Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 297 / 2026    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 297 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Στυλιανή Μπλέτα, Δέσποινα Βασιλοδημητράκη και Δομνίκη Λασπά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΧΩΡΙΟ 2004 Α.Ε.", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη που ανακάλεσε την από 17/10/2025 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "J&P - ΑΒΑΞ Α.Ε." (πρώην "ΑΒΑΞ Α.Ε."), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΟΤΕΡ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΡΝΑ Α.Ε." (πρώην "Γ.Ε.Κ. Α.Ε."), που εδρεύει στην Αθήνα εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, 4) Κοινοπραξίας Ανωνύμων Εταιρειών με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ J&P - ΑΒΑΞ Α.Ε. - ΒΙΟΤΕΡ Α.Ε. - ΤΕΡΝΑ Α.Ε." (πρώην "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΒΑΞ Α.Ε. - ΒΙΟΤΕΡ Α.Ε. - Γ.Ε.Κ. Α.Ε."), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπούζα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/5/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1936/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3043/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/5/2024 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 17-5-2024 κλήση της αναιρεσείουσας υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΧΩΡΙΟ Α.Ε." , επαναφέρεται για να συζητηθεί η από 3-10-2018 αίτηση αναίρεσης, μετά από τη ματαίωση της συζήτησης αυτής κατά τη δικάσιμο της 15-4-2024. Το άρθρο 558 εδ. α` του ΚΠολΔ ορίζει ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Διάδικοι είναι όσοι προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι δικάστηκαν από αυτήν (ΟλΑΠ 11/1992). Αν πρόκειται για απόφαση Εφετείου αναιρεσίβλητοι είναι μόνο οι διάδικοι ενώπιον του Εφετείου και όχι οι διάδικοι κατά την πρωτόδικη δίκη (ΟλΑΠ 11/1992,ΑΠ 165/2024, ΑΠ 439/2019). Επομένως η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ήτοι κατά εκείνου ο οποίος ήταν διάδικος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δικάσθηκε με αυτήν (ΟλΑΠ 11/1992, ΑΠ 165/2024,ΑΠ 439/2019 ΑΠ 2099/2009, ΑΠ 124/2006), ανεξάρτητα από την ιδιότητα αυτού ως διαδίκου στον πρώτο βαθμό (Ολ ΑΠ 11/1992, ΑΠ 666/2016, ΑΠ 807/2015,ΑΠ 2039/2013, ΑΠ 40/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 3043/2018 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα αντιμωλία των εκεί διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, το οποίο, συνεκδικάζοντας την έφεση της αναιρεσείουσας-καλούσας κατά της αναιρεσίβλητης-καθής η κλήση κοινοπραξίας και την έφεση της αναιρεσίβλητης-καθής η κλήση κοινοπραξίας κατά της αναιρεσείουσας, απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις και επικύρωσε την 1936/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 5-5-2009 αγωγή της αναιρεσίβλητης κοινοπραξίας κατά της αναιρεσείουσας. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που αυτή απευθύνεται κατά των πρώτης, δεύτερης και τρίτης αναιρεσιβλήτων ανωνύμων εταιρειών, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης, αφού όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, οι αναιρεσίβλητες ανώνυμες εταιρείες, μέλη της αναιρεσίβλητης κοινοπραξίας, δεν ήταν διάδικοι, ως αυθύπαρκτα νομικά πρόσωπα, στην κατ'έφεση δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ανεξάρτητα από την ιδιότητα αυτών ως διαδίκων στον πρώτο βαθμό, καθόσον τόσο η έφεση της ομοδίκου τους στον πρώτο βαθμό κοινοπραξίας, όσο και η έφεση της αντιδίκου τους στον πρώτο βαθμό αναιρεσείουσας, δεν στρεφόταν και κατ` αυτών και συνακόλουθα δεν νομιμοποιούνται παθητικά στην παρούσα αναιρετική δίκη. Δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας για τις απούσες πρώτη, δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες, ελλείψει σχετικού αιτήματος αυτών λόγω της ερημοδικίας τους. Κατά τα λοιπά, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), στο μέτρο που στρέφεται εναντίον της τέταρτης αναιρεσίβλητης (κοινοπραξίας) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 1418/1984, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 2229/1994, ορίζεται ότι: "1. Ο νόμος αυτός εφαρμόζεται σε όλα τα έργα που προγραμματίζονται και εκτελούνται από τους φορείς που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α). Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.) και του εκάστοτε αρμόδιου υπουργού, είναι δυνατόν έργα που προγραμματίζονται και εκτελούνται από νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου των ανωτέρω φορέων να εξαιρούνται διατάξεων του παρόντος". Κατά το προηγουμένως αναφερθέν άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2190/1994, στους εκεί απαριθμούμενους φορείς του δημόσιου τομέα (στα έργα των οποίων κατά παραπομπή από το άρθρο 2 παρ. 1 του νόμου 1418/1984 εφαρμόζεται το νομοθετικό καθεστώς του τελευταίου), περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων: α) οι φορείς του άρθρου 1 παρ. 6 Ν. 1256/1982, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 51 Ν. 1892/1990 και β) τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, που ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται τακτικώς, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις από κρατικούς πόρους κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους. Κατά δε το άρθρο 1 παρ. 6 περ. ε του Ν. 1256/1982, στους φορείς του δημόσιου τομέα περιλαμβάνονται (μεταξύ άλλων) και ανώνυμες εταιρίες, στις οποίες, είτε το σύνολο, άλλως, η πλειοψηφία των μετοχών τους, ανήκουν στο Δημόσιο, είτε τους έχει απονεμηθεί κρατικό προνόμιο ή κρατική επιχορήγηση.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 και 2 του Ν. 1418/1984, που ρυθμίζει τη δικαστική επίλυση των διαφορών από δημόσια έργα, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με την παρ. 3α του άρθρου 4 του Ν. 3481/2006, ορίζεται ότι: "1. Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων. Η κατά τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας διάκριση μεταξύ των ενδίκων βοηθημάτων της προσφυγής και της αγωγής (άρθρα 63 και 71) ισχύει και στις διαφορές του παρόντος νόμου. 2. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των διαφορών αυτών είναι το διοικητικό ή πολιτικό εφετείο της περιφέρειας στην οποία εκτελείται το έργο. Παρέκταση αρμοδιότητας δεν επιτρέπεται. Αν το έργο εκτελείται στην περιφέρεια δύο η περισσότερων εφετείων, αρμόδιο καθίσταται εκείνο που ορίζει ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου, ύστερα από αίτηση εκείνου που ενδιαφέρεται να ασκήσει την προσφυγή". Με βάση τις ανωτέρω διατάξεις, αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση διαφορών από συμβάσεις δημοσίων έργων, που συνήψαν ανώνυμες εταιρείες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, είναι το εφετείο της περιφέρειας, όπου εκτελείται το έργο, υπό πενταμελή σύνθεση κατ' άρθρο 64 του ΕισΝΚΠολΔ, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 111 παρ. 1 εδ. στ' του ν. 1756/1988.
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Ν. 2819/2000 συστάθηκε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΧΩΡΙΟ 2004 Α.Ε.", σκοπός της οποίας είναι η κατασκευή, η επίβλεψη, η οργάνωση, ο συντονισμός, η συντήρηση και η εν γένει αξιοποίηση του Ολυμπιακού Χωριού, προϋπολογισμού 25.350.000.000 δραχμών ή 74.394.700 ευρώ. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 και 12 του Ν. 2819/2000, ορίζεται ότι: ".... 2. Η Εταιρία δεν ανήκει στο δημόσιο τομέα, λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου αυτού και συμπληρωματικώς από τη νομοθεσία περί ανωνύμων εταιριών.... 12. Για την εκπόνηση των μελετών της Εταιρίας, την εκτέλεση των έργων και τις συναφείς προμήθειες και εργασίες, που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της, εφαρμόζεται η παράγραφος 8 του άρθρου 5 του Ν. 2229/1994 (ΦΕΚ 138 Α). Τους κανονισμούς που προβλέπονται από την παράγραφο 8 του άρθρου 5 του Ν. 2229/1994 (ΦΕΚ 138 Α) εγκρίνουν οι Υπουργοί Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Πολιτισμού και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων". Με την ανωτέρω παράγραφο 8 του άρθρου 5 του Ν. 2229/1994 "Τροποποίηση Ν. 1418/1984 περί δημοσίων έργων", όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 8 προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 7 του Ν. 2576/1998, ορίζεται, ότι: "8. η εκπόνηση των μελετών και η εκτέλεση των έργων των εταιριών, καθώς και οι συναφείς προμήθειες και εργασίες γίνονται κατ' εξαίρεση από κάθε κείμενη διάταξη, πλην εκείνων του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σχετική με την ανάθεση μελετών και εκτέλεση δημόσιων έργων και τη διενέργεια κρατικών προμηθειών. Τα πλαίσια των διαδικασιών καθορίζονται με κανονισμούς που εγκρίνονται από τους εποπτεύοντες υπουργούς και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με τους ανωτέρω κανονισμούς μπορεί να ρυθμίζεται και κάθε θέμα που αφορά στην ανάθεση και εκπόνηση μελετών, στην ανάθεση και κατασκευή των έργων και στη διενέργεια προμηθειών". Η παρ. 8 του άρθρου 5 του Ν. 2229/1994 αναφέρεται στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, που ιδρύονται σύμφωνα με την παρ. 6 του ίδιου άρθρου 5 για κάθε μεγάλο έργο, ύψους άνω των είκοσι πέντε δισεκατομμυρίων (25.000.000.000) δραχμών με τη μορφή της ανώνυμης εταιρίας, τα οποία "εφεξής θα διέπονται από τις διατάξεις του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920, όπως κάθε φορά ισχύει, εφόσον δεν τροποποιούνται από τις διατάξεις του νόμου αυτού". Κατά δε την παρ. 11 του άρθρου 5 του ίδιου Ν. 2229/1994, οι εταιρίες αυτές λειτουργούν για χάρη του δημοσίου συμφέροντος, είναι επιχειρήσεις κοινής ωφελείας και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, δεν υπάγονται στην κατηγορία των οργανισμών και επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ούτε στις διατάξεις που διέπουν εταιρίες που ανήκουν άμεσα ή έμμεσα στο Δημόσιο. Έτσι, από το συνδυασμό των άνω διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 1418/1984 με αυτές των άρθρων 1 παρ. 2 και 12 του Ν. 2819/2000 και 5 παρ. 6, 8 και 11 του Ν. 2229/1994, σαφώς προκύπτει, ότι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΧΩΡΙΟ 2004 ΑΕ" ρητά εξαιρέθηκε από το δημόσιο τομέα και ότι επί των διαφορών από την εκπόνηση των μελετών και την εκτέλεση των έργων της καθώς και αυτών (των διαφορών) από τις συναφείς προμήθειες και εργασίες, εφαρμόζονται οι κοινές διατάξεις και όχι οι διατάξεις περί δημοσίων έργων, μεταξύ των οποίων και η διάταξη του άρθρου 13 του Ν. 1418/1984 περί δικαστικής επίλυσης των διαφορών από την εκτέλεση δημόσιων έργων, εφαρμοζομένων, όμως, και των σχετικών διατάξεων του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Συνεπώς με ένα τυπικό νόμο, όπως είναι ο Ν. 2819/2000 και όχι με απλή κανονιστική πράξη της διοίκησης, όπως είναι η προβλεπόμενη Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 1418/1984, τα έργα που προγραμματίζονται και εκτελούνται από την εταιρεία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΧΩΡΙΟ 2004 ΑΕ" εξαιρέθηκαν από τις διατάξεις του Ν. 1418/1994 περί δημοσίων έργων. Στη συνέχεια, δυνάμει των εξουσιοδοτικών διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 12 του Ν. 2819/2000 και 5 παρ. 8 του Ν 2229/1994, εκδόθηκε η με αριθμό 192081/14-11-2000 (ΦΕΚ Β' 1409/2000) ΚΥΑ των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Πολιτισμού, με την οποία εγκρίθηκε ο Κανονισμός ανάθεσης και εκπόνησης μελετών, ανάθεσης και εκτέλεσης έργων, διενέργειας προμηθειών και σύναψης συμβάσεων υπηρεσιών της εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΧΩΡΙΟ 2004 Α.Ε.". Κατά το άρθρο 1 του Κανονισμού αυτού, το πεδίο εφαρμογής του εκτείνεται σε όλες τις αναθέσεις μελετών έργων, στις αναθέσεις και εκτελέσεις έργων, στη διενέργεια προμηθειών και στη σύναψη συμβάσεων υπηρεσιών της εταιρείας "ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΧΩΡΙΟ 2004 Α.Ε.", οι οποίες αποφασίζονται μετά τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με τη ρητή επιφύλαξη των ρυθμίσεων των οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Περαιτέρω, με το άρθρο 4.1 του ίδιου Κανονισμού, "Τα έργα της Εταιρίας ανατίθενται και εκτελούνται σύμφωνα με τους όρους και τις διαδικασίες που ορίζονται στις Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως εκάστοτε ισχύουν (93/37/ΕΟΚ, 97/52/Ε.Ε.), όπως προσαρμόσθηκαν με το Π.Δ/μα 23/1993 και εκάστοτε ισχύουν και με τα προβλεπόμενα στον παρόντα Κανονισμό. Συμπληρωματικά και εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα Κανονισμό, εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν. 1418/1984 και του ΠΔ/τος 609/1985, όπως αυτές τροποποιήθηκαν, συμπληρώθηκαν και ισχύουν κατά το χρόνο δημοσίευσης του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η διακήρυξη, η συγγραφή υποχρεώσεων, τα τεύχη δημοπράτησης και κάθε άλλος σχετικός όρος αποφασίζονται, κατά τα ανωτέρω, από το ΔΣ. της Εταιρίας". Σύμφωνα με τον ανωτέρω Κανονισμό, τα έργα της εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΧΩΡΙΟ 2004 Α.Ε." ανατίθενται και εκτελούνται κατά τις διατάξεις των Οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μόνο συμπληρωματικά εφαρμόζονται σ' αυτά (τα έργα) οι διατάξεις του Ν. 1418/1984. Η συμπληρωματική αυτή εφαρμογή δεν εκτείνεται στην εξαιρετική καθ' ύλην αρμοδιότητα του Εφετείου να κρίνει σε πρώτο βαθμό διαφορές από την εκτέλεση συμβάσεων έργων, που εκτελούνται για λογαριασμό της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας, αφού κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται από τις εξουσιοδοτικές διατάξεις, με βάση τις οποίες εκδόθηκε η ανωτέρω ΚΥΑ, που ενέκρινε τον Κανονισμό εκτέλεσης των έργων της εταιρίας. Πράγματι, στις εξουσιοδοτικές διατάξεις της 192081/14-11-2000 ΚΥΑ, περιλαμβάνονται οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 12 του Ν. 2819/2000 και 5 παρ. 8 του Ν. 2229/1994, με βάση τις οποίες η ως άνω εταιρεία δεν ανήκει στο δημόσιο τομέα και δεν εφαρμόζεται επί διαφορών από την εκτέλεση συμβάσεων έργων της το άρθρο 13 του Ν. 1418/1984 περί δημοσίων έργων, που ρυθμίζει την εξαιρετική αρμοδιότητα του Εφετείου να δικάζει τις διαφορές από δημόσια έργα. (ΑΠ 638/2024).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 5 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 ή αν το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 46. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο ως άνω λόγος αναίρεσης δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, συνιστάμενο σε παραδοχή υλικής αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου. Επομένως δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο έφεσης, που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 ΚΠολΔ , στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην, ακόμη και αν το Εφετείο απέρριψε σχετικό λόγο έφεσης περί αναρμοδιότητας του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (Ολ ΑΠ 5/2003, ΑΠ 638/2024, ΑΠ 937/2019, ΑΠ 1802/2017, ΑΠ 1476/2017, ΑΠ 1192/2010, ΑΠ 138/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθμό 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 13 παρ. 2 ν. 1418/1984, 1 του Ν. 2819/2000, των εξουσιοδοτικών διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 12 του Ν. 2819/2000, 5 παρ. 8 του Ν. 2229/1994 και του άρθρου 4 παρ. 1 της υπ' αριθμ. 192081/14.11.2000 ΚΥΑ των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Πολιτισμού, εσφαλμένα δέχθηκε ότι : α) το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να δικάσει σε πρώτο βαθμό και β) το Εφετείο υπό τριμελή σύνθεση ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να εκδικάσει την ένδικη αγωγή σε δεύτερο βαθμό, ενώ καθ' ύλην αρμόδιο για την υπόθεση ήταν το Εφετείο Αθηνών υπό πενταμελή σύνθεση, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό. Η πρώτη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα να επιληφθεί της έφεσης αρμοδίως και συνεπώς ο ως άνω αναιρετικός λόγος κατ' αυτή την αιτίαση είναι απαράδεκτος.
IΙΙ. Από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης από 5-5-2009 αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ιστορούσε τα εξής : Ότι η ίδια τυγχάνει κοινοπραξία, έχοντας ως μέλη τις ανώνυμες τεχνικές εταιρείες με τις επωνυμίες " J&P -ΑΒΑΞ Α.Ε.-ΒΙΟΤΕΡ Α.Ε.-ΤΕΡΝΑ Α.Ε." και ότι είχε συνάψει με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία την από ...-2001 εργολαβική σύμβαση, δυνάμει της οποίας ανέλαβε την υποχρέωση της ανέγερσης 535 κατοικιών και έργων υποδομής, στο πλαίσιο της εκτέλεσης του έργου της κατασκευής του Ολυμπιακού Χωριού και της μεταολυμπιακής προσαρμογής του, όπως το αναληφθέν έργο περιγράφεται αναλυτικά στα τεύχη, τις μελέτες και τα σχέδια της ως άνω σύμβασης. Ότι, ειδικότερα, με την από 28/05/2001 σύμβαση είχε αναλάβει την υποχρέωση να αποπερατώσει πλήρως όλες τις οικοδομικές και ηλεκτρομηχανολογικές κτιριακές εργασίες και τις εργασίες των έργων υποδομής (οδοποιία, πεζόδρομοι, πλατείες, ελεύθεροι χώροι, έργα ύδρευσης, αποχέτευσης και ηλεκτροφωτισμού περιβάλλοντος χώρου κλπ), σύμφωνα με τη μελέτη δημοπράτησης, καθώς επίσης και να προβεί στη μεταολυμπιακή προσαρμογή τους, σύμφωνα με τις σχετικές μελέτες, ώστε να παραδοθούν οι κατοικίες που κατασκευάστηκαν έτοιμες προς χρήση στους δικαιούχους του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.). Ότι σύμφωνα με τη συγγραφή υποχρεώσεων του έργου, το οποίο της ανατέθηκε, έπρεπε αυτό να αποπερατωθεί σε 4 φάσεις, από τις οποίες, η πρώτη αφορούσε την κατασκευή του έργου, η δεύτερη τη διοικητική του παράδοση στην εναγομένη εργοδότρια, ώστε να διεξαχθούν οι Ολυμπιακοί και Παραολυμπιακοί αγώνες, η τρίτη, στην αναπαράδοση του έργου στην ανάδοχο κοινοπραξία, ώστε να αποκατασταθούν οι ζημίες και οι βλάβες κατά την ολυμπιακή χρήση και να μετασκευασθούν τα διαμερίσματα για τη μεταολυμπιακή τους χρήση, η οποία συνίσταται στην παράδοση των κατασκευασμένων κατοικιών στους δικαιούχους του Ο.Ε.Κ. και η τέταρτη, στη δωρεάν συντήρηση του έργου και των εγκαταστάσεών του, για έξι (6) μήνες. Ότι, η εκτέλεση των εργασιών μεταολυμπιακής προσαρμογής ολοκληρώθηκε μέσα στη συμβατική προθεσμία, την 30-9-2005, γεγονός για το οποίο η ενάγουσα ενημέρωσε τη Διευθύνουσα Υπηρεσία, με την υπ' αριθ. πρωτ. ...-2005 επιστολή. Ότι η ως άνω Υπηρεσία, με την υπ' αριθ. πρωτ. ...-2005 πράξη της αναγνώρισε μεν την εμπρόθεσμη ολοκλήρωση των ως άνω εργασιών, πλην όμως δεν προέβη στην έκδοση βεβαίωσης περάτωσης εργασιών, επισημαίνοντας ότι για την έκδοση της εν λόγω βεβαίωσης απαιτούνταν, εκτός από την περάτωση των κατασκευαστικών εργασιών, να προσκομισθούν και τα αναφερόμενα στην ως άνω πράξη έγγραφα. Ότι, την 30-11-2005, η ανάδοχος υπέβαλε στην εναγομένη την τελική επιμέτρηση του έργου, οπότε η εναγομένη όφειλε εκείνη τη χρονική στιγμή, αφενός να εκδώσει την ως άνω βεβαίωση περάτωσης εργασιών και αφετέρου να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για τη διενέργεια της προσωρινής και οριστικής παραλαβής του έργου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 53 και 55 του Π.Δ/τος 609/1985. Ότι παρά ταύτα η εναγομένη, για λόγους που αφορούσαν την ίδια, και όχι την ενάγουσα, ζήτησε από την τελευταία να γίνει τμηματικά η παραλαβή των διαμερισμάτων, απαίτηση που η ενάγουσα αποδέχθηκε σε ένδειξη καλής πίστης και έτσι παραδόθηκαν σε δικαιούχους του Ο.Ε.Κ. 462 από τα 535 διαμερίσματα της εργολαβικής σύμβασης. Ότι ενώ η εναγομένη όφειλε να παραλάβει προσωρινά το έργο κατ' άρθρο 53 του Π.Δ/τος 609/1985, εντός έξι (6) μηνών από την αποπεράτωση των εργασιών, δηλαδή έως την 31-3-2006, εντούτοις αδιαφόρησε, με συνέπεια η ενάγουσα να υποβάλει την από 3-4-2006 όχληση για τη διενέργεια αυτοδίκαιης προσωρινής παραλαβής σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ίδια ως άνω διάταξη. Ότι, η παραπάνω όχληση απορρίφθηκε από την εναγομένη, με συνέπεια η ενάγουσα να ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 6-6-2006 αγωγή, με την οποία ζητούσε αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από 1-4-2006 έως 30-4-2006, λόγω της υπαίτιας καθυστέρησης της εναγομένης να παραλάβει προσωρινά το έργο. Ότι επιπλέον την 31-3- 2006, έληξε και η τέταρτη φάση του έργου, η οποία αφορούσε την εξάμηνη περίοδο υποχρεωτικής συντήρησης, η οποία κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας , εκκίνησε την 30-9-2005, με την εν τοις πράγμασι ολοκλήρωση των εργασιών μεταολυμπιακής προσαρμογής, με αποτέλεσμα να γεννάται έκτοτε υποχρέωση της εναγομένης να παραλάβει οριστικά το έργο, σύμφωνα με το άρθρο 55 του Π.Δ/τος 609/1985, καθόσον είχε ολοκληρωθεί ήδη από 30-11-2005, και η υποβολή των τελικών επιμετρήσεων του έργου. Ότι παρά ταύτα η εναγόμενη παρέλειψε να προβεί στην οριστική παραλαβή του έργου, με συνέπεια η ενάγουσα να υποβάλει την από 1-6-2006 όχληση για αυτοδίκαιη οριστική παραλαβή. Ότι η ως άνω όχληση απορρίφθηκε και η ενάγουσα άσκησε, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αγωγή, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να την αποζημιώσει για τη ζημία που υπέστη, λόγω της υπαίτιας καθυστέρησης της εναγομένης να παραλάβει οριστικά το έργο, και της συνακόλουθης διατήρησης των εργοταξιακών εγκαταστάσεων της ενάγουσας στο έργο. Ότι τελικά, με την υπ' αριθ. ...-2007 πράξη της, η εναγομένη βεβαίωσε τυπικά ότι οι εργασίες του έργου αποπερατώθηκαν από 30-9-2005 και με την από 6-9-2007 επιστολή της γνωστοποίησε σε αυτήν ότι με την υπ' αριθ. ...-2007 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης συγκροτήθηκε η Επιτροπή Προσωρινής Παραλαβής του έργου, η οποία την 29-11-2007 συνέταξε και η ίδια (ενάγουσα) υπέγραψε με επιφύλαξη το Πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής του έργου. Ότι, στους συνημμένους στο Πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής πίνακες Α και Β, καταγράφηκαν υποτιθέμενα ελαττώματα του έργου, που κατά την Επιτροπή χρήζουν αποκατάστασης (πίνακας Α), είτε στοιχειοθετούν λόγο μείωσης του εργολαβικού ανταλλάγματος (πίνακας Β). Ότι, η εναγομένη αποφάσισε την αναβολή της έγκρισης του πρωτοκόλλου μέχρι την αποκατάσταση των ελαττωμάτων του πίνακα Α. Ότι, κατά του Πρωτοκόλλου της προσωρινής παραλαβής η ενάγουσα άσκησε την από 4-12-2007 ένσταση και στη συνέχεια αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ότι ακολούθως, με την υπ' αριθ. ...-2009 απόφαση του ΔΣ της εναγομένης, που κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα την 27-3-2009, εγκρίθηκε το Πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής του έργου, με συνημμένο πίνακα των μη αποκατασταθεισών από την ενάγουσα ελαττωματικών εργασιών, που στοιχειοθετούν λόγω μείωσης του εργολαβικού ανταλλάγματος, κατά το ποσό των 765.119 €.
Ότι περαιτέρω, με την απόφαση αυτή προβλέπεται ότι θα μειωθεί επιπλέον το εργολαβικό αντάλλαγμα και ειδικότερα: α) κατά το ποσό των 300.000 €, λόγω αποκατάστασης κακοτεχνιών, που έγιναν με δαπάνες της εναγόμενης, β) κατά το ποσό των 45.000 €, για δαπάνες λειτουργίας των κλιμακίων επίβλεψης της εναγομένης, και γ) κατά το ποσό των 1.424.258 €, λόγω διαφορών ποσοτήτων υλικών, μεταξύ δημοπρασιακών μελετών και μελετών εφαρμογής, αποφασίσθηκε δε, η απόδοση στην ενάγουσα μόνο ποσοστού 38% των κατατεθειμένων εγγυητικών επιστολών καλής εκτέλεσης του έργου, καθώς και η συγκρότηση επιτροπής για την οριστική παραλαβή του έργου. Ότι, το έργο είχε, ήδη από 3-5-2008, κατά τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, παραληφθεί αυτοδίκαια, τόσο προσωρινά, όσο και οριστικά, και επομένως το ΔΣ της εναγομένης στερείτο αρμοδιότητας να ορίσει επιτροπή για την προσωρινή παραλαβή, η ορισθείσα επιτροπή στερείτο της αρμοδιότητας προσωρινής παραλαβής του έργου, συντάσσοντας καταλόγους εργασιών, είτε προς αποκατάσταση, είτε προς μείωση του ανταλλάγματος, οι οποίοι επομένως δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα και το ΔΣ της εναγομένης δεν είχε την αρμοδιότητα να εγκρίνει το Πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής, να αποφασίσει την απόδοση μόνο ποσοστού 38% των εγγυητικών επιστολών, να μειώσει το εργολαβικό αντάλλαγμα και να ορίσει επιτροπή οριστικής παραλαβής του έργου. Ότι επικουρικά, εάν ήθελε κριθεί ότι το έργο δεν είχε παραληφθεί αυτοδικαίως: α) το ΔΣ της εναγομένης στερείται της αρμοδιότητας να ελέγξει ποσοτικά το έργο διότι μόνη αρμόδια κατά το νόμο ήταν η Επιτροπή προσωρινής παραλαβής, η δε σύγκριση ποσοτήτων υλικών, μεταξύ δημοπρασιακών μελετών και μελετών εφαρμογής ήταν τεχνικά εσφαλμένη, αυθαίρετη και αντίθετη στη σύμβαση και το νόμο, β) η εναγόμενη με την έγκριση του Πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής, όφειλε κατά το νόμο να αποδώσει στην ενάγουσα ποσοστό 60% των εγγυητικών επιστολών καλής εκτέλεσης του έργου, γ) τα ελαττώματα που περιλαμβάνονταν στο Πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής και στην απόφαση έγκρισής του, δεν οφείλονταν σε υπαιτιότητα της ενάγουσας αναδόχου, αλλά είτε στη χρήση από τους δικαιούχους των διαμερισμάτων είτε σε φυσιολογική φθορά και πλέον επικουρικά η αξία αποκατάστασής τους δεν υπερέβαινε το ποσό των 190.872,36 €, δ) το ποσό των 45.000 €, κατά το οποίο προβλέπεται ότι θα μειωθεί το εργολαβικό αντάλλαγμα για δαπάνες λειτουργίας των κλιμακίων επίβλεψης της εναγόμενης ήταν αυθαίρετο και υπερβολικό, ε) το ποσό των 300.000 €, κατά το οποίο προβλέπεται ότι θα μειωθεί το εργολαβικό αντάλλαγμα λόγω αποκατάστασης κακοτεχνιών, που έγιναν με δαπάνες της εναγομένης, ήταν αυθαίρετο, δεν ανταποκρίνεται σε πραγματικές δαπάνες αποκατάστασης ελαττωμάτων και σε κάθε περίπτωση δεν ανταποκρίνεται σε ελαττώματα, που είχαν προηγουμένως κοινοποιηθεί στην ανάδοχο. Ότι κατά της ανωτέρω υπ' αριθ. ...-2009 απόφασης η ενάγουσα άσκησε την από 1-4-2009 ένσταση. Ότι με την από 16-4-2009 απόφαση του ΔΣ της εναγομένης, που κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα την 28-4-2009, απορρίφθηκε η ένσταση, όσον αφορά τη διαδικασία παραλαβής του έργου και αναβλήθηκε κατά τα λοιπά η λήψη απόφασης. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, η ενάγουσα, ύστερα από περιορισμό των αιτημάτων της αγωγής και τροπή των καταψηφιστικών της αιτημάτων σε έντοκα αναγνωριστικά, ζητούσε να αναγνωριστεί α) η υποχρέωση της εναγομένης να της επιστρέψει εγγυητικές επιστολές συνολικού ποσού 1.279.880 €, β) ότι η μείωση του εργολαβικού της ανταλλάγματος κατά το ποσό των 1.473.408,08 € στερείται νομιμότητας, και η εναγόμενη κυρία του έργου υποχρεούταν να της καταβάλει το ποσό αυτό νομιμοτόκως, από την επομένη της περικοπής του και άλλως, γ) ότι το σύνολο των περικοπών του εργολαβικού της ανταλλάγματος, για τα αναφερόμενα στην αγωγή ελαττώματα, που περιλαμβάνονται στην απόφαση έγκρισης του Πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής δεν ξεπερνούσε το ποσό των 190.872,36 €. Με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή υπάγεται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με βάση την αξία του αντικειμένου της διαφοράς, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη, η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία συστάθηκε με το άρθρο 1 Ν. 2819/2000, με σκοπό την κατασκευή, επίβλεψη, οργάνωση, συντήρηση, τον συντονισμό και την εν γένει αξιοποίηση του Ολυμπιακού Χωριού, προϋπολογισμού 25.350.000.000 δραχμών ή 74.394.700 ευρώ, σύμφωνα με τον ιδρυτικό της νόμο δεν ανήκει στον δημόσιο τομέα, ούτε στις εταιρείες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για τις διαφορές δε που ανακύπτουν από τα ανατιθέμενα από αυτήν έργα, κατά το άρθρο 5 παρ. 8 Ν. 2229/1994, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί δημοσίων έργων του Ν. 1418/1984, μεταξύ των οποίων και εκείνη του άρθρου 13 που ρυθμίζει την εξαιρετική αρμοδιότητα του Εφετείου να δικάζει τις διαφορές από δημόσια έργα.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως, δεν δέχθηκε εσφαλμένα ότι είναι καθ' ύλην αρμόδιο να δικάσει την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά τη δεύτερη αιτίαση, είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με το άρθρο 53 του Προεδρικού Διατάγματος 609/1985, με τον τίτλο προσωρινή παραλαβή, ορίζεται ότι: "1. Για την διενέργεια της προσωρινής παραλαβής η Προϊσταμένη Αρχή ορίζει την επιτροπή παραλαβής, αφού προηγουμένως η Διευθύνουσα υπηρεσία της ανακοινώσει την περάτωση των εργασιών και τη σύνταξη της τελικής επιμέτρησης.....Για την παραλαβή συντάσσεται πρωτόκολλο που υπογράφεται από όλα τα μέλη της επιτροπής, από τον τελευταίο επιβλέψαντα που παρίσταται κατά τη διενέργειά της και από τον ανάδοχο που παραδίδει το έργο...2. Η επιτροπή παραλαβής παραλαμβάνει το έργο ποσοτικά και ποιοτικά, ελέγχει κατά το δυνατό την επιμέτρηση με γενικές ή σποραδικές καταμετρήσεις, καταγράφει στο πρωτόκολλο τις ποσότητες της τελικής επιμέτρησης, όπως τυχόν διορθώνονται από τους ελέγχους που γίνονται, αιτιολογεί τις τυχόν τροποποιήσεις στις ποσότητες και αναγράφει τις παρατηρήσεις της για εργασίες που τυχόν έχουν εκτελεσθεί με υπέρβαση των εγκεκριμένων ποσοτήτων ή κατά τροποποίηση των εγκεκριμένων σχεδίων. Η επιτροπή επίσης ελέγχει κατά το δυνατό την ποιότητα των εργασιών και αναγράφει στο πρωτόκολλο τις παρατηρήσεις της ιδίως για τις εργασίες που κρίνονται απορριπτέες ή ελαττωματικές που πρέπει να αποκατασταθούν ή παραδεκτές μεν αλλά με μείωση της τιμής τους. 3...Το πρωτόκολλο θεωρείται ως πράξη της Διευθύνουσας υπηρεσίας και η σχετική ένσταση ασκείται μέσα στην προθεσμία που ορίζει ο νόμος υπολογιζόμενη από την υπογραφή του με επιφύλαξη ή από την κοινοποίηση στον ανάδοχο. Η προσωρινή παραλαβή ολοκληρώνεται με την έγκριση του πρωτοκόλλου από την Προϊσταμένη Αρχή. Αυτή μπορεί να αναβάλλει την έγκριση του πρωτοκόλλου μέχρι να αποκατασταθούν από τον ανάδοχο τα ελαττώματα που διαπιστώθηκαν. Η έγκριση γίνεται μέσα σε ένα μήνα από την πλήρη αποκατάσταση. 4. Η προσωρινή παραλαβή πρέπει να διενεργηθεί μέσα σε έξι μήνες από τη βεβαιωμένη περάτωση του έργου εφόσον υποβληθεί απ' τον ανάδοχο η τελική επιμέτρηση του έργου μέσα σε δύο μήνες από την περάτωση. Αν η τελική επιμέτρηση υποβληθεί από τον ανάδοχο μεταγενέστερα, η πιο πάνω προθεσμία για τη διενέργεια της παραλαβής αρχίζει από την υποβολή της τελικής επιμέτρησης. Αν δεν υποβληθεί τελική επιμέτρηση από τον ανάδοχο, η προθεσμία για τη διενέργεια της παραλαβής αρχίζει από την κοινοποίηση στον ανάδοχο της τελικής επιμέτρησης που συντάχθηκε απ' την υπηρεσία. Αν η παραλαβή δεν διενεργηθεί ή το πρωτόκολλο δεν εγκριθεί μέσα στις πιο πάνω προθεσμίες, η παραλαβή θεωρείται ότι έχει συντελεσθεί αυτοδίκαια τριάντα μέρες μετά την υποβολή από τον ανάδοχο σχετικής όχλησης για τη διενέργειά της". Στο δε άρθρο 27 του ιδίου Π.Δ. 609/1985 με τίτλο "Εγγυήσεις καλής εκτέλεσης" προβλέπεται ότι: "1. Κατά την υπογραφή της σύμβασης ο ανάδοχος καταθέτει εγγύηση καλής εκτέλεσης ίση με το 5% του προϋπολογισμού της υπηρεσίας.
Στις περιπτώσεις ειδικών ή σημαντικών έργων ή αν ο χρόνος κατασκευής έχει ιδιαίτερη σημασία, η διακήρυξη μπορεί να ορίζει μεγαλύτερο ποσοστό εγγύησης, όχι όμως πέρα από το 10% του προϋπολογισμού της υπηρεσίας... 4. Οι εγγυήσεις που προβλέπονται στις προηγούμενες παραγράφους καλύπτουν στο σύνολό τους και χωρίς καμιά διάκριση την πιστή εφαρμογή από μέρους του αναδόχου όλων των όρων της σύμβασης και κάθε απαίτηση του κυρίου του έργου κατά του αναδόχου που προκύπτει ένεκα του έργου. 5. Οι εγγυήσεις των παραγράφων 1-3 του άρθρου αυτού περιορίζονται κατά ποσοστό 5% επί της αξίας των εργασιών που περιλαμβάνονται στις εγκεκριμένες από την υπηρεσία επιμετρήσεις (άρθρο 38 παρ. 2). Η πιο πάνω μείωση γίνεται με απόφαση της διευθύνουσας υπηρεσίας, ύστερα από αίτηση του αναδόχου που υποβάλλει για το σκοπό αυτό ειδικό απολογισμό των εργασιών των οποίων έχουν εγκριθεί οι επιμετρήσεις. Μετά την έγκριση του πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής οι εγγυήσεις περιορίζονται στο 40% του κατά την παρ. 1 ποσοστού. Το τελευταίο μέρος των εγγυήσεων αποδίδεται μετά την έγκριση του πρωτοκόλλου οριστικής παραλαβής και τη σύνταξη του τελικού λογαριασμού".
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 638/2024, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 52/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 638/2024, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. , ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 5 και 46 του Π.Δ. 609/1985, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 35 παρ. 8 και 60 ν. 3669/2008, με τη μη εφαρμογή τους, ενώ ήταν εφαρμοστέες, δεχόμενο εσφαλμένα, ότι μοναδική προϋπόθεση απόδοσης εκ μέρους της αναιρεσείουσας ποσοστού 60% των εγγυητικών επιστολών στην αναιρεσίβλητη είναι απλά η τυπική έγκριση του πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής του έργου, ενώ, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων, αν με το πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής προσδιορίζονται ελαττώματα του έργου, με βάση τα οποία επιβάλλεται η μείωση του εργολαβικού ανταλλάγματος, η αναθέτουσα αρχή δικαιούται να προβεί σε κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών, οπότε η εργολήπτρια - αναιρεσίβλητη δεν δικαιούται σε απόδοσή τους. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ , επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα: "...Μεταξύ εκκαλούσας-εφεσίβλητης των ένδικων εφέσεων, εναγόμενης, ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΧΩΡΙΟ 2004 Α.Ε." η οποία συνεστήθη, κατ' άρθρο 1 του Ν. 2190/1920, με σκοπό την κατασκευή, επίβλεψη, οργάνωση, συντονισμό, συντήρηση, και γενικά την αξιοποίηση του Ολυμπιακού Χωριού και της εφεσίβλητης, εκκαλούσας, αντίστοιχα των εν λόγω εφέσεων, ενάγουσας, κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΊΑ J &Ρ - ΑΒΑΞ Α.Ε. - ΒΙΟΤΕΡ Α.Ε. - ΤΕΡΝΑ Α.Ε." (πρώην ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΒΑΞ Α.Ε. - ΒΙΟΤΕΡ Α.Ε. - ΓΕΚ Α.Ε."), καταρτίσθηκε την ...-2001, εργολαβική σύμβαση, δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέλαβε, ως ανάδοχος, στο πλαίσιο του έργου της κατασκευής του Ολυμπιακού Χωριού και της μεταολυμπιακής προσαρμογής του, Τμήμα Δ' την ανέγερση 535 κατοικιών και έργων υποδομής, όπως αυτά περιγράφονται στα τεύχη, στις μελέτες και στα σχέδια της εργολαβικής αυτής σύμβασης, προϋπολογισμού υπηρεσίας 23.200.000.000 δρχ. ή 68.085.000 €, πλέον Φ.Π.Α. Με τη σύμβαση αυτή, η ως άνω κατασκευαστική κοινοπραξία ανέλαβε την υποχρέωση, να αποπερατώσει πλήρως όλες τις οικοδομικές και ηλεκτρομηχανολογικές εργασίες των κτηρίων καθώς και των έργων υποδομής (οδοποιία, πεζόδρομοι, πλατείες, ελεύθεροι χώροι, έργα ύδρευσης, αποχέτευσης, και ηλεκτροφωτισμού περιβάλλοντος χώρου κ.λ,π.), σύμφωνα με τη μελέτη δημοπράτησης και επίσης, να προβεί στη μεταολυμπιακή τους προσαρμογή, σύμφωνα με τις σχετικές μελέτες ώστε να παραδοθούν οι κατοικίες που κατασκευάσθηκαν έτοιμες προς χρήση στους δικαιούχους του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.). Σύμφωνα με την από Φεβρουάριου 2001 Συγγραφή Υποχρεώσεων (άρθρο 14 "Εγγυοδοσίες), "2. Κατά την υπογραφή της σύμβασης ο ανάδοχος κάθε τμήματος θα καταθέσει εγγύηση καλής εκτέλεσης ίσης προς το 10% του προϋπολογισμού της υπηρεσίας. 3. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται αντίστοιχα οι διατάξεις του "Κανονισμού ανάθεσης και εκπόνησης μελετών, ανάθεσης και εκτέλεσης έργων, διενέργειας προμηθειών και σύναψης συμβάσεων Υπηρεσιών της εταιρείας με την επωνυμία ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΧΩΡΙΟ 2004 Α.Ε. (Φ.Ε.Κ. Β' 1409/17-11-2000) καθώς και τα οριζόμενα στην ισχύουσα νομοθεσία περί δημοσίων έργων Ν. 1418/1984,17. Α 609/1985 κ.λ.π.". Κατά τα ανωτέρω, για την καλή εκτέλεση του έργου και την πιστή τήρηση των όρων της συμβάσεως, και όλων γενικά των συμφωνημένων, η εργολήπτρια, ανάδοχος, κοινοπραξία κατέθεσε 6 εγγυητικές επιστολές, αντίστοιχα των τραπεζών ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, Τράπεζας Πειραιώς, Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, και της Τράπεζας Αττικής, ποσών: 1) 636.830,52 €, 2) 1.702.127,66 €, 3) 2.553.191,49 €, 4) 1.916.360,97 €, 5) 5.753,92 €, και 6) 6.439,25 €, συνολικού ποσού, κατά τους μη αμφισβητούμενους λογιστικούς υπολογισμούς της εκκαλουμένης απόφασης, 6.854.259 €. Με την υπ' αριθ. ...-2007 πράξη του Προϊσταμένου της Διευθύνουσας Υπηρεσίας της εκκαλούσας, εφεσίβλητης των ένδικων εφέσεων, εναγόμενης, βεβαιώθηκε ότι οι εργασίες του έργου είχαν αποπερατωθεί από την εργολήπτρια, κοινοπραξία και με την υπ' αριθ. ...-2007 απόφαση του ΔΣ. της ως άνω εναγομένης συγκροτήθηκε η Επιτροπή Προσωρινής Παραλαβής.
Περαιτέρω την 29-11-2007, η Επιτροπή Προσωρινής Παραλαβής και ο εκπρόσωπος της αναδόχου υπέγραψαν, με επιφύλαξη, το Πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής του έργου. Στους επισυναπτόμενους σε αυτό πίνακες Α και Β, καταγράφηκαν ελαττώματα του έργου, που είτε έχρηζαν αποκατάστασης (πίνακας Α), είτε στοιχειοθετούσαν λόγο μείωσης του εργολαβικού ανταλλάγματος (πίνακας Β). Το ΔΣ. της εκκαλούσας-εφεσίβλητης, εναγόμενης, με την υπ' αριθ. ...-2007 απόφαση του, ανέβαλε την έγκριση του ως άνω Πρωτοκόλλου Προσωρινής Παραλαβής, μέχρι την αποκατάσταση των ελαττωμάτων καθώς και την κατάθεση πλήρους Φακέλου Ασφαλείας και Υγείας από την εργολήπτρια κοινοπραξία. Κατά του Πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής η εργολήπτρια ως άνω κοινοπραξία άσκησε την από 4-12-2007 ένσταση της, που απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. ...-2007 απόφαση του ΔΣ. της εναγομένης, εκκαλούσας, και εφεσίβλητης, των ένδικων εφέσεων. Εν συνεχεία, με την υπ' αριθ. ...-2009 απόφαση του ΔΣ. της κυρίας του έργου, εναγομένης, εγκρίθηκε το Πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής του έργου και αποφασίσθηκε η απόδοση ποσοστού 38% των εγγυήσεων καλής εκτέλεσης του έργου, ήτοι για ποσό 2.621.894 €, καθώς και η συγκρότηση επιτροπής για την οριστική παραλαβή του έργου. Στην απόφαση επισυνάφθηκε πίνακας με τις μη αποκατασταθείσες από την ανάδοχο ελαττωματικές εργασίες του Πρωτοκόλλου Προσωρινής Παραλαβής, οι οποίες στοιχειοθετούσαν λόγο μείωσης του εργολαβικού ανταλλάγματος και πίνακας εκτίμησης της περικοπής αυτού για μη αποκατασταθέντα ελαττώματα, αποκατάστασης κακοτεχνιών που έγιναν με δαπάνες της κυρίας του έργου, εναγομένης, ήτοι δαπάνες λειτουργίας των κλιμακίων επίβλεψης της, και διαφορές ποσοτήτων υλικών, μεταξύ προδημοπρασιακών μελετών και μελετών εφαρμογής. Κατά της ανωτέρω υπ' αριθ. ...-2009 απόφασης η εφεσίβλητη-εκκαλούσα των ένδικων εφέσεων, ενάγουσα κοινοπραξία άσκησε την από 1-4-2009 ένσταση της, η οποία, με την υπ' αριθ. 164/2009 απόφαση του ΔΣ. της εναγομένης, κυρίας του έργου, απορρίφθηκε, όσον αφορά τους ισχυρισμούς της αναδόχου, εργολήπτριας, κοινοπραξίας, περί αυτοδίκαιης παραλαβής του έργου και αναβλήθηκε κατά τα λοιπά η λήψη απόφασης. Με την αριθ. ...-2009 απόφαση του Δ.Σ. της κυρίας του έργου, εναγομένης, εκκαλούσας-εφεσίβλητης των ένδικων εφέσεων, αποφασίσθηκε η αποδέσμευση επιιπλέον εγγυήσεων, μέχρι ποσοστού 49% του προαναφερόμενου συνολικού ποσού των εγγυητικών επιστολών, ήτοι μέχρι του ποσού των 3.361.764 €, και όπως αποδεικνύεται από το υπ' αριθ. πρωτ. ...-2009 έγγραφο της ήδη εκκαλούσας και εφεσίβλητης των ένδικων εφέσεων, εναγομένης, μεταβλήθηκαν ορισμένες κατατεθείσες επιμέρους ως άνω εγγυητικές της επιστολές και συγκεκριμένα: η ποσού 1.702.127,66 €, μειώθηκε στο ποσό των 866.684,66 €, η ποσού 2.553.191,49 €, μειώθηκε στο ποσό των 1.303.931,49 €, και η ποσού 1.916.360,97 €, μειώθηκε στο ποσό των 685.048,97 €. Όμως, κατά το εκτιθέμενο στην παραπάνω μείζονα σκέψη, άρθρο 27 παρ. 5 του Π.Δ 609/ 1985, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 14 της από Φεβρουάριου 2001 Συγγραφής Υποχρεώσεων της μεταξύ των διαδίκων των ένδικων εφέσεων συμβάσεως εκτελέσεως του επίδικου έργου, μετά την έγκριση του πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής οι εγγυήσεις περιορίζονται στο 40% του κατά την παράγραφο 1 ποσοστού, ενώ το τελευταίο μέρος των εγγυήσεων αποδίδεται μετά την έγκριση του πρωτοκόλλου οριστικής παραλαβής, και τη σύνταξη του τελικού λογαριασμού. Συνακόλουθα, εφόσον, με την υπ' αριθ. ...-2009 απόφαση του Δ.Σ. της εκκαλούσας-εφεσίβλητης των ένδικων εφέσεων, ενάγουσας, κυρίας του έργου εγκρίθηκε το Πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής του έργου, οφείλεται από την εν λόγω κυρία του έργου η απόδοση στην εφεσίβλητη και εκκαλούσα των ένδικων εφέσεων, ενάγουσα, ανάδοχο του έργου κοινοπραξία ποσοστού 60% των εγγυήσεων καλής εκτέλεσης της επίμαχης σύμβασης έργου, που ανέρχεται στο ποσό των 4.112.555.4€ , καθόσον η μόνη προϋπόθεση που τίθεται, κατά το άρθρο 27 του 17.Δ. 609/1985 , για την επιστροφή του εν λόγω ποσοστού των εγγυήσεων καλής εκτέλεσης της επίμαχης σύμβασης έργου, στην εργολήπτρια, ανάδοχο κοινοπραξία, είναι η προσωρινή παραλαβή του έργου, με αποτέλεσμα η εκκαλούσα-εφεσίβλητη των ένδικων εφέσεων, εναγομένη κυρία του έργου, να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να επιστρέψει στην ανάδοχο εφεσίβλητη-εκκαλούσα των ένδικων εφέσεων, ενάγουσα, ως άνω κοινοπραξία, επιπλέον εγγυήσεις συνολικού ποσού (4.112.555,04-3.361.764=) 750.791.4€". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 5 και 46 του ΠΔ 609/1985, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 35 παρ. 8 και 60 Ν. 3669/2008, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, αφού δεν ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω. Και τούτο διότι, κατά τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ενώ σύμφωνα με την από Φεβρουαρίου 2001 Συγγραφή Υποχρεώσεων, η οποία παραπέμπει στο άρθρο 27 παρ. 5 του ΠΔ 609/1985, για την καλή εκτέλεση του έργου και την πιστή τήρηση των συμβατικών όρων, η αναιρεσίβλητη κοινοπραξία (εργολήπτρια) κατέθεσε εγγυητικές επιστολές συνολικού ποσού 6.854.259 ευρώ, οι οποίες μετά την έγκριση του πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής του έργου περιορίζονται σε ποσοστό 40%, το τελευταίο δε μέρος αυτών αποδίδεται μετά την έγκριση του πρωτοκόλλου οριστικής παραλαβής, με τη σύνταξη του τελικού λογαριασμού, στις 29-11-2007 η Επιτροπή Προσωρινής Παραλαβής της αναιρεσείουσας υπέγραψε με επιφύλαξη το πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής του έργου, λόγω ελαττωμάτων αυτού, τα οποία είτε έχρηζαν αποκατάστασης, είτε στοιχειοθετούσαν λόγο μείωσης του εργολαβικού ανταλλάγματος της αναιρεσίβλητης και στη συνέχεια με την ...-2009 απόφαση του Δ.Σ. της αναιρεσείουσας εγκρίθηκε το Πρωτόκολλο Προσωρινής Παραλαβής του έργου, με τους επισυναπτόμενους σ' αυτό πίνακες των ελαττωματικών εργασιών και την αντίστοιχη μείωση του εργολαβικού ανταλλάγματος και αποφασίστηκε η απόδοση στην αναιρεσίβλητη μόνο ποσοστού 38% των ως άνω εγγυήσεων, ενώ ακολούθως αποφασίσθηκε η αποδέσμευση επιπλέον εγγυήσεων, μέχρι ποσοστού 49% του προαναφερόμενου συνολικού ποσού των εγγυητικών επιστολών, κατά παράβαση του σχετικού όρου της ως άνω Συγγραφής Υποχρεώσεων, ο οποίος προβλέπει ρητά ότι μετά την έγκριση του πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής του έργου οι εγγυήσεις περιορίζονται σε ποσοστό 40%, το οποίο αποδίδεται μετά την έγκριση του πρωτοκόλλου οριστικής παραλαβής και τη σύνταξη του τελικού λογαριασμού. Αντίθετα οι διατάξεις των άρθρων 35 παρ. 8 και 60 Ν. 3669/2008 δεν ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω, διότι η ένδικη διαφορά δεν προέρχεται από την κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών λόγω ελαττωμάτων του έργου, αλλά από τη μη απόδοση του 60% των εγγυητικών επιστολών λόγω της έγκρισης του πρωτοκόλλου της προσωρινής παραλαβής του έργου.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 27 παρ. 5 και 46 του ΠΔ 609/1985 και της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 35 παρ. 8 και 60 Ν. 3669/2008, οι οποίες δεν εφαρμόστηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες εφαρμοσθείσες διατάξεις. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Μετά ταύτα, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κοινοπραξίας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-10-2018 αίτηση για αναίρεση της 3043/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης κοινοπραξίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ