Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 314 / 2026    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 314/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Χροναίου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18η Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ. , για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ε. Κ. του Δ. , κατοίκου ... , 2) Β. Α. του Κ. , κατοίκου ... , 3) Θ. Τ. του Η. , κατοίκου ... , 4) Μ. Ρ. του Γ. , κατοίκου ... , 5) Ε. Κ. του Σ. , κατοίκου ... , 6) Ε. Α. του Θ. , κατοίκου ... , 7) Α. Π. του Π. , κατοίκου ... , 8) Ι. Τ. του Ν. , κατοίκου ... και 9) Β. Η. του Ι. , κατοίκου ... , που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνα Παυλάτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ) με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ-Ο.Α.Ε.Δ.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Άνω Καλαμάκι Αττικής και ήδη
ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ (ΔΥΠΑ)" και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Παρθένας Παπαδοπούλου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 854/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1263/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 11-2-2020 αίτησή τους η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 23-01-2024, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Μετά την έκδοση της με αριθμό 89/2025 πράξης της προέδρου του Αρείου Πάγου και με την υπ' αριθμ. 124/2025 Πράξη του Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 307 ΚΠολΔ, η οποία έχει εφαρμογή και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάζεται μετά το τέλος της συζήτησης της υπόθεσης, καταστεί αδύνατη η έκδοση της απόφασης (παραίτηση, παύση δικαστή κλπ.), η συζήτηση επαναλαμβάνεται με τον ορισμό νέας δικασίμου και κοινοποίηση κλήσης προς τους διαδίκους, ενέργειες που λαμβάνουν χώρα με την επιμέλεια είτε κάποιου εκ των διαδίκων, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (ΑΠ 1443/2023, 2113/2022, 1763/2022). Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν μνημονεύεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, διότι οι πιο πάνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς τον λόγο της επανάληψης, ο οποίος στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες.
Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος, ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε, που είχε καταθέσει προτάσεις κατά την αρχική συζήτηση και παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, δεν απαιτείται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 723/2025, 702/2024, 76/2024, 156/2024, 674/2023, 17/2023, 936/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. .../2025 Πράξης της Προέδρου του Αρείου Πάγου, με την υπ' αριθ. ...-2025 Πράξη του Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της από 11-02-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου ...-2020 και του παρόντος Δικαστηρίου .../2023 αίτησης αναίρεσης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, μετά τη διαπίστωση, για τους λόγους που εκτίθενται στην ως άνω Πράξη, αδυναμίας για την έκδοση απόφασης επί της αίτησης αυτής, η οποία είχε συζητηθεί ενώπιον του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, κατά τη δικάσιμο της 23-01-2024, ορίστηκε δε, με την ως άνω Πράξη, ως νέα δικάσιμος για τη συζήτηση της ένδικης αίτησης η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (18-11-2025).
Κατά τη δικάσιμο αυτή, όσο και κατά την αρχική συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, οι διάδικοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους, εξ αυτών δε οι αναιρεσείουσες, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, με σχετική δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατέθεσαν τις από 22-01-2024 προτάσεις τους, ενώ το αναιρεσίβλητο δεν κατέθεσε προτάσεις κατά την αρχική, ούτε κατά την προκείμενη επαναλαμβανόμενη συζήτηση της υπόθεσης.
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α 87/23-7-2015) με αριθμό 1263/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 28-11-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2014 έφεση των δέκα τεσσάρων (14 ) εκκαλουσών εκ των συνολικά δέκα πέντε (15) εναγόντων, κατά της εκδοθείσας, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, με αριθμό 854/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμη (ως προς όλους τους ενάγοντες, μεταξύ των οποίων και οι εννέα ήδη αναιρεσείουσες) την από 25-10-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2010 αγωγή αυτών κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση αυτή Δικαστηρίου στις 10-03-2020 και δεν προκύπτει η, με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 13-03-2018, ούτε, άλλωστε, οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553 παρ. 1β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 του ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε επειδή συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε επειδή προκύπτει από το είδος και τον σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 του ΑΚ, παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται να λάβει χώρα καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 1083/2023, 638/2022, 217/2017, 509/2016, 104/2016).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του Α.Ν. 547/1937, ορίζεται ότι: "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον..... Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ` ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου". Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή στο δημόσιο τομέα, ενώ κατά τη γραμματική της διατύπωση αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις ιδίως των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που στη πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχοντας μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (ΟλΑΠ 7/2011, ΑΠ 954/2023, 640/2022, 104/2022).
Στην περίπτωση αυτή, ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας, και θεωρείται ότι καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 954/2023, 640/2022, 104/2022, 907/2017, 509/2016, 1664/2007).
Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 1 και 2 του Ν. 2190/1994, όπως αυτό ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 61 παρ. 1α' του Ν. 4765/2021 (ΦΕΚ Α 6/15-1-2021) και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση, λόγω του χρόνου άσκησης της από 25-10-2010 αγωγής, ορίστηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με διάρκεια απασχόλησης που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την, κατά τις προηγούμενες παραγράφους, διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10 περ. ε' του Ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα, που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων, διώκονται αυτεπαγγέλτως για παράβαση καθήκοντος, κατά το άρθρο 259 του Π.Κ. και παραπέμπονται υποχρεωτικά στην αρμόδια πειθαρχική δικαιοδοσία. Αντίστοιχες ρυθμίσεις, διαφέρουσες αυτών, ως προς τη διάρκεια του χρόνου των συμβάσεων εργασίας (πέντε μήνες για την κάλυψη εποχιακών ή περιοδικών αναγκών, ένα έτος για τη κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών, δυνάμενες να ανανεωθούν για τρεις μήνες και ένα έτος αντίστοιχα) περιείχαν και οι διατάξεις των άρθρων 65 (σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 64) και 72 παρ. 1 και 73 του Π.Δ/τος 410/1988, που κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για το, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, προσωπικό του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ. Ο ίδιος νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ. 3 του άρθρου 14 αυτού, ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1, γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό, είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και τις διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του, τις οποίες, ειδικότερα, θεσπίζει αντίστοιχα στις διατάξεις των άρθρων 15 και 18 αυτού, αναλόγως των απαιτούμενων, κατά την κείμενη νομοθεσία, τυπικών προσόντων για τις αντίστοιχες προσλήψεις και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.).
Επιπλέον, στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος, που έλαβε χώρα με το από 06-04-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17.4.2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας, κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: " Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 ( περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει". Επίσης, στο ίδιο ως άνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων, είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου". Έτσι, με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους αρχικά διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις ως άνω διατάξεις του Π.Δ/τος 410/1988 και στη συνέχεια του Ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις ....2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα, που προέβη στην πρόσληψη. Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης, βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν. 2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού. Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής (ΟλΑΠ 19/2007, 20/2007, ΑΠ 954/2023, 640/2022, 378/2022). Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνο , με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες, μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την ως άνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 19/2007, 20/2007, ΑΠ 336/2024, 1029/2023, 954/2023, 1853/2022, 640/2022).
Συνεπώς, στις συναφθείσες μετά την ....2001 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο ή σε φορείς του δημόσιου τομέα, δεν είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, από τις οποίες προκύπτει, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 1, 3, 5 του Β. Δ/τος της 16/18.7.1920 "περί επεκτάσεως του ν. 2112 και επί των εργατών, τεχνιτών και υπηρετών"), ανακύπτει ακυρότητα αυτών ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας και θεωρείται ότι καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 19 και 20/2007). Σε κάθε περίπτωση, όμως, με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προστέθηκε ως περίπτωση (κα') στο άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού [η εν λόγω εξαίρεση καταργήθηκε μετά την αντικατάσταση των παρ. 1 και 2 του άρθρου 14 του Ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 του Ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α 234/28-12-2009)], η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού, σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ., η οποία έχει συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας. Ειδικότερα, ορίστηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ. , διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά (ΑΠ 544/2021, 918/2017, 780/2017). Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων που, με τους υφιστάμενους κανόνες, θα απέβαινε ατελέσφορη και, για τον λόγο αυτό, ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα. Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ. και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ.), καθόσον η σύναψη αυτών, ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους, που συνδέονται με την φύση τους (ΑΠ 731/2023, 638/2022, 186/2019, 2024/2017, 780/2017, 775/2017, 217/2017), κατά την έννοια του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920.
Περαιτέρω, με το άρθρο 20 παρ. 1 και 15 του Ν. 2639/1998, όπως η παρ. 1 συμπληρώθηκε με την προσθήκη εδαφίου β' με το άρθρο 6 παρ. 8 του Ν. 2956/2001, ορίζεται ότι: "1. Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ. , σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι. και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής, την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου..... 15. Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ. , καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες, σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου. Για την ασφάλιση των συμμετεχόντων στα προγράμματα αυτά εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 18 του Ν. 2458/1997 ( ΦΕΚ 15 Α). Οι δαπάνες που προκαλούνται από την εφαρμογή των προγραμμάτων της παραγράφου αυτής εξαιρούνται από τον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου".
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη (ΑΠ 640/2022, 378/2022).
Αντιθέτως, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας). Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας , για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και τον σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 954/2023, 927/2022, 640/2022, 633/2020) και τα επιδόματα εορτών και αδείας (ΑΠ 954/2023, 1482/2019, 1395/2019, 941/2015), οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας. Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, οπότε η εκμάθηση εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη. Στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή, εκ µέρους του μαθητευόμενου, εργασίας έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύμφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 954/2023, 640/2022, 589/2022, 544/2021, 1242/2018, 217/2017, 933/2015, 126/2015, 1080/2014, 885/2014). Επίσης, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, με τη λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής). Η Οδηγία αυτή, ειδικότερα, παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C - 212/2004, ΔΕΕ C-184/15 και C 197/15). Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004, αντίστοιχα. Ειδικότερα, με το Π.Δ/μα 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (ΦΕΚ Α 134), που άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, θεσπίσθηκαν νομοθετικά μέτρα, που λήφθηκαν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, καθώς και για το προσωπικό δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων (άρθρο 2 παρ. 1 και 3 στοιχ. γ' αυτού), με σκοπό την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη των ρυθμίσεων της ως άνω με αριθμό 1999/70 Οδηγίας. Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία με το Π.Δ/μα 164/2004 των μέτρων που αυτό προβλέπει, για την επίτευξη του στόχου της ως άνω Οδηγίας, έγινε αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, καθόσον υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξ ου και η θέσπιση των ως άνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος. Το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού προεδρικού διατάγματος ορίζει τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής σύμβασης συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3..... 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου προεδρικού διατάγματος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης, ίσης με το ποσό, το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του, ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Σημειώνεται δε, ότι με τη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 περ. α', 2 εδ. α' και β', 3 και 5 του ως άνω προεδρικού διατάγματος, που κρίθηκε συνταγματικώς ανεκτή ως μεταβατική διάταξη τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων (ΟλΑΠ 16/2017), ρυθμίστηκε το ζήτημα του χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας, κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος (δηλαδή διαδοχικών συμβάσεων με αντικείμενο την ίδια ή παρεμφερή εργασία, μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί διάστημα μικρότερο των τριών μηνών), που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του και ήταν ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού (19.7.2004) ή είχαν λήξει εντός του προηγούμενου τριμήνου, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εφεξής χρόνο, υπό τις τασσόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα απασχόλησης και έλεγχο από το Α.Σ.Ε.Π. Η διάταξη αυτή, όμως, δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής, εφόσον η αρχική πρόσληψη έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα μετά τις 19-07-2004. Ενόψει δε των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, που δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920 δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στο δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα ούτε κατ' επιταγή της ως άνω Οδηγίας, για το μεσοδιάστημα από 10.07.2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας σε αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ/τος 164/2004 (19.07.2004) ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου (ΟλΑΠ 19/2007, 933/2022, 640/2022, 544/2021). Την πλήρη δε αποτελεσματικότητα των κανόνων, που θεσπίσθηκαν με την ως άνω Οδηγία για τους εργαζομένους του ευρύτερου δημόσιου τομέα εξασφαλίζουν οι διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του Π.Δ/τος 164/2004, που καθορίζουν τα δικαιώματα του μισθωτού και τις προβλεπόμενες κυρώσεις για την αποτελεσματική προστασία των απασχολουμένων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου (ΑΠ 954/2023, 640/2022, 541/2021).
Σε κάθε δε περίπτωση, πρέπει να επισημανθεί ότι με βάση τη ρήτρα 2 της ως άνω Οδηγίας παρέχεται η δυνατότητα στα κράτη μέλη να εξαιρέσουν από το πεδίο εφαρμογής αυτής τις σχέσεις βασικής επαγγελματικής κατάρτισης και τα συστήματα μαθητείας (περ. α'), ως και τις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού ή από το δημόσιο υποστηριζόμενου προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης (περ. β'), της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκανε χρήση, εξαιρώντας από το πεδίο εφαρμογής του Π.Δ/τος 164/2004, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 αυτού, τις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τις συμβάσεις ή σχέσεις μαθητείας και τις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης, υποστηριζόμενου από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΑΠ 954/2023, 933/2022, 922/2022).
Περαιτέρω, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την C-760/18 της 21ης Φεβρουαρίου 2021 απόφασή του έκρινε επί προδικαστικού ερωτήματος του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου ότι : "η ρήτρα 5, σημείο 1 της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, έχει την έννοια ότι όταν έχει σημειωθεί καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει, κατά το μέτρο του δυνατού, όλες τις κρίσιμες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου, κατά τρόπο ώστε να επιβληθεί η προσήκουσα κύρωση για την κατάχρηση και να εξαλειφθούν οι συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, περιλαμβάνει την εκτίμηση του ζητήματος αν οι διατάξεις προγενέστερης και εισέτι ισχύουσας νομοθεσίας, που επιτρέπει τη μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου, μπορούν ενδεχομένως να εφαρμοστούν στο πλαίσιο της σύμφωνης αυτής ερμηνείας, μολονότι εθνικές διατάξεις συνταγματικής φύσης απαγορεύουν απολύτως τέτοια μετατροπή, όσον αφορά τον δημόσιο τομέα". Όμως, η ως άνω ερμηνευτική εκδοχή αναγκαίως προϋποθέτει ότι, κατά το εσωτερικό (ελληνικό) δίκαιο, για την ερμηνεία του οποίου αποκλειστική αρμοδιότητα έχουν μόνο τα Ελληνικά Δικαστήρια, υπάρχει πράγματι έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 στους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (βλ. και σκέψεις 63, 67 και 70 στην ως άνω C -760/18 απόφαση).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 288 εδ. 3 της Συνθήκης Λειτουργίας Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.), η οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων που θα αποτελέσουν αντικείμενο ερμηνείας των εθνικών δικαστηρίων, ως προς την επαρκή ή μη αποτελεσματικότητά τους, στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών (ΑΠ 954/2023, 933/2022, 640/2022). Η υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να αναφέρεται στο περιεχόμενο μιας οδηγίας, όταν ερμηνεύει και εφαρμόζει τους σχετικούς κανόνες του εσωτερικού δικαίου, έχει ως όρια τις γενικές αρχές του δικαίου, ιδίως τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της μη αναδρομικότητας και δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για την contra legem ερμηνεία του εθνικού δικαίου (C-212/04, σκέψη 110 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, C-103/18, C-429/18, σκέψη 123, C-282/2019 σκέψη 123). Όπως προεκτέθηκε, έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 στους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν υφίσταται μετά την έναρξη εφαρμογής (18.4.2001) της ως άνω Συνταγματικής Αναθεώρησης. Την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν με την ως άνω Οδηγία για τους εργαζομένους του ευρύτερου δημόσιου τομέα, εξασφαλίζουν οι διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του π.δ/τος 164/2004, με το οποίο μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η ρήτρα 5 σημείο 1 αυτής και προβλέπουν για τις συμβάσεις που συνάπτονται κατά παράβαση των άρθρων 5 και 6 του ως άνω Διατάγματος (με μοναδική εξαίρεση τις υπαγόμενες στη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 αυτού περιπτώσεις): α) την αυτοδίκαιη ακυρότητα των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, β) την δυνατότητα του απασχοληθέντος ακύρως και για όσο χρόνο διήρκεσε η άκυρη σύμβαση, να λάβει ευθέως εκ του νόμου, βάσει της άκυρης σύμβασης (και όχι βάσει των περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεων, όπου για τον προσδιορισμό της ωφέλειας του εργοδότη δεν συνυπολογίζονται παροχές εξαρτώμενες από τις προσωπικές ιδιότητες του απασχοληθέντος) τις οφειλόμενες σε αυτόν αποδοχές και γ) τη δυνατότητα αυτού να λάβει ως αποζημίωση το ποσό, το οποίο θα λάμβανε ο αντίστοιχος εργαζόμενος με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, σε περίπτωση καταγγελίας αυτής (εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης, με βάση τις άκυρες συμβάσεις), ενώ παράλληλα προβλέπουν ποινικές κυρώσεις για όσους παραβιάζουν από δόλο ή από αμέλεια τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του Π.Δ/τος 164/2004. Σημειωτέον ότι το προδικαστικό ερώτημα στο οποίο απαντά η C -760/18 απόφαση του ΔΕΕ αφορά σε συμβάσεις (για τις οποίες το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι με διάταξη νόμου συνεχόμενες παρατάσεις της ίδιας σύμβασης ορισμένου χρόνου εξομοιώνονται, ως προς το επίπεδο προστασίας του εργαζόμενου, με περισσότερες διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου), οι οποίες συνήφθησαν πέραν των ανωτάτων χρονικών ορίων που προβλέπει το Π.Δ/μα 164/2004, καθώς η ανανέωση αυτών έλαβε χώρα, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του εν λόγω Π.Δ/τος, με ειδική νομοθετική ρύθμιση, όπως λ.χ. με το άρθρο 167 του Ν. 4099/2012, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 76 του Ν. 4386/2016 και το άρθρο 10 παρ. 4 Ν. 4506/2017, δηλαδή με διατάξεις νεότερες, ειδικότερες και αυξημένης τυπικής ισχύος σε σχέση με το Π.Δ/μα 164/2004. Το ζήτημα τίθεται, επειδή με τις ως άνω διατάξεις αφενός δεν προβλέπεται ρητά η καταβολή αποζημίωσης στους απασχοληθέντες, αφετέρου με τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 2 και 3 του Ν. 4528/2018 ουσιαστικά αίρεται αναδρομικά η πειθαρχική και ποινική ευθύνη των εκπροσώπων των φορέων που τους απασχόλησαν με τον ως άνω τρόπο, ματαιώνοντας τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 7 του Π.Δ/τος 164/2004 ποινικό και δημοσιονομικό καταλογισμό. Υπό την έννοια αυτή, στις ως άνω συμβάσεις θα μπορούσε κατ' αρχήν να υποστηριχθεί ότι ελλείπουν τα "ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα" που επιβάλλει η ρήτρα 5 σημείο 1 της από 18.3.1999 συμφωνίας - πλαισίου των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα (CES, UNICE και CEEP), για την υλοποίηση της οποίας εκδόθηκε η Οδηγία 1999/70/ΕΚ, καθώς και ότι, ελλείψει ισοδύναμων μέτρων, ο εθνικός δικαστής θα μπορούσε ενδεχομένως να ενεργοποιήσει τον ερμηνευτικό κανόνα της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και να χαρακτηρίσει τις ως άνω διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ως μια ενιαία αορίστου χρόνου σύμβαση, η οποία θεωρείται ότι καταγγέλλεται ατύπως με τη μη ανανέωση της τελευταίας από τις διαδοχικές συμβάσεις και την άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί έκτοτε τις υπηρεσίες του μισθωτού, με όλες τις εντεύθεν συνέπειες σχετικά με την εγκυρότητα της καταγγελίας και τις υποχρεώσεις που γεννώνται από αυτήν. Όμως, η ως άνω θέση εκκινεί από την άποψη ότι ο εθνικός δικαστής δεν μπορεί να εφαρμόσει αναλογικά τη διάταξη του άρθρου 7 του Π.Δ/τος 164/2004, στις περιπτώσεις εκείνες που η ορισμένου χρόνου εργασία υπερβαίνει τα ανώτατα όρια απασχόλησης, όταν η παράταση της λήξης των συμβάσεων λαμβάνει χώρα δυνάμει ειδικών νομοθετικών ρυθμίσεων, οι οποίες της στερούν τον χαρακτήρα της άκυρης σύμβασης εργασίας. Τούτο επειδή η ακυρότητα της σύμβασης συνιστά, κατά τη γραμματική διατύπωση του νόμου, προϋπόθεση για την καταβολή αποζημίωσης λόγω της μη περαιτέρω ανανέωσης της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου. Η άποψη αυτή είναι τελολογικώς εσφαλμένη, καθώς η πρόβλεψη στην ως άνω διάταξη για καταβολή αποζημίωσης -σε αντίθεση με την πρόβλεψη του καταλογισμού των σχετικών δαπανών στους υπευθύνους των φορέων που συνήψαν τις άκυρες συμβάσεις εργασίας, η οποία έχει αμιγώς αποτρεπτικό χαρακτήρα-συνιστά ταυτόχρονα και μέτρο προστασίας του εργαζομένου, που αν και απασχολούμενος με άκυρη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, λαμβάνει την αποζημίωση που θα λάμβανε στην περίπτωση καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία (καταγγελία) εξάλλου επιτρέπεται κατά το εσωτερικό μας δίκαιο και ουδόλως εξασφαλίζει τη "μονιμοποίηση" εργαζομένου συνδεόμενου με το Δημόσιο με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου. Με τον όρο "άκυρη σύμβαση", ο νομοθέτης επιθυμεί να στερήσει τη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, που επαναλαμβάνεται παρανόμως, από τη δυνατότητα να μετατραπεί σε έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ταυτόχρονα δε, να διασφαλίσει την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης του μισθωτού, η σχέση εργασίας του οποίου διακόπτεται αιφνιδίως, ως εάν είχε καταγγελθεί, όχι όμως να θέσει την ακυρότητα της σύμβασης που διακόπτεται ως προϋπόθεση για τη λήψη της αποζημίωσης, στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι η, κατ' όνομα, σύμβαση ορισμένου χρόνου υποκρύπτει σύμβαση αόριστης διάρκειας. Η επιλογή αυτή του νομοθέτη επιβεβαιώθηκε από τη νομολογία του ΔΕΕ, που έκρινε ότι με την καταβολή της αποζημίωσης αντισταθμίζονται οι συνέπειες της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ( πρβλ. και την C-619/17, σκέψεις 94 και 95). Σημειώνεται δε ότι , κατά την υποβολή του προδικαστικού ερωτήματος, επί του οποίου απάντησε η εν λόγω απόφαση (C -760/18), δεν τέθηκε υπόψη του ΔΕΕ -το οποίο επαναλαμβάνει ρητώς τη θέση ότι δεν απόκειται στο Δικαστήριο να αποφαίνεται περί της ερμηνείας των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, καθόσον τούτο αποτελεί έργο των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων, τα οποία οφείλουν να κρίνουν κατά πόσον οι απαιτήσεις τις οποίες θέτει η ρήτρα 5 της συμφωνίας - πλαισίου πληρούνται από τις διατάξεις της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας (C-619/17, σκέψη 89 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, C-103/18, C-429/18, σκέψη 89) και ότι στα αιτούντα δικαστήρια απόκειται, εν προκειμένω, να εκτιμήσουν εάν και κατά πόσον οι προϋποθέσεις εφαρμογής, καθώς και η αποτελεσματική εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, συνιστούν κατάλληλο μέτρο για την πρόληψη της καταχρηστικής σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και αν απαιτείται για την επιβολή κυρώσεων για την κατάχρηση αυτή (C-103/18, C-429/18, σκέψη 90)- η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής της ως άνω διάταξης του άρθρου 7 του Π.Δ/τος 164/2004, σε αντίθεση με τη δυνατότητα εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, που προτάθηκε ευθέως από το αιτούν δικαστήριο ως το μοναδικό εφαρμόσιμο ισοδύναμο μέτρο που προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία. Αλλά και στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι, μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης του ΔΕΕ, καταλείπεται πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 στο δημόσιο τομέα, θα πρέπει να διαπιστωθεί ότι συντρέχει η βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της, που είναι η πρόθεση του εργοδότη να καταστρατηγήσει την προστασία του μισθωτού, η οποία του παρέχεται από τις διατάξεις για την σύμβαση αορίστου χρόνου. Η καταστρατήγηση θεωρείται ότι τεκμαίρεται από το γεγονός και μόνο ότι επιλέγεται η σύμβαση ορισμένου χρόνου, χωρίς να δικαιολογείται αντικειμενικά η ορισμένη διάρκεια από τη φύση της εργασίας ή τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης. Το τεκμήριο αυτό δεν μπορεί να λειτουργήσει, αν δεν αποκλειστεί αιτιολογημένα η εκδοχή ότι η νομοθετική επιταγή για την με νόμο παράταση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (όπως συνέβη με τις προμνησθείσες διατάξεις, για το ειδικό καθεστώς των οποίων αποφάνθηκε το ΔΕΕ με την C-760/1918 απόφασή του) δεν εξυπηρετεί υφιστάμενες δημοσιονομικές ανάγκες. Οι τελευταίες, εξάλλου, μπορεί να προκληθούν αιφνιδίως και από νομοθετήματα άσχετα με την δια νόμου παράταση υφιστάμενων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως η διάταξη του άρθρου 63 του Ν. 4430/2016, η οποία θεσπίστηκε, κατά τα αναφερόμενα στην εισηγητική έκθεση του εν λόγω νόμου, λόγω "της ανορθολογικής λειτουργίας των κανόνων ανταγωνισμού", των "εκτεταμένων παθογενειών" και της "ενίσχυσης της εργατικής ανασφάλειας" κατά το σύστημα ανάθεσης των υπηρεσιών καθαριότητας στο δημόσιο τομέα μέσω δημόσιων ανοιχτών διαγωνιστικών διαδικασιών, καθώς και της ανάγκης διασφάλισης του δημοσιονομικού οφέλους και η οποία οδήγησε σε παράταση των συμβάσεων των εργαζομένων στην καθαριότητα σε συγκεκριμένους φορείς του Δημοσίου, δημιουργώντας έκτακτες και απρόβλεπτες καταστάσεις (πρβλ. ΟλΣτΕ 943/2020).
Συνεπώς, ακόμη και στην περίπτωση που θα γινόταν δεκτό ότι, υπό το πρίσμα της Οδηγίας, κάμπτεται η αντίθεση της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 στις συνταγματικές επιταγές, η τελευταία δεν θα μπορούσε, άνευ ετέρου, να αναχθεί σε ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο, κατά την έννοια της ρήτρας 5 σημείο 1 του παραρτήματος της Οδηγίας, χωρίς την ταυτόχρονη διαπίστωση της πρόθεσης του εργοδότη (Δημοσίου) να καταστρατηγήσει την αυξημένη εργασιακή ασφάλεια που παρέχεται σε κάθε εργαζόμενο από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, σε σχέση με τις αντίστοιχης διάρκειας διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Επομένως, ούτε υπό την εκδοχή αυτή καταλείπεται πεδίο γενικής και άνευ όρων εφαρμογής της ως άνω διάταξης, ως υποκατάστατης, ελλείποντος ισοδύναμου μέτρου. Αντιθέτως, ορατός είναι ο κίνδυνος, η υιοθέτηση της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, ως ισοδύναμου, σύμφωνα με την Οδηγία 70/1999, μέτρου, να οδηγήσει στην παράκαμψη της ειδικής συνταγματικής διάταξης του άρθρου 103 παρ. 8, καταλείποντας ευρύτατο περιθώριο μη ορθής εφαρμογής της και στο μέλλον, με προφανή βλάβη του σημαντικού δημόσιου σκοπού που υπηρετείται από τη διάταξη αυτή, πριν από τη θεσμοθέτηση της οποίας υπήρχαν πράγματι, στον τομέα αυτό, διαπιστωμένες κατ' επανάληψη παθογένειες. Σποραδικές δε, πρόσκαιρες και μεμονωμένες νομοθετικές ή μη επιλογές, που καταστρατηγούν τον ως άνω συνταγματικό κανόνα, δεν είναι ικανές για να χαρακτηρίσουν, στην κρίση του Έλληνα Δικαστή, τις ρυθμίσεις του Π.Δ/τος 164/2004 ως αναποτελεσματικά ισοδύναμα μέτρα της ρήτρας 5 παρ. 1 της ως άνω Οδηγίας (ΑΠ 104/2022).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, 4/2023, 4/2021, 1/2021, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022).
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 2052/2022, 477/2022, 9/2022, 1575/2021, 109/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες άσκησαν (από κοινού με έξι ακόμη άτομα, μη διαδίκους στην παρούσα αναιρετική δίκη) την από 25-10-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2010 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία εξέθεταν ότι στα πλαίσια του προγράμματος του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, προσελήφθησαν από αυτό και απασχολήθηκαν ως διοικητικοί υπάλληλοι, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα, δυνάμει αντίστοιχων διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, οι οποίες κατ' επίφαση χαρακτηρίστηκαν ως συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, ενώ στην πραγματικότητα έφεραν τα χαρακτηριστικά της ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον αυτές παρείχαν στο εναγόμενο υπηρεσίες αντίστοιχες με εκείνες των μονίμων υπαλλήλων του, εργαζόμενες στον ίδιο χώρο με αυτούς και με το ίδιο ωράριο εργασίας, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, τα αρμόδια όργανα του οποίου καθόριζαν τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας τους, ασκώντας σε αυτές έλεγχο και εποπτεία σχετικά με την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών τους. Ότι κατά την ημερομηνία λήξης της τελευταίας από τις διαδοχικές συμβάσεις που συνήψαν με το εναγόμενο, το τελευταίο έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, καταγγέλλοντας με τον τρόπο αυτό τις συμβάσεις εργασίας τους. Ότι η εν λόγω καταγγελία είναι άκυρη, αφενός διότι δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος γι' αυτήν έγγραφος τύπος και δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση και αφετέρου ως καταχρηστική. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν, επικαλούμενες τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 648 επ. του ΑΚ, 1 και 8 του ν. 2112/1920, 22 του Συντάγματος, 11 του Π.Δ. 164/2002, που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 1999/70ΕΚ, καθώς και τις διατάξεις της ίδιας της Οδηγίας, α) να αναγνωριστεί ότι συνδέονται εξαρχής με το εναγόμενο με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καταδικαζόμενο, κατ' άρθρο 946 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ευρώ για καθεμία εξ αυτών, για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του προς την απόφαση που θα εκδοθεί και δ) να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο έχει την υποχρέωση να τους καταβάλει μισθούς υπερημερίας αντίστοιχους των μηνιαίων αποδοχών που δικαιούνται με βάση τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου που τις συνδέει με αυτό, για το μετά την απόλυσή τους χρονικό διάστημα έως την άρση της υπερημερίας του, με το νόμιμο τόκο. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 854/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης μετά την άσκηση της από 28-11-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2014 έφεσης δεκατεσσάρων (14) εκ των αρχικώς δεκαπέντε (15) εναγουσών, εξέδωσε την με αριθμό 1263/2018 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά από παράθεση των νομικών σκέψεων και διατάξεων που συγκροτούν τη μείζονα σκέψη του δικανικού του συλλογισμού, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως μη νόμιμη, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν (αγωγή) οι ενάγοντες απασχολήθηκαν με συμβάσεις (απόκτησης εργασιακής εμπειρίας) που συνήψαν με τον ΟΑΕΔ, παρείχαν την εργασία τους στο ΚΠΑ2 Πτολεμαΐδας η 2η, στον ΟΑΕΔ ΚΠΑ2 Κομοτηνής η 3η, στην Περιφερειακή Διεύθυνση Πελοποννήσου η 4η,..... στο ΚΠΑ2 Πλατείας Αττικής η 6η,..... στο ΚΠΑ2 Κέρκυρας η 8η,..... στο ΙΕΚ ΟΑΕΔ Βέροιας η 10η, στο ΙΕΚ ΟΑΕΔ Βέροιας και στο ΚΠΑ2 Βέροιας η 11η, στο ΚΠΑ2 Θεσσαλονίκης η 12η, στον ΟΑΕΔ ΚΠΑ2 Μεσολογγίου η 13η,..... Οι εν λόγω συμβάσεις συνήφθησαν όσον αφορά τη 2η των εναγόντων [ήδη 1η αναιρεσείουσα]: 1) από 01-03-2005 έως 31-08-2006, 2) από 13-10-2006 έως 13-10-2007, 3) από 13-11-2007 έως 12-11-2008 και 4) από 26-01-2009 έως 22-10-2010, κατόπιν παρατάσεως εκ της χορηγήσεως της άδειάς της, την 3η [ήδη 2η αναιρεσείουσα]: 1) από 30-03-2005 έως 10-11-2006, 2) από 13-11-2006 έως 02-01-2009, 3) από 09-02-2009 έως 01-10-2010, κατόπιν παρατάσεως εκ της χορηγήσεως της άδειάς της, την 4η [ήδη 3η αναιρεσείουσα]: 1) από 29-06-2007 έως 28-12-2008, 2) από 29-12-2008 έως 22-01-2009, 3) από 04-02-2009 έως 28-09-2010, κατόπιν παρατάσεως εκ της χορηγήσεως της άδειάς της ,..... την 6η [ήδη 4η αναιρεσείουσα]: 1) από 07-02-2008 έως 06-02-2009, 2) από 20-02-2009 έως 05-10-2010, κατόπιν παρατάσεως εκ της χορηγήσεως της άδειάς της,..... την 8η [ήδη 5η αναιρεσείουσα]: 1) από 29-06-2007 έως 20-02-2009 και 2) από 30-03-2009 έως 29-09-2010,..... τη 10η [ήδη 6η αναιρεσείουσα]: 1) από 08-01-2007 έως 07-07-2008, 2) από 11-03-2009 έως 18-10-2010, κατόπιν παρατάσεως εκ της χορηγήσεως της άδειάς της, την 11η [ήδη 7η αναιρεσείουσα]: 1) από 08-01-2007 έως 29-08-2008, 2) από 17-02-2009 έως 07-10-2010, κατόπιν παρατάσεως εκ της χορηγήσεως της άδειάς της, τη 12η [ήδη 8η αναιρεσείουσα]: 1) από 18-06-2007 έως 20-02-2009 και 2) από 09-03-2009 έως 15-10-2010, κατόπιν παρατάσεως εκ της χορηγήσεως της άδειάς της, τη 13η [ήδη 9η αναιρεσείουσα]: 1) από 24-11-2004 έως 03-05-2006, 2) από 04-05-2006 έως 03-11-2007, 3) 04-11-2007 έως 03-11-2008 και 4) από 23-12-2008 έως 07-10-2010..... Με το άνω περιεχόμενο και αιτήματα, η κρινόμενη αγωγή είναι ορισμένη, πλην όμως τυγχάνει απορριπτέα ως μη νόμιμη, πρωτίστως για τον λόγο ότι οι συμβάσεις, οι οποίες καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό τους, καταρτίστηκαν μετά την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος (18-04-2001) και μετά την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004, στο άρθρο 11 του οποίου περιέλαβε ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την προσαρμογή στην Κοινοτική Οδηγία 1999/70 ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, με την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου σε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου και συνεπώς αυτές (συμβάσεις) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ακόμη και εάν οι ενάγοντες με την εργασία τους καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, αφού, έστω και αν αυτό συμβαίνει, το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. δεν είχε την ευχέρεια για τη σύναψη έγκυρης σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου με τους ενάγοντες, μη εφαρμοζομένης της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, ως μη έχουσας άμεση εφαρμογή στην ημεδαπή έννομη τάξη, ούτε είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων των εναγόντων, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως ως ενιαίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού το εναγόμενο ( Ν.Π.Δ.Δ.), βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου. Κρίνοντας έτσι το Μονομελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, 8 ν. 2112/1920 και της Οδηγίας 1999/70 ΕΚ, καθόσον ως εκ του χρόνου σύναψης των επιδίκων συμβάσεων μεταξύ των διαδίκων, μετά την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος (και του Π.Δ. 164/2004), δεν είναι δυνατή η, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, αναγνώριση αυτών ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας και δη αορίστου χρόνου (έστω και αν οι εκκαλούντες - ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου) και ανεξαρτήτως του ότι πράγματι εξέθεταν λεπτομερώς περισσότερα του ενός συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στοιχεία, με βάση τα οποία ισχυρίζονταν ότι οι καταρτισθείσες και συνδέουσες αυτούς, επιτρεπόμενες κατά νόμο επιδοτούμενες, συμβάσεις εργασίας - και ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό τους ως Συμφωνητικών Συνεργασίας, στο πλαίσιο του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης και τον ΟΑΕΔ - ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και ως τέτοιες λειτούργησαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και όχι ως συμβάσεις αποκτήσεως εργασιακής εμπειρίας ....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, την οποία αντικατέστησε (άρθρο 534 του ΚΠολΔ). Σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προρρηθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, 103 παρ. 2 , 7 και 8 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του Α.Κ. και 21 παρ. 2 του ν. 2190/1994, καθόσον, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ως εκ του χρόνου σύναψης των επίδικων συμβάσεων μεταξύ των διαδίκων, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος και του Π.Δ/τος 164/2004, δεν ήταν δυνατή η, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, αναγνώριση αυτών ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ενιαίως κρινόμενοι, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων. Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν, επίσης, ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ ), ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997, 11/1996, ΑΠ 16/2023, 308/2020, 1446/2019), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1795/2008). Επομένως, "πράγματα", κατά την έννοια αυτή, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 514/2020, 1765/2005). Αντιθέτως, δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, ούτε τα οριζόμενα στο άρθρο 339 του ΚΠολΔ επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους ή τα περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 9/2023, 409/2022, 268/2020, 517/2019, 237/2019, 598/2019), έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 1566/2017, 87/2013, 701/2008, 625/2008, 558/2008), ούτε το περιεχόμενο νομικής διάταξης, για την οποία γεννάται ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 409/2022), αλλά ούτε και οι εκπρόθεσμοι, αόριστοι ή γενικώς απαράδεκτοι ή αβάσιμοι, κατά νόμο, ισχυρισμοί ή απλώς αρνητικοί ή διευκρινιστικοί ισχυρισμοί, δηλαδή ισχυρισμοί που δεν καταλήγουν στην επίκληση έννομης συνέπειας, αφού αυτοί δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 9/2023, 308/2020, 179/2019, 76/2016, 139/2014).
Εξάλλου ο εκ του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται και απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997, 25/2003, ΑΠ 37/2008, 2102/2007, 2068/2007), έστω και εσφαλμένα (ΑΠ 1148/2022, 990/2022), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία, εκ του πράγματος, προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 954/2023, 990/2022, 85/2020), έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 1108/2020, 1266/2020, 50/2020, 1437/2017, 771/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τους, ενιαία κρινόμενους, τρίτο και όγδοο (αληθώς έβδομο, λόγω εσφαλμένης αρίθμησης των προβαλλόμενων λόγων με τους αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5, 7, 8 και 9, παραλείποντας τον αριθμό 6) λόγους αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενες ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από αυτούς και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ειδικότερα δε, ότι δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες ενώπιον τόσο του πρωτοβάθμιου όσο και του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ισχυρισμούς τους, αναφορικά με την εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος και την Οδηγία 1999/70/ΕΚ, ως "ισοδύναμο μέτρο", που εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, οι οποίοι (ισχυρισμοί) είναι ουσιώδεις για τη θεμελίωση των αγωγικών αξιώσεών τους. Αμφότεροι οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο, για τη θεμελίωση αυτών, δεν συνιστούν "πράγματα", αλλά νομικούς ισχυρισμούς που προέβαλαν οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008, 42/2002, ΑΠ 1648/2024, 845/2018, 669/2018, 1350/2017), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1648/2024, 1350/2017, 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 933/2022, 640/2022, 638/2022). Ο λόγος αυτός αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα που έγιναν κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή τα σφάλματα αυτά αναφέρονται σε αποδεικτικά στοιχεία, με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού. Επομένως, ο λόγος αυτός δεν μπορεί να δημιουργηθεί, όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών ισχυρισμών (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 25/2023, 638/2022, 497/2020). Τέλος, δεν δημιουργείται ο από το άρθρο 559 αριθμός 11γ' του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν λάβει υπόψη του δικαστικές αποφάσεις που επιλύουν νομικά ζητήματα (ΑΠ 954/2023, 933/2022, 640/2022, 638/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα κατωτέρω αποδεικτικά μέσα, τα οποία είχαν νόμιμα προσκομίσει και επικαλεστεί με τις ενώπιον αυτού προτάσεις τους, από τα οποία προέκυπτε η νομιμότητα της αγωγής τους, ειδικότερα δε: α) τις με αριθμούς 18/2006, 7/2011 και 8/2011 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (4ος λόγος) και β) υπηρεσιακά έγγραφα και παραστατικά, τα οποία υπέγραφαν κατά την εκτέλεση της εργασίας τους, καθ' όμοιο τρόπο με τους μονίμους υπαλλήλους του αναιρεσιβλήτου, παρουσιολόγια στα οποία εμφανίζεται ότι τηρούσαν νόμιμο ωράριο, καθ' όμοιο τρόπο με το λοιπό προσωπικό, υπεύθυνες δηλώσεις και βεβαιώσεις των προϊσταμένων τους και λοιπών μονίμων υπαλλήλων του αναιρεσιβλήτου, οι οποίοι επιβεβαίωναν ότι αυτές παρείχαν εξαρτημένη εργασία, καθ' όμοιο τρόπο με τους λοιπούς υπαλλήλους, αντίγραφα των συμβάσεων εργασίας τους, αντίγραφα βεβαιώσεων από τις οποίες προέκυπτε ο χρόνος παροχής της εργασίας τους και αντίγραφα παρουσιολογίων, που πιστοποιούν το ενιαίο της εργασιακής σχέσης που τις συνέδεε με το αναιρεσίβλητο, καθώς και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρά τους, από την οποία προέκυπτε ότι συνδέονταν με το τελευταίο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (5ος λόγος). Οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης ελέγχονται ως απαράδεκτοι και ειδικότερα: α) ο μεν τέταρτος, που αφορά τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των επικαλούμενων με αυτόν αποφάσεων της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, διότι δεν δημιουργείται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ από τη μη λήψη υπόψη δικαστικών αποφάσεων που επιλύουν νομικά θέματα, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, β) ο δε πέμπτος, που αφορά τη μη λήψη υπόψη εγγράφων που προσκομίστηκαν, καθώς και της ένορκης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατάθεσης του μάρτυρα των εναγόντων, διότι το Εφετείο έκρινε νόμω αβάσιμη την αγωγή και δεν προέβη σε έρευνα των πραγματικών ισχυρισμών των αναιρεσειουσών, ώστε να ιδρυθεί ο υπό κρίση λόγος αναίρεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 12 του ΚΠολΔ , αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικώς ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1857/2024, 2/2022, 175/2019, 328/2018).
Συνεπώς, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη (ΑΠ 131/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης (αληθώς έκτο, λόγω εσφαλμένης αρίθμησης των προβαλλόμενων λόγων, όπως προελέχθη) οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν απέδωσε την προσήκουσα αποδεικτική δύναμη στα προσκομισθέντα από αυτές αποδεικτικά μέσα, καθώς και στην προσκομισθείσα με αριθμό 7/2011 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, προκειμένου να προβεί στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της εργασιακής σχέσης που τις συνέδεε με το αναιρεσίβλητο. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού το Εφετείο δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, αλλά έκρινε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005). Όμως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού , όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1285/2021, 79/2018, 1333/2018).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου εσφαλμένα έγινε ή δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 582/2023, 1285/2021, 860/2018, 208/2018).
Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, αναφορικά με την επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ 582/2023, 1285/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ένατο (αληθώς όγδοο, λόγω της προαναφερθείσας εσφαλμένης αρίθμησης) και τελευταίο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, η οποία συνίσταται στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση οδηγήθηκε στην κρίση ότι η ένδικη αγωγή είναι νόμω αβάσιμη, κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ήτοι των γενικών αρχών που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ότι ειδικότερα, όπως προέβαλαν πρωτοδίκως, αλλά και στην κατ' έφεση δίκη, δεν νοείται απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και συμμετοχή σε πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης και θεωρητικής εκπαίδευσης για έξι (6) περίπου συνεχόμενα έτη, με επανειλημμένες ανανεώσεις της αρχικής σύμβασης συνεχώς και αδιαλείπτως, γεγονός που αποδεικνύει, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ότι δεν επρόκειτο για προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, αλλά για σχέση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν γίνεται επίκληση του κανόνα δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου το Εφετείο εσφαλμένα δεν έκανε χρήση των επικαλούμενων διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της. Ζήτημα επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος των αναιρεσειουσών, που ηττήθηκαν, δεν τίθεται στην ένδικη υπόθεση, ελλείψει σχετικού αιτήματος του αναιρεσιβλήτου, το οποίο παραστάθηκε με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου του (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ σε συνδ. με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και δεν κατέθεσε προτάσεις, τόσο κατά την αρχική, όσο και κατά την παρούσα (επαναλαμβανόμενη) συζήτηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-02-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2020 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 1263/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ