Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 326 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 326/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ. , για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΝΤΕΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΣΕ ΑΚΙΝΗΤΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ" (πρώην "ΕΘΝΙΚΗ ΠΑΝΓΑΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΣΕ ΑΚΙΝΗΤΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ") και δ.τ. "Prodea Investments", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Σαλακά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου με την επωνυμία "ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΘΕΡΒΑΝΤΕΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ασπασία Σουλούκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 587/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3988/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-11-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 4.11.2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. ...2022) αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 3988/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών και δη των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 591 επ., 614 αρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), κατατέθηκε νομότυπα στις 4.11.2022 και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ήτοι εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών του άρθρου 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ, από την επίδοσή της στην αναιρεσείουσα στις 6.10.2022. Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την από 30.3.2018 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απευθυνόμενη κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου με την επωνυμία "ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΘΕΡΒΑΝΤΕΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ", εξέθεσε ότι μεταξύ αυτού και του αρχικού εκμισθωτή Η. Μ. , καταρτίσθηκε η από 17 Ιουλίου 2008 μίσθωση, δυνάμει της οποίας, ο τελευταίος εκμίσθωσε σε αυτό (εναγόμενο - αναιρεσίβλητο) για χρονικό διάστημα 25 ετών, ένα ενιαίο διατηρητέο κτήριο, που βρίσκεται στην Αθήνα στον οικισμό "Πλάκα", με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες, που περιελήφθησαν στο αρχικό ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, καθώς και στα επόμενα τροποιητικά του αρχικού, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως εκπαιδευτικό και πολιτιστικό κέντρο. Ότι στη θέση του αρχικού εκμισθωτή υπεισήλθαν, κατόπιν γονικής παροχής, οι ειδικοί διάδοχοι αυτού, οι οποίοι, το έτος 2014, μεταβίβασαν, λόγω πωλήσεως, το μίσθιο σε αυτήν (ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα), με τη νόμιμα μεταγραφείσα συμβολαιογραφική πράξη, και ότι το εναγόμενο- αναιρεσίβλητο, κατόπιν ανεπιτυχών διαπραγματεύσεων για αναπροσαρμογή του μισθώματος, όπως αναλύεται διεξοδικά στην αγωγή, κατήγγειλε τη μίσθωση. Ζήτησε δε, με βάση το πραγματικό αυτό, να αναγνωρισθεί ως άκυρη η από 30.5.2016 καταγγελία του εναγομένου (ήδη αναιρεσιβλήτου) και να της επιδικασθούν τα ποσά και για τις αιτίες, που αναφέρονται σε αυτήν (αγωγή). Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 587/2019 απόφασή του απέρριψε την αγωγή, αποφαινόμενο ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο δεν έχει ικανότητα διαδίκου και δεν νομιμοποιείται παθητικά στην παρούσα δίκη. Κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε η από 5.7.2019 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, επί της οποίας εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3988/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε τυπικά την έφεση και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.
Σύμφωνα με το άρθρο 6 του Ν.Δ. 251/1969, με το οποίο κυρώθηκε και έχει πλήρη ισχύ νόμου, (άρθρο 1 του ιδίου Ν.Δ.), η συναφθείσα την 5ην Οκτωβρίου 1966 στη Μαδρίτη της Ισπανίας, μεταξύ Ελλάδος και Ισπανίας, μορφωτική Συμφωνία: "Τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη συνεφώνησαν όπως προωθήσωσι την εντός της επικρατείας των ίδρυσιν και καλήν λειτουργίαν Μορφωτικών Ιδρυμάτων, Ινστιτούτων και Σχολείων του ετέρου Μέρους συμφώνως προς τας υπό της εσωτερικής νομοθεσίας προβλεπομένας διατυπώσεις". Ακολούθως, κατ' εξουσιοδότηση του ιδίου Ν.Δ. εκδόθηκαν: α) η από 24.4.1996 Κοινή Υπουργική Απόφαση (Κ.Υ.Α.) των Υπουργών Εξωτερικών, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού, Τύπου και Μ.Μ.Ε. (ΦΕΚ Α` 182/1996) με τίτλο "Έγκριση του Προγράμματος Μορφωτικής - Πολιτιστικής Συνεργασίας μεταξύ των Κυβερνήσεων της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Βασιλείου της Ισπανίας για τα έτη 1996-1997-1998" στο άρθρο 11 της οποίας αναφέρεται ότι: "Τα δύο Μέρη εκφράζουν την ικανοποίησή τους για το έργο του Ισπανικού Ιδρύματος Πολιτισμού στην Αθήνα του Ινστιτούτου Θερβάντες. Το Ινστιτούτο Θερβάντες είναι ένα δημόσιο ισπανικό Ίδρυμα, που εξαρτάται από το Υπουργείο Εξωτερικών και του οποίου ο σκοπός είναι η διάδοση της ισπανικής γλώσσας και πολιτισμού στο εξωτερικό", και β) η 20.7.1999 Κ.Υ.Α. των ιδίων Υπουργών (ΦΕΚ Α' 157/1999), με την οποία εγκρίθηκε ως έχει και στο σύνολό του το Πρόγραμμα Μορφωτικής και πολιτιστικής συνεργασίας μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Βασιλείου της Ισπανίας για τα έτη 1999 - 2000 - 2001, που υπογράφηκε στη Μαδρίτη στις 22 Δεκεμβρίου 1998 στην παρ. 4.1 του οποίου (προγράμματος) με τίτλο "ΜΟΡΦΩΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ" αναφέρεται ότι: "Οι δύο πλευρές εκφράζουν την ικανοποίησή τους για το έργο του Ινστιτούτου Θερβάντες στην Ελλάδα. Το Ινστιτούτο Θερβάντες είναι ένα δημόσιο ισπανικό ίδρυμα που υπάγεται στο Υπουργείο Εξωτερικών και είναι υπεύθυνο για τη διάδοση της ισπανικής γλώσσας και πολιτισμού στο εξωτερικών (προφανώς εννοείται: εξωτερικό), στα πλαίσια της μη διαβαθμισμένης εκπαίδευσης". Εν συνεχεία, με το υπ' αριθμόν 1526/1999 Ισπανικό Βασιλικό διάταγμα της 1ης Οκτωβρίου 1999, που αφορά στην έγκριση του Κανονισμού του Ινστιτούτου Θερβάντες, θεσπίστηκε ο οργανωτικός και λειτουργικός κανονισμός του Ινστιτούτου ως δημοσίου οργανισμού με κύριο σκοπό την προώθηση της ισπανικής γλώσσας και του πολιτισμού, καθορίστηκε η νομική φύση, οι σκοποί, η διάρθρωση των οργάνων διοίκησης (όπως το Διοικητικό Συμβούλιο και ο Γενικός Διευθυντής) και οι αρμοδιότητές τους, καθώς και οι κανόνες λειτουργίας των κέντρων του Ινστιτούτου, τόσο στην Ισπανία όσο και στο εξωτερικό. Ειδικότερα, με το άρθρο 1 αυτού, ορίζεται ότι: "Το Ινστιτούτο Θερβάντες είναι δημόσιος φορέας, που ιδρύθηκε με τον Νόμο 7/1991, της 21ης Μαρτίου, υπό την Υψηλή Αιγίδα των Αυτού Μεγαλειοτήτων των Βασιλέων της Ισπανίας", με το άρθρο 2 ότι: "Το Ινστιτούτο Θερβάντες είναι ένας μη κερδοσκοπικός δημόσιος φορέας, με δική του νομική προσωπικότητα και ικανότητα να ενεργεί για την εκπλήρωση των σκοπών του, και θα διεξάγει τις δραστηριότητές του σύμφωνα με το ιδιωτικό δίκαιο" και με το άρθρο 20 αυτού, υπό τον τίτλο "Κέντρα του Ινστιτούτου Θερβάντες στο Εξωτερικό", ορίζεται ρητώς ότι "1. Για την εκπλήρωση των στόχων του, το Ινστιτούτο Θερβάντες θα διαθέτει ένα δίκτυο κέντρων στο εξωτερικό, που θα φέρουν αυτήν τη γενική ονομασία 2. Τα κέντρα στο εξωτερικό θα υπάγονται σε Ισπανικά Προξενικά Γραφεία στο εξωτερικό. 3. Όταν απαιτείται από τη νομοθεσία των Κρατών όπου λειτουργούν ή όταν δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος, τα κέντρα του Ινστιτούτου Θερβάντες μπορούν να λάβουν τη μορφή ιδρυμάτων ή μη κερδοσκοπικών οντοτήτων, σύμφωνα με τους κανονισμούς σε κάθε κράτος. Σε αυτές τις περιπτώσεις και όταν η υπαγωγή που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο δεν πραγματοποιείται, τα κέντρα του Ινστιτούτου Θερβάντες θα θεωρούνται ιδρύματα της Γενικής Κρατικής Διοίκησης στο εξωτερικό. 4) ......". Τέλος, στο άρθρο 45 με τίτλο "Οργάνωση της Διπλωματικής Αποστολής ή της Μόνιμης Αντιπροσωπείας", του Ισπανικού Νόμου 2/2014 της 25ης Μαρτίου, ορίζεται ότι η Διπλωματική Αποστολή ή η Μόνιμη Αντιπροσωπεία αποτελείται ότι, μεταξύ άλλων, και από το Ινστιτούτο Θερβάντες, που αποτελεί εξειδικευμένο τεχνικό όργανο της Διπλωματικής Αποστολής ή της Μόνιμης Αντιπροσωπείας, η οποία, ιεραρχικά εξαρτώμενη από τον Πρέσβη, παρέχει συμβουλευτική και τεχνική υποστήριξη και στηρίζει τον Πρέσβη και την Αποστολή στην εκπλήρωση των λειτουργιών τους, στην ανάπτυξη της Εξωτερικής Δράσης, χωρίς να θίγονται η λειτουργική τους εξάρτηση από τα αντίστοιχα Τμήματά τους, τα οποία είναι υπεύθυνα για την εσωτερική τους οργάνωση και τους δημοσιονομικούς τους πόρους. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι με βάση τις κυρωτικές διατάξεις του Ν.Δ. 251/1991 και της από 20.7.1999 Κ.Υ.Α. , η Ισπανική Κυβέρνηση διατηρεί στην Ελλάδα το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο "Ισπανικό Ινστιτούτο Θερβάντες της Αθήνας", το οποίο είναι ίδρυμα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που συγκαταλέγεται μεταξύ των τεχνικών οργάνων της ιεραρχικά εξαρτώμενης από τον Πρέσβη Διπλωματικής Αποστολής ή της Μόνιμης Αντιπροσωπείας, με σκοπό την προώθηση της διδασκαλίας της ισπανικής γλώσσας και των άλλων επίσημων γλωσσών της Ισπανίας και τη διάδοση του πολιτισμού των ισπανόφωνων χωρών στον κόσμο, αποτελεί δε, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 3 του ιδρυτικού του Νόμου (7/1991, της 21ης Μαρτίου), ένα από τα κέντρα του νομικού προσώπου "Ινστιτούτου Θερβάντες" στην Ελλάδα, το οποίο δεν έχει ιδρυθεί με βάση την εσωτερική (Ελληνική) νομοθεσία, αλλά με βάση τις ανωτέρω διατάξεις, θεωρείται ίδρυμα της Γενικής Διοίκησης του Ισπανικού Κράτους στο εξωτερικό, ενώ από καμία διάταξη δεν ρυθμίζεται η σύσταση αυτού ως "ιδρύματος" στο εξωτερικό κατά το ισπανικό ή άλλο δίκαιο κράτους μέλους (ελληνικό εν προκειμένω), αυτοτελές και ανεξάρτητο από την Γενική Διοίκηση του Ισπανικού Κράτους.
Συνεπώς, αυτό, αφού δεν αποτελεί αυτοτελές νομικό πρόσωπο, μόνο έμμεσα συνάπτει συμβάσεις, πάντα υπό την ιεραρχική εξάρτηση του Πρέσβη και με τις οδηγίες των υπηρεσιών των υπουργείων (παρ. 5 του άρθρου 45 του Ισπανικού Νόμου 2/2014 της 25 Μαρτίου). Από την περιγραφικότητα και το περιεχόμενο της τελευταίας ιδίως διατάξεως, από την οποία καταδεικνύεται και ο επιδιωκόμενος με αυτήν νομοθετικός σκοπός, αβίαστα προκύπτει ότι δεν προσδίδεται ικανότητα δικαίου στο εναγόμενο, ως εξαρτώμενο και μη αυτοτελές αλλοδαπό ίδρυμα (ΚΠολΔ 62), και δεν εμπίπτει στο πραγματικό του άρθρου 66 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς του οποίου, αλλοδαπό πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που δεν έχει σύμφωνα με το δίκαιο της ιθαγενείας του ικανότητα για δικαστική παράσταση με το δικό του όνομα, θεωρείται πως έχει την ικανότητα να παρίσταται στα ελληνικά δικαστήρια, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, κατά το άρθρο 64 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 62 εδ.α' του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος", προκειμένου να κριθεί αν, ως αλλοδαπό νομικό πρόσωπο, μπορεί να είναι διάδικος, θα πρέπει, κατά τη διάταξη ιδιωτικού διεθνούς δικαίου του άρθρου 10 του ΑΚ, να εφαρμοσθούν οι σχετικές διατάξεις του δικαίου της χώρας στην οποία έχει την έδρα του, προκειμένου όμως να κριθεί αν η αλλοδαπή εταιρεία, παρόλο ότι, κατά το δίκαιο της έδρας της, δεν έχει νομική προσωπικότητα, έχει την ικανότητα να είναι διάδικος, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της διατάξεως αυτής, που εισάγει εξαίρεση από τον κανόνα του πρώτου, δεν θα ερευνηθεί αν και κατά το δίκαιο της χώρας στην οποία έχει την έδρα της έχει τέτοια ικανότητα, αλλά, εφόσον η δίκη διεξάγεται ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου, η αλλοδαπή εταιρεία έχει αυτήν την ικανότητα ευθέως από τη διάταξη του δεύτερου εδαφίου της διατάξεως αυτής, η οποία εφαρμόζεται στην περίπτωση αυτήν.
Περαιτέρω, κατά το εδ. β' του άρθρου 62 του ΚΠολΔ "Ενώσεις προσώπων που επιδιώκουν κάποιο σκοπό, χωρίς να είναι σωματεία, καθώς και εταιρίες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, μπορούν να είναι διάδικοι", και κατά τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 64 του ΚΠολΔ "3. Οι ενώσεις προσώπων που επιδιώκουν κάποιο σκοπό, χωρίς να αποτελούν σωματείο, καθώς και οι εταιρίες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα παρίστανται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα, στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των υποθέσεων τους. 4. Αν δεν υπάρχει διάταξη που ρυθμίζει τη δικαστική παράσταση των προσώπων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 3, τα πρόσωπα αυτά εκπροσωπούνται από όποιους τα αντιπροσωπεύουν στις συναλλακτικές τους σχέσεις".
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, προκειμένου να κριθεί αν ένα αλλοδαπό νομικό πρόσωπο έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και να είναι διάδικος, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της διάταξης που προαναφέρθηκε, θα πρέπει να έχει την ικανότητα αυτή κατά τη διάταξη του ιδιωτικού δικαίου της χώρας, στην οποία έχει την έδρα του και δη την πραγματική έδρα, όπου δηλαδή ασκείται η διοίκησή της, και όχι αυτήν που προβλέπεται στο καταστατικό του (Ολ. ΑΠ 2/2003, ΑΠ 1719/2023).
Στην περίπτωση, όμως, που κατά το δίκαιο τούτο η ενάγουσα εταιρία δεν έχει νομική προσωπικότητα, η ικανότητα της εταιρίας να είναι διάδικος, με βάση το δεύτερο εδάφιο του προαναφερόμενου άρθρου 62 - εδάφιο που εισάγει εξαίρεση από τον κανόνα του πρώτου - δεν προϋποθέτει την ύπαρξη τέτοιας ικανότητάς της και κατά το δίκαιο της χώρας στην οποία ευρίσκεται η έδρα της, αλλ` η εταιρία έχει αυτή την ικανότητα, αναφορικά με δίκη ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου, ευθέως από τη διάταξη του ανωτέρω δεύτερου εδαφίου, η οποία είναι εφαρμοστέα. (ΑΠ 1719/2023, ΑΠ 1938/2017, ΑΠ 1309/1991, ΑΠ 1082/1990).
Η έννοια της "επιχειρήσεως" καλύπτει κάθε φορέα που ασκεί οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς που τον διέπει και τον τρόπο χρηματοδοτήσεώς του, ανεξάρτητα από τον δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα του. Κριτήριο για να καθοριστεί αν οι δραστηριότητες συνιστούν "επιχειρηματικές" δραστηριότητες, αποτελεί η φύση των δραστηριοτήτων. Έτσι, η προσφορά υπηρεσιών, που δεν έχει σκοπό το κέρδος προσδίδει τον επιχειρηματικό χαρακτήρα, μόνον αν με την προσφορά αυτή ανταγωνίζεται άλλους επιχειρηματίες, που επιδιώκουν κερδοσκοπικό σκοπό. Υπηρεσίες, που μπορούν να χαρακτηρισθούν ως "επιχειρηματικής δραστηριότητας" αποτελούν οι παροχές, που κατά κανόνα, προσφέρονται έναντι αμοιβής. Υπό το πρίσμα αυτό, τα μαθήματα που διδάσκονται σε εκπαιδευτικά ιδρύματα, που χρηματοδοτούνται από ιδιωτικούς πόρους, που δεν προέρχονται από τον παρέχοντα τις υπηρεσίες, αποτελούν υπηρεσίες επιχειρηματικής δράσης, αφού ότι ο σκοπός τους έγκειται πράγματι στην προσφορά υπηρεσίας έναντι αμοιβής. Ωστόσο, δεν ισχύει το ίδιο προκειμένου για μαθήματα που διδάσκονται σε ιδρύματα, που εντάσσονται σε δημόσιο σύστημα και χρηματοδοτούνται, εν όλω ή εν μέρει, κατά κανόνα, από τον δημόσιο προϋπολογισμό και όχι από τους σπουδαστές, διότι τότε δεν αποβλέπουν στην άσκηση αμειβόμενων δραστηριοτήτων, αλλά στην εκπλήρωση αποστολής τους έναντι των πολιτών, στον κοινωνικό, πολιτιστικό και εκπαιδευτικό τομέα (βλ. , κατ' αναλογία, απόφαση του ΔΕΕ της 27.6.2017, C-74/16, Congregation of Piarist Schools Province of Betania. Επί των εννοιών της "επιχειρήσεως" και της "οικονομικής δραστηριότητας").
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 73 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι, για την, αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, νομιμοποίηση του διαδίκου αρκεί κατ' αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της καταγομένης προς κρίση εννόμου σχέσεως χωρίς, [κατ' αρχήν], να ασκεί επιρροή η αλήθεια ή όχι αυτού, αφού η έλλειψη συνδρομής της παραπάνω διαδικαστικής προϋποθέσεως συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως νομικά μεν αβάσιμης κατά το στάδιο έρευνας της νομικής βασιμότητας της αγωγής, ως ουσιαστικά δε αβάσιμης στην περίπτωση μη αποδείξεως (κατά το στάδιο της έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας) των επικληθέντων προς θεμελίωσή της (νομιμοποιήσεως) πραγματικών περιστατικών (Ολ.ΑΠ 25/2008, ΑΠ 579/2015, ΑΠ 628/2010, ΑΠ 2402/2007, ΑΠ 1928/2008).
Ενόψει δε του ότι η νομιμοποίηση του διαδίκου και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής ή όχι των προϋποθέσεων αυτών ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 199/2017).
Στην ερευνώμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το εφεσίβλητο ξεκίνησε την λειτουργία του στην Ελλάδα με την ονομασία Ισπανικό Μορφωτικό Ίδρυμα ''Βασίλισσα Σοφία'' της Αθήνας - Πολιτιστικό Τμήμα της Πρεσβείας της Ισπανίας - ιδρύθηκε το Μάρτιο του 1976 και το 1992 μετονομάστηκε σε Ινστιτούτο Θερβάντες της Αθήνας (βλ. επίσημο site ...). Την 5-10-1966 υπεγράφη μορφωτική συμφωνία μεταξύ της Ελλάδας και της Ισπανίας σχετικά με τις μορφωτικές και πνευματικές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών, όπως η συμφωνία αυτή κυρώθηκε με το ν.δ. 251/1969 .........και 2) το από 22-12-1998 πρόγραμμα μορφωτικής και πολιτιστικής συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και Ισπανίας, που κυρώθηκε με την από 20/7/1999 υπουργική απόφαση,........ Από το περιεχόμενο των παραπάνω συμφωνιών και νομοθετημάτων προκύπτει ότι το εφεσίβλητο Ινστιτούτο Θερβάντες αποτελεί υπηρεσία της ισπανικής κυβέρνησης, η οποία λειτουργεί στην Αθήνα στα πλαίσια των μορφωτικών και πνευματικών σχέσεων μεταξύ των δύο Χωρών (Ελλάδος - Ισπανίας) και δεν αποτελεί αυτοτελές νομικό πρόσωπο. Δεν αποδεικνύεται ότι έχει ξεχωριστή νομική προσωπικότητα με διοικητική και οικονομική ανεξαρτησία, την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη αν την επιδίωκαν θα εκφράζονταν ρητώς περί αυτής, παρά προκύπτει ότι στο πλαίσιο της λειτουργίας του εκτός της ισπανικής επικράτειας αποτελεί εξειδικευμένο τεχνικό όργανο της Ισπανικής Διπλωματικής Αποστολής ιεραρχικά εξαρτώμενο από τον Ισπανό Πρέσβη (...). Κατά συνέπειαν, αφού η ισπανική Πρεσβεία -στην οποία υπάγεται το εφεσίβλητο διοικητικά και ιεραρχικά -αποτελεί αδιαμφισβήτητα ισπανική υπηρεσία υπαγόμενη στο ισπανικό Δημόσιο και το ίδιο το εφεσίβλητο, ως υπηρεσία του ισπανικού κράτους δεν διαθέτει καθ' οιονδήποτε τρόπο αυτοτέλεια, ώστε να δύναται να έχει την ιδιότητα του διαδίκου και δεν νομιμοποιείται παθητικά στην παρούσα δίκη.
Εξ άλλου, το εφεσίβλητο Ινστιτούτο Θερβάντες της Αθήνας, εν τοις πράγμασι λειτουργεί ως εξαρτώμενη υπηρεσία του ισπανικού κράτους, αφού εμφανίζεται στις συναλλαγές με κοινό ΑΦΜ με την ισπανική πρεσβεία στην Ελλάδα, ενώ, όπως προκύπτει από την προεπισκόπηση των προσκομιζομένων στην δικογραφία από ....2008, ....2009, ....2011 και ....2012 ιδιωτικών συμφωνητικών της επίδικης συμβάσεως μισθώσεως, συμβλήθηκε σ' αυτές, ως μισθωτής του ακινήτου που αναφέρεται στην αγωγή, ιδιοκτησίας της εκμισθώτριας εκκαλούσας ως αυτή μετονομάσθη, ρητώς ως οργανισμός του Ισπανικού Δημοσίου που λειτουργεί ως μορφωτικό ίδρυμα της ισπανικής Πρεσβείας στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον διευθυντή του, με βάση τον ισπανικό νόμο 7/21.3.1991 και το υπ' αριθμ. ... πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Μαδρίτης Φ. Χ. ντε Λ. Υ. Κ. Αποτελεί δε μορφωτικό ίδρυμα όχι υπό την νομική έννοια και δη υπό την έννοια του νομικού προσώπου υπέρ του οποίου έχει ταχθεί ένα χρηματικό ποσό, δηλαδή ως αυθύπαρκτη οντότητα, αλλά με την έννοια της δημιουργίας -ιδρύσεως μιας οντότητας στα πλαίσια του ισπανικού κράτους με τον σκοπό που και ως άνω αναφέρθηκε.
Συνεπώς, αφού δεν έχει κατά το δίκαιο της έδρας του (ισπανικό) νομική προσωπικότητα δεν δύναται θα θεωρηθεί ως τέτοιο (δηλαδή νομικό πρόσωπο) σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο και να έχει την ιδιότητα του διαδίκου.
Περαιτέρω, ούτε κατ' άρθρα 64 παρ. 3 και 66 ΚΠολΔ δύναται να θεωρηθεί ότι αποκτά την ικανότητα, δηλαδή να παρίσταται στα ελληνικά δικαστήρια, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο. Ειδικότερα, δεν δύναται να θεωρηθεί, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, ούτε ως ένωση προσώπων που επιδιώκει κάποιο σκοπό, χωρίς να αποτελεί σωματείο, ούτε εταιρεία χωρίς νομική προσωπικότητα, αφού δεν πληροί τους σχετικούς όρους και προϋποθέσεις του ελληνικού δικαίου ως στη νομική σκέψη της παρούσας αναφέρονται. Ειδικότερα, με τον α' λόγο εφέσεως η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τα άρθρα 62, 64, 66 και 68 ΚΠολΔ, διότι από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι αλλοδαπό νομικό πρόσωπο ή οργανισμός ή υπηρεσία, ανεξάρτητα αν κατά το δίκαιο της ιθαγένειάς του έχει αυτοτελή νομική προσωπικότητα και συνακόλουθα αυτοτελή δυνατότητα δικαστικής παράστασης, εφόσον αναπτύσσει τη δραστηριότητά του στην Ελλάδα, μπορεί να ενάγει ή να ενάγεται και γενικότερα να παρίσταται ως διάδικος, νομιμοποιούμενο ενεργητικώς ή παθητικώς προς διεξαγωγή δίκης που αφορά τα δικαιώματα τα οποία έχει αποκτήσει ή τις υποχρεώσεις με τις οποίες έχει επιβαρυνθεί από την εν γένει δραστηριότητά του, όταν η διαφορά που ανακύπτει υπάγεται στη δικαιοδοσία ελληνικού δικαστηρίου, εφόσον ασκεί δραστηριότητα στην Ελλάδα και συμβάλλεται ως fiscus. Από τα ανωτέρω, συνάγεται ότι στο πεδίο του δικονομικού δικαίου, αλλοδαπή οντότητα/υπηρεσία δύναται να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ως εκ τούτου να έχει ικανότητα διαδίκου κατά τα άρθρα 62, 64 και 66 ΚΠολΔ, εφόσον εμφανίζεται αυτοτελώς στις συναλλαγές με τρίτους και ανεξάρτητα αν αναγνωρίζεται σε αυτό κατά το δίκαιο της ιθαγένειας του νομική προσωπικότητα.
Συνεπώς, το νομικό αυτό πρόσωπο εφ' όσον δραστηριοποιείται στην Ελλάδα και εμφανίζεται στις συναλλαγές "αυθύπαρκτα" και σε σχέση ανεξαρτησίας από το αλλοδαπό δημόσιο (σε περίπτωση αλλοδαπού ΝΠΔΔ), τότε νομιμοποιείται ενεργητικά και παθητικά για διεξαγωγή δίκης, που αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από την κατά την κοινή πείρα δραστηριότητά του ως αυτοτελούς νομικού προσώπου (άρθρο 336 ΚΠολΔ) και στην προκειμένη περίπτωση, το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο, το πρώτον εμφανίστηκε πριν την σύναψη της μίσθωσης στον αρχικό εκμισθωτή, Η. Μ. , ως κέντρο του Ινστιτούτου Θερβάντες της Ισπανίας με αρμοδιότητα στην γεωγραφική περιοχή της Αθήνας, όπου και διαπραγματεύτηκε με αυτόν για την σύναψη της μίσθωσης και περαιτέρω για την διαμόρφωση του μισθίου, σύμφωνα με τις ανάγκες του. Το εφεσίβλητο, λοιπόν, πέρα από το γεγονός ότι συναλλάχθηκε σύμφωνα με τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου ως fiscus, καθ' όλη την διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη της μίσθωσης και μεταγενέστερα κατά την διάρκεια που λειτούργησε η μίσθωση έως την άκυρη καταγγελία αυτής, εμφανιζόταν και συναλλασσόταν, ως αυθύπαρκτη οντότητα και υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, τη διοίκηση του οποίου όριζε το Ινστιτούτο Θερβάντες της Ισπανίας, το οποίο είναι επίσης αυτοτελής οργανισμός του Ισπανικού κράτους με ίδια νομική προσωπικότητα. Ο λόγος αυτός εφέσεως πρέπει να απορριφθεί, διότι ως και ανωτέρω αναφέρεται το άρθρο 66 ΚΠολΔ ορίζει ότι το αλλοδαπό πρόσωπο, που δεν έχει σύμφωνα με το δίκαιο της ιθαγένειάς του ικανότητα για δικαστική παράσταση με το δικό του όνομα, θεωρείται πως έχει ικανότητα να παρίσταται στα ελληνικά δικαστήρια αν έχει αυτή την ικανότητα σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο. Το εναγόμενο ως αλλοδαπό δεν έχει νομική προσωπικότητα, σύμφωνα με το ισπανικό και το ελληνικό δίκαιο, αφού προκύπτει ότι αποτελεί υπηρεσία της πρεσβείας της Ισπανίας, ως κρίθηκε ήδη ούτε όμως υπάγεται στην έννοια της ενώσεως προσώπων, ως αναλύονται στην νομική σκέψη της παρούσας, ούτε σε καμία περίπτωση σ' αυτήν της εταιρείας, όπως διαμορφώνονται στο ελληνικό δίκαιο αφού δεν αναπτύσσει εμπορική δραστηριότητα. Η ίδια άλλωστε η εκκαλούσα αναφέρει στην σελίδα 15 στιχ. 6 της αγωγής της ότι "το εναγόμενο δεν επιδιώκει εμπορικό σκοπό ούτε επιχειρεί εμπορικές πράξεις".
Συνεπώς, δεν τυγχάνουν εν προκειμένω, εφαρμογής τα άρθρα 64 παρ.3 και 66 του ΚΠολΔ. Η υπ' αριθμ. 175/1988 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου που επικαλείται και προσκομίζει η εκκαλούσα προς υποστήριξη της θέσεώς της αφορά αλλοδαπή εταιρεία και δη αεροπορική εταιρεία, η οποία δεν είχε μεν νομική προσωπικότητα με βάση το δίκαιο της Ιθαγένειάς της, ανέπτυσσε όμως επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα και για τον λόγο αυτό κρίθηκε ότι είχε δικαιοπρακτική ικανότητα κατά το ελληνικό δίκαιο, με την ρητή και σαφή αιτιολογία ότι την έλκει από το άρθρο 66 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρ. 64 παρ. 3 ΚΠολΔ, που προσδίδει ρητά στις εταιρίες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, δικαιοπρακτική ικανότητα.
Εν προκειμένω, το εφεσίβλητο έχει ως σκοπό την προώθηση της ισπανικής γλώσσας και κουλτούρας και όχι επιχειρηματική δραστηριότητα.
Περαιτέρω, ισχυρίσθηκε η εκκαλούσα ότι ανεξαρτήτως όλων των άλλων το εφεσίβλητο εμφανιζόταν αυτοτελώς στις συναλλαγές έστω και εξαρτημένο από το αλλοδαπό δημόσιο, κατά το δίκαιο του κράτους αυτού, γεγονός που δημιουργούσε ευλόγως αξίωση προστασίας του καλόπιστου συναλλασσόμενου και, τα ελληνικά δικαστήρια θεωρούν ότι το αλλοδαπό πρόσωπο (φυσικό ή νομικό), ανεξάρτητα αν αναγνωρίζεται σε αυτό κατά το δίκαιο της ιθαγένειας του νομική προσωπικότητα, εφόσον αναπτύσσει την δραστηριότητα του στην Ελλάδα, νομιμοποιείται ενεργητικά ή παθητικά προς διεξαγωγή δίκης που αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από την κατά την κοινή πείρα δραστηριότητά του ως αυτοτελούς νομικού προσώπου. Ούτε αυτό ισχύει, αφού στα συμφωνητικά αναφέρεται ως οργανισμός του Ισπανικού Δημοσίου που λειτουργεί ως μορφωτικό ίδρυμα της Ισπανικής Πρεσβείας στην Αθήνα, σε μεταγενέστερη δε τροποποίηση της σύμβασης μισθώσεως έλαβε την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη ειδική εξουσιοδότηση από την τότε Γενική Διευθύντρια του Ινστιτούτου Θερβάντες της Ισπανίας Carmen Caffarel Serra για την υπογραφή της Μίσθωσης. Επίσης, αποδείχθηκε και από το προσκομίζόμενο μετ' επικλήσεως πρωτόκολλο παραλαβής, που υπεγράφη στις .../2009 μεταξύ του εφεσίβλητου και του δικαιοπαρόχου της εκκαλούσας Η. Μ. , ότι το εφεσίβλητο συμβλήθηκε ως "οργανισμός του Ισπανικού Δημόσιου που λειτουργεί ως μορφωτικό ίδρυμα της Ισπανικής Πρεσβείας στην Αθήνα", ενώ από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα αποδεικτικά καταβολής της εγγύησης, προκύπτει ότι τα ποσά της εγγύησης πλήρως καταβλήθηκαν και τις δύο φορές από την ισπανική Πρεσβεία της Αθήνας φέροντας στο σώμα τους την σφραγίδα της Ισπανικής Πρεσβείας της Αθήνας. Τέλος, με τον β' λόγο της κρινόμενης έφεσης, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών κανόνων δικαίου (ν.δ. 251/1969 "Περί κυρώσεως Μορφωτικής Συμφωνίας μεταξύ Ελλάδος και Ισπανίας, υπογραφείσης εν Μαδρίτη την 5ην Οκτωβρίου 1966" και των εφαρμοστικών αυτής Κ.Υ.Α.) και ειδικότερα το άρθρο 6 αυτής, που μεταξύ άλλων αναφέρει ότι : "Το ινστιτούτο Θερβάντες είναι ένα δημόσιο ισπανικό ίδρυμα που εξαρτάται από το υπουργείο Εξωτερικών" κατ' εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων έκρινε ομοίως ότι το εφεσίβλητο δεν έχει αυθύπαρκτη νομική προσωπικότητα, αλλά αποτελεί υπηρεσία του Ισπανικού Κράτους, επομένως δεν έχει ικανότητα διαδίκου και δεν νομιμοποιείται παθητικά, ενώ αν είχε ερμηνεύσει και εφαρμόσει ορθά τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και είχε εκτιμήσει και αξιολογήσει ορθά τα αποδεικτικά μέσα που ήχθησαν, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων και την από 28/10/2018 επικαλούμενη και προσκομιζόμενη γνωμοδότηση θα είχε κρίνει ότι το εφεσίβλητο νομιμοποιείται παθητικά. Ότι αποτελεί ισπανικό μορφωτικό ίδρυμα με ίδια νομική προσωπικότητα, την οποία έλκει πρωτίστως από την ίδια την διακρατική σύμβαση αυτή καθ' αυτή, αλλά και από την στενή του εξάρτηση από το Ινστιτούτο Θερβάντες της Ισπανίας στο δίκτυο του οποίου ανήκει, απολαμβάνει δε διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια σε σχέση με το ισπανικό κράτος. Και ο λόγος αυτός της κρινόμενης έφεσης πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα, δεδομένου ότι ο χαρακτηρισμός του ως "ίδρυμα" δεν εννοείται με την νομική έννοια του όρου, αφού κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από τα υπόλοιπα νομοθετήματα που το αφορούν, κυρίως δε ο ορισμός περιουσίας για εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, παρά με την έννοια της συστάσεως-δημιουργίας ενός μορφώματος με σκοπούς μετάδοσης της ισπανικής γλώσσας και κουλτούρας ή του μορφωτικού κέντρου, όπως αναφέρεται στο συνημμένο από 22/12/1998 πρόγραμμα μορφωτικής και πολιτιστικής συνεργασίας μεταξύ Ελλάδος που κυρώθηκε με την από 20/7/1999 υπουργική απόφαση στα πλαίσια της υπογραφής της εν λόγω διακρατικής σύμβασης και σε κάθε περίπτωση οι προϋποθέσεις συστάσεως νομικού προσώπου προβλέπονται ρητώς από το ισχύον δίκαιο σ' αυτές δε δεν περιλαμβάνεται η εξάρτηση ενός μορφώματος από άλλο νομικό πρόσωπο.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή για τους λόγους που αναφέρθηκαν, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με την έφεσή της και τους λόγους αυτής, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα...". Το Εφετείο, κρίνοντας ως άνω, ότι δηλαδή το εναγόμενο - αναιρεσίβλητο αποτελεί υπηρεσία της ισπανικής κυβέρνησης, η οποία λειτουργεί στην Αθήνα στα πλαίσια των μορφωτικών και πνευματικών σχέσεων μεταξύ των δύο Χωρών (Ελλάδος - Ισπανίας) και ότι δεν αποτελεί αυτοτελές νομικό πρόσωπο, ότι δεν έχει κατά το δίκαιο της έδρας του (ισπανικό) νομική προσωπικότητα και άρα δεν δύναται θα θεωρηθεί ως τέτοιο (δηλαδή νομικό πρόσωπο) σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο και, επομένως, δεν έχει την ιδιότητα του διαδίκου, ενώ ούτε κατ' άρθρα 64 παρ. 3 και 66 ΚΠολΔ δύναται να παρίσταται στα ελληνικά δικαστήρια, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, ούτε ως ένωση προσώπων, που επιδιώκει κάποιο σκοπό, χωρίς να αποτελεί σωματείο, ούτε ως εταιρεία χωρίς νομική προσωπικότητα, καθόσον δεν πληροί τους σχετικούς όρους και προϋποθέσεις του ελληνικού δικαίου, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 28 παρ. 1 του Συντάγματος, του άρθρου 6 της από 5-10-1966 μορφωτικής συμφωνίας που κυρώθηκε με το ν.δ. 251/1969, του άρθρου 11 της μορφωτικής συνεργασίας που υπεγράφη το 1996 (Κ.Υ.Α. 0544/ΑΣ/398/Μ.4581 /1996. ΦΕΚ Α' 182/1996), του άρθρου 4 του από 22.12.1998 προγράμματος μορφωτικής και πολιτιστικής συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και Ισπανίας, που κυρώθηκε με την από 20/7/1999 υπουργική απόφαση (Κ.Υ.Α Φ. 0544/2/ΑΣ 95/Μ. 4936), των άρθρων 1 έως 5 του Ισπανικού Νόμου 7/1991, του άρθρου 20 του ισπανικού βασιλικού διατάγματος 1526/1999, και του άρθρου 45 του ισπανικού Νόμου 2/2014 της 25 Μαρτίου, των οποίων αλλοδαπών κανόνων δικαίου έγινε επίκληση ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας από τους διαδίκους και των διατάξεων των άρθρων 62, 64, 66 και 68 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίον η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, αναφορικά με την αυτοτέλεια της νομικής προσωπικότητας του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου και της επιχειρηματικής δραστηριότητας αυτού, για την θεμελίωση της ικανότητάς του ως διαδίκου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Παράλληλα, το Εφετείο διαλαμβάνει ακόμη στην προσβαλλομένη απόφαση ότι, στην προκειμένη περίπτωση, προέκυψε, ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο α) εμφανίζεται στις συναλλαγές με κοινό ΑΦΜ με την ισπανική πρεσβεία στην Ελλάδα, και αποτελεί υπηρεσία της Πρεσβείας της Ισπανίας στην Αθήνα β) στα από ....2008, ....2009, ....2011 και ....2012 ιδιωτικά συμφωνητικά της επίδικης συμβάσεως μισθώσεως και στο πρωτόκολλο παραλαβής, που υπεγράφη στις .../2009 συμβλήθηκε ως μισθωτής του ακινήτου, ρητώς ως οργανισμός του Ισπανικού Δημοσίου, που λειτουργεί ως μορφωτικό ίδρυμα της ισπανικής Πρεσβείας στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον διευθυντή του, με βάση τον ισπανικό νόμο 7/21.3.1991 και το υπ' αρθμ. ... πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Μαδρίτης Φ. Χ. ντε Λ. Υ. Κ. , γ) δεν υπάγεται στην έννοια της ενώσεως προσώπων, ούτε σε καμία περίπτωση σ' αυτήν της εταιρείας, αφού η εκκαλούσα - αναιρεσείουσα αναφέρει στην αγωγή της ότι "το εναγόμενο (αναιρεσίβλητο) δεν επιδιώκει εμπορικό σκοπό ούτε επιχειρεί εμπορικές πράξεις" δ) σε μεταγενέστερη τροποποίηση της σύμβασης μισθώσεως έλαβε ειδική εξουσιοδότηση από την τότε Γενική Διευθύντρια του Ινστιτούτου Θερβάντες της Ισπανίας Carmen Caffarel Serra για την υπογραφή της Μίσθωσης και ε) τα ποσά της εγγύησης καταβλήθηκαν και τις δύο φορές από την ισπανική Πρεσβεία της Αθήνας. Ωστόσο, το Εφετείο, παρά τις ανωτέρω αναφορές, δεν προέβη σε ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, αλλά αρκέστηκε στην διερεύνηση του παραδεκτού της αγωγής, με βάση τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις των διακρατικών συμφωνιών, του με αρ. 2/2014 ισπανικού νόμου, του ισπανικού Β.Δ. 1526/1999 και των κυρωτικών ελληνικών νόμων και υπουργικών αποφάσεων, τα δε ανωτέρω αναφέρονται - εκ περισσού - στην προσβαλλόμενη απόφασή του, στο πλαίσιο της εφαρμογής από το αναιρεσίβλητο των ανωτέρω διατάξεων, με βάση τις οποίες και μόνον, κρίθηκε ότι αυτό ενήργησε, "ως οργανισμός του Ισπανικού Δημοσίου" και ότι η εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν έσφαλε απορρίπτοντας την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως ικανότητας διαδίκου και παθητικής νομιμοποιήσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου. Επομένως, ο δεύτερος και ο τρίτος από τους λόγους αναιρέσεως για μη λήψη υπ' όψιν και παραμόρφωση (αρ. 11γ και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) των εγγράφων που αναφέρονται στο αναιρετήριο πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παράβολου (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, το οποίο κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 191 παρ. 2, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.11.2022 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΝΤΕΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΣΕ ΑΚΙΝΗΤΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ" κατά της υπ' αριθμ. 3988/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ