρω ουσιαστικά βάσιμη - την ένσταση που είχε προβάλει η αναιρεσίβλητη ως εναγομένη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι είχε περιέλθει ανυπαίτια σε κατάσταση υπερημερίας, διότι τελούσε σε εύλογη αμφιβολία ως προς το αν είχε ή όχι υποχρέωση α) να καταβάλει στην αναιρεσείουσα τις επίδικες διαφορές αποδοχών κατά το χρονικό διάστημα από ...-2008 έως και ...-2010 κατά το οποίο την απασχολούσε με συμβάσεις έργου και εργασίας ορισμένου χρόνου και, επιπλέον, β) να αποδεχθεί την εργασία της κατά το χρονικό διάστημα από ...-2011 έως και ...-2013 και, επομένως, αν ενεχόταν ή όχι έναντί της ως υπερήμερη εργοδότρια να καταβάλει σε αυτή τις επίδικες διαφορές αποδοχών, όπως και μισθούς υπερημερίας, επειδή στις 23-10-2010 είχε παρέλθει ο συμφωνημένος χρόνος διάρκειας της τελευταίας σύμβασης που είχαν καταρτίσει και δεν είχε τελεσιδικήσει ακόμη η υπ' αριθμό 810/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών - που είχε εκδοθεί επί της από 10-7-2010 προηγούμενης αγωγής της ενάγουσας εναντίον της - και με την οποία είχε αναγνωρισθεί ότι: α) οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας και έργου, τις οποίες η ενάγουσα κατήρτιζε διαδοχικά με την εναγομένη από την ...-2005 και εφεξής αποτελούσαν μια, ενιαία, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι επομένως β) το γεγονός ότι η εναγομένη από 23-4-2010 είχε παύσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας ισοδυναμούσε με καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, η οποία όμως έπασχε από ακυρότητα, επειδή δεν είχαν τηρηθεί οι νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 1 ν. 2112/1920 και 5 παράγραφος 3 ν. 3198/1955) με συνέπεια γ) η εναγομένη-εργοδότρια να έχει υποχρέωση να επαναπασχολήσει την ενάγουσα-εργαζομένη. Η αναιρεσείουσα εκθέτει περαιτέρω ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έπρεπε να δεχθεί το λόγο αυτό της έφεσής της και να απορρίψει ως μη νόμιμη την ένσταση που είχε προβάλει η αναιρεσίβλητη τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως απάντηση στην αγωγή, όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, διότι α) η αναιρεσίβλητη ως υπερήμερη οφειλέτης είχε σε κάθε περίπτωση υποχρέωση να καταβάλει σε αυτή τις επίδικες διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και β) η αναιρεσίβλητη κατά το χρονικό διάστημα από ...-2011 έως και ...-2013 δεν αποδεχόταν την εργασία της με συνέπεια να περιέλθει σε υπερημερία δανειστή και όχι οφειλέτη και συνεπώς μην μπορεί να απαλλαγεί από την υποχρέωσή της να καταβάλει σε αυτή μισθούς υπερημερίας. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, τέλος, ότι σε περίπτωση που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριπτε τον ισχυρισμό, τον οποίο είχε προβάλει η αναιρεσίβλητη, ως μη νόμιμο θα δεχόταν την έφεσή της, θα εξαφάνιζε για το λόγο αυτό την εκκαλουμένη και θα δεχόταν την αγωγή της κατά της αναιρεσίβλητης ως ουσιαστικά βάσιμη. Από την επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δίκασε την ένδικη αγωγή, όπως το περιεχόμενό της εκτίθεται στον αριθμό 2 της παρούσας, και εξέδωσε επ' αυτής την υπ' αριθμό 556/2021 οριστική απόφαση, με την οποία δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός, τον οποίο είχε προβάλει η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, όπως το περιεχόμενό του εκτίθεται στον αριθμό 2 της παρούσας, αποτελούσε νόμιμη ένσταση από το άρθρο 342 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 591 παράγραφος 1 και 262 παράγραφος 1 ΚΠολΔ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε στη συνέχεια την ένσταση αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη και απέρριψε για το λόγο αυτό την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε επί της από 30-7-2022 έφεσης που άσκησε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την αναιρεσιβαλλομένη τελεσίδικη απόφαση, με την οποία απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση με την αιτιολογία ότι η ένσταση που είχε προβάλει η αναιρεσίβλητη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ήταν νομικά και ουσιαστικά βάσιμη, επειδή η αναιρεσίβλητη - η οποία στις 23-4-2010 είχε καταγγείλει ακύρως τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που τη συνέδεε με την αναιρεσείουσα από ...-2005 και εφεξής και είχε παύσει έκτοτε να αποδέχεται την εργασία της - είχε εύλογη πεποίθηση για την ανυπαρξία του επιδίκου χρέους της έναντι της αναιρεσείουσας και, συγκεκριμένα, για το ότι όφειλε να καταβάλει σε αυτή διαφορές αποδοχών και μισθούς υπερημερίας, όπως και ότι είχε περιέλθει ανυπαίτια σε κατάσταση υπερημερίας οφειλέτη, επειδή τελούσε σε εύλογη αμφιβολία ως προς το αν είχε ή όχι υποχρέωση να αποδεχθεί την εργασία της αναιρεσείουσας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και, συγκεκριμένα, από ...-2011 έως και ...-2013 και, επομένως, αν ενεχόταν ή όχι έναντί της ως υπερήμερη εργοδότρια να καταβάλει σε αυτή μισθούς υπερημερίας, διότι στις 23-10-2010 είχε παρέλθει ο συμφωνημένος χρόνος διάρκειας της τελευταίας σύμβασης που είχαν καταρτίσει και δεν είχε τελεσιδικήσει ακόμη η υπ' αριθμό 810/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών - που είχε εκδοθεί επί της από 10-7-2010 προηγούμενης αγωγής της αναιρεσείουσας εναντίον της - και με την οποία είχε αναγνωρισθεί ότι: α) οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας και έργου, τις οποίες η αναιρεσείουσα κατήρτιζε διαδοχικά με την αναιρεσίβλητη από ...-2005 και εφεξής αποτελούσαν μια, ενιαία, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι, επομένως, β) το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη από 23-4-2010 είχε παύσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες της αναιρεσείουσας ισοδυναμούσε με καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, η οποία όμως έπασχε από ακυρότητα, επειδή δεν είχαν τηρηθεί οι νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 1 ν. 2112/1920 και 5 παράγραφος 3 ν. 3198/1955) με συνέπεια γ) η αναιρεσίβλητη να έχει υποχρέωση να επαναπασχολήσει την αναιρεσείουσα. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε στη συνέχεια κατ' αποδοχή της προαναφερόμενης ένστασης του άρθρου 342 ΑΚ, ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε υποχρέωση να καταβάλει στην αναιρεσείουσα ούτε τις διαφορές των δεδουλευμένων αποδοχών ούτε μισθούς υπερημερίας. Η ένσταση όμως, την οποία είχε προβάλει η αναιρεσίβλητη, ήταν μη νόμιμη, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο εργοδότης σε περίπτωση που αθετεί έστω και ανυπαίτια την υποχρέωσή του να καταβάλει στον εργαζόμενο δεδουλευμένους μισθούς, περιέρχεται σε υπερημερία οφειλέτη με συνέπεια να μην απαλλάσσεται από την οφειλή του αυτή. Η έλλειψη υπαιτιότητάς του αίρει απλώς τις υποχρεώσεις που προβλέπει ο νόμος σε βάρος του υπερήμερου οφειλέτη, όπως είναι και η υποχρέωση καταβολή τόκων υπερημερίας κατά το άρθρο 345 ΑΚ. Ο εργοδότης, περαιτέρω, ο οποίος δεν αποδέχεται ακόμη και χωρίς υπαιτιότητά του την εργασία του εργαζομένου, περιέρχεται σε υπερημερία δανειστή με συνέπεια να ευθύνεται έναντί του σε καταβολή μισθών υπερημερίας. Το δευτεροβάθμιο, επομένως, δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την έφεση, την οποία είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την αιτιολογία ότι η ένσταση που είχε προβάλει η αναιρεσίβλητη ως απάντηση στην αγωγή, ήταν νόμιμη - και περαιτέρω ουσιαστικά βάσιμη- εσφαλμένα εφήρμοσε στην προκειμένη περίπτωση τη διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ, την οποία δεν έπρεπε να εφαρμόσει για να απαλλάξει την αναιρεσίβλητη από την κατά την ένδικη αγωγή κύρια οφειλή των επιδίκων διαφορών αποδοχών και των μισθών υπερημερίας, όπως βάσιμα επικαλείται η αναιρεσείουσα με το λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε, ο οποίος συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. 4. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε τον ισχυρισμό που είχε προβάλει η αναιρεσίβλητη ως νόμιμη από το άρθρο 342 ΑΚ ένσταση, μολονότι επρόκειτο για μη νόμιμο ισχυρισμό. Μετά από αυτό παρέλκει να ερευνηθούν οι λοιποί από τους αριθμούς 10, 19 και 11 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, επειδή, μετά την παραδοχή του πρώτου από αυτούς, καταλαμβάνονται από την εμβέλεια της αναιρετικής απόφασης. Η υπόθεση, τέλος, χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση και πρέπει συνεπώς να παραπεμφθεί για εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε (άρθρο 580 παράγραφος 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις - μετά από το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της - πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, η οποία ηττήθηκε στη δίκη (άρθρα 573 παράγραφος 1, 106, 176 εδάφιο α, 183 και 191 παράγραφος 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμό 3998/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδικής διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών διαφορών).

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή