Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 284 / 2026    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 284 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 100/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή, Παρασκευή Γρίβα και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Απριλίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ. , για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (Ο.Τ.Ε.) Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Σ. Β. του Ν. , κατοίκου ... , που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Λυκοκάπη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 552/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2070/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-7-2024 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ειρήνη Νικολάου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 8/7/2024 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης ...2024) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 2070/2024 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 1/4/2014 (αριθ. έκθ. κατ. ...2014) έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (Ο.Τ.Ε.) κατά της εκδοθείσας, κατά την ίδια διαδικασία, με αριθμό 552/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 2/11/2010 (αριθ. έκθ. κατ. ...2010) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 20/5/2024 και η αίτηση κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση αυτή Δικαστηρίου στις 12/7/2024 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου επίδοσή της ούτε, άλλωστε, οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553 παρ. 1β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανόμενων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Τούτο συμβαίνει ιδίως όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο από αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 10/2012, 7/2002, 8/2001). Η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. έχει έντονο τον χαρακτήρα δημόσιας τάξης, διότι αποβλέπει στην καταπολέμηση της κακοπιστίας στις συναλλαγές και γενικά κατά την ενάσκηση κάθε δικαιώματος και, συνεπώς, δεν αποκλείεται να εφαρμοσθεί και στην περίπτωση άσκησης δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημόσιας τάξης, διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των εργαζομένων. Ειδικότερα, καταχρηστική, κατά την ως άνω διάταξη, άσκηση του δικαιώματος του μισθωτού από τη σύμβαση εργασίας συντρέχει και στην περίπτωση αντιφατικής συμπεριφοράς του τελευταίου, ιδίως όταν αυτή συνιστά προσχεδιασμένο τέχνασμα, για την επίτευξη πρόσθετου οικονομικού οφέλους (ΑΠ 833/2023, ΑΠ 610/2017, ΑΠ 1179/2017, ΑΠ 2137/2009). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή, ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 Α.Κ. (ΟλΑΠ 8/2018, AΠ 698/2024, ΑΠ 330/2020).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας, και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, 6/2019, 7/2006, ΑΠ 19/2017, ΑΠ 130/2016).
ΙΙΙ. Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997, 11/1996, ΑΠ 321/2025, 87/2022, 816/2022, 330/2022, 12/2022, 1372/2021), δηλαδή οι ισχυρισμοί, που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 987/2022). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο υπόψη, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση Επομένως, δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε τα οριζόμενα στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 987/2022, 237/2019, 598/2019, 261/2016, 87/2013, 1955/2009), έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 987/2022, 1566/2017, 87/2013), αλλά ούτε και οι εκπρόθεσμοι, αόριστοι ή γενικώς απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί ή απλώς αρνητικοί ή διευκρινιστικοί ισχυρισμοί, δηλαδή ισχυρισμοί που δεν καταλήγουν στην επίκληση έννομης συνέπειας, αφού αυτοί δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 8/2013, 14/2004, ΑΠ 987/2022, 179/2019, 76/2016, 139/2014, 1720/2013).
Εξάλλου, ο εκ του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997, 25/2003, ΑΠ 820/2025, 321/2025, 276/2025, 159/2025), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία, εκ του πράγματος, προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 987/2022, 816/2022, 330/2022, 12/2022, 1372/2021), έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 987/2022, 1108/2020, 1266/2020, 50/2020, 1437/2017, 771/2017).
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα. Επομένως, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή ένσταση ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατόν να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΟλΑΠ 9/2011, 3/1997, ΑΠ 906/2024, 294/2023, 10/2022, 32/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 2/11/2010 (αριθ. έκθ. κατ. .../2010) αγωγή του, ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) εξέθετε ότι στις 20/2/1976 προσελήφθη από την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (Ο.Τ.Ε.), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος, και ότι ακολούθως εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό αυτής και ειδικότερα στον Τεχνικό Κλάδο, εξελιχθείς βαθμολογικά στον βαθμό Τ/Α. Ότι με τις διατάξεις του άρθρου 74 του Ν. 3371/2005 δόθηκε η δυνατότητα εθελουσίας αποχώρησης στο μόνιμο προσωπικό της εναγομένης, που θα απολυόταν αυτοδίκαια και υποχρεωτικά μέχρι την 31/12/2012 και θα συνταξιοδοτείτο μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία από το Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. , με την αναγνώριση πλασματικού χρόνου ασφάλισης, με σκοπό τη θεμελίωση δικαιώματος άμεσης λήψης σύνταξης, η δε απόλυση θα συντελείτο μέχρι τις 15/10/2006. Ότι ο ίδιος θεμελίωνε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με τον Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε. , δικαίωμα λήψης σύνταξης στις 20/2/2011 και, σε κάθε περίπτωση, στις 4/8/2012, για τον λόγο δε αυτό, στις 27/9/2005 υπέβαλε στην εναγομένη αίτηση, με την οποία δήλωνε ανέκκλητα ότι επιθυμεί να υπαχθεί στο ως άνω πρόγραμμα εθελουσίας αποχώρησης του μόνιμου προσωπικού της, πλην όμως η αίτησή του δεν έγινε δεκτή από την τελευταία, όπως του γνωστοποιήθηκε με το από 30/10/2006 έγγραφο αυτής, καίτοι πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις. Ότι, κατόπιν αυτού, άσκησε κατά της εναγομένης την από 11/9/2007 αγωγή, με την οποία ζήτησε την καταδίκη της σε δήλωση βουλήσεως, με περιεχόμενο την απόλυσή του, σύμφωνα με τις διατάξεις περί εθελουσίας εξόδου, κατά τα προεκτεθέντα. Ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 2258/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έχει καταστεί αμετάκλητη και με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του, ενώ πριν από τη δημοσίευση της απόφασης και συγκεκριμένα στις 8/7/2009 η εναγομένη τον απέλυσε και έκτοτε συνταξιοδοτείται από το Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. Ότι, κατ' εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων περί εθελουσίας εξόδου, σε συνδυασμό με εκείνες του ΓΚΠ-ΟΤΕ, του Ν.Δ. 4202/1961 και των νόμων 1902/1990, 1976/1991, 2084/1992 και 3029/2002, η εναγόμενη όφειλε να τον έχει απολύσει το αργότερο στις 15/10/2006, οπότε από το χρονικό αυτό σημείο θα ελάμβανε μηνιαία σύνταξη ύψους δύο χιλιάδων τριακοσίων ενενήντα ενός ευρώ και εξήντα τριών λεπτών (2.391,63 ευρώ), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, συνολικά δε, από 15/10/2006 έως 8/7/2009, ήτοι επί 38,3 μήνες, αν δεν μεσολαβούσε η ανωτέρω παράνομη και υπαίτια παράλειψη των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης, θα ελάμβανε το ποσό των ενενήντα μίας χιλιάδων πεντακοσίων ενενήντα εννέα ευρώ και σαράντα τριών λεπτών (91.599,43 ευρώ), συμπεριλαμβανομένων σε αυτό των επιδομάτων εορτών και αδείας, κατά το οποίο ζημιώθηκε. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον παραδεκτό, κατ' άρθρα 223, 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 ΚΠολΔ , περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής εν μέρει σε αναγνωριστικό, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, για την παραπάνω αιτία και για το χρονικό διάστημα από 15/10/2006 έως 15/2/2007, το ποσό των έντεκα χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα οκτώ ευρώ και δέκα πέντε λεπτών (11.958,15 ευρώ) και, περαιτέρω, να αναγνωριστεί ότι οφείλει να του καταβάλει, για το χρονικό διάστημα από .../2007 έως .../2009, το ποσό των εβδομήντα εννέα χιλιάδων εξακοσίων σαράντα ενός ευρώ και είκοσι οκτώ λεπτών (79.641,28 ευρώ), αμφότερα δε τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, ως αποζημίωση προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη εξαιτίας της προπεριγραφείσας παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης.
Επί της αγωγής αυτής, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την με αριθμό 552/2014 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και α) υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 11.958,15 ευρώ και, β) αναγνώρισε την υποχρέωση αυτής να καταβάλει στον ενάγοντα 79.641,28 ευρώ, αμφότερα δε τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ απέρριψε ως μη νόμιμη την παραδεκτά προβληθείσα από την εναγομένη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος. Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης μετά την άσκηση της από 1/4/2014 (αριθ. έκθ. κατ. .../2014) έφεσης της εναγομένης, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 2070/2024 απόφασή του, με την οποία, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, δέχθηκε τυπικά την έφεση και απέρριψε αυτή κατ' ουσίαν, αφού έκρινε μη νόμιμη, όπως και πρωτοδίκως, την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, την οποία είχε επαναφέρει η εκκαλούσα - εναγομένη με σχετικό λόγο έφεσης. Με τον μοναδικό λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ευθύνεται προς αποζημίωση, λόγω αθέτησης συμβατικής υποχρέωσης, χωρίς να λάβει υπόψη "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, χωρίς να ερευνήσει τους ισχυρισμούς της περί μη συνδρομής των στοιχείων του παρανόμου και της υπαιτιότητας, που προέβαλε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, επικαλούμενη έλλειψη ευθύνης της, καθόσον ανυπαιτίως αγνοούσε ότι ο ενάγων υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 74 του Ν. 3371/2005 περί εθελουσίας εξόδου, παρά το γεγονός ότι κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια, προκειμένου να διαπιστώσει αν αυτός υπάγεται στις ανωτέρω διατάξεις, περαιτέρω δε, επικαλούμενη ότι απέρριψε την αίτησή του, υιοθετώντας την υπ' αριθ. ...2005 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, καθώς και τη σχετική ομόφωνη απόφαση που έλαβε το Διοικητικό Συμβούλιο του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. στην ...2005 συνεδρίασή του. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους παραπάνω ισχυρισμούς της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και τους απέρριψε με το εξής σκεπτικό: "Με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της, η εκκαλούσα επαναφέρει τον ισχυρισμό περί έλλειψης υπαιτιότητάς της στην αθέτηση της συμβατικής υποχρέωσής της, επικαλούμενη ότι δεν οφείλεται σε δική της υπαιτιότητα, καθώς αυτή υιοθέτησε, προκειμένου να απορρίψει την από 27.9.2005 αίτηση του ενάγοντος για εθελουσία έξοδο από την υπηρεσία της, την υπ' αριθ. ...2005 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας. Η ένσταση αυτή απαραδέκτως προβάλλεται, καθώς πρόκειται για ένσταση καταλυτική της αγωγικής αξίωσης, που δεν στηρίζει αυτοτελές δικαίωμα του ενάγοντος, και η οποία, αν είχε προβληθεί και γινόταν δεκτή στην προγενέστερη δίκη, θα αποδυνάμωνε το αγωγικό αίτημα, ωστόσο, έστω και αν δεν προβλήθηκε στην προγενέστερη αυτή δίκη, αυτή περιλαμβάνεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 330 ΚΠολΔ, στις ενστάσεις που ακόμη και αν δεν προτάθηκαν, αλλά μπορούσαν να προβληθούν στην προγενέστερη δίκη, καλύπτονται από το δεδικασμένο της υπ' αριθ. 2258/2009 αμετάκλητης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κατά τον ίδιο τρόπο και, συνεπώς, ορθά ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απορρίπτοντας την εν λόγω ένσταση ως απαράδεκτη και δεν έσφαλε, ο δε σχετικά υποστηρίζων δεύτερος λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος". Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα υπό στοιχ. ΙΙΙ νομική σκέψη, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη τους ως άνω προταθέντες ισχυρισμούς της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και έκρινε αυτούς απαράδεκτους, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον σχετικό λόγο έφεσης, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς αιτιολογίες), τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., απορρίπτοντας ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, τον οποίο παραδεκτά προέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε με σχετικό λόγο έφεσης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος, κατά το εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με την προηγηθείσα υπό στοιχ. IV νομική σκέψη, εφόσον η σχετική ένσταση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.
Περαιτέρω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτει ότι η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της από 1/4/2014 έφεσής της, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, επανέφερε τον προβληθέντα και πρωτοδίκως ισχυρισμό της, ότι η διεκδίκηση από τον αναιρεσίβλητο των ποσών των συντάξεων που δεν έλαβε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. Και τούτο διότι: α) κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ο αναιρεσίβλητος ελάμβανε τις νόμιμες αποδοχές του, οι οποίες υπερέβαιναν τα ποσά των συντάξεων που ζητεί με την ένδικη αγωγή του, β) αμφότεροι οι διάδικοι δεν προσέβαλαν με ένδικα μέσα την υπ' αριθ. 2258/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκειμένου να τελεσιδικήσει και να υπαχθεί ο αναιρεσίβλητος στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου και, γ) ο τελευταίος με την από 27/9/2005 αίτησή του προς την αναιρεσείουσα ζήτησε να υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 74 του ν. 3371/2005 και να απολυθεί, δηλώνοντας συγχρόνως ότι διατελεί σε πλήρη γνώση ότι, σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο το Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. αρνηθεί να του καταβάλει σύνταξη από την ημερομηνία απόλυσής του, θα επανέλθει στον Ο.Τ.Ε. , ενώ ο χρόνος της απουσίας του θα θεωρηθεί ως χρόνος άδειας άνευ αποδοχών, καθώς και ότι ουδεμία άλλη αξίωση έχει από τον Ο.Τ.Ε. για τον ανωτέρω λόγο. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε σε αυτήν, αναφορικά με την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, τα ακόλουθα: "Η εναγομένη, με τον τέταρτο λόγο έφεσής της, επαναφέρει τον ισχυρισμό της περί καταχρηστικής άσκησης των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος, διότι ο τελευταίος λάμβανε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ως μισθοδοσία ποσό ανώτερο από αυτό που ισχυρίζεται ότι απώλεσε, λόγω μη καταβολής της σύνταξης, ενώ ζητεί για το ίδιο χρονικό διάστημα να λαμβάνει, παράλληλα, αποδοχές για την εργασία του και για σύνταξη, αντίθετα προς τις διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 1 του Ν. 2676/1999 και 23 παρ. 2 ΤΑΠ-ΟΤΕ, και αφετέρου μετά την έκδοση της με αριθμό 2258/2009 απόφασης και την παραίτηση, τόσο της ίδιας όσο και του αντιδίκου της, από τα ένδικα μέσα κατ' αυτής, ο ενάγων με την από 26.6.2008 (ενν. 27/9/2005) αίτησή του, που της απηύθυνε, δήλωσε σε αυτή ότι, σε περίπτωση που το ΤΑΠ-ΟΤΕ αρνηθεί για οποιοδήποτε λόγο να του καταβάλει σύνταξη από την ημερομηνία απόλυσής του, θα επανέλθει στον ΟΤΕ, ενώ ο χρόνος της απουσίας του θα θεωρηθεί χρόνος άδειας άνευ αποδοχών και ότι ουδεμία άλλη αξίωση διατηρεί σε βάρος της για τον ανωτέρω λόγο. Ο σχετικός ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, κατά μεν το πρώτο σκέλος του, διότι ο ενάγων δεν αιτείται με την υπό κρίση αγωγή την καταβολή σύνταξης, αλλά αποζημίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την εκ μέρους της εναγομένης παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεών της, με αποτέλεσμα η συμπεριφορά του να μην αντίκειται στις προαναφερόμενες διατάξεις, ο δε μισθός που έλαβε αποτελεί την αντιπαροχή της εναγομένης για την εργασία που παρείχε σε αυτήν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή, αν αυτός ήταν μεγαλύτερος από τη σύνταξη που θα λάμβανε, σε περίπτωση που είχε γίνει δεκτή η αίτηση υπαγωγής του στο πρόγραμμα εθελούσιας αποχώρησης.
Κατά δε το δεύτερο σκέλος του, διότι τα ως άνω περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν αρκούν για τη θεμελίωση της εν λόγω ένστασης, αλλά απαιτούνται, επιπροσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου, ενόψει των οποίων η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Κατά τον ίδιο τρόπο και, συνεπώς, ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απορρίπτοντας την ανωτέρω ένσταση, ο δε σχετικός τέταρτος λόγος της έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος". Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ , δεδομένου ότι τα επικληθέντα από την εναγομένη - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα πραγματικά περιστατικά, προς θεμελίωση της προβληθείσας από αυτήν ένστασης καταχρηστικής άσκησης της ένδικης απαίτησης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ. , την οποία ευθέως παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία, απορρίπτοντας τη σχετική ένσταση ως μη νόμιμη.
Επομένως, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Μονομελές Εφετείο Αθηνών), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον Δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την με αριθμό 2070/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ