ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 307/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 307/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 307/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 307 / 2026    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 307/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Χροναίου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ. , για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Α) Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. (M.) Π. (P.) του Λ. (L.) , 2) Ι. (Y.) Π. (P.) του Π. (P.) , κατοίκων ... , που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αναστάσιου Μουζακιάρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Β. Μ. του Α. , κατοίκου ... , που εκπροσωπείται από τον δικαστικό συμπαραστάτη Γεώργιο Χριστιανό του Ευαγγέλου, ο οποίος διορίστηκε με την 3487/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Βησσαρίωνα Τόγελου, που κατέθεσε προτάσεις.

Β) Της αναιρεσείουσας: Β. Μ. του Α. , κατοίκου ... , που εκπροσωπείται από τον δικαστικό συμπαραστάτη Γεώργιο Χριστιανό του Ευαγγέλου, ο οποίος διορίστηκε με την 3487/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Βησσαρίωνα Τόγελου, που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. (M.) Π. (P.) του Λ. (L.) , κατοίκου ... , που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αναστάσιου Μουζακιάρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2020 αγωγή των Α αναιρεσειόντων-Β αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν η 95/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 134/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι Α αναιρεσείοντες με την από 4-10-2024 αίτησή τους και η Β αναιρεσείουσα με την από 7-10-2024 αναίρεσή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων και Β αναιρεσείουσαν ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της Α αναιρεσίβλητης- Β αναιρεσίβλητης, την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 1358/2024, 1151/2024, 3/2022, 205/2020).

Εν προκειμένω, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης α) της από 4-10-2024 και με αριθ. έκθ. κατάθ. ...-2024 αίτησης αναίρεσης των εναγόντων 1) Μ. Π. του Λ. και 2) Ι. Π. του Π. κατά της εναγομένης Β. Μ. και β) της από 7-10-2024 και με αριθ. έκθ. κατάθ. ...-2024 αίτησης αναίρεσης της εναγομένης κατά της πρώτης των ανωτέρω εναγόντων, με τις οποίες προσβάλλεται η υπ' αριθ. 134/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης. Κατά το άρθρο 62 του ΚΠολΔ, ικανός να είναι διάδικος είναι εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, η ικανότητα δε αυτή, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 73 ΚΠολΔ), παύει να υπάρχει με το θάνατο του φυσικού προσώπου (άρθρο 35 ΑΚ).

Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 127 ΑΚ, όποιος έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του, δηλαδή είναι ενήλικος, είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία, κατά δε το άρθρ. 63 παρ. 1 ΚΠολΔ, όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, ενώ κατά το άρθρο 64 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα, εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 128 αρ. 2, 1666 παρ. 1, 1667, 1676 αρ. 1, 1678 παρ. 1 και 1681 ΑΚ, από τη δημοσίευση της απόφασης που θέτει κάποιον ενήλικο υπό καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, το πρόσωπο αυτό στερείται της ικανότητας προς δικαιοπραξία. Επομένως, στην περίπτωση αυτή, από τη θέση του προσώπου υπό καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, επέρχεται μεταβολή που επηρεάζει την ικανότητα της δικαστικής παράστασής του, αφού το πρόσωπο αυτό στερείται πλέον, εκ του λόγου τούτου, της δικαιοπρακτικής του ικανότητας, εντεύθεν δε και της ικανότητας να παρίσταται στο δικαστήριο και να ενεργεί τις διάφορες διαδικαστικές πράξεις στο δικό του όνομα (ΑΠ 208/2025, 1195/2012). Συνακόλουθα, εκείνος που αδυνατεί εν όλω ή εν μέρει να φροντίζει μόνος του για τις υποθέσεις του λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής και δεν έχει ακόμη με απόφαση του Δικαστηρίου κηρυχθεί σε δικαστική συμπαράσταση, δεν στερείται από μόνο τον λόγο της ψυχικής ή πνευματικής του ασθένειας της ικανότητας για δικαιοπραξία και συνεπώς αντίστοιχα της ικανότητας να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα ως ενάγων ή εναγόμενος (ΑΠ 208/2025, 1262/2018). Η ικανότητα του διαδίκου να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, αναγόμενη σε διαδικαστική προϋπόθεση, κατ` άρθρο 63 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, κατ` άρθρο 73 ΚΠολΔ, εφόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους στοιχεία προκύπτουν οι προϋποθέσεις αυτής (ΑΠ 208/2025, 823/2024, ΑΠ 1136/2021, ΑΠ 1695/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ. 3487/1-11-2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, και το υπ' αριθ. ...-2025 ειδικό πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Λάρισας Θ. Π. , που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη Β. Μ. του Α. , προκύπτει ότι με την ως άνω απόφαση τέθηκε η τελευταία υπό καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης και διορίστηκε προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης αυτής, για το χρονικό διάστημα από την έκδοση έως την τελεσιδικία της ρηθείσας απόφασης, και οριστικός δικαστικός συμπαραστάτης αυτής, για το χρονικό διάστημα από την τελεσιδικία της απόφασης και εντεύθεν, ο υιός της Γ. Χ. του Ε. , ο οποίος, υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, α) διόρισε με το προαναφερόμενο πληρεξούσιο τον δικηγόρο Τρικάλων Βησσαρίωνα Τόγελο, προκειμένου να προσδιορίσει προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου την ένδικη από 7-10-2024 αίτηση αναίρεσης της Β. Μ. και να παρασταθεί κατά τη συζήτηση αυτής και της αντίθετης από 4-10-2024 αίτησης αναίρεσης των Μ. Π. και Ι. Π. , και β) παραστάθηκε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση των υπό κρίση αιτήσεων αναίρεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, δια του ως άνω διορισθέντος πληρεξουσίου δικηγόρου. Οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, εκ των οποίων εκείνη της εναγομένης, Β. Μ. , ασκήθηκε στις 7-10-2024, ήτοι πριν από τη θέση αυτής υπό καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, κατά τα προεκτεθέντα, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες στις 6-9-2024, όπως αυτοί ισχυρίζονται με την υπό κρίση αίτησή τους, χωρίς τούτο να αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη, και οι ένδικες αιτήσεις ασκήθηκαν αμφότερες στις 7-10-2024, ημέρα Δευτέρα. Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, παραδεκτώς επισκοπούμενα, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι Μ. και Ι. Π. (ήδη αναιρεσείοντες της πρώτης αναίρεσης, η δε πρώτη εξ αυτών και αναιρεσίβλητη της δεύτερης αναίρεσης), άσκησαν αρχικά την από 28-1-2017 και με αριθ. έκθ. κατάθ. ...-2017 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, κατά του -ήδη αποβιώσαντος- Μ. Ζ. του Δ. , με την οποία ισχυρίστηκαν ότι απασχολήθηκαν από τον τελευταίο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η πρώτη ως οικόσιτη οικιακή βοηθός και ο δεύτερος ως εργάτης γενικών καθηκόντων, από τον Φεβρουάριο του 1998 έως την 30-11-2016, που ο εργοδότης τους κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους χωρίς την τήρηση των νομίμων προϋποθέσεων. Ότι διατηρούσαν κατά του εργοδότη τους αξιώσεις από δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών και αδείας, αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας και αποζημίωση απόλυσης. Ζήτησαν δε, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους καταβάλει, κυρίως με βάση τις συμβάσεις εργασίας τους, επικουρικά δε, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, τα κατωτέρω ποσά, πλην της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, την οποία αιτήθηκαν με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, ήτοι: Στην πρώτη εξ αυτών, 14.440 ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών των ετών 2012-2015, 2.940 ευρώ για μη καταβληθέντα επιδόματα Χριστουγέννων των ετών 2012-2016, 1.500 ευρώ για μη καταβληθέντα επιδόματα Πάσχα των ετών 2012-2016, 3.000 ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας των ετών 2012-2016, 1.500 ευρώ για επιδόματα αδείας των ετών 2012-2016, 2.800 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης και 2.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνολικά δε το ποσό των 28.140 ευρώ, και στον δεύτερο εξ αυτών, 12.480 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές των ετών 2012-2015, 1.274 ευρώ για μη καταβληθέντα επιδόματα Χριστουγέννων των ετών 2012-2016, 650 ευρώ για μη καταβληθέντα επιδόματα Πάσχα ετών 2012-2016, 1.300 ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας των ετών 2012-2016, 650 ευρώ για επιδόματα αδείας των ετών 2012-2016, 3.266,67 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης και 2.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνολικά δε το ποσό των 21.620,67 ευρώ και όλα τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις. Η αγωγή αυτή συζητήθηκε στις 15-1-2020, αφού προηγήθηκε βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου του εναγομένου και συνέχιση αυτής κατά των κληρονόμων του τελευταίου (ήτοι κατά της συζύγου του και ήδη αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας, Β. Μ. , και κατά του υιού του, Α. Ζ. - Π.), εκδόθηκε δε η υπ' αριθ. 85/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη ως προς αμφότερες τις βάσεις της (κύρια και επικουρική). Στη συνέχεια, οι ενάγοντες άσκησαν την ένδικη από 30-7-2020 με αριθ. έκθ. κατάθ. ...-2020 αγωγή, στρεφόμενη πλέον μόνο κατά της Β. Μ. , αφού στο μεταξύ είχε δημοσιευθεί ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος εναγομένου Μ. Ζ. , με την οποία αυτός εγκαθιστούσε την τελευταία μοναδική κληρονόμο του. Με την αγωγή αυτή, η οποία έχει την ίδια ιστορική και νομική βάση με την προηγούμενη από 28-1-2017 αγωγή τους, οι ενάγοντες, αφού δήλωσαν ότι παραιτούνται από το δικαίωμα άσκησης έφεσης κατά της προρρηθείσας υπ' αριθ. 85/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, που είχε απορρίψει ως αόριστη την από 28-1-2017 αγωγή τους, αιτήθηκαν την επιδίκαση στον καθένα από αυτούς των αιτηθέντων και με την προηγούμενη αγωγή ποσών. Επί της ένδικης αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 95/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, η οποία δέχθηκε εν μέρει αυτήν. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εναγομένη με την υπ' αριθ. έκθ. κατάθ. ...-2022 έφεση, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 134/2024 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δίκασε εκ νέου την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς τον δεύτερο ενάγοντα και δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως προς την πρώτη ενάγουσα, υποχρέωσε δε την εναγομένη, υπό την ιδιότητά της ως κληρονόμου του αρχικώς εναγομένου Μ. Ζ. , να της καταβάλει το ποσό των 11.740 ευρώ, νομιμοτόκως. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναρεσείοντες με τις κρινόμενες (αντίθετες) αιτήσεις αναίρεσης. Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: ".....Η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα είναι νόμιμη εκ διαθήκης κληρονόμος του συζύγου της Μ. Ζ. του Δ. , ο οποίος απεβίωσε στις ...-2017. Ο τελευταίος πριν τον θάνατό του ήταν μόνιμος κάτοικος Αθηνών και διέθετε και μία κατοικία στο Μεγάλο Κεφαλόβρυσο Τρικάλων, την οποία επισκεπτόταν τουλάχιστον μία φορά το μήνα, διαμένοντας σε αυτήν 4-5 ημέρες κάθε φορά. Προκειμένου να είναι λειτουργική κι έτοιμη ανά πάσα στιγμή η τελευταία ως άνω κατοικία, η οποία αποτελείται από ισόγειο και πρώτο όροφο, ο ως άνω ήδη αποβιώσας προσέλαβε το έτος 1998 την πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη εφεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως οικόσιτη οικιακή βοηθός με καθημερινό ωράριο εργασίας από τις 7.00 έως τις 15.00. Η πρώτη εναγομένη ειδικότερα ανέλαβε κάθε οικιακή εργασία που απαιτούνταν για τη συντήρηση της ως άνω οικίας του εργοδότη της, καθώς και τη φροντίδα του τελευταίου και της συζύγου του τις ημέρες που αυτός μόνος του ή μαζί με τη σύζυγό του ή και τις παρέες του μετέβαιναν από την Αθήνα στα Τρίκαλα και διέμεναν στην ανωτέρω οικία. Αμφότεροι οι ενάγοντες- εφεσίβλητοι, μαζί με τον υιό τους Γ. Π. , διέμεναν εντός της οικίας του Μ. Ζ. κατά τη συμφωνία τους, συγκεκριμένα σε διαιρετό χώρο-ξενώνα που τους παραχώρησε ο ως άνω εργοδότης της πρώτης ενάγουσας, στόχος του οποίου ήταν η συντήρηση και φύλαξη της οικίας σε καλή κατάσταση και η παροχή υπηρεσιών προς τον ίδιο, την οικογένεια και τους φίλους του οποτεδήποτε και εάν μετέβαιναν στην εν λόγω οικία. Το ισόγειο του εν λόγω ακινήτου ήταν μισθωμένο σε ιδιωτική επιχείρηση αναγόμωσης ελαστικών, το δε όλο ακίνητο ανήκε κατά κυριότητα στην εταιρεία με την επωνυμία "Αναγόμωση Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Αναγόμωσης Ελαστικών", στην οποία ο ως άνω αποβιώσας και πλέον η εκκαλούσα, ως κληρονόμος του, είχαν την πλειοψηφία των μετοχών. Για την παροχή των ως άνω υπηρεσιών κι εργασιών κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (έτη 2012 έως 30-11-2016) ο εργοδότης Μ. Ζ. είχε συμφωνήσει να καταβάλλει μηνιαίο μισθό ύψους 600 ευρώ στην πρώτη των εναγόντων. Η εκκαλούσα, η οποία ενάγεται ως νόμιμη κληρονόμος του εργοδότη των εναγόντων αποβιώσαντος συζύγου της, μολονότι αποδέχεται ότι αμφότεροι οι ενάγοντες διέμεναν στην ως άνω οικία του συζύγου της και η πρώτη είχε προσληφθεί από αυτόν ως οικόσιτη οικιακή βοηθός με τον προαναφερόμενο μηνιαίο μισθό των 600 ευρώ, αρνείται την πρόσληψη και απασχόληση του δευτέρου των εναγομένων. Πράγματι από το σύνολο των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων και κυρίως από την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης Μ. Γ. , που εξετάσθηκε στο ακροατήριο, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως, δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος προσλήφθηκε από τον Μ. Ζ. προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες που επικαλείται στην αγωγή του. Τη σαφή περί αυτού κατάθεση του ως άνω μάρτυρος ουδόλως αναιρεί η κατάθεση του υιού των εναγόντων, που περιέχεται στα υπ' αριθ. 85/2020 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, ή η χωρίς όρκο εξέταση των ιδίων των εναγόντων, που περιέχεται στα ως άνω ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, οι οποίοι εξέφρασαν την άποψη των πραγμάτων που εκθέτουν και στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο. Η μη διαμαρτυρία του δευτέρου εναγόμενου επί μακρά σειρά ετών και δη κατά τα λεγόμενά του ευθύς εξαρχής από την πρόσληψή του το έτος 1998 και έως και την επικαλούμενη απόλυσή του στις 30-11-2016, ήτοι επί 18 έτη, σε συνδυασμό με την παροχή εργασίας εκ μέρους του σε τρίτους, όπως κατέθεσε και ο υιός του στο ακροατήριο, καταδεικνύουν τη μη ύπαρξη συμβάσεως εργασίας που τον συνέδεε με τον αποβιώσαντα Μ. Ζ. Τα ανωτέρω ουδόλως αναιρούνται από την εκ μέρους του τελευταίου πρόσληψη του δευτέρου των εναγόμενων το έτος 2000 με την ειδικότητα του οικιακού βοηθού, όπως αυτό αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο εκ μέρους των εναγόντων αντίγραφο του ειδικού βιβλίου καταχώρισης νεοπροσλαμβανόμενου προσωπικού, καθόσον η ως άνω πρόσληψη του δευτέρου και όχι της πρώτης ενάγουσας δεν συμπίπτει με την πραγματικότητα, όπως αυτή συνομολογείται από αμφότερα τα διάδικα μέρη, ότι η πρώτη ενάγουσα είχε προσληφθεί με την ανωτέρω ειδικότητα και ας μην υπάρχει σχετική αναγραφή για την ίδια στο ως άνω βιβλίο, ενώ πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ήταν προς το συμφέρον του δευτέρου των εναγόντων να υπάρχει σχετική πρόσληψη (έστω και φαινομενικά), ώστε να έχει αυτός τη δυνατότητα ως αλβανός υπήκοος να λάβει άδεια διαμονής και ταυτόχρονα άδεια εργασίας, η οποία του ήταν απαραίτητη, προκειμένου να μπορεί να παρέχει εργασία σε τρίτους και φυσικά εκτός της οικίας του Μ. Ζ. Επισημαίνεται ότι ο δεύτερος ενάγων έλαβε άδεια εργασίας το έτος 2003, ήτοι πολύ πριν την πρώτη ενάγουσα που έλαβε τοιαύτη άδεια το έτος 2010 (όταν τοιαύτη άδεια ήταν ουσιαστικό επακόλουθο της αντίστοιχης αδείας διαμονής), η οποία άδεια έως τότε δεν της ήταν αναγκαία, αφού παρέμενε οικόσιτη και παρείχε τις υπηρεσίες της αποκλειστικά στον Μ. Ζ.

Εξάλλου, ο ως άνω εξετασθείς στο ακροατήριο μάρτυρας Μ. Γ. ρητώς κατέθεσε ότι ο δεύτερος ενάγων δεν εργαζόταν για τον Μ. Ζ. ούτε είχε κάποια εμπορική ή επαγγελματική σχέση μαζί του, ενώ η ως άνω μισθώτρια του ισογείου ιδιωτική εταιρεία είχε και την ευθύνη όλου του χώρου. Ο ισχυρισμός του δευτέρου των εναγόμενων ότι είχε προσληφθεί κι εργαζόταν χωρίς να λαμβάνει ουδέν ποσό καθόλη την διάρκεια των ως άνω ετών, δεν αντέχει στη λογική, πολλώ δε μάλλον όταν κατά τους ισχυρισμούς του εργαζόταν ως οικιακός βοηθός, οπότε ως τέτοιος θα προστατευόταν και από την αναστολή της παραγραφής των αξιώσεών του κατά τη διάταξη του άρθρου 256 αρ. 4 του ΑΚ, ώστε να μη μπορεί να ισχυρισθεί ότι δεν διαμαρτυρόταν για να μην απωλέσει τη θέση του.

Συνεπώς, η αγωγή καθ' ό μέρος αφορά στον δεύτερο ενάγοντα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε άλλως, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Λόγω της αποκτήσεως αδείας εργασίας εκ μέρους της πρώτης ενάγουσας μόλις το έτος 2010 με ισχύ, τουλάχιστον έως και την ημέρα της απολύσεώς της, νόμιμης άδειας διαμονής, η οποία της παρείχε και δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας, η εν λόγω ενάγουσα νομίμως προσέφερε τις ως άνω υπηρεσίες της στον ήδη αποβιώσαντα εργοδότη της, με τον οποίο πριν την απόκτηση της άδειας εργασίας τη συνέδεε απλή σχέση εργασίας. Στο σημείο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι οι εργαζόμενοι (ακόμη και με άκυρη σύμβαση εργασίας ελλείψει λ.χ. αδείας εργασίας ή οιουδήποτε άλλου προβλεπόμενου από τη νομοθεσία πιστοποιητικού) δικαιούνται εκ του νόμου (και όχι βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού) τα δώρα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα, τις αποδοχές και το επίδομα αδείας. Ο ως άνω εργοδότης, λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε κατά τα τελευταία έτη και δη από το έτος 2015, αραίωσε σημαντικά τις μεταβάσεις του στην ως άνω εξοχική κατοικία στο Μεγάλο Κεφαλόβρυσο και μήνες πριν τον θάνατό του και συγκεκριμένα στις 30-11-2016 απέλυσε την ενάγουσα-εφεσίβλητη, την οποία δεν χρειαζόταν πλέον, αφού ο ίδιος ήδη ασθενούσε, η δε σύζυγός του εκκαλούσα κατοικούσε κι εργαζόταν στην Αθήνα και εξέλιπε πλέον η ανάγκη διατήρησης της εν λόγω κατοικίας λειτουργικής. Αποδείχθηκε ότι κατά την απόλυσή της, στις 30-11-2016, η πρώτη ενάγουσα είχε πλήρως εισπράξει τον μηνιαίο μισθό της για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα. Η ίδια ισχυρίζεται ότι έλαβε για όλο το επίδικο διάστημα μόνο 300 ευρώ το μήνα αντί για 600 ευρώ που είχε συμφωνηθεί, πλην όμως δεν απέδειξε τους ισχυρισμούς της, τουναντίον δε η εναγόμενη, με την ιδιότητα που ενάγεται, προέβαλε παραδεκτώς ένσταση εξοφλήσεως, επικαλούμενη αναλυτικά τα επιμέρους ποσά, που απαρτίζουν το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε, και την ημερομηνία και αιτία της καταβολής τους. Η εν λόγω ένσταση προβλήθηκε παραδεκτώς, όπως προαναφέρθηκε, είναι νόμω βάσιμη (.....). Αποδείχθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα ή ο σύζυγός της, για λογαριασμό της, ελάμβανε τον μηνιαίο μισθό της πάντοτε σε μετρητά, συνήθως από τον ίδιο τον εργοδότη της Μ. Ζ. ή από άλλα συγγενικά ή φιλικά του πρόσωπα, όπως ο ανεψιός του Ν. Ζ. , ο λογιστής του Α. Μ. , ο οδηγός του Ν. Χ. Η εκκαλούσα προσκόμισε κάποιες αποδείξεις πληρωμής του εν λόγω μισθού για τα επίδικα έτη 2012-2015 με ημερομηνίες ...-2013, ...-2015, 19-5-2015, ένα αντίγραφο ιδιόχειρης καταγραφής εκάστης καταβολής των ετών 2011 έως και 2015 από τον ίδιο τον εργοδότη Μ. Ζ. , αμφότεροι δε οι μάρτυρες που εξετάσθηκαν επιμελεία της εναγομένης (Γ. Χ. και Μ. Γ.) κατέθεσαν ότι είχαν δει και οι ίδιοι τις εν λόγω καταγραφές στο τετράδιο που κρατούσε σημειώσεις ο ως άνω αποβιώσας και γνώριζαν αμφότεροι ότι τα ως άνω τρίτα πρόσωπα παρέδιδαν χρήματα που αντιστοιχούσαν στο μισθό της πρώτης ενάγουσας για λογαριασμό του Μ. Ζ. Ωστόσο αποδείχθηκε ότι ουδέποτε καταβλήθηκαν στην πρώτη ενάγουσα για το επίδικο χρονικό διάστημα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, ο δε ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι ο ως άνω εργοδότης Μ. Ζ. είχε συμφωνήσει ότι στον ως άνω μηνιαίο μισθό θα περιλαμβάνεται, εκτός από την αμοιβή της πρώτης εναγομένης για την εργασία της, "και κάθε επιπλέον ποσό που τυχόν εδικαιούτο βάσει της εργατικής νομοθεσίας, ήτοι επιδόματα......", δεν αποδείχθηκε ούτε και προσδιορίσθηκε επαρκώς, εάν ήθελε υποτεθεί ότι επρόκειτο για σύναψη ειδικής συμφωνίας για τμηματική καταβολή επιδομάτων. Επισημαίνεται ότι ο ίδιος ισχυρισμός περί συμφωνίας συμψηφισμού με μεγαλύτερες καταβαλλόμενες αποδοχές, όσον αφορά στις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας, είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος λόγω ακυρότητας τυχόν σχετικής συμφωνίας. Επίσης, αποδείχθηκε ότι η ως άνω ενάγουσα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (έτη 2012-2016) δεν είχε λάβει ετήσια άδεια αναψυχής με αποτέλεσμα να δικαιούται αντίστοιχες αποδοχές των ημερών αδείας (ίσες με ένα μηνιαίο μισθό κατ' έτος ως αμειβόμενη με μισθό), αλλά και επίδομα αδείας (το οποίο αποτελεί επακόλουθο του δικαιώματος λήψης αδείας), μολονότι τα δικαιούταν ως οικιακή μισθωτός (.....). Επισημαίνεται ότι μεμονωμένες ημέρες αδείας, κάποιες δε φορές μία εβδομάδα για ταξίδι στην Αλβανία, που λάμβανε η ενάγουσα (όπως κατέθεσε σχετικά ο σύζυγός της), δεν μπορούν να θεωρηθούν ούτε και συνιστούν κανονική άδεια, όπως απαιτεί το άρθρο 4 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, σύμφωνα με το οποίο μόνο κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η εντός του ιδίου ημερολογιακού έτους κατάτμηση του χρόνου αδείας σε δύο περιόδους και τούτο είναι επιτρεπτό μετά από αίτηση του μισθωτού που στηρίζεται σε δικαιολογημένη αιτία, με έγκριση της οικείας περιφερειακής υπηρεσίας του Υπουργείου Εργασίας, που χορηγείται κατόπιν σχετικής αιτήσεως των ενδιαφερομένων. Τέλος, η εν λόγω ενάγουσα δεν έλαβε, ενώ δικαιούταν, αποζημίωση λόγω της καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως εργασίας της. Για τις ανωτέρω αιτίες, η πρώτη ενάγουσα δικαιούται τα ακόλουθα ποσά: Α) το ποσό των 600 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων (ίσο με έναν μηνιαίο μισθό, υπολογιζόμενο βάσει του πράγματι καταβαλλόμενου μισθού την 10η Δεκεμβρίου κάθε έτους.....) των ετών 2012 έως και 2015, ήτοι συνολικά 2.400 (4 έτη X 600 ευρώ) ευρώ, ενώ για το έτος 2016 και έως την 30-11-2016 το ποσό των 540 ευρώ (αναλογία ίση με τα 2/25 του μηνιαίου μισθού για κάθε 19 ημέρες διάρκειας της εργασιακής σχέσης από 1-5- 2015 έως 30-9-2015) για δώρο Χριστουγέννων 2016, Β) το ποσό των 300 ευρώ για δώρο Πάσχα (ίσο με μισό μηνιαίο μισθό, υπολογιζόμενο βάσει του πράγματι καταβαλλόμενου μισθού την 15η ημέρα πριν το Πάσχα κάθε έτους.....) για κάθε έτος από το 2012 έως και το 2016, ήτοι συνολικά 1.500 (5 έτη X 300 ευρώ) ευρώ, Γ) το ποσό των 600 ευρώ για αποδοχές αδείας (ίσες με έναν μηνιαίο μισθό και υπολογιζόμενες με βάση τις αποδοχές της 31ης Δεκεμβρίου του έτους στο οποίο αντιστοιχεί η άδεια, αφού η ημέρα αυτή αποτελεί το απώτερο χρονικό σημείο, κατά το οποίο υπάρχει υποχρέωση να χορηγηθεί η άδεια.....) κάθε έτους από το 2012 έως και το 2016, ήτοι συνολικά 3.000 (5 έτη X 600 ευρώ) ευρώ, Δ) το ποσό των 300 ευρώ για επίδομα αδείας (υπολογιζόμενο στο ήμισυ των αντίστοιχων ετών αποδοχών αδείας.....) για κάθε έτος από το 2012 έως και το 2016, ήτοι συνολικά 1.500 (5 έτη X 300 ευρώ) ευρώ και Ε) το ποσό των 2.800 (100 ημερομίσθια + 1/6 αναλογία δώρων εορτών και επιδόματος αδείας) ευρώ για αποζημίωση απόλυσης, με βάση τα έτη προϋπηρεσίας της (18 έτη) και τις αποδοχές της κατά τον τελευταίο μήνα -600 ευρώ μισθός και 600 διά 25=24 ευρώ ημερομίσθιο), ήτοι συνολικά η πρώτη ενάγουσα - εφεσίβλητη δικαιούται το ποσό των 11.740 (2.400 + 540 + 1.500 + 3.000 + 1.500 + 2.800) ευρώ......".

ΙΙΙ. Επί των λόγων της από 4-10-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...-2024) αίτησης αναίρεσης. Σύμφωνα με το 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ιδρύεται δηλαδή ο αναιρετικός αυτός λόγος, αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη απ' όση δεσμευτικά γι' αυτό ορίζει ο νόμος, όπως είναι τα δημόσια έγγραφα και η δικαστική ομολογία, και όχι αν προσέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα, στο πλαίσιο της από το άρθρο 340 του ΚΠολΔ αρχής της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων από τα δικαστήρια της ουσίας (ΑΠ 473/2025, 510/2022, 1551/2022, 1023/2019, 175/2019). Η αποδεικτική αξία και συνεπώς η επίδραση στο αποδεικτικό πόρισμα καθενός από τα αποδεικτικά μέσα απόκεινται στην κυριαρχική και συνεπώς μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 579/2024). Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται α) το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη, β) ο ουσιώδης ισχυρισμός σε απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησίμευσε, γ) η αποδεικτική δύναμη που του αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας και εκείνη που έχει κατά νόμο, δ) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 510/2022, 1551/2022, 462/2019) και ε) ότι έγινε νόμιμη επίκληση του αποδεικτικού μέσου και του ισχυρισμού προς απόδειξη του οποίου χρησίμευσε το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1106/2024, 579/2024, 510/2022, 1551/2022).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 438 του ΚΠολΔ, έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση, επιτρέπεται δε ανταπόδειξη μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ιδίου Κώδικα, τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 του ΚΠολΔ είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρης απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς να απαιτείται να προσβληθεί το δημόσιο έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιόν του (ΑΠ 348/2021, 883/2013).

Στην περίπτωση αυτή είναι επιτρεπτή η ανταπόδειξη, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως μάρτυρες, ιδιωτικά έγγραφα, αλλά και δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 361/2004, 455/1993). Η ανταπόδειξη δεν συνιστά κύρια απόδειξη και κατά συνέπεια δεν απαιτείται να αποδειχθεί το αντίθετο του αποδεικνυόμενου με το δημόσιο έγγραφο, αλλά αρκεί να κλονισθεί η πεποίθηση του δικαστή για την αλήθεια του περιστατικού (ΑΠ 348/2021, 445/2019).

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 432, 433 και 435 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ένα ιδιωτικό έγγραφο για να υπάρχει ως αποδεικτικό μέσο και να συγκαταλέγεται στα επώνυμα αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 339 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να είναι αναγνώσιμο, να μην έχει υποστεί τεμαχισμό, διάτρηση ή διαγραφή, οπότε τεκμαίρεται πως έχει εκμηδενιστεί η αποδεικτική του δύναμη (άρθρο 433 ΚΠολΔ) και να είναι γνήσιο.

Περαιτέρω, ένα ιδιωτικό έγγραφο για να έχει αποδεικτική δύναμη, δηλαδή για να μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση δικανικής πεποίθησης, πρέπει να φέρει την υπογραφή του εκδότη (άρθρο 443 ΚΠολΔ, πρβλ. και άρθρο 160 ΑΚ), ενώ δεν αποδεικνύει, καταρχήν, υπέρ του εκδότη του (άρθρο 447 ΚΠολΔ). Επομένως, ένα ιδιωτικό έγγραφο που απλώς περιέχει κάποιες "ιδιόγραφες σημειώσεις", χωρίς καμιά υπογραφή, δεν έχει, καταρχήν, αποδεικτική ισχύ υπέρ του εκδότη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 443 και 447 ΚΠολΔ. Δεν παύει όμως να έχει τα τυπικά χαρακτηριστικά του εγγράφου και είναι υποστατό ως έγγραφο. Αποτελεί ένα αποδεικτικό μέσο που δεν πληροί τους όρους του νόμου, το οποίο όμως λαμβάνεται υπόψη για τη διαμόρφωση δικαστικής κρίσης κατά το άρθρο 340 παρ. 1 ΚΠολΔ (πρβλ. ΑΠ 1251/2019, 277/2010, 2064/2006). Επίσης, τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει επί δημοσίου εγγράφου (άρθρο 455 ΚΠολΔ), δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας. Η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, εμπεριέχει έτσι τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικος αυτού έχει το βάρος της δήλωσης περί άρνησης της γνησιότητας, ενώ ο πρώτος της απόδειξης αυτής, εάν αμφισβητηθεί (ΑΠ 2034/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 10, 11, 12, 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς δε μόνο την πλημμέλεια από τον αριθμό 12, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αφού: α) έκανε λανθασμένη εκτίμηση αποδεικτικού στοιχείου που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη και συγκεκριμένα ενός απλού τετραδίου-λίστας, στο οποίο ο εκλιπών σύζυγος αυτής και εργοδότης τους σημείωνε, δήθεν, τα ποσά των μισθών που κατέβαλλε στην πρώτη από αυτούς και τις ημερομηνίες καταβολής, αποδίδοντας στο τετράδιο αυτό αποδεικτική αξία μεγαλύτερη από αυτή που επιτρέπει ο νόμος, β) απέδωσε υπέρτερη αποδεικτική δύναμη στην κατάθεση του μάρτυρα της αντιδίκου τους, Μ. Γ. , αγνοώντας πλήρως την ένορκη στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατάθεση του υιού τους, γ) απέδωσε αξία υπέρτερη της επιτρεπόμενης από το νόμο, στις από ...-2013, ...-2015 και ...-2015 τρεις έγγραφες αποδείξεις ποσού 600 ευρώ η καθεμία, που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη, με τις οποίες φέρεται να καταβλήθηκε στην πρώτη αναιρεσείουσα το ποσό των 600 ευρώ για καθέναν από τους ανωτέρω μήνες, αγνοώντας και πάλι την κατάθεση του μάρτυρά τους, αλλά και τον ισχυρισμό τους ότι οι εν λόγω αποδείξεις δεν φέρουν την υπογραφή της πρώτης αναιρεσείουσας, πράγμα που ο δεύτερος αναιρεσείων κατέθεσε εξεταζόμενος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δ) απέδωσε ανεπαρκή έως μηδενική αποδεικτική δύναμη στο μοναδικό δημόσιο έγγραφο που αυτοί προσκόμισαν, δηλαδή στην κατάσταση ασφάλισης του δευτέρου αναιρεσείοντος και στο ειδικό βιβλίο καταχώρισης νεοπροσλαμβανόμενου προσωπικού, απ' όπου προκύπτει ότι ο εργοδότης του τον είχε ασφαλισμένο για τα έτη 2000 και 2001, και ε) δεν απέδωσε αποδεικτική δύναμη στην προσκομισθείσα από αυτούς από 20-9-2018 εξώδικη πρόσκληση, που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 25-9-2018 και με την οποία την καλούσαν να τους καταβάλει τις οφειλόμενες αποδοχές τους, πλην όμως η τελευταία ουδέποτε απάντησε στην ως άνω πρόσκληση, η συμπεριφορά της δε αυτή αποτελεί σοβαρότατη ένδειξη, αν όχι απόδειξη, ότι αποδέχθηκε την προς αυτούς οφειλή της. Ότι με τον τρόπο αυτό, το Εφετείο απέρριψε τους ουσιώδεις ισχυρισμούς τους, ότι η πρώτη εξ αυτών δεν είχε εξοφληθεί για τις ένδικες απαιτήσεις της και ότι ο δεύτερος συνδεόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με τον ήδη αποβιώσαντα σύζυγο της αναιρεσίβλητης, κρίνοντας μάλιστα, όσον αφορά τον δεύτερο αναιρεσείοντα, αντιθέτως με το περιεχόμενο δημοσίου εγγράφου (της κατάστασης ασφάλισης προσωπικού στο ΙΚΑ), το οποίο αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς τα βεβαιούμενα σε αυτό. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος κατά τις εξής διακρίσεις: Σε σχέση με το επικαλούμενο δημόσιο έγγραφο, το οποίο αφορά τον δεύτερο αναιρεσείοντα, τα όσα ανωτέρω βεβαιώνονται σε αυτό, ως μη γενόμενα από τον ίδιο τον αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο που το υπογράφει ή ενώπιον αυτού, αλλά κατόπιν δηλώσεων του ήδη αποβιώσαντος εργοδότη τους, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο υπάλληλος, είναι δεκτικά ανταπόδειξης, χωρίς να απαιτείται η προσβολή του εγγράφου ως πλαστού. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος, κατά το μέρος που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι προς αντίκρουση του περιεχομένου του εν λόγω δημοσίου εγγράφου έλαβε υπόψη της αποδεικτικά στοιχεία μικρότερης αποδεικτικής ισχύος, όπως τη μαρτυρική κατάθεση του Μ. Γ. , που εξετάστηκε με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης, και με τον τρόπο αυτό ανεπιτρέπτως απέκρουσε την πλήρη αποδεικτική δύναμη του ως άνω δημοσίου εγγράφου, είναι αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η κατ' άρθρο 440 του ΚΠολΔ ανταπόδειξη μπορεί να γίνει με κάθε αποδεικτικό μέσο και δεν απαιτείται να αποδειχθεί το αντίθετο του αποδεικνυομένου με το δημόσιο έγγραφο, αλλά αρκεί να κλονισθεί η πεποίθηση του δικαστή για την αλήθεια του περιστατικού.

Σε σχέση, περαιτέρω, με τις τρεις έγγραφες αποδείξεις, των οποίων αμφισβητήθηκε η γνησιότητα, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται σαφώς ότι αυτή, με βάση το σύνολο των αποδείξεων που έλαβε υπόψη της, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη απέδειξε τη γνησιότητά τους και συνεπώς ορθά τις συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Τέλος, κατά τα λοιπά οι αναφερόμενες αιτιάσεις είναι αβάσιμες, διότι το Εφετείο δεν παραβίασε την αποδεικτική δύναμη των ως άνω αποδεικτικών μέσων, αλλά, αφού έλαβε αυτά υπόψη του, τα εκτίμησε ελεύθερα κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ και κατέληξε στον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης (άρθρο 106 ΚΠολΔ), κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, συντρέχει όταν για τα "πράγματα", που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα", που δέχθηκε ως αληθινά. Ο όρος "πράγματα", στην περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, δηλαδή θεωρούνται "πράγματα" οι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης και νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1055/2025, 495/2023, 23/2023, 19/2022, 15/2019). Δεν απαιτείται, πάντως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 70/2025, 403/2017, 677/2015). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1055/2025, 1495/2023, 19/2022, 1020/2019, 449/2019). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1055/2025, 1495/2023). Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που με επίκληση προσκομίστηκαν, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1055/2025, 70/2025, 1495/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 10, 11, 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς δε μόνο την πλημμέλεια από τον αριθμό 10, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί μη απασχόλησης του δευτέρου εξ αυτών από τον ήδη αποβιώσαντα σύζυγο της αναιρεσίβλητης και, συνακόλουθα, στην κατ' ουσίαν απόρριψη της ένδικης αγωγής ως προς αυτόν (δεύτερο αναιρεσείοντα), χωρίς απόδειξη, λαμβάνοντας υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα της αντιδίκου τους, Μ. Γ. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι αφενός από το ίδιο το περιεχόμενό του προκύπτει ότι το δικαστήριο κατέληξε στην ως άνω κρίση του βασιζόμενο στο κατονομαζόμενο με αυτόν νόμιμο αποδεικτικό μέσο και αφετέρου στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή ως προς τον δεύτερο ενάγοντα, συνεκτίμησε την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης και τις χωρίς όρκο καταθέσεις των εναγόντων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς και όλα τα έγγραφα και τις φωτογραφίες που οι διάδικοι νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

V. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.11γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νομίμως προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008, 42/2002, ΑΠ 22/2025, 1648/2024, 845/2018, 669/2018, 1350/2017), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 22/2025, 1648/2024, 1350/2017), εφόσον βεβαίως προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο, (ΑΠ 22/2025, 225/2017, 516/2016). Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών, για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008).

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1648/2024, 669/2018, 1350/2017, 798/2010). Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αριθ.11γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 579/2024, 1047/2018, 569/2017, 967/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 10, 11, 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς δε μόνο την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ', η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα από αυτούς από 20-9-2018 εξώδικη πρόσκληση, που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 25-9-2018 και με την οποία την καλούσαν να τους καταβάλει τις οφειλόμενες αποδοχές τους, στην οποία (πρόσκληση) η τελευταία ουδέποτε απάντησε, συμπεριφορά που ερμηνεύεται ως εκ μέρους της παραδοχή της προς αυτούς οφειλής της.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από τη διαλαμβανόμενη στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης βεβαίωση, ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα συνεκτίμησε την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης και τις χωρίς όρκο καταθέσεις των εναγόντων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς και όλα τα έγγραφα και τις φωτογραφίες που οι διάδικοι νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με τις προεκτεθείσες παραδοχές αυτής, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και την ως άνω εξώδικη πρόσκληση, χωρίς να απαιτείται ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτής.

VI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 22/2025, 1690/2024, 746/2024, 64/2022, 19/2022). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, 15/2006, ΑΠ 22/2025, 1690/2024, 746/2024, 64/2022, 19/2022). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1756/2024, 82/2023, 162/2020, 50/2020). Για το ορισμένο του ανωτέρω, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, οι συγκεκριμένες διατάξεις που παραβιάστηκαν και μάλιστα ενάριθμα και οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσων πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 382/2025, 962/2024, 476/2024, 1340/2022), επιπλέον δε, εφόσον γίνεται επίκληση ανεπάρκειας αιτιολογιών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται, αντίστοιχα, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση και πού εντοπίζεται η αντίφαση (ΑΠ 22/2025, 64/2022, 19/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 10, 11, 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς δε μόνο την πλημμέλεια από τον αριθμό 19, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο: α) δεν αιτιολογεί επαρκώς για ποιο λόγο παρέκαμψε τον ισχυρισμό τους περί εργασίας του δευτέρου από αυτούς στην οικία του ήδη αποβιώσαντος συζύγου της αναιρεσίβλητης, Μ. Ζ. , χωρίς μάλιστα να λάβει υπόψη το προσκομισθέν από αυτούς έγγραφο ασφάλισης του ΙΚΑ, καταλήγοντας στο αυθαίρετο συμπέρασμα ότι ήταν προς το συμφέρον του (δευτέρου αναιρεσείοντος) να είναι ασφαλισμένος έστω και φαινομενικά, προκειμένου να μπορεί να πάρει άδεια διαμονής και να παρέχει τις υπηρεσίες σε άλλον εργοδότη, εκτός του ανωτέρω, λαμβάνοντας υπόψη, για το συμπέρασμά του αυτό, αποκλειστικά τις καταθέσεις των δύο μαρτύρων της αντιδίκου που δεν είχαν καμία προσωπική σχέση μαζί τους ούτε μετέβαιναν τακτικά στα Τρίκαλα, ενώ δεν έλαβε υπόψη τη μαρτυρία του υιού τους, ο οποίος ήταν γνώστης των κρίσιμων περιστατικών, τα οποία και κατέθεσε, β) δεν εξηγεί πώς ακριβώς αποδείχθηκε ότι η πρώτη εξ αυτών εισέπραξε όλους τους μισθούς της και για ποιο λόγο δεν απέδειξε τους ισχυρισμούς της, ενώ αντιθέτως, θεώρησε ότι αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης, η οποία απλώς προέβαλε την ένσταση εξόφλησης και επικαλέστηκε αναλυτικά τα ποσά που δήθεν κατέβαλε, στηρίχθηκε δε μόλις σε τρεις έγγραφες αποδείξεις που προσκόμισε η τελευταία, τις οποίες δεν υπέγραψαν οι ίδιοι, αλλά και σε κάθε περίπτωση αυτές δεν επαρκούσαν, αφού ήταν μόνον τρεις, γ) διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του ανεπαρκή αιτιολογία αναφορικά με τον ισχυρισμό τους, ότι ουδεμία απόδειξη είσπραξης μισθών είχαν υπογράψει, αλλά υπέγραφαν αποδείξεις μόνο για τα χρήματα που έπαιρναν για την αγορά ειδών του σπιτιού και τη φροντίδα του σκύλου του εργοδότη τους. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, πρωτίστως λόγω της αοριστίας του, αφού: α) δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, β) δεν αναφέρονται, και μάλιστα ενάριθμα, οι φερόμενες ως εκ πλαγίου παραβιασθείσες ουσιαστικές διατάξεις και γ) δεν αναφέρεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση, σε κάθε περίπτωση δε, διότι υπό την επίκληση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

VII. Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, νοούνται τα προβλεπόμενα ως αποδεικτικά μέσα, κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα έγγραφα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι τα πρακτικά συνεδρίασης των δικαστηρίων, κατά το μέρος τους που περιέχει καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων, ούτε οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου, κατά το μέρος τους που περιλαμβάνει τα ενόρκως βεβαιωθέντα από τον μάρτυρα (ΑΠ 1610/2025, 1493/2025, 1443/2024, ΑΠ 376/2022, ΑΠ 1224/2018, ΑΠ 1613/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των υπ' αριθ. 85/2020 πρακτικών συνεδρίασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων, ως προς την περιεχόμενη σε αυτά ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα - υιού τους, Γ. Π. σχετικά με την απασχόλησή τους από τον ήδη αποβιώσαντα σύζυγο της αναιρεσίβλητης και τις προς αυτούς οφειλές του τελευταίου. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, καθόσον τα πρακτικά συνεδρίασης του ως άνω Δικαστηρίου, κατά το μέρος τους που περιέχει την προαναφερόμενη μαρτυρική κατάθεση, δεν συνιστούν έγγραφο κατά την έννοια άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, συνεπώς η επικαλούμενη παραμόρφωση αυτών δεν ιδρύει τον υπό κρίση λόγο αναίρεσης.

VIII. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 4-10-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. .../2024) αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα αυτής (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΙΧ. Επί των λόγων της από 7-10-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...-2024) αίτησης αναίρεσης. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο από αυτήν προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο πάρα το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 647/2022), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 647/2022, 1518/2008, 558/2008). Με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό άσκησης αγωγής ή ενδίκων μέσων, καθώς και η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (ΟλΑΠ 33/1990, ΑΠ 647/2022, 710/2016).

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997, 11/1996, ΑΠ 647/2022). Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που προτάθηκε απαραδέκτως και ακολούθως δέχθηκε αυτόν κατ' ουσίαν, ιδρύονται παράλληλα και οι δύο αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του KΠολΔ (ΑΠ 376/2018, 724/2011, 389/2010, 728/2010, 128/2008).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ, η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής, ήτοι με την επίδοση αυτής κατά τα άρθρα 215 παρ. 1 και 221 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Επίσης, κατά το άρθρο 263 ΑΚ, κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή εντός έξι μηνών, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης, απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς υπάρχει σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία απορρίπτεται η αγωγή για λόγο μη αναγόμενο στη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαίτησης. Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη ικανότητας δικαστικής παράστασης, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι που, κατά βασική δικονομική αρχή, ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της ύπαρξης και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξίωσης και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωση αυτής. Ως επανέγερση δε της αγωγής νοείται η άσκηση νέας αγωγής από τον ίδιο ενάγοντα ή, σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή, από τον διάδοχό του, κατά του ίδιου εναγομένου και, σε περίπτωση διαδοχής, κατά των διαδόχων αυτού, η οποία (νέα αγωγή) βασίζεται στην ίδια νομική και ιστορική αιτία με την προηγούμενη αγωγή (ΑΠ 261/2022, 756/2022, 826/2020, 416/2019). Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε στην προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρόκειται να εφαρμοστεί στη νέα δίκη. Η ταυτότητα αυτή υπάρχει και όταν με τη νέα αγωγή επέρχονται οι αναγκαίες διαφοροποιήσεις, με τις οποίες συμπληρώνονται οι ασάφειες ή οι ελλείψεις που προκάλεσαν το δικονομικό απαράδεκτο της προηγούμενης αγωγής, αρκεί να μη μεταβάλλεται η ταυτότητα της αξίωσης, υπέρ της οποίας πρέπει να παρασχεθεί δικαστική προστασία (ΑΠ 756/2022, 125/2020, 826/2020, 113/2019). Το διακοπτικό αποτέλεσμα της παραγραφής δεν επηρεάζεται από τον περιορισμό του αιτήματος της νέας αγωγής ούτε από την υποβολή με αυτήν πρόσθετου ή διαφορετικού αιτήματος, το οποίο συνάπτεται με τη δικαστική νομιμοποίηση των διαδίκων και δεν διαφοροποιεί την ταυτότητα της διαγνωστέας αξίωσης (ΑΠ 261/2022, 505/2020). Επομένως, αν ο δικαιούχος επανεγείρει την αγωγή του εντός έξι μηνών από την τελεσιδικία της απόφασης που απέρριψε για λόγους μη ουσιαστικούς την προηγούμενη αγωγή αυτού, η παραγραφή λογίζεται ότι έχει διακοπεί με την άσκηση της αρχικής αγωγής (ΑΠ 113/2019, ΑΠ 404/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου (αληθώς δε μόνο ευθέως) τις διατάξεις των άρθρων 250 αριθ. 17, 261 παρ. 1, 263 και 277 ΑΚ, 215 παρ. 1, 221 παρ. 1, 527 παρ. 1 και 591 παρ. 1 περ. γ' και δ' ΚΠολΔ, απορρίπτοντας τη νομίμως προβληθείσα από την ίδια ένσταση πενταετούς παραγραφής, που αφορούσε τις αξιώσεις της αναιρεσίβλητης για τα έτη 2012 έως 2014, και δεχόμενο παρά το νόμο αντένσταση διακοπής της παραγραφής, η οποία ωστόσο δεν προτάθηκε από την τελευταία. Με τον λόγο αυτό, κατά το μέρος που αφορά παράβαση δικονομικών διατάξεων, σε σχέση με την παραδοχή της αντένστασης διακοπής της παραγραφής, εκτιμάται ότι προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (και) η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την προηγηθείσα υπό στοιχ. ΙΧ νομική σκέψη.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον έλεγχο του ως άνω αναιρετικού λόγου μέρος της, προκύπτει ότι έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: ".....Οι ενάγοντες άσκησαν αρχικά την από 28-1-2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ...-2017 αγωγή κατά του εργοδότη τους Μ. Ζ. Η εν λόγω αγωγή επιδόθηκε στις 3-3-2017, ήτοι σε χρόνο κατά τον οποίο δεν είχαν παραγραφεί οι ως άνω ασκούμενες με αυτή εργατικές αξιώσεις και διέκοψε την παραγραφή τους. Εν τω μεταξύ, μετά την άσκηση της αγωγής και διαρκούσης της εκκρεμοδικίας και συγκεκριμένα στις ...-2017 απεβίωσε ο ως άνω εναγόμενος εργοδότης, ο οποίος τελικά, όπως αποδείχθηκε, κληρονομήθηκε εκ διαθήκης από την ήδη εκκαλούσα - εναγομένη σύζυγό του. Επί της ως άνω αγωγής και αφού είχε προηγηθεί βιαία διακοπή δίκης και συνέχιση αυτής από τους κληρονόμους, εκδόθηκε στις 25-5-2020 η υπ' αριθ. 85/2020 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που την απέρριψε στο σύνολό της ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, για τον λόγο ότι δεν εξέθεταν και δεν εξειδίκευαν επαρκώς οι ενάγοντες: α) ότι ήταν κάτοχοι αδείας εργασίας, δεδομένου ότι ήταν αλλοδαποί, β) ποιο ήταν το ημερήσιο ωράριο εργασίας της 1ης εξ αυτών και γ) ποιο ήταν ειδικότερα το είδος εργασίας του 2ου εναγομένου και δη "ως προς τις εργασίες συντήρησης της οικοδομής-οικίας και του οικοπέδου, σε τι συνίσταται, ποια η συχνότητα και ο τρόπος εκτέλεσης αυτών, ως προς τις υπηρεσίες φύλαξης του χώρου ποιος ο χρόνος παροχής τους, ως προς τη συντήρηση και επιδιόρθωση μηχανημάτων ποιων, ποιας λειτουργίας, καθώς και ποιας χρήσης και από ποιον". Κατά της τελευταίας ως άνω αποφάσεως οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι δεν άσκησαν έφεση, επανήλθαν δε με το δικόγραφο της ήδη ένδικης 2ης αγωγής που κατατέθηκε στις 30-7-2020 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...-2020 κι επιδόθηκε στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα στις 3-8-2020, με την οποία αγωγή δήλωσαν ότι παραιτούνται από το δικαίωμα ασκήσεως τοιαύτης εφέσεως, η δε προαναφερόμενη υπ' αριθ. 85/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε, αλλά και δεν ασκήθηκε έφεση κατ' αυτής. Κατά συνέπεια, στις 30-7-2020 η πρωτόδικη απορριπτική της αρχικής αγωγής απόφαση κατέστη τελεσίδικη. Κατά της ήδη εκκαλούσας οι ενάγοντες στράφηκαν με την ως άνω αγωγή ρητώς ως νομίμου κληρονόμου του αρχικώς εναγομένου και ήδη αποβιώσαντα εργοδότη τους, όπως προκύπτει σαφώς τόσο από το προοίμιο της αγωγής όσο και από το αιτητικό της. Τούτο δεν αναιρείται ούτε από το ότι αρχικώς η εναγομένη φερόταν ως κληρονόμος εξ αδιαθέτου μαζί με τον υιό του θανόντος Α. Ζ. , ενώ πλέον φέρεται ως μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος του αρχικώς εναγομένου συζύγου της, ούτε από την άνευ σημασίας εντός παρενθέσεως αναφορά στο ιστορικό της αγωγής στην ήδη εκκαλούσα ως εργοδότρια μαζί με τον αποβιώσαντα σύζυγό της. Επίσης, η εν λόγω αγωγή έχει την ίδια νομική και ιστορική αιτία και διαφοροποιείται από την ως άνω αρχικώς ασκηθείσα, κατά τα σημεία τα οποία κρίθηκε με την προαναφερόμενη απ' αριθ. 85/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων ως αόριστη, προχωρώντας οι ενάγοντες στη συμπλήρωση των ως άνω αοριστιών που διαπιστώθηκαν από την απ' αριθ. 85/2020 απόφαση (ως προς την κατοχή αδείας εργασίας, το ημερήσιο ωράριο εργασίας της 1ης εναγόμενης και το είδος εργασίας του 2ου εναγομένου, το οποίο εξειδικεύεται πλέον επαρκώς, κυρίως όσον αφορά στο ζήτημα των εργασιών συντήρησης της οικοδομής-οικίας και του οικοπέδου του εργοδότη τους, των υπηρεσιών φύλαξης του χώρου και των μηχανημάτων), ώστε να καταστεί πλέον ορισμένη η αγωγή τους. Κατά τη συζήτηση της τελευταίας αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα προέβαλε τον ως άνω ισχυρισμό της περί παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων των ετών 2012, 2013 και 2014 και του κονδυλίου της αποζημιώσεως απολύσεως. Οι ενάγοντες, ωστόσο, καθ' υποφορά ήδη κατά την άσκηση της 2ης ως άνω αγωγής, όσο και ως εφεσίβλητοι απαντώντας στην έφεση (άρθρο 527 περ. 1 του ΚΠολΔ) της εναγομένης αντιδίκου τους, προέβαλαν αντένσταση διακοπής της ως άνω παραγραφής κατ' άρθρο 263 του ΑΚ, η οποία είναι νόμω βάσιμη, ερειδομένη στην τελευταία ως άνω διάταξη, καθόσον η παραγραφή μέρους των ως άνω επιδίκων αξιώσεων διακόπηκε με την άσκηση της με αριθμό καταθέσεως δικογράφου ...-2017 αρχικής αγωγής, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 85/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, ως αόριστη, τελεσίδικα (μετά και την παραίτηση των εναγόντων από το δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως κατά της ανωτέρω αποφάσεως με την κατάθεση και ακόλουθη επίδοση της νέας 2ης αγωγής) και οι ενάγοντες άσκησαν (επανήγειραν όπως επανειλημμένως επαναλαμβάνουν σε όλα τα δικόγραφά τους) την εν λόγω αγωγή με αριθμό πλέον ...-2020, εντός 6 μηνών από την τελεσίδικη υπ' αριθ. 85/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία απορρίφθηκε ως αόριστη. Η ως άνω 2η (ήδη ένδικη) αγωγή είναι ίδια με την αρχική αγωγή, με τους ίδιους διαδίκους και με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, μετά τις απαραίτητες κατά τα ανωτέρω διορθώσεις-συμπληρώσεις. Επισημαίνεται ότι είναι άνευ σημασίας το γεγονός ότι οι ενάγοντες στη 2η αγωγή τους αναφέρουν και περιττά στοιχεία περί υπερωριών κ.ο.κ., τα οποία δεν αξιολογούνται ούτε κι ενδιαφέρουν ελλείψει σχετικού αιτήματος συνδεόμενου με τα εν λόγω περιστατικά. Επίσης, οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι έκαναν ευθύς εξαρχής στη 2η (ήδη ένδικη) αγωγή (αλλά και στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά κατά τη συζήτηση της εν λόγω αγωγής, στις κατατεθείσες επί της έδρας προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) μνεία της απόρριψης της προηγούμενης αγωγής ως αόριστης, επικαλούμενοι ρητά τη διάταξη του άρθρου 263 του ΑΚ κατά την εκ νέου άσκηση της ένδικης αγωγής τους, η οποία σαφώς υποδηλώνει καθ' υποφορά προβολή αντένστασης διακοπής της παραγραφής. Η ως άνω διάταξη του άρθρου 263 του ΑΚ αναφέρεται αποκλειστικά σε διακοπή της παραγραφής, η δε αναφορά των ως άνω περιστατικών, που συνιστούν αντένσταση διακοπής της παραγραφής, και στις έγγραφες κατατεθείσες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις, με τις οποίες απάντησαν οι ενάγοντες, ως εφεσίβλητοι πλέον, στην έφεση της εκκαλούσας, σαφώς αποτελεί αντένσταση διακοπής της ως άνω παραγραφής κατά τη διάταξη του άρθρου 263 του ΑΚ, είτε το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη εκ μέρους εφεσιβλήτων παραδεκτά κατ' άρθρο 527 περ. 1 του ΚΠολΔ είτε ως επανάληψη της κατά τα ανωτέρω νομίμως και εμπροθέσμως προταθείσας καθ' υποφορά με την αγωγή αντένστασης. Όσον αφορά, ειδικότερα, στην 6μηνη από την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση της απαίτησης για την καταβολή αποζημιώσεως λόγω απολύσεως, ισχύουν τα ίδια ως άνω αναφερόμενα, λαμβανομένου υπόψιν ότι η 2η νέα (και ήδη ένδικη) αγωγή με την ίδια ιστορική και νομική αιτία ασκήθηκε εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955 εξάμηνης προθεσμίας από την τελεσίδικη απόρριψη της αρχικής αγωγής ως αόριστης.

Συνεπώς, κατ' ακολουθία των ανωτέρω, τόσο η πενταετής παραγραφή των αξιώσεων των εναγόντων-εφεσιβλήτων, όσο και η 6μηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, θεωρούνται ότι έχουν διακοπεί με την επίδοση της αρχικής κατά τα ανωτέρω αγωγής (η οποία ασκήθηκε πριν την παρέλευση πενταετίας υπολογιζόμενης κατά τις διατάξεις των άρθρων 251 και 253 του ΑΚ και ή εξαμήνου από την απόλυση), χωρίς έκτοτε να έχουν συμπληρωθεί, αφού η ως άνω δεύτερη και ήδη ένδικη αγωγή, που έχει την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την αρχική πρώτη αγωγή, ασκήθηκε βελτιωμένη (συμπληρωμένη) κατά την τελεσιδίκως διαγνωσθείσα με την υπ' αριθ. 85/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων δικονομική έλλειψη (αοριστία) εντός έξι (6) μηνών από την τελεσίδικη απόρριψη της πρώτης. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως κι απέρριψε την ένσταση παραγραφής, δεχόμενο ως βάσιμη αντένσταση διακοπής αυτής, κατ' άρθρο 263 του ΑΚ, δεν έσφαλε (.....) και ο πρώτος λόγος της ένδικης εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 250 αριθ. 17, 261 παρ. 1, 263 και 277 ΑΚ, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με την προηγηθείσα υπό στοιχ. ΙΧ νομική σκέψη, καθόσον τα γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό της ως άνω διάταξης και δικαιολογούσαν την παραδοχή, κατ' άρθρο 263 ΑΚ, της αντένστασης διακοπής της παραγραφής των ένδικων αξιώσεων της αναιρεσίβλητης και την απόρριψη της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα ένστασης παραγραφής αυτών, ειδικότερα δε, κατά τις ως άνω παραδοχές, η προγενέστερη από 28-1-2017 αγωγή απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 85/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, η οποία κατέστη τελεσίδικη στις 30-7-2020, με την παραίτηση των εναγόντων από το δικαίωμα άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η οποία (παραίτηση) έγινε με το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου στις 30-7-2020 και επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 3-8-2020, συνεπώς η ένδικη αγωγή ασκήθηκε εντός εξαμήνου από την τελεσίδικη απόρριψη, για λόγο μη ουσιαστικό, της από 28-1-2017 αγωγής της αναιρεσίβλητης, που είχε την ίδια (με την ένδικη αγωγή) ιστορική και νομική αιτία, με αποτέλεσμα να θεωρείται διακοπείσα η παραγραφή των ένδικων αξιώσεων της τελευταίας, που ανατρέχουν στα έτη 2012 έως 2016, με την επίδοση της αρχικής αγωγής στις 3-3-2017, ήτοι πριν τη συμπλήρωση της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 250 ΑΚ. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 250 αριθ. 17, 261 παρ. 1, 263 και 277 ΑΚ, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 KΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, λαμβάνοντας υπόψη μη νομίμως προταθέντα ισχυρισμό, τον οποίο δεν απέκρουσε ως δικονομικά απαράδεκτο και, ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος κατά τις σχετικές με τις εν λόγω πλημμέλειες αιτιάσεις του. Και τούτο, διότι στο προοίμιο της ένδικης από 30-7-2020 αγωγής τους οι ενάγοντες διαλαμβάνουν ότι: "Κατόπιν απόρριψης για λόγους τυπικούς (αοριστίας) της από 28-1-2017 και με αριθμό κατάθεσης ...-2017 αγωγής μας κατά του τότε εργοδότη μας και ήδη εκλιπόντος Μ. Ζ. , σύμφωνα άλλωστε με όσα ορίζει η με αριθμό 85/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, επανερχόμαστε με την παρούσα αγωγή μας, την οποία και στρέφουμε πλέον κατά της Β. Α. Μ...... ως νομίμου κληρονόμου - χήρας του Μ. Ζ. του Δ. και της Φ. , έχοντας προβεί στις απαραίτητες βελτιώσεις, που αφορούν στο ορισμένο αυτής..... Δηλώνουμε δε ότι παραιτούμαστε του δικαιώματος της έφεσης επί της ως άνω αναφερθείσης (85/2020) απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων" και εν συνεχεία (στη σελ. 3) "Καταθέτουμε δε το παρόν δικόγραφο όλως νομίμως και εμπροθέσμως (μέσα στην εξάμηνη διάρκεια που ο νόμος προβλέπει), συμπληρώνοντας τις αοριστίες και χωρίς να αλλάζουμε την ιστορική και νομική βάση της με αριθμό ...-2017 προηγούμενης και απορριφθείσας, για τυπικούς λόγους, αγωγής μας.....". Οι ανωτέρω αναφορές είναι σαφές ότι συνιστούν προβολή, καθ' υποφορά, αντένστασης διακοπής της παραγραφής κατ' άρθρο 263 του ΑΚ, καίτοι η διάταξη αυτή δεν αναφέρεται εναρίθμως στην ένδικη αγωγή. Επιπροσθέτως, κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 9-2-2022, αλλά και με τις κατατεθείσες πρωτοδίκως προτάσεις τους, οι ενάγοντες, σε απάντηση της προβληθείσας εκ μέρους της εναγομένης ένστασης παραγραφής (με την επισήμανση εκ μέρους της τελευταίας, στα πλαίσια της αιτιολόγησης της ένστασής της, ότι η από 30-7-2020 αγωγή των αντιδίκων της δεν αποτελεί επανέγερση της προηγούμενης), αρνούμενοι την ένσταση, επανέλαβαν τα ως άνω αναφερόμενα στην ένδικη αγωγή τους, ήτοι ότι πρόκειται για όμοια ιστορική και νομική αιτία και, συνεπώς, για επανέγερση της αγωγής με συμπλήρωση των αοριστιών της προηγούμενης. Τα αυτά δε, συμπεριέλαβαν εκτενώς και στις κατατεθείσες προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου Λάρισας, ως εφεσίβλητοι, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης της αντιδίκου τους, αναφέροντας πλέον ρητώς τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ. X. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 663 ΑΚ, 3 παρ. 1 εδ. γ' του Β.Δ. της 16/18-7-1920, 1 παρ. 2 του Α.Ν. 539/1945, άρθρου μόνου περ. γ' του Β.Δ. 376/1971, 2 παρ. 1 περ. δ' του Β.Δ. 748/1966, 43 του Ν. 1836/1989 και 1 παρ. 1 του Ν. 1876/1990 προκύπτει ότι οικιακοί μισθωτοί είναι εκείνοι που με βάση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας παρέχουν στον εργοδότη τους υπηρεσίες που αφορούν κατά κύριο λόγο στις οικιακές του ανάγκες, αλλά και στην προσωπική του περιποίηση, ιδίως όταν ο ίδιος αδυνατεί, λόγω ηλικίας ή ασθενείας, να επιμεληθεί του εαυτού του. Όταν οι εργαζόμενοι αυτοί διαμένουν και διατρέφονται στην οικία του εργοδότη, χαρακτηρίζονται ως οικόσιτοι οικιακοί μισθωτοί (ΑΠ 934/2022, 1591/2017, 1955/2007, 1397/ 2006). Λόγω δε της ιδιάζουσας φύσης των υπηρεσιών που παρέχουν οι οικιακοί μισθωτοί και των ειδικών περιστάσεων υπό τις οποίες τις παρέχουν (εντός του οικιακού περιβάλλοντος υπό συνθήκες σχέσης εμπιστοσύνης και ειδικής μέριμνας για τον μισθωτό), η εργασιακή τους σχέση δεν διέπεται από τις ειδικές διατάξεις για τον χρόνο εργασίας των μισθωτών, για εργασία κατά τις Κυριακές, αργίες, ημέρες ανάπαυσης, υπερεργασία και υπερωριακή εργασία, επιπλέον δε, δεν ισχύουν γι' αυτούς τα κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων των εκάστοτε εθνικών γενικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας, αλλά ο μισθός τους ρυθμίζεται με συμφωνία και, σε περίπτωση που δεν συμφωνήθηκε, οφείλεται ο συνηθισμένος μισθός. Τα ανωτέρω δεν μεταβλήθηκαν μετά τις 8-3-1990, αφότου άρχισε να ισχύει ο Ν. 1876/1990 "περί ελευθέρων συλλογικών διαπραγματεύσεων", διότι ναι μεν με το άρθρο 1 παρ. 1 αυτού ορίζεται ότι ο νόμος αυτός αφορά όλους όσους εργάζονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε οποιοδήποτε ημεδαπό ή αλλοδαπό εργοδότη, επιχείρηση, εκμετάλλευση ή υπηρεσία του ιδιωτικού ή δημόσιου τομέα, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι κατ' οίκον εργαζόμενοι, όμως, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, κατ' οίκον εργαζόμενοι είναι οι μισθωτοί που παρέχουν την εργασία τους όχι στο χώρο όπου λειτουργεί η επιχείρηση του εργοδότη αλλά στην οικία τους, δεν υπάγονται δε στην κατηγορία αυτή οι οικιακοί μισθωτοί, οι οποίοι έχουν προσληφθεί να παρέχουν την εργασία τους στην οικία του εργοδότη είτε διαμένουν και διατρέφονται σ' αυτήν είτε όχι. Τούτο συνάγεται και από τα πρακτικά των συζητήσεων της συντακτικής επιτροπής του νόμου αυτού, στα οποία, ενώ στην αρχική διατύπωση του άρθρου 1 παρ. 1 αυτού γινόταν ρητή αναφορά στο ότι ο εν λόγω νόμος έχει εφαρμογή και στο οικιακό προσωπικό και στους κατ' οίκον εργαζομένους, στην τελική διατύπωση της εν λόγω διάταξης η επιτροπή απάλειψε το οικιακό προσωπικό, διότι υπήρχαν αμφιβολίες ως προς το αν μπορούν να συνάπτονται συλλογικές συμβάσεις εργασίας, εφόσον δεν υπάρχει αντίστοιχη εργοδοτική οργάνωση. Ισχύουν όμως και για τους οικιακούς μισθωτούς οι διατάξεις του άρθρου μόνου περ. γ' του Β.Δ. 376/1971 για την παροχή αδείας με αποδοχές και επιδόματος αδείας, καθώς και οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980 και 4 παρ. 9 της Κ.Υ.Α. 19040/1981 για την παροχή επιδομάτων εορτών (ΑΠ 934/2022, 1591/2017, 1955/2007).

Εξάλλου, με την παρ. 4 του άρθρου 49 του Ν.Δ. 2698/1953 ορίζεται ότι: "Αι διατάξεις περί κατωτάτου ορίου μισθού ή ημερομισθίου, ωρών εργασίας, Κυριακής αναπαύσεως, καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, υποχρεωτικής ασφαλίσεως κατά κύριαν, επικουρικήν ή προνοίας (σύνταξις- ανεργία - ασθένεια) ασφάλισιν, δεν εφαρμόζονται επί των κατ' οίκον εργαζομένων εις κωμοπόλεις (Δήμους ή Κοινότητας) πληθυσμού κατωτέρου των εξ χιλιάδων (6.000) κατοίκων, των εργαζομένων και των εργοδοτών αυτών απαλλασσομένων, δυνάμει του παρόντος, πάσης εκ της αιτίας ταύτης δεσμεύσεως ή υποχρεώσεως".

Περαιτέρω, με το άρθρο 11 εδ. β' της ΚΥΑ 19040/1981 "Χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου" ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις της παρούσης δεν έχουν εφαρμογή στις κατωτέρω περιπτώσεις..... β) Στους εργαζόμενους κατ' οίκον σε κωμοπόλεις (δήμους ή κοινότητες) πληθυσμού κάτω από έξι χιλιάδες (6.000) κατοίκους".

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 49 παρ. 4 του Ν.Δ. 2698/1953 και 11 εδ. β' της ΚΥΑ 19040/1981, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέες, αφού η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανήκε στην κατηγορία των "κατ' οίκον" εργαζομένων και, επιπλέον, το Μεγάλο Κεφαλόβρυσο, όπου η τελευταία παρείχε τις υπηρεσίες της, είχε πληθυσμό μικρότερο των 6.000 κατοίκων. Ότι, ειδικότερα, το Εφετείο έκρινε ότι οι ως άνω διατάξεις δεν εφαρμόζονται στους οικόσιτους μισθωτούς, όπως εν προκειμένω η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, γιατί αυτοί δεν είναι "κατ' οίκον" εργαζόμενοι, όπως ορίζουν οι εν λόγω διατάξεις, οι οποίες συνεπώς δεν καταλαμβάνουν την τελευταία, με αποτέλεσμα αυτή να μην εξαιρείται από την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης και επιδομάτων εορτών. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, οι οικόσιτοι οικιακοί μισθωτοί, όπως εν προκειμένω η αναιρεσίβλητη, δεν περιλαμβάνονται στους κατ' οίκον εργαζομένους.

Συνεπώς ο Εφετείο, που όμοια έκρινε, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 49 παρ. 4 του Ν.Δ. 2698/1953 και 11 εδ. β' της ΚΥΑ 19040/1981, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση.

XI. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις α) από 4-10-2024 και με αριθ. έκθ. κατάθ. ...-2024 και β) από 7-10-2024 και με αριθ. έκθ. κατάθ. ...-2024 (αντίθετες) αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθ. 134/2024 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Απορρίπτει την από 4-10-2024 αίτηση.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Απορρίπτει την από 7-10-2024 αίτηση.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή