ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 310/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 310/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 310/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 310 / 2026    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 310/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Χροναίου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4η Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ. , για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ-ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΜΕΛΕΤΩΝ-ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΕΡΓΩΝ ΥΠΟΔΟΜΗΣ" και το δ.τ. "ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευστράτιου Δοξάκη, ο οποίος έχει καταθέσει τις από 7-5-2021 προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Σ. του Ε. , κατοίκου ... , που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Ζερδελή, ο οποίος έχει καταθέσει τις από 11-5-2021 προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την .../17-2-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 13062/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1908/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 7-12-2020 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 366/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση η αναιρεσίβλητη με την από 5-7-2022 κλήση της. Με την υπ' αριθμ. 142/2025 Πράξη του Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν μνημονεύεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, διότι οι πιο πάνω διατάξεις διαφέρουν μόνο ως προς τον λόγο της επανάληψης, ο οποίος στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες. Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 702/2024, 156/2024, 936/2018, 869/2017). Με την από 7-12-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. .../2020) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθμό 1908/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η υπόθεση συζητήθηκε αρχικά κατά τη δικάσιμο της 11-5-2021 και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 366/2022 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομιστούν να αναφερόμενα στο σκεπτικό της έγγραφα. Ακολούθως, με την από 5-7-2022 κλήση της αναιρεσίβλητης η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση στη δικάσιμο της 5-3-2024. Ήδη, με την υπ' αριθ. ...-2025 πράξη του Προέδρου του Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου και για τους λόγους που εκτίθενται σ' αυτήν και συνίστανται στην αδυναμία έκδοσης απόφασης επί της αίτησης αναίρεσης, που συζητήθηκε στην ανωτέρω δικάσιμο της 5-3-2024, ορίστηκε η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (4-11-2025) με σκοπό την επανάληψη της συζήτησης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, εφόσον οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε άλλωστε προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι επιδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρα 552, 553 παρ. 1β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1β', δ', ε', 7 παρ. 1, 8 παρ. 2 και 11 του Ν. 1876/1990 προκύπτει ότι οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, οι οποίες αφορούν τους εργαζόμενους περισσότερων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων ορισμένης πόλης ή περιφέρειας ή όλης της χώρας (κλαδικές συλλογικές συμβάσεις) ή τους εργαζόμενους ορισμένου επαγγέλματος και των συναφών προς αυτό ειδικοτήτων (ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις), δεσμεύουν μόνο τους εργοδότες και τους εργαζόμενους που είναι μέλη των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων, ενώ δύναται ο Υπουργός Εργασίας υπό προϋποθέσεις να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική ορισμένη κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση, οπότε δεσμεύονται έκτοτε από αυτήν και εργοδότες και εργαζόμενοι μη μέλη των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων, υπό την προϋπόθεση ότι θα μπορούσαν να είναι μέλη αυτών. Η ιδιότητα των διαδίκων ως μελών των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων, ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της κανονιστικής ισχύος κλαδικής ή ομοιοεπαγγελματικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, η οποία δεν έχει κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική, αποτελεί προϋπόθεση της γένεσης των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτήν και συνακόλουθα αναγκαίο στοιχείο της σχετικής αγωγής, το οποίο όμως δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται ειδικά στο οικείο δικόγραφο, αλλά αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενο αυτού, εφόσον ο εργαζόμενος ζητεί μισθούς ή άλλες παροχές επικαλούμενος συγκεκριμένη κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση εργασίας, επί της οποίας θεμελιώνονται οι αξιώσεις του. Αν όμως ο εναγόμενος αμφισβητήσει την ιδιότητα αυτού του ιδίου ή του ενάγοντος ως μελών των συμβληθεισών στη συγκεκριμένη συλλογική σύμβαση συνδικαλιστικών οργανώσεων, ο ενάγων οφείλει να επικαλεστεί, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής με τις προτάσεις, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 224 εδ. β' ΚΠολΔ, και να αποδείξει το εν λόγω στοιχείο (ΑΠ 1001/2024, 397/2023, 921/2020, 621/2022, 149/2019). Τούτο δεν απαιτείται μόνο στην περίπτωση που η ισχύς της ΣΣΕ ή ΔΑ, στην οποία ο ενάγων στηρίζει την αγωγή του, έχει επεκταθεί, με την κήρυξή της ως γενικώς υποχρεωτικής με υπουργική απόφαση, και πέρα από τα πρόσωπα που είναι μέλη των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει, οπότε αρκεί να αναφέρονται στην αγωγή τα πραγματικά γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή της (ΑΠ 1704/2024, 621/2022, 921/2020).

Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 621/2022).

ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η διαδικαστική πορεία της έχει ως εξής: Με την ένδικη από 14-2-2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. .../2017) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθετε ότι είναι πτυχιούχος του τμήματος Αρχιτεκτονικής της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και απασχολήθηκε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία από την ...-2004 επί δώδεκα συναπτά έτη, ως μέλος της ομάδας εκπόνησης των πολεοδομικών μελετών που αναλάμβανε η τελευταία, με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, οι οποίες ωστόσο υπέκρυπταν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Ότι από την ...-2016 η εργοδότριά της έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, καταγγέλλοντας έτσι την αορίστου χρόνου σύμβαση εργασίας της. Ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εργασιακής της απασχόλησης αμειβόταν με μισθό κατώτερο από τον προβλεπόμενο με τις εκάστοτε ισχύουσες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας για τους διπλωματούχους μηχανικούς Α.Ε.Ι. , ενώ δεν της καταβάλλονταν επιδόματα εορτών και αδείας. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής της σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει, με βάση κυρίως τη σύμβαση εργασίας της και επικουρικά τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, εφόσον κριθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας της, α) για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών το ποσό των 153.630,55 ευρώ, β) για επιδόματα εορτών και αδείας το ποσό των 58.440,90 ευρώ και γ) για αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 20.987,84 ευρώ, όπως τα ανωτέρω ποσά αναλύονται στην αγωγή, και συνολικά 233.059,29 ευρώ νομιμοτόκως. Όλες τις ως άνω αξιώσεις της υπολόγισε η ενάγουσα με βάση τις ισχύουσες κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, για τους διπλωματούχους μηχανικούς ΑΕΙ, Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, οι οποίες, όπως ισχυρίστηκε, ήταν εφαρμοστέες στην εργασιακή της σύμβαση. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η εναγομένη τόσο με τις πρωτόδικες προτάσεις της, όσο και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά, αρνήθηκε τη δέσμευσή της από τις ανωτέρω συλλογικές ρυθμίσεις, οι οποίες δεν κηρύχθηκαν υποχρεωτικές, επικαλούμενη ότι ούτε η ίδια ούτε η ενάγουσα ήταν μέλη των αντιστοίχων συνδικαλιστικών οργανώσεων που τις συνήψαν. Κατόπιν αυτού, η ενάγουσα δεν επικαλέστηκε με τις προτάσεις της, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, ούτε απέδειξε ότι η ίδια και η εναγομένη ήταν μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων που συνήψαν τις επικαλούμενες με την αγωγή ΣΣΕ. Ακολούθως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 13062/2018 απόφασή του, διαλαμβάνοντας ότι: 1) από τις ισχύουσες για τον επίδικο χρόνο (...-2004 έως ...-2016) συλλογικές ρυθμίσεις, ήτοι α) την από ...-2004 ΣΣΕ, β) την υπ' αριθ. .../2004 ΔΑ, γ) την από ...-2006 ΣΣΕ, δ) την υπ' αριθ. .../2006 ΔΑ, ε) την από ...-2008 ΣΣΕ, στ) την υπ' αριθ. .../2008 ΔΑ, ζ) την υπ' αριθ. .../2011 ΔΑ και η) την από ...-2012 ΣΣΕ, μόνο η από ...-2008 ΣΣΕ κηρύχθηκε υποχρεωτική από ...-2008 δυνάμει της ΥΑ ...-2008 (ΦΕΚ ...-2008), 2) η ενάγουσα δεν στηρίζει την αγωγή της με ορισμένο τρόπο σε συμβατική δέσμευση της εναγομένης, απορρέουσα από ειδική συμφωνία των διαδίκων περί παραπομπής στους κανονιστικούς όρους των εν λόγω ΔΑ και ΣΣΕ, ώστε οι όροι αυτοί να έχουν καταστεί περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης εργασίας της, απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της ως εξής: α) Κατά την κύρια βάση της, ως αόριστη κατά το μέρος που αφορά τα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία δεν είχε κηρυχθεί υποχρεωτική ΔΑ ή ΣΣΕ για τους εργαζόμενους στις μελετητικές εταιρείες, ήτοι από ...-2004 έως ...-2008 και από ...-2010 έως ...-2016, ως προς όλα τα αιτηθέντα κονδύλια (διαφορές δεδουλευμένων, επιδόματα εορτών και αδείας, αποζημίωση απόλυσης), ενώ ως προς τις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος υποχρεωτικής ισχύος της από ...-2008 ΣΣΕ (ήτοι από ...-2008 έως ...-2010) έκρινε αυτήν ορισμένη και νόμιμη και ακολούθως την απέρριψε κατά παραδοχή της προβληθείσας από την εναγομένη ένστασης παραγραφής. β) Κατά την επικουρική βάση της, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 19-2-2019 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1908/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δίκασε εκ νέου την αγωγή, έκρινε αυτήν νόμιμη ως προς αμφότερες τις βάσεις της (κύρια και επικουρική) και ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, κατά την κύρια βάση της, με την παραδοχή ότι η ενάγουσα συνδεόταν με την εναγομένη εξαρχής με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι με σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών ούτε με διαδοχικές συμβάσεις έργου, αναγνώρισε δε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 27.833,32 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, όπως διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτησή της.
Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "....Στην περίπτωση που κρίνεται, η αγωγή με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα, περιέχει όλα τα αναγκαία κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ στοιχεία και είναι πλήρως ορισμένη. Ειδικότερα, αυτή περιέχει σαφή και πλήρη αναφορά στην κατάρτιση της επικαλούμενης υποκρυπτόμενης ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ της ενάγουσας αφενός και της εναγομένης αφετέρου, στην ειδικότητα της ενάγουσας και στην εκ μέρους της παροχή εργασίας, στο νόμιμο μισθό της κατά το επίδικο χρονικό διάστημα της απασχόλησής της με την ειδικότητα αυτή και στο χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούν οι επίδικες διαφορές, στη χρονική διάρκεια της ημερήσιας απασχόλησής της και επί πλέον περιέχει αναφορά στα αξιούμενα για κάθε αιτία ποσά. Αναφορικά ωστόσο με τις εφαρμοστέες εν προκειμένω συλλογικές ρυθμίσεις, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Οι αποδοχές των διπλωματούχων μηχανικών ΑΕΙ όλων των ειδικοτήτων ρυθμίζονταν, κατά το κρίσιμο κατωτέρω χρονικό διάστημα, από την από ...-2008 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Μελετητικές - Εργοληπτικές και Κατασκευαστικές Τεχνικές Επιχειρήσεις όλης της χώρας" (Π.Κ. Υπ. Απασχόλησης και Κοινων. Προστασίας ...-2008), η οποία είχε κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική από ...-2008 δυνάμει της Υ.Α. ...-2008 και στη συνέχεια από τη Δ.Α. .../2008 "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Μελετητικές - Εργοληπτικές και Κατασκευαστικές Τεχνικές Επιχειρήσεις όλης της χώρας" (Π.Κ. Υπ. Απασχόλησης και Κοινων. Προστασίας ...-2008), η οποία δεν κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική. Ακολούθησαν η ΔΑ .../2011 (Π.Κ. Υπ. Εργ. και Κοινων. Ασφάλισης ...-2011) και η από ...-2012 Σ.Σ.Ε. "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Μελετητικές - Εργοληπτικές και Κατασκευαστικές Τεχνικές Επιχειρήσεις όλης της χώρας" (Π.Κ. Υπ. Εργασίας ...-2012), καμία από τις οποίες δεν κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική (σημειώνεται ότι η επεκτασιμότητα έχει ανασταλεί μέχρι τη λήξη του προγράμματος Δημοσιονομικής Στρατηγικής). Η εναγομένη, προφορικά στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με τις πρωτόδικες έγγραφες προτάσεις της αρνήθηκε ότι αυτή και η ενάγουσα ήταν μέλη των αντιστοίχων συνδικαλιστικών οργανώσεων (εργοδοτών και εργαζομένων) που είχαν συμβληθεί κατά τη σύναψη της ΣΣΕ του έτους 2012 και για τη διένεξη των οποίων εκδόθηκε η άνω Δ Α. , η δε ενάγουσα δεν ανέφερε στις έγγραφες προτάσεις της ότι αυτή και η αντίδικός της ήταν μέλη των άνω συνδικαλιστικών οργανώσεων. Όμως, η αγωγή δεν ήταν αόριστη εκ του λόγου τούτου, ενόψει του ότι υπήρχε σ' αυτήν η αναφορά των πραγματικών γεγονότων που επισύρουν την εφαρμογή των επικαλούμενων εν προκειμένω και κατ' αρχάς εφαρμοστέων συλλογικών ρυθμίσεων. Εφόσον οι αποδοχές της ενάγουσας πηγάζουν από Σ.Σ.Ε. ή Δ.A. , δεν ήταν απαραίτητη η αναφορά τους στην αγωγή, αφού οι κανονιστικές διατάξεις των Σ.Σ.Ε. αποτελούν ουσιαστικό δίκαιο, το οποίο εφαρμόζεται οίκοθεν από το δικαστήριο. Το εάν πράγματι οι επικαλούμενες ρυθμίσεις είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμοστέες ή όχι, είναι ζήτημα που συναρτάται με τη νομική θεμελίωσή της. Αναφορικά λοιπόν με τη νομική θεμελίωσή της αγωγής, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε, κατ' αρχάς, να εφαρμόσει τις άνω Δ.Α. .../2008, Δ.Α. .../2011 και την από ...-2012 Σ.Σ.Ε., αφού οι διάδικοι δεν ήταν μέλη των αντίστοιχων συνδικαλιστικών οργανώσεων, επιπροσθέτως δε και επειδή η Δ.Α. .../2011 καταγγέλθηκε στις 6-5-2011, ούτε όμως θα μπορούσε να εφαρμόσει για το ένδικο χρονικό διάστημα την προγενεστέρως ισχύσασα, από ...-2008, Κλαδική Σ.Σ.Ε., η ισχύς της οποίας έληξε αμέσως με την έκδοση της ΔΑ .../2008 (και σε κάθε περίπτωση, είχε διετή ισχύ, ήτοι μέχρι τις ...-2009), καθώς οι κανονιστικοί όροι των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και μετά τη λήξη της ισχύος ή την καταγγελία τους εξακολουθούν να ισχύουν επί εξάμηνο, ενώ μετά την πάροδο του εξαμήνου εξακολουθούν να ισχύουν ως ενοχικοί πλέον όροι μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σύμβαση εργασίας, η εν λόγω όμως εξακολούθηση της ισχύος των όρων αυτών ως κανονιστικών ή ενοχικών δεν επεκτείνεται επί συμβάσεων εργασίας στις οποίες ο εργοδότης ή ο εργαζόμενος ή αμφότεροι δεν είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων, όπως συμβαίνει στην ένδικη περίπτωση. Απαραδέκτως δε η ενάγουσα, το πρώτον με τις πρωτόδικες έγγραφες προτάσεις της επιχείρησε θεμελίωση της αγωγής και σε ρητή συμφωνία μεταξύ αυτής και της εναγόμενης εργοδότριας, ως όρου της ατομικής της σύμβασης εργασίας, περί αμοιβής της με βάση τις ρυθμίσεις των άνω κλαδικών Σ.Σ.Ε. και Δ.Α.

Συνεπώς, εν προκειμένω έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΓΣΣΕ), που ίσχυσε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, σε συνδυασμό και με τις νομικές διατάξεις που αναφέρονται στη συνέχεια της παρούσας. [.....] Το πρωτοβάθμιο, συνεπώς, Δικαστήριο, που έκρινε ότι τα αναφερόμενα στην αγωγή στοιχεία δεν αναγράφονταν με πληρότητα και απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα κατά νόμο ήταν αναγκαία για το ορισμένο της αγωγής, κατά τα βάσιμα περί τούτων από την εκκαλούσα - ενάγουσα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της έφεσης, όπως αυτός αριθμείται από το παρόν Δικαστήριο, κατά το μέρος με το οποίο πλήττει την εκκαλουμένη για, κατ' εσφαλμένη του νόμου (άρθρα 216 ΚΠολΔ, 7 παρ. 1 Ν. 1876/1990) εφαρμογή, απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης. [.....] Έχουσα, λοιπόν, η αγωγή το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα, είναι βάσιμη από νομική άποψη, ερειδόμενη, στην κύρια μεν βάση της, από τη σύμβαση εργασίας, στις διατάξεις των άρθρων 341, 345, 346, 648 επ., 655 ΑΚ, 70 και 176 ΚΠολΔ, του άρθρου 1 του Ν. 1082/1980 και άρθρου 1 παρ. 1 και 2 της ΚΥΑ 19040/1981 (για τα δώρα εορτών), του άρθρου 3 παρ. 16 Ν. 4504/1966 (για το επίδομα αδείας), του άρθρου 3 Ν. 2112/1920 (αποζημίωση απόλυσης), καθώς και στις διατάξεις της από ...-2010 ΕΓΣΣΕ των ετών 2010-2011-2012, της ΠΥΣ 6/2012 και των νόμων 4046/2012 και 4093/2012, και στην επικουρική της βάση στις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ. [.....]".

Ακολούθως το Εφετείο, αφού έκρινε ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα η ενάγουσα συνδεόταν με την εναγομένη εταιρεία με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δέχθηκε ότι οι αγωγικές αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από ...-2004 έως ...-2011, που αφορούν διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και επιδόματα εορτών και αδείας, έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθ. 17 του ΑΚ, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις αξιώσεις της ενάγουσας για διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από ...-2012 έως ...-2016 και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τα αιτήματα επιδίκασης επιδομάτων εορτών και αδείας των ετών 2012 έως 2016 και αποζημίωσης απόλυσης λόγω άτακτης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της εκ μέρους της εναγομένης, αναγνώρισε δε την υποχρέωση της τελευταίας να καταβάλει στην ενάγουσα, για τις ανωτέρω αιτίες, το συνολικό ποσό των (15.233,32 + 12.600 =) 27.833,32 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης διακρίσεις. Την αναίρεση της ως άνω εφετειακής απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την υπό κρίση αίτησή της.

IV. Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι το Εφετείο: α) με το να κρίνει ως νόμω βάσιμη την αγωγή, παρότι έπασχε από νομική αοριστία, δεδομένου ότι αυτή (εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα) προέβαλε με τις πρωτόδικες προτάσεις της, αλλά και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, καθώς και με τις κατ' έφεση προτάσεις της, τον ισχυρισμό ότι ούτε η ίδια ούτε η αναιρεσίβλητη ήταν μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων που συμβλήθηκαν στις μη κηρυχθείσες υποχρεωτικές ΣΣΕ και ΔΑ, χωρίς η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη να επικαλεστεί, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής με τις προτάσεις, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 224 εδ. β' ΚΠολΔ, και να αποδείξει το εν λόγω στοιχείο, πράγμα που καθιστούσε την αγωγή αόριστη, εφόσον όλα τα αγωγικά κονδύλια είχαν ως βάση τις ως άνω συλλογικές ρυθμίσεις, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν.1876/1990 (πρώτος λόγος) και β) παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, με το να κρίνει ορισμένη την αγωγή, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως αόριστη για τον ανωτέρω υπό στοιχ. α' λόγο (δεύτερος λόγος). Οι λόγοι αυτοί, κατά το μέρος που βάλλουν κατά του απορριπτικού σκέλους της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι κατά του σκέλους με το οποίο απορρίφθηκαν αφενός οι αγωγικές αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από ...-2004 έως ...-2011, που αφορούν διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και επιδόματα εορτών και αδείας, επειδή κρίθηκε ότι έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθ. 17 του ΑΚ, αφετέρου οι αξιώσεις για διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από ...-2012 έως ...-2016, επειδή κρίθηκαν ουσιαστικά αβάσιμες, είναι απαράδεκτοι ελλείψει εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας. Τυγχάνουν όμως βάσιμοι κατά το μέρος που βάλλουν κατά του σκέλους της προσβαλλόμενης απόφασης, με το οποίο η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή.

Ειδικότερα, το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ήταν, κατά το εξεταζόμενο σκέλος της, ορισμένη, παρόλο που η ίδια και η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα δεν ήταν μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων που συμβλήθηκαν στις μη κηρυχθείσες υποχρεωτικές ΣΣΕ και Διαιτητικές Αποφάσεις, ισχυρισμό τον οποίο προέβαλε η τελευταία με τις πρωτόδικες προτάσεις της, αλλά και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, καθώς και με τις κατ' έφεση προτάσεις της, χωρίς η ενάγουσα να επικαλεστεί, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής με τις προτάσεις, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 224 εδ. β' ΚΠολΔ, και να αποδείξει το εν λόγω στοιχείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν.1876/1990, εφόσον έκρινε ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος για την εφαρμογή της, και επιπλέον παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, αφού δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή, υποπίπτοντας στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Σημειωτέον δε, ότι η ένδικη αγωγή δεν διαλαμβάνει, ούτε επικουρικώς, αίτημα επιδίκασης των ως άνω, κριθέντων ως αορίστων, κονδυλίων με βάση τις συμφωνηθείσες, άλλως τις κατώτατες νόμιμες αποδοχές, ώστε το δικαστήριο της ουσίας να δύναται να προβεί στην επιδίκασή τους κατά παραδοχή των εν λόγω επικουρικών βάσεων.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και δη κατά το σκέλος της με το οποίο έγινε εν μέρει δεκτή την αγωγή, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών αναιρετικών λόγων, από τους αριθμούς 1, 8, 9, 10, 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίοι προβάλλονται επικουρικά σε σχέση με τους κριθέντες ως βάσιμους πρώτο και δεύτερο λόγους. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση, όσον αφορά το αναιρούμενο μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' του KΠολΔ, να κρατηθεί και δικαστεί από το παρόν αναιρετικό Τμήμα και στη συνέχεια να απορριφθούν κατ' ουσίαν οι τρίτος (κατά το μέρος που αφορά τα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2012-2016) και τέταρτος (που αφορά την αποζημίωση απόλυσης) λόγοι της από 19-2-2019 έφεσης της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της με αριθ. 13062/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που με αυτήν απορρίφθηκε η ένδικη από 14-2-2017 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, ως προς τα αιτήματα επιδίκασης επιδομάτων εορτών και αδείας των ετών 2012 έως 2016 και αποζημίωσης απόλυσης, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.

VI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών, ήτοι του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων αυτού και των επιδικασθέντων δικαστικών εξόδων (ΟλΑΠ 11/2007, ΑΠ 512/2024, 1453/2019, 381/2019, 1392/2018), με το νόμιμο τόκο (του αθροίσματος αυτών) από την επίδοση της διατάζουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, διότι από του χρόνου της επίδοσης αυτής καθίσταται, κατ' άρθρο 340 ΑΚ, υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος (ΑΠ 834/2025, 1453/2019, 1392/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τις από 7-5-2021 προτάσεις της, που κατατέθηκαν αυθημερόν στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου, υπέβαλε παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη στην απόδοση του ποσού των 15.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της απόφασης που θα εκδοθεί, το οποίο (ποσό) της κατέβαλε εκούσια, μετά την έκδοση της υπ' αρ. 1/2021 απόφασης του Τμήματος Αναστολών του Δικαστηρίου τούτου, που ανέστειλε την εκτέλεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης για το, επιπλέον των 15.000 ευρώ, επιδικασθέν με αυτή ποσό. Το αίτημα επαναφοράς είναι νόμιμο, στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από την αναιρεσείουσα έγγραφα αποδεικνύεται προαποδεικτικώς ότι αυτή, σε συμμόρφωση προς το διατακτικό της αναιρεθείσας απόφασης και μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1/2021 απόφασης του Τμήματος Αναστολών του Δικαστηρίου τούτου, κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη, στις 25-1-2021 και 5-2-2021, τα ποσά των 7.500 ευρώ και 7.500 ευρώ, αντίστοιχα (βλ. τα προσκομιζόμενα υπ' αριθ. ... και ... εμβάσματα της Τράπεζας Πειραιώς, ποσού 7.500 ευρώ έκαστο, με χρέωση λογαριασμού της αναιρεσείουσας και αντίστοιχη πίστωση τραπεζικού λογαριασμού της αναιρεσίβλητης), ήτοι συνολικό ποσό 15.000 ευρώ. Επομένως, η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης είναι βάσιμη κατ' ουσίαν και πρέπει να γίνει δεκτή και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ως άνω συνολικό ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης.

VII. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη - εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας - εφεσίβλητης, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της παρούσας αναιρετικής δίκης, στην οποία η τελευταία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθ. 1908/2020 απόφαση του Μονομελούς Eφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

Κρατεί και δικάζει, κατά το μέρος αυτό, την υπόθεση.

Απορρίπτει κατ' ουσίαν, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας, την από 19-2-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3235/340/2019 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 13062/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Δέχεται την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει συνολικά για την αναιρετική και την κατ' έφεση δίκη σε δύο χιλιάδες οκτακόσια (2.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή