Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 298 / 2026    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 298 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Μπλέτα, Δέσποινα Βασιλοδημητράκη, Μαρία Αρχοντάκη - Τραυλού - Τζανετάτου και Δομνίκη Λασπά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Τ. του Ι. , κατοίκου ... , η οποία, λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας, παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Ξανθοπούλου - Τερζίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/8/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κιλκίς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 296/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/3/2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 24-3-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 296/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς , που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας (και την συνεκδικαζόμενη με αυτή έφεση της αναιρεσίβλητης) κατά της 20/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Κιλκίς, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την προταθείσα από την αναιρεσίβλητη ένσταση παραγραφής μέρους της αγωγικής αξιώσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού για επιστροφή καταβληθέντων χρηματικών ποσών, αχρεωστήτως, δυνάμει συμβατικού όρου που κρίθηκε καταχρηστικός, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσείουσας ως βάσιμη και κατ` ουσίαν. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού αυτή δημοσιεύθηκε την 15-10-2019, χωρίς να προκύπτει επίδοσή της στην αναιρεσείουσα (άρθρ.552,553,556,558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 904 εδ. α του ΑΚ όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β` της ιδίας διάταξης περ. α` η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από το λήπτη και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1650/2024, ΑΠ 1348/2023).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 249 του ΑΚ "ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων, εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά είναι εικοσαετής", κατά το άρθρο 251 ΑΚ "η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της" και κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο χρόνος παραγραφής της αξίωσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι εικοσαετής και αρχίζει να τρέχει από τη στιγμή που ο εναγόμενος αποκόμισε την ωφέλεια σε βάρος του ενάγοντος, ακριβέστερα δε από τη στιγμή που θα πληρωθούν όλοι οι όροι της διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ και θα είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης (ΑΠ 1650/2024, ΑΠ 1518/2021, ΑΠ 1230/2017). Έτσι, στην περίπτωση που ο πλουτισμός προέκυψε από παροχή αχρεώστητη, χρονικό σημείο γέννησης της υποχρέωσης του λήπτη να αποδώσει την ωφέλεια και αντίστοιχα της αξίωσης του δότη προς απόδοσή της και άρα αφετηρία της εικοσαετούς παραγραφής, είναι εκείνο κατά το οποίο ο δότης κατέβαλε την αχρεώστητη παροχή στο λήπτη (ΑΠ 1650/2024, ΑΠ 1518/2021).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 250 αριθμός 15 του ΑΚ, σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις τόκων, χρεολύτρων και μερισμάτων και κατά το άρθρο 253 του ίδιου Κώδικα, η παραγραφή των αξιώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 250 αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής, που ορίζεται στα δύο προηγούμενα άρθρα. Επομένως, στη βραχυπρόθεσμη παραγραφή του άρθρου 250 αριθμός 15 του ΑΚ υπόκεινται οι αξιώσεις για καταβολή τόκων και όχι οι αξιώσεις τους που στηρίζονται αποκλειστικά στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. ( ΑΠ 1650/2024).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ, που έχει το ίδιο περιεχόμενο με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1650/2024, ΑΠ 367/2020). Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1650/2024, ΑΠ 736/2021, ΑΠ 551/2021, ΑΠ 184/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο κατ` εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 250 αρ.15 και μη εφαρμογή της τοιαύτης του άρθρου 249 Α.Κ. ήχθη στην παραδοχή της προταθείσης από την αναιρεσίβλητη ενστάσεως πενταετούς παραγραφής μέρους της ενδίκου αξιώσεως της για επιστροφή των ποσών που κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη, αχρεωστήτως, δυνάμει συμβατικού όρου που κρίθηκε καταχρηστικός.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αρ. 296/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς (δικάζοντος ως Εφετείου) είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής : Η αναιρεσείουσα δανειολήπτρια άσκησε, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κιλκίς, κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης τράπεζας, την από 31-8-2017 αγωγή της, με την οποία ζήτησε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο αυτής, την επιστροφή των χρηματικών ποσών που κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη, από 1-9-2000 έως 31-8-2017 κατά τη λειτουργία της μεταξύ τους σύμβασης στεγαστικού δανείου, αχρεωστήτως, λόγω μερικής ακυρότητας της ένδικης σύμβασης, επικαλούμενη καταχρηστικότητα του συμβατικού όρου περί κυμαινόμενου επιτοκίου αναγόμενη στον τρόπο διαμόρφωσης αυτού, συνολικού ποσού 6.515,01 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 28/2018 οριστική του απόφαση, αφού έκρινε ως καταχρηστικό και ως τέτοιο άκυρο τον εν λόγω συμβατικό όρο, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2251/1994, έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ` ουσίαν την ένσταση πενταετούς παραγραφής, που προέβαλε η εναγομένη, εκ του άρθρου 250 αριθμ. 15 του Α.Κ. για μέρος της αγωγικής αξιώσεως των ετών 2000 έως και 2011, ακολούθως δε, δέχθηκε κατά ένα μέρος την ερειδόμενη στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού αγωγή ως βάσιμη κατ` ουσίαν και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα, εντόκως, το συνολικό ποσό των 2.634,84 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ως προς το μέρος της αγωγής της που απορρίφθηκε, κατόπιν παραδοχής της προβληθείσας ενστάσεως πενταετούς παραγραφής, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς την ...-2018 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Με την απόφαση αυτή η έφεση της αναιρεσείουσας, αφού έγινε τυπικώς δεκτή, απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ` ουσίαν. Ομοίως απορρίφθηκε κατ' ουσίαν και η συνεκδικαζόμενη με αυτή έφεση της αναιρεσίβλητης. Ειδικότερα το Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, χωρίς η κρίση του αυτή να πλήττεται με λόγο αναιρέσεως τα εξής: "Δυνάμει της με αριθμό ...-2000 σύμβασης στεγαστικού δανείου, που καταρτίστηκε στο Κιλκίς μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας, η τελευταία χορήγησε στην ενάγουσα τοκοχρεολυτικό στεγαστικό δάνειο σε ευρώ ποσού 29.714,38 ευρώ για την αγορά κατοικίας. Η αποπληρωμή του δανείου συμφωνήθηκε να γίνει σε 240 μηνιαίες ισόποσες τοκοχρεολυτικές δόσεις, της πρώτης δόσης καταβλητέας ένα μήνα μετά την εκταμίευση, η οποία έγινε στις 1-9-2000. Το επιτόκιο του δανείου συμφωνήθηκε κυμαινόμενο, αποτελούμενο από άθροισμα του κάθε φορά ισχύοντος βασικού επιτοκίου της Τράπεζας για τη χορήγηση στεγαστικού δανείου σε ευρώ, το οποίο κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης ανερχόταν σε 5,9%, πλέον περιθωρίου (προσαύξησης του επιτοκίου αναφοράς) και της εισφοράς του Ν 128/75 βάσει των πρώτης και δεύτερης παραγράφων του άρθρου 3.3 της σύμβασης, που έχουν ως εξής: "3.1. Το επιτόκιο είναι κυμαινόμενο και υπολογίζεται επί του κάθε φορά ισχύοντος βασικού επιτοκίου της Τράπεζας για στεγαστικά δάνεια το οποίο σήμερα ανέρχεται σε 5,9% πλέον περιθωρίου προσαυξημένο με την εισφορά του Ν 128/75. Η Τράπεζα έχει το δικαίωμα να αυξομειώνει με ανακοίνωσή της είτε στον Τύπο είτε απευθείας στον οφειλέτη το βασικό επιτόκιο στα πλαίσια των ισχυόντων νομισματικών κανόνων, των συνθηκών αγοράς, του κόστους χρήματος, ιδίως οσάκις αυξομειώνει το βασικό επιτόκιο των εν γένει χορηγήσεών της. Σε κάθε περίπτωση αυξομείωσης είτε του βασικού, είτε του περιθωρίου, είτε της εισφορά του Ν 128/75 θα αναπροσαρμόζονται αναλόγως οι δόσεις, ο δε νέος πίνακας που θα συντάσσεται από την Τράπεζα για τις υπόλοιπες δόσεις θα αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος και χωρίς να υπογράφεται από τους συμβαλλομένους. 2. Σε περίπτωση αυξομείωσης του βασικού επιτοκίου ή του περιθωρίου ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να μην την αποδεχθεί, οπότε είναι υποχρεωμένος εντός διαστήματος ενός μηνός από την κατά τα παραπάνω γνωστοποίηση της μεταβολής να εξοφλήσει το υπόλοιπο της οφειλής. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή θεωρείται ότι αποδέχθηκε τη μεταβολή". Ο ανωτέρω όρος για το συμβατικό επιτόκιο, ο οποίος ήταν διατυπωμένος εκ των προτέρων από την εναγόμενη σε έντυπο κείμενο των επίδικων συμβάσεων και περιλαμβάνονταν στους Γ.Ο.Σ. , υπό τους οποίους η εναγόμενη χορηγούσε στεγαστικά δάνεια σε απροσδιόριστο αριθμό πελατών της και ο οποίος, επομένως, δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης με την ενάγουσα, κατά το μέρος, που ρυθμίζει τη διαμόρφωση του κυμαινόμενου επιτοκίου, είναι καταχρηστικός και, επομένως άκυρος, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 και 7 περ. ε' και ια' του ν. 2251/1994, διότι εμφανίζει αοριστία, αφού επιτρέπει στην προμηθεύτρια κατά την έννοια του νόμου τράπεζα - εναγόμενη να προσδιορίζει οποτεδήποτε το συμβατικό επιτόκιο μονομερώς, χωρίς να είναι εκ των προτέρων γνωστά στους καταναλωτές πελάτες, εν προκειμένω στην ενάγουσα, κριτήρια ειδικά και εύλογα, πράγμα που οδηγεί στη διάψευση των τυπικών και δικαιολογημένων προσδοκιών της ως προς την εξέλιξη της συναλλακτικής σχέσης της με την τράπεζα.....
Περαιτέρω, εύλογο κριτήριο, που αντανακλά τις συνθήκες της χρηματαγοράς και εκφράζει κατά τον πλέον έγκυρο τρόπο τη βούληση των μερών να συνδέσουν τη διακύμανση του επιτοκίου της σύμβασης με τις εκάστοτε μεταβολές του κόστους του χρήματος στην αγορά, αποτελεί το Επιτόκιο Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που είναι το επιτόκιο, στο οποίο αυτή χορηγεί δάνεια στα πιστωτικά ιδρύματα.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη δέχθηκε τα ίδια ως προς την ακυρότητα του επίδικου όρου της σύμβασης και ως προς την προσφορότητα του Επιτοκίου Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ως επιτοκίου αναφοράς για τη διαμόρφωση του συμβατικού κυμαινόμενου επιτοκίου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, συνεπώς τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα [σημ. εδώ αναιρεσίβλητη] με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγους της υπ' αριθμόν κατάθεσης ...-2018 έφεσής της, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα".
Στη συνέχεια, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, επί του πρώτου λόγου της εφέσεως της αναιρεσείουσας αναφορικά με την παραδοχή της προβληθείσας από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ένστασης παραγραφής της αγωγικής αξιώσεως της, δέχτηκε τα εξής: "...το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ως νόμιμη και εν μέρει ουσία βάσιμη την ένσταση πενταετούς παραγραφής της ένδικης αξίωσης κατά το μέρος που αφορά στην απόδοση τόκων καταβληθέντων από την ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2000 μέχρι 31-12-2011 και απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη κατά το αντίστοιχο μέρος, δεν έσφαλε κατά την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων [σημ. των άρθρων 250 αρ. 15, 251, 253 ΑΚ] και πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της υπ' αριθμόν κατάθεσης ...-2018 έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα - ενάγουσα παραπονείται για την εν λόγω απόρριψη και προβάλλει την αιτίαση ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε την ένσταση παραγραφής, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως νόμω αβάσιμη, καθόσον η ένδικη αξίωση υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή (άρθρο 249 ΑΚ)". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 20/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κιλκίς, με την οποία το δικαστήριο εκείνο αφού έκανε δεκτή την προταθείσα από την αναιρεσίβλητη ένσταση παραγραφής για μέρος της αγωγικής αξίωσης, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσείουσας ως βάσιμη και κατ' ουσίαν. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 250 αριθ. 15 ΑΚ και εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 249 του ίδιου Κώδικα, διότι τα ποσά τα οποία κατέβαλε η αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη δυνάμει του συμβατικού όρου, που κρίθηκε καταχρηστικός, συνιστούν πλουτισμό της τελευταίας από παροχή αχρεώστητη και, συνεπώς, η αξίωση της αναιρεσείουσας για επιστροφή των ποσών αυτών, ως έχουσα τον χαρακτήρα αξιώσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού και όχι καταβολής τόκων, παραγράφεται, κατά την διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ, μετά πάροδο εικοσαετίας από τότε που, κατ` άρθρο 251 του ίδιου Κώδικα, γεννήθηκε και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο τα αυτά υποστηρίζει και η αναιρεσείουσα, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναιρέσεως στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 296/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναιρέσεως στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ