ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 283/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 283/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 283/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 283 / 2026    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 283/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αγγελική Καρδαρά και Χρυσούλα Μανέτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α. , για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Χ. , κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευμορφία Ρήγα, η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Ε.Λ.Τ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία - Μαρία Σβεντζούρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-3-2022 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 969/2023 του ίδιου Δικαστηρίου και 4733/2024 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-12-2024 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 17-12-2024 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 11202-1163/24-12-2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 4733/14-11-2024 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών - η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 περίπτωση 3 α, 621 και 622 ΚΠολΔ) - επί της από 3-10-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 106830-5732/19-10-2023 έφεσης που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της υπ' αριθμό 969/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε εκδοθεί κατά την ίδια διαδικασία. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα - μέσα στην προθεσμία των τριάντα (30) ημερών που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 564 παράγραφος 1 ΚΠολΔ, επειδή η αναιρεσιβαλλομένη επιδόθηκε στις 2-12-2024 (βλ. την από 2-12-2024 σημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Σ. στο αντίγραφο της απόφασης που επιδόθηκε και το οποίο προσκομίζεται νόμιμα με επίκληση) - και γενικά παραδεκτά (άρθρα 552, 553 παράγραφος 1 β, 556 παράγραφος 1, 558, 566 παράγραφος 1 και 577 παράγραφος 1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παράγραφος 3 ΚΠολΔ). 2. Από την επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, Σ. Κ. του Χ. , κάτοικος ... , στην από 21-3-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2022 αγωγή του - την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και είχε στρέψει κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ Α.Ε.", το διακριτικό τίτλο "Ε.Λ.Τ.Α. Α.Ε." και έδρα την Αθήνα είχε εκθέσει τα εξής: Ότι στις 21-11-2001 είχε καταρτίσει με την αναιρεσίβλητη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι έκτοτε προσέφερε σε αυτή προσηκόντως την εργασία του ως ταχυδρομικός υπάλληλος. Ότι η αναιρεσίβλητη από 16-7-2021 έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του υπό το πρόσχημα ότι είχε αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία του, μολονότι ο ίδιος δεν είχε εκδηλώσει τέτοια βούληση. Ότι η αναιρεσίβλητη, ωστόσο, δεν είχε αναγγείλει - σύμφωνα με το άρθρο 38 ν. 4488/2017 - το γεγονός της οικειοθελούς αποχώρησής του στο πληροφορικό σύστημα "ΕΡΓΑΝΗ" του Υπουργείου Εργασίας με συνέπεια να θεωρείται ότι η σύμβαση εργασίας του είχε λυθεί με άτακτη καταγγελία της, η οποία επιπλέον ήταν άκυρη, διότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε τηρήσει για την απόλυσή του τον έγγραφο τύπο που προβλέπεται από το άρθρο 5 παράγραφος 3 ν. 3198/1955, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 2 παράγραφος 4 του ν. 2556/1997, και δεν είχε καταβάλει σε αυτόν τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης (άρθρο 1 ν. 2112/1920 και 3 παράγραφος 1 του β.δ. της 16/18-7-1920) και, ότι, τέλος από την άκυρη αυτή απόλυσή του προσβλήθηκε η προσωπικότητά του, όπως ειδικότερα είχε επικαλεσθεί στην αγωγή του. Με το ιστορικό αυτό ζήτησε α) να αναγνωρισθεί ότι η από 16-7-2021 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από την αναιρεσίβλητη ήταν άκυρη, β) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να τον επαναπασχολήσει με τους ίδιους όρους και συνθήκες εργασίας, όπως και πριν καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του, και να καταβάλει σε αυτόν μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την άκυρη απόλυσή του και εφεξής, καθώς και γ) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει σε αυτόν ποσό 5.000 Ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία είχε υποστεί από την αιτία που προαναφέρθηκε νομιμότοκα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παράγραφος 1, 614 περίπτωση 3 α, 621 και 622 ΚΠολΔ) και απέρριψε την αγωγή α) ως προς το υπό στοιχείο "β" αίτημά της ως απαράδεκτη με την αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων είχε επιδώσει την ένδικη αγωγή του στην αναιρεσίβλητη μετά την πάροδο της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 6 παράγραφος 1 ν. 3198/1955, β) ως προς το υπό στοιχείο "α" αίτημά της λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος με την αιτιολογία ότι με την πάροδο της προθεσμίας που προαναφέρθηκε οι απαιτήσεις του ενάγοντος είχαν αποσβεσθεί και γ) ως προς το υπό στοιχείο "γ" αίτημά της ως μη νόμιμη με την αιτιολογία ότι μόνη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη δεν αποτελεί ούτε προσβολή της προσωπικότητας ούτε αδικοπραξία με συνέπεια ο αναιρεσείων να μην έχει νόμιμη αξίωση κατά της αναιρεσίβλητης για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Ο αναιρεσείων άσκησε κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την από 3-10-2023 έφεση για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου (άρθρα 591 παράγραφος 1 και 520 παράγραφος 1 ΚΠολΔ) και αιτήθηκε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή του κατά της αναιρεσίβλητης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δίκασε την έφεση αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία κατά την οποία είχε δικάσει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εξέδωσε την υπ' αριθμό 4733/2024 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση με αιτιολογίες όμοιες με αυτές της εκκαλουμένης.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ), δέχθηκε ειδικότερα τα εξής:

"[...] Εν προκειμένω [...] προκύπτει, ότι η υπό κρίση από 21/3/2022 ( ΓΑΚ .../2022 - ΕΑΚ .../2022 ) αγωγή, που άσκησε ο ενάγων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία [...] ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 16/7/2021 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και να υποχρεωθεί η εναγομένη να τον απασχολεί με τους ίδιους όρους και συνθήκες όπως πριν (από την επομένη της από 16/7/2021 καταγγελίας), επιδόθηκε στην εναγομένη στις 1/4/2022 (βλ. την με αριθ. ...2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Μ. Ν. ). Όμως δοθέντος ότι, κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής [...], η καταγγελία επήλθε την 16/7/2021, οπότε κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης [...] με ημερομηνία αποχώρησης την 16/7/2021, και άρα η αποσβεστική προθεσμία αρχίζει από την επομένη αυτής ημέρα δηλ. την 17/7/2021 και λήγει την αντίστοιχη ημέρα του τελευταίου μηνός, ήτοι την 17/10/2021 [...], προκύπτει ότι η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε μετά την παρέλευση της [...] τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας [...]. Με την από 16/7/2021 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που άσκησε ο ενάγων στις 19/7/2021, επί της οποίας εκδόθηκε η από 27/7/2021 προσωρινή διαταγή του Προέδρου Υπηρεσίας του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που υποχρέωσε την εναγομένη να τον απασχολεί προσωρινά από τις 28/7/2021, δεν διακόπηκε η εν λόγω αποσβεστική προθεσμία, η οποία επέρχεται είτε με την άσκηση της αγωγής για την αναγνώριση της ακυρότητας της απόλυσης [...] και όχι με την άσκηση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, [διότι] η αίτηση αυτή δεν συνιστά έγερση αγωγής [...]. Η επαναπασχόληση του ενάγοντα, σε συμμόρφωση της εναγομένης προς την ανωτέρω προσωρινή διαταγή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και εν συνεχεία στην με αριθ. 989/2022 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του ιδίου προαναφερομένου δικαστηρίου, δεν επηρεάζει την λύση της εργασιακής σχέσης. Διότι το γεγονός ότι ο ενάγων απασχολήθηκε προσωρινά από την εναγομένη αρχικά λόγω συμμόρφωσης στον προσωρινή διαταγή και εν συνεχεία λόγω έκδοσης της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, δεν αναιρεί το γεγονός ότι η σχέση εργασίας του λύθηκε την 16/7/2021, ημερομηνία κατά την οποία ο ενάγων έπαυσε να εργάζεται στην εναγομένη [...]. Όσον αφορά τον τρίτο [...] λόγο έφεσης που αναφέρεται στην επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης [...] είναι απορριπτέος όχι μόνο ως αόριστος και ως μη νόμιμος. Διότι δεν εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής πραγματικά περιστατικά παράνομης συμπεριφοράς της εναγομένης, ώστε να της αποδοθεί ευθύνη εξ αδικοπραξίας.

Πέραν τούτου, μόνη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, ακόμη κι αν είναι άκυρη, δεν συνιστά προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου, ώστε να δύναται να θεμελιώσει κατά τα άρθρα 59 ΑΚ και 932 ΑΚ αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης .[...]". 3.α. Το άρθρο 6 παράγραφος 1 ν. 3198/1955 ορίζει ότι: "Πάσα αξίωσις του μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφ' όσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας. Η διάταξις της παρούσης εφαρμόζεται μόνον επί καταγγελίας σχέσεων εξηρτημένης εργασίας.". Το άρθρο 279 ΑΚ ορίζει ότι: "Στις περιπτώσεις που ο νόμος ή τα μέρη τασσουν προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί το δικαίωμα (αποσβεστική προθεσμία) εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την παραγραφή.". Το άρθρο 261 εδάφιο α ΑΚ ορίζει ότι: "Την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής.". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία που προαναφέρθηκε διακόπτεται σε περίπτωση που ο εργαζόμενος, ο οποίος αξιώνει από τον εργοδότη του την επιδίκαση παροχών από άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του - όπως οι αξιώσεις για καταβολή μισθών υπερημερίας και για πραγματική απασχόληση (άρθρο 656 ΑΚ) ασκήσει - μεταξύ άλλων - καταψηφιστική αγωγή μέσα σε προθεσμία τριών (3) μηνών από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας.

Η βούληση, εξάλλου, του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, την οποία είχε καταρτίσει με τον εργαζόμενο, μπορεί να συνάγεται και σιωπηρά από συγκεκριμένες πράξεις του, οι οποίες μπορούν αντικειμενικά να εκτιμηθούν ως δήλωσή του για λύση της σύμβασης εργασίας. Τέτοια περίπτωση συντρέχει και όταν ο εργαζόμενος προσφέρει προσηκόντως την εργασία του στον εργοδότη, αλλά αυτός αρνείται να τις αποδεχθεί, επειδή επικαλείται ότι ο εργαζόμενος αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του (ΑΠ 700/2025, ΑΠ 1676/2023, ΑΠ 377/2022).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 70 ΚΠολΔ, 167, 168, 169, 174, 180, 648, 669 ΑΚ, 1, 3, 7, 8 ν. 2112/1920, 1, 2 και 5 παράγραφος 3 ν. 3198/1955, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παράγραφος 4 ν. 2556/1997 (Φ.Ε.Κ. Α 270/24-12-1997), 1 και 3 παράγραφος 5 του από 16/18-7-1920 βασιλικού διατάγματος προκύπτουν τα εξής : α) η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη είναι διαπλαστικό δικαίωμα και επομένως επιφέρει αμέσως τη λύση της σύμβασης εργασίας, και β) σε περίπτωση που ο εργοδότης καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του με τον εργαζόμενο άτυπα και χωρίς να καταβάλει σε αυτόν τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, η καταγγελία πάσχει από αυτοδίκαιη ακυρότητα και δεν επιφέρει τη λύση της σύμβασης, η οποία εξακολουθεί να παραμένει ενεργός με συνέπεια ο εργαζόμενος να διατηρεί κατά του εργοδότη τις αξιώσεις που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ και ενδεχομένως και από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ (ΑΠ 375/2025, ΑΠ 201/2025, ΑΠ 357/2024).

Ο εργαζόμενος, περαιτέρω, αν θεωρεί ότι ο εργοδότης του κατήγγειλε ακύρως τη συμβατική τους σχέση, μπορεί να αμφισβητήσει το κύρος της καταγγελίας με την άσκηση αγωγής εναντίον του. Το άρθρο 692 του ΚΠολΔ (π.δ. 503/1985) περαιτέρω όριζε ότι: "1. Το δικαστήριο διατάζει τα ασφαλιστικά μέτρα που κατά την κρίση του αρμόζουν σε κάθε περίπτωση, και δεν έχει την υποχρέωση να διατάξει το μέτρο που ζητείται. 4. Τα ασφαλιστικά μέτρα δεν πρέπει να συνίστανται στην ικανοποίηση του δικαιώματος του οποίου ζητείται η εξασφάλιση ή η διατήρηση.". Με το άρθρο 23 του ν. 1941/1991 (Φ.Ε.Κ. Α 41) προστέθηκε στο άρθρο 692 του ΚΠολΔ και έκτη παράγραφος, η οποία είχε ως εξής: " Ασφαλιστικά μέτρα δεν επιτρέπεται να διαταχθούν για αποδοχή από τον εργοδότη των υπηρεσιών του εργαζομένου ή για τον καθορισμό του τόπου παροχής των υπηρεσιών αυτού". Η ίδια παράγραφος αντικαταστάθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 28 παράγραφος 4 του ν. 2085/1992 (Φ.Ε.Κ. Α 170) ως εξής: "6. Ασφαλιστικά μέτρα δεν επιτρέπεται να διαταχθούν για αποδοχή από τον εργοδότη των υπηρεσιών του εργαζομένου ή για τον καθορισμό του τόπου παροχής, καθώς και του είδους και της φύσεως των υπηρεσιών αυτού ή για την ανάθεση άσκησης καθηκόντων ή για την ανάκληση της ανάθεσης.". Η διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 692 του ΚΠολΔ καταργήθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 32 παράγραφος 4 του ν. 2172/1993 (Φ.Ε.Κ. Α 207). Στη συνέχεια το άρθρο 64 του ν. 4139/2013 (Φ.Ε.Κ. Α 74/20-3-2013) πρόσθεσε στον ΚΠολΔ τη διάταξη του άρθρου 732 Α, η οποία όριζε τα εξής: "Άρθρο 732Α Προσωρινή απασχόληση εργαζομένου Σε περίπτωση υπερημερίας του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας του εργαζομένου το δικαστήριο μπορεί να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο την προσωρινή απασχόληση του εργαζομένου μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αγωγής για την κύρια υπόθεση.". Η διάταξη αυτή καταργήθηκε με το άρθρο 106 παράγραφος 3 του ν. 4172/2013 (Φ.Ε.Κ. Α 167/23-7-2013) το οποίο είχε ορίσει τα εξής: "3. Το άρθρο 732Α Κ.Πολ.Δ. που προστέθηκε με το άρθρο 64 του ν. 4193/2013 καταργείται.". Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4172/2013 η κατάργηση της διάταξης του άρθρου 732 Α του ΚΠολΔ κρίθηκε αναγκαία για να μην διαιωνίζονται συμβάσεις εργασίας με αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων ή προσωρινών διαταγών, ιδίως αν δεν υφίσταται πλέον η θέση εργασίας. Ο εργαζόμενος επομένως είχε τη δυνατότητα τουλάχιστον υπό το καθεστώς του άρθρου 732 Α ΚΠολΔ να στραφεί με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 682 επ. ΚΠολΔ) κατά του εργοδότη του και να αιτηθεί να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον επαναπασχολήσει προσωρινά (άρθρο 656 εδάφιο α υπεδάφιο α ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 61 του ν. 4139/2013), ωσότου εκδοθεί απόφαση επί της αγωγής, την οποία είχε ασκήσει εναντίον του, με αίτημα να αναγνωρισθεί η ακυρότητά της απόλυσής του. Ο εργαζόμενος, ο οποίος μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εξακολουθούσε να παρέχει εργασία στον εργοδότη σε εκτέλεση προσωρινής διαταγής ή απόφασης ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 682 επ. ΚΠολΔ) - οι οποίες είχαν υποχρεώσει τον εργοδότη να τον επαναπασχολήσει, ωσότου εκδοθεί απόφαση στην αγωγή του εργαζομένου, με την οποία είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του - συνδεόταν με τον εργοδότη με απλή σχέση εργασίας, επειδή η καταγγελία ακόμη και άκυρη επιφέρει ως διαπλαστικό δικαίωμα αμέσως τη λύση της σύμβασης εργασίας (ΑΠ 1186/1997, πρβλ. ΑΠ 523/2022, ΑΠ 1497/2000). Η προσωρινή διαταγή και η απόφαση ασφαλιστικών μέτρων δημιουργούσαν σε βάρος του εργοδότη μόνον την υποχρέωση να αποδέχεται προσωρινά την εργασία του εργαζομένου και δεν μπορούσαν να διακόψουν την προθεσμία που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 6 παράγραφος 1 ν. 3198/1955 (ΑΠ 459/2010, ΑΠ 1518/2008).

Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται [...] αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου [...]. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται α) αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, β) αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και γ) αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, η ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες ή, αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγιναν δεκτές ως νόμιμες ή απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες ή έγιναν δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε την υπόθεση στην ουσία η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα ότι αποδείχθηκαν, όπως και από την υπαγωγή τους στο νόμο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα αρκούσαν για την εφαρμογή του, όπως, τέλος, και όταν υπήγαγε τα ίδια γεγονότα σε κανόνα δικαίου, στον οποίο όμως δεν μπορούσαν να υπαχθούν (ΟλΑΠ 5/2023, ΑΠ 97/2025).

Εξάλλου η μη κοινοποίηση στον εργοδότη της αγωγής του εργαζομένου - με την οποία ασκούνται αξιώσεις από άκυρη καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας - μέσα στην τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία που προαναφέρθηκε από τη λύση της σύμβασης, καθιερώνει απαράδεκτο, το οποίο αφορά στην ουσία της διαφοράς και όχι δικονομικό απαράδεκτο με συνέπεια να ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 και όχι 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 215/2023, ΑΠ 105/2020, ΑΠ 1003/2017).

Περαιτέρω το άρθρο 559 αριθμός 11 γ ΚΠολΔ ορίζει ότι: "Αναίρεση επιτρέπεται [...] αν το δικαστήριο [...] δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν [...]". Οι δύο αυτοί λόγοι αναίρεσης αναφέρονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και για το λόγο αυτό προϋποθέτουν κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας της διαφοράς. Οι λόγοι αναίρεσης επομένως που προαναφέρθηκαν δεν ιδρύονται, όταν η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, επειδή στην περίπτωση αυτή λείπει η ελάσσων πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 9/2011, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 861/2025, ΑΠ 1701/2024).

Στην προκειμένη περίπτωση στον πρώτο λόγο αναίρεσης, με το πρώτο σκέλος του και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη παραβίασε ευθέως - με εσφαλμένη εφαρμογή - τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παράγραφος 1 ν. 3198/1955, 279 και 261 εδάφιο α ΑΚ με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ - και όχι και από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο - και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί. Ο αναιρεσείων εκθέτει, ειδικότερα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την απόφαση που προσβάλλεται κατά το στάδιο έρευνας της έφεσης, την οποία είχε ασκήσει κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε ότι η σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που είχε καταρτίσει νόμιμα με την αναιρεσίβλητη, λύθηκε με άκυρη καταγγελία της στις 16-7-2021 και ότι περαιτέρω η ένδικη καταψηφιστική αγωγή του εναντίον της - με αίτημα, πρώτον, να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να τον επαναπασχολήσει και, δεύτερον, να καταβάλει σε αυτόν μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο δεν τον απασχολούσε (άρθρο 656 παράγραφος 1 εδάφια α ΑΚ)- είχε επιδοθεί σε αυτή στις 1-4-2022 με συνέπεια οι αξιώσεις του αυτές εναντίον της να έχουν αποσβεστεί, διότι από την επομένη της απόλυσής του (17-7-2021) έως την επίδοση της αγωγής του στην αναιρεσίβλητη (1-4-2022) είχε παρέλθει η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 6 παράγραφος 1 ν. 3198/1955. Ο αναιρεσείων επικαλείται στη συνέχεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε περαιτέρω ότι η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία που προαναφέρθηκε δεν είχε διακοπεί με την από 16-7-2021 και ασκηθείσα στις 19-7-2021 αίτησή του για λήψη ασφαλιστικών μέτρων - την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών - και, ειδικότερα, για να υποχρεωθεί η εργοδότριά του να αποδέχεται προσωρινά την εργασία του, ωσότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αγωγής που επρόκειτο να ασκήσει εναντίον της με αίτημα να κηρυχθεί άκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και περαιτέρω να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη να τον επαναπασχολήσει και να καταβάλλει σε αυτόν μισθούς υπερημερίας (άρθρα 683 παράγραφος 1, 686 επ., 731 και 732 ΚΠολΔ), όπως και με την από 27-7-2021 προσωρινή διαταγή του Δικαστή του ίδιου Δικαστηρίου, καθώς και με την υπ' αριθμό 989/2022 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, με τις οποίες είχε υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να αποδέχεται προσωρινά την εργασία του και να καταβάλλει σε αυτόν της αποδοχές του σύμφωνα με τους όρους και τις συνθήκες υπό τους οποίους παρείχε σε αυτή την εργασία του μέχρι και την καταγγελία της σύμβασής του, ωσότου συζητηθεί η αγωγή που προαναφέρθηκε. Ο αναιρεσείων εκθέτει, τέλος, ότι σε περίπτωση που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο είχε δεχθεί ότι η έγερση κατά της αναιρεσίβλητης της αίτησης που προαναφέρθηκε είχε διακόψει την προθεσμία που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 6 παράγραφος 1 ν. 3198/1955, θα είχε δεχθεί την έφεσή του ως βάσιμη, θα είχε εξαφανίσει για το λόγο αυτό την εκκαλουμένη απόφαση και θα είχε δεχθεί ως παραδεκτή και βάσιμη την αγωγή του κατά της αναιρεσίβλητης. Από την επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : α) ο αναιρεσείων-ενάγων στην από 21-3-2022 ένδικη αγωγή του κατά της αναιρεσίβλητης- την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών- είχε εκθέσει ότι στις 21-11-2001 είχε καταρτίσει με την αναιρεσίβλητη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι έκτοτε προσέφερε σε αυτή προσηκόντως την εργασία του ως ταχυδρομικός υπάλληλος και ότι, επιπλέον, η αναιρεσίβλητη στις 16-7-2021 είχε καταγγείλει ακύρως τη σύμβαση εργασίας του για τους λόγους που είχε επικαλεσθεί σε αυτή, β) ότι ο αναιρεσείων με την ίδια αγωγή είχε αιτηθεί - μεταξύ άλλων - πρώτον, να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη είχε καταγγείλει ακύρως τη σύμβαση εργασίας του και, επίσης, δεύτερον, να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να τον επαναπασχολήσει και να καταβάλει σε αυτόν μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο δεν τον απασχολούσε και γ) ότι ο αναιρεσείων είχε επιδώσει την αγωγή του αυτή στην αναιρεσίβλητη στις 1-4-2022. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο - το οποίο δίκασε την έφεση, την οποία είχε ασκήσει ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου - δέχθηκε ότι οι επίδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης είχαν αποσβεσθεί, διότι ο αναιρεσείων είχε επιδώσει την ένδικη αγωγή του εναντίον της μετά την πάροδο της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 6 παράγραφος 1 ν. 3198/1955 και η οποία είχε αρχίσει στις 17-7-2021 και είχε λήξει στις 17-10-2021. Το ίδιο δικαστήριο μάλιστα δέχθηκε επιπλέον ότι η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία που προαναφέρθηκε δεν είχε διακοπεί α) με την από 16-7-2021 αίτηση για λήψη ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών - που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της αναιρεσίβλητης - η οποία είχε ως αίτημα να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη-εργοδότριά του να αποδέχεται προσωρινά την εργασία του, ωσότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αγωγής που επρόκειτο να ασκήσει εναντίον της με αίτημα να κηρυχθεί άκυρη η από 16-7-2021 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και περαιτέρω να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη να τον επαναπασχολήσει και να καταβάλει σε αυτόν μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο δεν τον απασχολούσε και β) με την από 27-7-2021 προσωρινή διαταγή του Δικαστή του ίδιου Δικαστηρίου και με την υπ' αριθμό 989/2022 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του ίδιου Δικαστηρίου - με τις οποίες είχε υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη μετά από αίτηση του αναιρεσείοντος να αποδέχεται προσωρινά την εργασία του και να καταβάλλει σε αυτόν τις αποδοχές του σύμφωνα με τους όρους και τις συνθήκες υπό τους οποίους παρείχε σε αυτή την εργασία του μέχρι και την καταγγελία της σύμβασής του, εωσότου συζητηθεί η αγωγή που προαναφέρθηκε - με την αιτιολογία ότι με τις αιτήσεις αυτές ο αναιρεσείων δεν είχε εισαγάγει προς κρίση αξιώσεις του κατά της αναιρεσίβλητης από την άκυρη απόλυσή του. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επομένως, το οποίο με τις αιτιολογίες αυτές - σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη - απέρριψε ως αβάσιμο το λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης που πρωτοβαθμίου δικαστηρίου - με τον οποίο είχε προσβάλει την εκκαλουμένη ότι μετά από εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου είχε απορρίψει την αγωγή του ως απαράδεκτη - δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παράγραφος 1 ν. 3198/1955, 279 και 261 παράγραφος 1 εδάφιο α ΑΚ και συνεπώς δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, διότι πράγματι οι αιτήσεις που προαναφέρθηκαν α) δεν είχαν εισαγάγει προς δικαστική διάγνωση αξιώσεις του εναντίον της από την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, β) η παραδοχή τους από τα αρμόδια δικαιοδοτικά όργανα είχε δημιουργήσει απλή σχέση εργασίας μεταξύ των διαδίκων και δεν είχε ακυρώσει τα αποτελέσματα της καταγγελίας της, η οποία είχε επιφέρει τη λύση της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος με την αναιρεσίβλητη και γ) δεν αποτελούσαν λόγους για να ανασταλεί νόμιμα - κατά τις διατάξεις των άρθρων 255 έως 257 ΑΚ - η αποσβεστική προθεσμία που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 6 παράγραφος 1 ν. 3198/1955, όπως αβάσιμα επικαλείται ο αναιρεσείων. Με την πάροδο, επομένως, της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας που προαναφέρθηκε η από 16-7-2021 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος από την αναιρεσίβλητη είχε καταστεί ισχυρή με συνέπεια το δικαίωμά του να την προσβάλει ως άκυρη, όπως και οι αξιώσεις του κατά της αναιρεσίβλητης από την ακυρότητά της να αποσβεσθούν. Ο λόγος αναίρεσης, επομένως, που προαναφέρθηκε πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 3.β. Αν το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο διαδοχικές και ισοδύναμες αιτιολογίες η αναίρεση θα ευδοκιμήσει και η απόφαση θα αναιρεθεί, μόνον στην περίπτωση που με την αναίρεση προσβληθούν επιτυχώς όλες οι αιτιολογίες της απόφασης (άρθρα 566 παράγραφος 1 και 577 παράγραφος 3 ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1193/2025, ΑΠ 1541/2024).

Στην προκειμένη περίπτωση στον πρώτο λόγο αναίρεσης, με το δεύτερο σκέλος του και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε ευθέως- με εσφαλμένη ερμηνεία- τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ ( και όχι και από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί. Ο αναιρεσείων επικαλείται, ειδικότερα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την απόφαση που προσβάλλεται δέχθηκε ότι η ιστορική βάση της αγωγής του δεν μπορούσε να υπαχθεί στο πραγματικό των διατάξεων που προαναφέρθηκαν με συνέπεια η αναιρεσίβλητη να μην ενέχεται έναντί του σε καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν. Ο αναιρεσείων εκθέτει στη συνέχεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αιτιολογία αυτή απέρριψε ως αβάσιμο το λόγο της έφεσής του - με τον οποίο είχε προσβάλει την εκκαλουμένη και για το ότι μετά από εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου είχε απορρίψει την αγωγή του ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιό της ως μη νόμιμη, μολονότι είχε εκθέσει σε αυτή όλα εκείνα τα περιστατικά, τα οποία θα μπορούσαν να επιφέρουν σε βάρος της αναιρεσίβλητης την έννομη συνέπεια που είχε αιτηθεί με την αγωγή του εναντίον της. Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται στη συνέχεια ότι σε περίπτωση που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεχόταν το λόγο αυτό της έφεσής του, θα εξαφάνιζε την εκκαλουμένη ως προς το κεφάλαιό της αυτό και στη συνέχεια θα δεχόταν την αγωγή του κατά της αναιρεσίβλητης ως νόμιμη και βάσιμη στην ουσία της, όπως ειδικότερα εκθέτει στο αναιρετήριο. Από την επισκόπηση, ωστόσο, του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο κατά το στάδιο έρευνας της έφεσης, την οποία είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, έκρινε με επάλληλη αιτιολογία ότι η ένδικη αγωγή του ως προς το κεφάλαιό της για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης δεν ήταν νόμιμη, αλλά ότι έπασχε και από αοριστία, επειδή ο αναιρεσείων-ενάγων δεν είχε εκθέσει σε αυτή περιστατικά παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης-εναγομένης σε βάρος του, τα οποία είχαν προσβάλει την προσωπικότητά του και μπορούσαν επομένως να δικαιολογήσουν το αίτημα της αγωγής του για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Η αιτιολογία αυτή, την οποία διέλαβε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην αναιρεσιβαλλομένη για να απορρίψει ως αβάσιμη την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της και δεν προσβλήθηκε με την αναίρεση. Ο λόγος αναίρεσης, επομένως, που προαναφέρθηκε πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής.

3.γ. Στο δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισε και επικαλέσθηκε νόμιμα με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται αληθώς από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτωση γ ΚΠολΔ ( και όχι και από τους αριθμούς 1 και 19 του ίδιου άρθρου, όπως επικαλείται ο αναιρεσείων) και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί. Ο αναιρεσείων επικαλείται, ειδικότερα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθμό ...-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Μ. Ν. , όπως και μαρτυρικές καταθέσεις και άλλα ιδιωτικά έγγραφα, τα οποία είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί νόμιμα και ενώπιόν του, για να αποδείξει ότι η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 6 παράγραφος 1 ν. 3198/1955 είχε διακοπεί ή εν πάση περιπτώσει ανασταλεί με τις αιτήσεις του κατά της αναιρεσίβλητης για λήψη ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος και χορήγησης προσωρινής διαταγής. Ο αναιρεσείων επικαλείται στη συνέχεια ότι σε περίπτωση που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο είχε δεχθεί ότι η έγερση κατά της αναιρεσίβλητης της αίτησης που προαναφέρθηκε είχε διακόψει την προθεσμία που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 6 παράγραφος 1 ν. 3198/1955, θα είχε δεχθεί την έφεσή του ως βάσιμη, θα είχε εξαφανίσει για το λόγο αυτό την εκκαλουμένη απόφαση και θα είχε δεχθεί ως παραδεκτή και περαιτέρω ως βάσιμη την αγωγή του κατά της αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αναίρεσης που προαναφέρθηκε πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, επειδή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο το λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλουμένης - με τον οποίο είχε προσβάλει την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και για το λόγο ότι μετά από εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου είχε δεχθεί ότι οι ένδικες αξιώσεις του κατά της αναιρεσίβλητης από την άκυρη απόλυσή του είχαν αποσβεσθεί - διότι από την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του (17-7-2021) έως και την επίδοση της ένδικης αγωγής του εναντίον της είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από τρεις (3) μήνες. Η αναιρεσιβαλλομένη επομένως δεν περιέχει ελάσσονα πρόταση στο συλλογισμό της για την ουσία της διαφοράς με συνέπεια ο λόγος αναίρεσης που προαναφέρθηκε να πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. 4. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν - και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα - η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις - μετά από νόμιμο και βάσιμο αίτημά της - πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, ο οποίος ηττήθηκε στη δίκη (άρθρα 106, 176 εδάφιο α, 191 παράγραφος 2 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-12-2024 αίτηση του Σ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμό 4733/2024 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή