Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 309 / 2026    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 309/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Χροναίου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4η Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ. , για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και δεν παραστάθηκε, έχει καταθέσει δε τις από 23-10-2023 προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Δ. Μ. του Ε. , κατοίκου ... , που δεν παραστάθηκε και έχει καταθέσει τις από 20-9-2022 προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-1-2020 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 6916/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 439/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-1-2022 αίτησή της και τους από 5-9-2022 πρόσθετους λόγους της. Με την υπ' αριθμ. 120/2025 Πράξη του Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν μνημονεύεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, διότι οι πιο πάνω διατάξεις διαφέρουν μόνο ως προς τον λόγο της επανάληψης, ο οποίος στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες. Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 702/2024, 156/2024, 936/2018, 869/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθ. ...-2025 πράξη του Προέδρου του Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου και για τους λόγους που εκτίθενται σ' αυτήν και συνίστανται στην αδυναμία έκδοσης απόφασης επί της από 20-1-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. .../2022) αίτησης αναίρεσης, που είχε συζητηθεί στη δικάσιμο της 24-10-2023, ορίστηκε η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (4-11-2025) με σκοπό την επανάληψη της συζήτησης. Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και τον από 5-9-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. .../2022) πρόσθετο λόγο αυτής, προσβάλλεται η υπ' αριθ. 439/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών. Με την ως άνω απόφαση συνεκδικάστηκαν α) αντιμωλία των διαδίκων η από 25-8-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. .../2020) έφεση της εναγομένης και β) ερήμην της εφεσίβλητης - εναγομένης η από 12-10-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. .../2020) έφεση του ενάγοντος κατά της υπ' αριθ. 6916/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν τυπικά δεκτές οι εφέσεις και ακολούθως απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του ενάγοντος, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση της εναγομένης και, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 17.944,70 ευρώ, νομιμοτόκως, κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της διακρίσεις.
Κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν εμφανίστηκαν οι διάδικοι, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (βλ. τα από 29-4-2025 δύο αποδεικτικά επίδοσης του επιμελητή δικαστηρίων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Π. Μ. , με τα οποία επιδόθηκαν α) η ανωτέρω υπ' αριθ. ...-2025 πράξη του Προέδρου του Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου και β) κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, στους κατ' άρθρο 143 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ πληρεξουσίους δικηγόρους και αντικλήτους της αναιρεσείουσας και του αναιρεσιβλήτου, Α. Μ. και Β. Κ. , αντίστοιχα, δια των οποίων είχαν αυτοί παρασταθεί και καταθέσει προτάσεις κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στη δικάσιμο της 24-10-2023). Κατά συνέπεια, η υπόθεση θα συζητηθεί αντιμωλία των διαδίκων, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη.
ΙΙ. Προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης, αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενη, όπως προκύπτει από το άρθρο 577 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, είναι, μεταξύ άλλων, η εμπρόθεσμη άσκησή της (ΑΠ 443/2015), δηλαδή η άσκησή της μέσα στην οριζομένη από το νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, κατ' άρθρο 564 §§ 1 και 3 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι 30 ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, αν δε η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία είναι δύο έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη. Για την έναρξη της ως άνω τριακονθήμερης προθεσμίας από την επίδοση της απόφασης, απαιτείται νόμιμη επίδοση αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠολΔ για την επίδοση δικογράφων, στον διάδικο, στον οποίο παρέχεται από το νόμο το δικαίωμα για την άσκηση αναίρεσης. Το κύρος της επίδοσης, εφόσον αυτή έλαβε χώρα νομίμως, δεν επηρεάζεται από την τυχόν έλλειψη γνώσης της επίδοσης εκ μέρους του προσώπου, προς το οποίο απευθύνεται το επιδοτέο έγγραφο, η οποία (επίδοση) συνεπώς αφετηριάζει την έναρξη της προθεσμίας για την άσκηση του ενδίκου μέσου (ΑΠ 1921/1999, πρβλ. ΟλΑΠ 29/1992, ΑΠ 1012/2023, 932/2020, 443/2015).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 126 παρ. 1 εδ. γ', 127 παρ. 1, 128 παρ. 1, 129 παρ. 1 και 139 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για να επιδοθεί έγκυρα δικόγραφο σε νομικό πρόσωπο, πρέπει αυτό να παραδοθεί στον κατά το νόμο ή το καταστατικό εκπρόσωπό του, είτε στην κατοικία του είτε στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο του νομικού προσώπου, καθώς η δυνατότητα γνώσης του επιδοτέου εγγράφου από το νομικό πρόσωπο εξασφαλίζεται τελικά μέσω του νομίμου εκπροσώπου του. Αν ο ως άνω εκπρόσωπος του νομικού προσώπου δεν βρίσκεται στην κατοικία του ή στο κατάστημα κλπ. του νομικού προσώπου, το έγγραφο παραδίδεται στην πρώτη μεν περίπτωση σε έναν από τους συγγενείς, υπηρέτες ή άλλους, που συνοικούν με τον παραλήπτη, στη δεύτερη δε περίπτωση σε ένα από τα διαζευκτικώς αναφερόμενα πρόσωπα (στον διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή του εργαστηρίου ή σε έναν από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες), χωρίς να είναι απαραίτητο, για το κύρος της επίδοσης, να τηρηθεί οποιαδήποτε σειρά τόσο ως προς τον τόπο επίδοσης, δηλαδή αναζήτηση του νόμιμου εκπροσώπου πρώτα στην κατοικία και μετά στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, όσο και ως προς τα, κατ' άρθρο 129 παρ. 1 ΚΠολΔ, αρμόδια για την παραλαβή του εγγράφου πρόσωπα, σε περίπτωση απουσίας του (ΑΠ 1023/2025, 1861/2023, 1114/2022).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η έκθεση επίδοσης, που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής, συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτήν ότι έγιναν από τον δικαστικό επιμελητή ή ενώπιόν του. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή της έκθεσης επίδοσης ως πλαστής. Αντιθέτως, τα περιστατικά που βεβαιώνονται σ' αυτήν, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής, αλλά δεν υποπίπτουν από τη φύση τους στην άμεση αντίληψή του, αποδεικνύονται μεν πλήρως από την έκθεση επίδοσης, επιτρέπεται όμως ως προς αυτά ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, από εκείνον που αμφισβητεί την αλήθεια τους (ΑΠ 657/2021, 720/2019, 1024/2019, 641/2017, 443/2015, 322/2015).
Εξάλλου, η ελαττωματικότητα της επίδοσης, κατ' άρθρο 159 αριθ. 3 και 160 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ως παράβαση διατάξεων, όπως αυτές των άρθρων 126-128 ΚΠολΔ, που ρυθμίζουν τη διαδικασία διαδικαστικής πράξης, δεν συνεπάγεται ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση του διαδίκου και υπό τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, ειδικότερα δε, μόνο αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, αυτή επέφερε βλάβη στον προτείνοντα διάδικο, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (ΑΠ 1012/2023, 1181/2019, 1724/2012). Τούτο δε διότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 159, 544 και 559 του ΚΠολΔ, για την παραβίαση των ως άνω διατάξεων ως προς την τήρηση του σχετικού τύπου στις επιδόσεις, δεν προβλέπεται ρητά από το νόμο ποινή ακυρότητας, αλλά ούτε επιτρέπεται γι' αυτήν αναψηλάφηση ή αναίρεση (ΑΠ 1112/2020, 1181/2019, 754/2001).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 152 έως 158 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην περίπτωση απώλειας της προθεσμίας για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, προκύπτουν τα εξής:
1) Ο θεσμός της επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση από την αδυναμία τήρησης κάποιας δικονομικής προθεσμίας, που στηρίζεται στην αρχή της επιείκειας και αποτελεί ένδικο βοήθημα, χωρίς να υποκαθιστά οποιοδήποτε ένδικο μέσο, παρέχει την δυνατότητα της, με δικαστική παρέμβαση, άρσης νομικής και επιβλαβούς για τον διάδικο κατάστασης, που δημιουργήθηκε από τη μη τήρηση της ορισμένης ως άνω προθεσμίας, για δύο λόγους, δηλαδή την ανώτερη βία ή τον δόλο του αντιδίκου του.
2) Η αίτηση επαναφοράς που απευθύνεται στο κατά νόμο αρμόδιο δικαστήριο, και έχει ως έννοια, ειδικά επί απώλειας της προθεσμίας για την άσκηση ενδίκου μέσου, να θεωρηθεί, με δικαστική απόφαση, το εκπρόθεσμα ασκηθέν ένδικο μέσο ως εμπρόθεσμο, ασκείται με τα διαμειβόμενα στη δίκη δικόγραφα, είτε με τις προτάσεις είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται κατά τις διατάξεις για την αγωγή και κοινοποιείται στον αντίδικο μέσα στην, κατ' άρθρο 153 του ΚΠολΔ, 30νθήμερη προθεσμία από την ημέρα άρσης του κωλύματος που συνιστούσε την ανώτερη βία ή της γνώσης του δόλου.
3) Με τη διάταξη του άρθρου 158 ΚΠολΔ, με την οποία επιδιώκεται η εξασφάλιση σταθερότητας στη διαδικασία και η αποτροπή διατήρησης της εκκρεμότητας για μακρό χρόνο, τίθεται περιορισμός σχετικά με την αίτηση δικαστικής επαναφοράς, ο οποίος συνίσταται στον αποκλεισμό της υποβολής της αίτησης αποκατάστασης των πραγμάτων, αν για οποιοδήποτε λόγο (ακόμη και από δόλο του αντιδίκου του αιτούντος) απωλέσθηκε η οριζόμενη στο άρθρο 153 τριακονθήμερη προθεσμία άσκησής της.
4) Ως "ανώτερη βία" νοείται, στην προαναφερόμενη διάταξη, το παρακωλυτικό γεγονός της τήρησης της προθεσμίας, το οποίο ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί ούτε με ενέργεια άκρας επιμέλειας και σύνεσης. Τέτοιο γεγονός δεν είναι, πάντως, μόνη η άγνοια, έστω και ανυπαίτια, από τον διάδικο ή το νόμιμο εκπρόσωπό του, της έγκυρης επίδοσης της απόφασης (ΟλΑΠ 29/1992, ΑΠ 1012/2023, 932/2020, 443/2015).
5) Δόλος του αντιδίκου είναι κάθε από πρόθεση συμπεριφορά, που συνίσταται στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή στην αποσιώπηση των αληθινών και τείνει στην παραγωγή, την ενίσχυση ή τη διατήρηση της κρίσιμης εσφαλμένης αντίληψης ή εντύπωσης (ΑΠ 854/2018).
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ. ...-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Α. Ε. προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 439/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, στις 15-6-2021 και η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε, με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στις 21-1-2022, ήτοι ασκήθηκε μετά την πάροδο της τριακονθήμερης προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 1 ΚΠολΔ. Η αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις που κατέθεσε στο παρόν δικαστήριο στις 23-10-2023 (βλ. σχετική σημείωση της Γραμματέως αυτού του Δικαστηρίου επί του δικογράφου των προτάσεων), ασκεί αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση λόγω δόλου του αντιδίκου της, ώστε να θεωρηθεί ως εμπροθέσμως ασκηθείσα η αίτηση αναίρεσης, επικαλείται δε προς τούτο, ότι α) η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης είναι άκυρη, διότι έγινε στην έδρα της εταιρείας, επί της Λεωφόρου ..., στην Πυλαία Θεσσαλονίκης, η οποία διεύθυνση από τις 6-8-2020 δηλώνεται στο Γ.Ε.ΜΗ. ως καταστατική έδρα της, ωστόσο, ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, Α. Π. , δεν διατηρούσε γραφείο στη διεύθυνση αυτή, αλλά στην αρχική καταστατική έδρα της εταιρείας, στη διασταύρωση των οδών ... , στη Θεσσαλονίκη, η οποία ήταν και η πραγματική έδρα της επιχείρησης και ο αναιρεσίβλητος το γνώριζε. Ότι ο παραλαβών την επιδοθείσα απόφαση υπάλληλος της επιχείρησης, Ο. Π. , θεώρησε ότι αυτή δεν αφορούσε το κατάστημα "καφέ" στην οδό ... στη Θεσσαλονίκη, αλλά το κατάστημα-πρατήριο υγρών καυσίμων, όπου και εργαζόταν, και γι' αυτό το παρέλαβε θέτοντας τη σφραγίδα της εταιρείας στην ως άνω έκθεση επίδοσης, παρέλειψε δε να ενημερώσει το νόμιμο εκπρόσωπο για το έγγραφο που παρέλαβε, και β) η επίδοση της απόφασης στην καταστατική έδρα της εταιρείας και όχι στο γραφείο του νομίμου εκπροσώπου της έγινε δολίως και καταχρηστικά εκ μέρους του αντιδίκου της, ο οποίος γνώριζε από προηγούμενες επιδόσεις ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας διατηρούσε γραφείο επί των οδών ... και παρά ταύτα επέλεξε να ενεργήσει την επίδοση στον τόπο που δηλωνόταν ως καταστατική έδρα της εταιρείας, απ' όπου ο νόμιμος εκπρόσωπός της δεν παρέλαβε ποτέ το επιδοθέν έγγραφο, το οποίο ο παραλαβών υπάλληλος άφησε στο γραφείο του πρατηρίου χωρίς να τον ενημερώσει, με αποτέλεσμα αυτό να παραπέσει, και γ) έλαβε γνώση της επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης όταν ανέγνωσε τις προτάσεις του αντιδίκου της, οι οποίες, όπως προκύπτει από την επ' αυτών σχετική σημείωση της Γραμματέως αυτού του Δικαστηρίου, κατατέθηκαν στις 26-9-2023.
Ως προς τον ισχυρισμό περί ακυρότητας της επίδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, λεκτέα τα εξής: Από το περιεχόμενο της ανωτέρω υπ' αριθ. ...-2021 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Α. Ε. προκύπτει ότι ο τελευταίος, στις 15-6-2021 και ώρα 14.30, μετέβη στην Πυλαία Θεσσαλονίκης και επί της Λεωφόρου ..., όπου εδρεύει η αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία, προκειμένου να επιδώσει την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 439/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την οποία, λόγω απουσίας του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας, επέδωσε στον υπάλληλο αυτής Ο. Π. , ο οποίος και την παρέλαβε, υπογράφοντας στη θέση του παραλαβόντος κάτω από τη σφραγίδα της εταιρείας. Τα ανωτέρω περιστατικά που βεβαιώνονται στην έκθεση επίδοσης, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής, σύμφωνα με την προηγηθείσα υπό στοιχ. ΙΙ νομική σκέψη, αποδεικνύονται πλήρως από αυτήν, επιτρεπομένης ανταπόδειξης, πλην όμως από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα προς τούτο από την αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία αποδεικτικά μέσα και δη α) την με αριθ. κατάθεσης ...-2020 προγενέστερη αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατ' αυτής και των ομορρύθμων εταίρων της, στην οποία αναφέρεται ως έδρα της εταιρείας η διεύθυνση ..., στη Θεσσαλονίκη, β) την υπ' αριθ. πρωτ. ...-2020 ανακοίνωση καταχώρισης στο Γ.Ε.ΜΗ. του τροποποιημένου καταστατικού της εταιρείας, με το οποίο ορίστηκε ως έδρα αυτής ο Δήμος Πυλαίας - Χορτιάτη και γ) την υπ' αριθ. πρωτ. ...-2023 ένορκη βεβαίωση του παραλαβόντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπαλλήλου της αναιρεσείουσας, Ο. Π., ενώπιον της δικηγόρου Θεσσαλονίκης Δήμητρας Γρόλλιου, δεν προέκυψε ότι κατά τον χρόνο της επίδοσης η πραγματική έδρα της αναιρεσείουσας εταιρείας βρισκόταν στη συμβολή των οδών ... , στη Θεσσαλονίκη, και όχι επί της Λεωφόρου ... , στην Πυλαία Θεσσαλονίκης, όπου και έγινε η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, συνακόλουθα δε, δεν προέκυψε δόλος του αναιρεσιβλήτου, εξαιτίας του οποίου η αναιρεσείουσα δεν μπόρεσε να τηρήσει την προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 1 ΚΠολΔ για την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Συνεπώς, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση νομίμως επιδόθηκε στις 15-6-2021, στην έδρα της αναιρεσείουσας εταιρείας και στον υπάλληλο αυτής Ο. Π. λόγω απουσίας του νομίμου εκπροσώπου της, κατ' άρθρο 129 ΚΠολΔ, και συνακόλουθα η κατατεθείσα στις 21-1-2022 στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εκπρόθεσμα, ήτοι μετά την πάροδο της τριακονθήμερης προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ακολούθως, η υποβληθείσα με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας αίτηση επαναφοράς, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας από την επικαλούμενη γνώση του δόλου του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 153 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
IV. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της, καθώς και ο από 5-9-2022 πρόσθετος λόγος αυτής, ο οποίος είναι επίσης απαράδεκτος, αφού στρέφεται κατ' απόφασης που δεν προσβλήθηκε νομότυπα με αναίρεση (ΑΠ 79/2019, 786/2003). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε κατά την αρχική συζήτηση και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (αρθ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-10-2023 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της απώλειας της προθεσμίας για άσκηση αναίρεσης κατάσταση.
Απορρίπτει την από 20-1-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. .../2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 439/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθώς και τον από 5-9-2022 πρόσθετο λόγο αυτής.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ