Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 333 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 333/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Σοφία Καραγιάννη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία", πρώην "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Ανώνυμος Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων", η οποία εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής, και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Πετσάλα.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Ε. Ρ. του Δ. , 2) Μ. Ρ. του Ε. και 3) Μ. Ρ. του Ε. , κατοίκων ... Άπαντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μουστάκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2014 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου και της αρχικής διαδίκου Ε. Ε. , που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 242/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 10/2020 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 25-5-2020 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε 283/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επαναφέρεται με την από 20-02-2024 κλήση της αναιρεσείουσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση η από 25.5.2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. .../2020) αίτηση αναίρεσης της ασφαλιστικής εταιρίας "Ευρωπαϊκή Πίστη Aνώνυμη Ασφαλιστική Eταιρία Γενικών Ασφαλίσεων" μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 283/2023 απόφασης του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, με κλήση της "ALLIANZ Ευρωπαϊκή Πίστη Moν. Aνώνυμη Ασφαλιστική Eταιρία" η οποία μετά την έκδοση της ως άνω απόφασης κατέστη καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της αναιρεσείουσας. Με την υπό κρίση από 25.5.2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. .../2020) αναίρεση προσβάλλεται η υπ' αριθ. 10/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων απέρριψε ουσία την από 21.1.2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. ...2016) έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 246/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που είχε κάνει δεκτή την από 5.6.2014 (αριθμ. εκθ. καταθ. .../2014) αγωγή του πρώτου ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, Ε. Ρ. , και της δεύτερης ενάγουσας, Ε. Ρ. το γένος Ε. , η οποία μετά την άσκηση της αγωγής αποβίωσε και στη θέση της υπεισήλθαν, ως καθολικοί της διάδοχοι, τα τέκνα της, Μ. Ρ. και Μ. Ρ. και ήδη δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες αντίστοιχα, και υποχρέωσε την εναγόμενη-αναιρεσείουσα να καταβάλει στους τελευταίους το ποσό των 40.583,80 € με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, κήρυξε δε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 15.000 €. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 21.1.2020, ενώ η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης στις 4.6.2020 μαζί με το νόμιμο παράβολο (άρθ. 495 παρ.3, 552, 553, 556, 558 , 564 παρ.3 ΚΠολΔ).
Πρέπει, συνεπώς, να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 2496/1997 "Με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση [ασφαλιστής] αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενό της [λήπτη της ασφάλισης] ή σε τρίτον, παροχή [ασφάλισμα] σε χρήμα ή εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του [ασφαλιστική περίπτωση]" ενώ κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1, 2 και 5: "1. Η ασφαλιστική σύμβαση αποδεικνύεται με έγγραφο που εκδίδεται από τον ασφαλιστή... 2. Ο ασφαλιστής υποχρεούται να παραδώσει στον λήπτη της ασφάλισης ασφαλιστήριο ή αν έχει συμφωνήσει προσωρινή κάλυψη, έγγραφο προσωρινής κάλυψης. 5. Αν το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου παρεκκλίνει από την αίτηση για ασφάλιση, οι παρεκκλίσεις θεωρούνται ότι έχουν εγκριθεί από την αρχή, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται γραπτά εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου και εφόσον ο ασφαλιστής τον έχει ενημερώσει για την παρέκκλιση και για το δικαίωμα εναντίωσης γραπτά ή με σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου, στοιχειοθετημένη με εντονότερα στοιχεία από τα λοιπά, ώστε να υποπίπτει εύκολα στην αντίληψη και έχει χορηγήσει σε αυτόν σε χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης. Αν ο ασφαλιστής παρέλειψε να ενημερώσει ως άνω τον λήπτη και να του χορηγήσει το ως άνω υπόδειγμα, τότε οι παρεκκλίσεις δεν δεσμεύουν τον λήπτη της ασφάλισης και θεωρείται ότι έχει συμφωνηθεί το περιεχόμενο της αίτησης για ασφάλιση". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 361, 185, 192 και 193 ΑΚ συνάγεται, ότι η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής από τον ασφαλιστή. Η πρόταση πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα. Ουσιώδη στοιχεία της ασφαλιστικής συμβάσεως είναι τα στοιχεία των συμβαλλομένων και του δικαιούχου του ασφαλίσματος, αν αυτός είναι πρόσωπο διαφορετικό του συμβαλλομένου, η διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης, το πρόσωπο ή το αντικείμενο που σχετίζονται με την επέλευση του κινδύνου, το είδος των κινδύνων (ασφαλιστικοί κίνδυνοι), το τυχόν ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή (ασφαλιστικό ποσό), οι τυχόν εξαιρέσεις κάλυψης, το ασφάλιστρο και το εφαρμοστέο δίκαιο, αν αυτό δεν είναι το ελληνικό. Πέραν των ουσιωδών αυτών στοιχείων, είναι δυνατόν, στα πλαίσια της συμβατικής ελευθερίας των συμβαλλομένων, να συμφωνηθούν και πρόσθετοι όροι εφόσον και αυτοί αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγματεύσεως και έγιναν εκατέρωθεν αποδεκτοί. Στην πρακτική, συνήθως η πρόταση προς κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης γίνεται με έγγραφη προς τούτο αίτηση προς τον ασφαλιστή, η οποία περιέχει τους όρους της υπό κατάρτιση σύμβασης, η αποδοχή της δε από τον ασφαλιστή μπορεί να εκδηλωθεί και σιωπηρώς, όπως με την αποστολή του ασφαλιστηρίου εγγράφου, με την καθ' οιονδήποτε τρόπο ειδοποίηση του προτείνοντος, την είσπραξη ασφαλίστρου κλπ (ΟλΑΠ 9/2014).
Περαιτέρω από το νόμο (άρθρο 2 ν.2496/97) καθιερώνεται ως αποδεικτικός τύπος της ασφαλιστικής σύμβασης και των τυχόν προσθέτων όρων αυτής, το έγγραφο (ασφαλιστήριο), το οποίο εκδίδεται και υπογράφεται από τον ασφαλιστή, χωρίς να απαιτείται και η υπογραφή από το λήπτη της ασφάλισης κατ` απλή εφαρμογή των περιοριστικών κανόνων της δια μαρτύρων απόδειξης (άρθρο 394 παρ. 2 ΚΠολΔ) (Ολ ΑΠ 9/2014, ΑΠ 1912/2024). Εξαιτίας του αποδεικτικού χαρακτήρα του ασφαλιστηρίου παρέπεται, ότι, για την απόδειξη της κατάρτισης της σύμβασης αυτής μεταξύ των συμβαλλομένων, δεν επιτρέπονται μάρτυρες, παρά μόνο αν το έγγραφο που είχε συνταχθεί έχει χαθεί τυχαία, ενώ οι γενικοί και ειδικοί όροι ασφάλισης, που περιέχονται σ` αυτό, δεσμεύουν τον ασφαλισμένο και αν ακόμη δεν το υπέγραψε, εφόσον σ` αυτό στηρίζει τις αξιώσεις του, ενώ το επικαλείται και το προσκομίζει στο Δικαστήριο (ΑΠ 18/2009).
Εξάλλου το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 2496/1997 ορίζει ότι: "Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να καταβάλει τα ασφάλιστρα σε μετρητά, είτε εφάπαξ είτε με τμηματικές καταβολές. Η ασφαλιστική κάλυψη δεν αρχίζει πριν την καταβολή του εφάπαξ ασφαλίστρου ή της πρώτης δόσης της τμηματικής καταβολής εκτός αν προκύπτει διαφορετικά από την ασφαλιστική σύμβαση ή τις περιστάσεις". Η ρύθμιση αυτή έχει τεθεί υπέρ του ασφαλιστή και σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου, είναι έγκυρη κάθε συμφωνία, η οποία αυξάνει τα δικαιώματα του ασφαλισμένου, με συνέπεια να μπορεί να συμφωνηθεί, μεταξύ άλλων, ότι η ασφαλιστική κάλυψη θα αρχίσει και χωρίς την προκαταβολή των ασφαλίστρων (ΑΠ 667/2025, ΑΠ 1522/2022, ΑΠ 703/2018). Είναι επίσης δυνατόν η έμπρακτη συνειδητή αποδοχή από τον ασφαλιστή της ασφαλιστικής κάλυψης, χωρίς την προκαταβολή του ασφαλίστρου, να οδηγεί, σύμφωνα με την αρχή της καλής πίστης, στην αποδοχή της κάλυψης (ΑΠ 1658/2024, ΑΠ 703/2018, ΑΠ 1049/2006).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Με το λόγο αυτόν, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005, ΑΠ 1137/2019 , ΑΠ 185/2019, ΑΠ 326/2018). Ο αναιρετικός λόγος, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση που συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά ή εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε τις διατάξεις, που επικαλείται ο αναιρεσείων, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 KΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 584/2019, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 1668/2008).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ,είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Αντίφαση στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος όταν η ανεπάρκεια ή αντίφαση αφορά την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων ή όταν η αντίφαση εντοπίζεται μεταξύ της μείζονος και της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού (ΑΠ 1139/2022, ΑΠ 745/2019, ΑΠ 254/2018, ΑΠ 176/2011, ΑΠ 282/2010). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ` αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 658/2019, ΑΠ 739/2011) και να αναφέρεται σε αυτό σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η αυτή δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Στις ...2005 καταρτίστηκε μεταξύ
αφενός του πρώτου ενάγοντος Ε. Ρ. και της αρχικώς δεύτερης ενάγουσας και ήδη αποβιώσασας Ε. Ρ. το γένος Α. Ε. , αποβιώσασας την ...-2014 στη θέση της οποίας υπεισήλθαν οι κληρονόμοι της Μ. Ρ. και Μ. Ρ. και αφετέρου της ασφαλιστικής εταιρίας Ασπίς Πρόνοια ΑΕΓΑ με το υπ' αριθμόν .../2005 ασφαλιστήριο συμβόλαιο ισόβια σύμβαση ασφάλειας ζωής, δυνάμει της οποίας η εταιρία ανέλαβε μεταξύ άλλων και την υποχρέωση για την κάλυψη νοσοκομειακών δαπανών του ενάγοντος και της συζύγου του σε περίπτωση νοσηλείας τους, λόγω ασθένειας, μέχρι του ποσού των 500.000 ευρώ. Στη συνέχεια, η ως άνω εταιρία απώλεσε την άδειά της και τέθηκε σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης. Στις 9-11-2009, υπό την καθοδήγηση ομάδας πρακτόρων της εναγομένης οι αρχικοί ενάγοντες υπέβαλαν αίτηση προκειμένου να συνεχιστεί η ασφάλιση των προαναφερόμενων προσώπων από αυτήν. Στην ως άνω αίτηση επισυνάφθηκε το παλαιό ασφαλιστήριο της Ασπίς Πρόνοια ΑΕΓΑ, έτσι ώστε να χρησιμοποιηθεί ως πρότυπο και με αυτό να υποδειχθούν οι ασφαλιστικές καλύψεις που προϋπήρχαν και έπρεπε να συνεχιστούν. Τελικώς, η αίτηση έγινε δεκτή και εκδόθηκε το νέο ασφαλιστήριο συμβόλαιο την 17-2-2010, ενώ την 23η-2-2010 το ασφαλιστήριο είχε παραδοθεί στην συνεργαζόμενη με αυτούς ασφαλιστική σύμβουλο, Ε. Α. , προκειμένου να τους το παραδώσει. Ενημερώθηκαν δε ότι η προθεσμία καταβολής του εξαμηνιαίου ασφαλίστρου ήταν έως την 4-3-2010, ενώ το νέο συμβόλαιο συνήφθη με τους ίδιους όρους με εκείνο που είχε συναφθεί με την Ασπίς Πρόνοια, με ημερομηνία έναρξης της κάλυψης από την εναγομένη την 16η-2-2010. Την 1η-3-2010, προ της παρόδου της ως άνω ημερομηνίας, ο πρώτος ενάγων εξόφλησε το ασφάλιστρο (βλ. τη με αριθμό ...-2010 απόδειξη της εναγομένης), πράξη στην οποία δεν εναντιώθηκε η εναγομένη, παρόλο που είχε δικαίωμα να πράξει τούτο. Καθ' όλο το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, οι ενάγοντες έχοντας τη ρητή διαβεβαίωση της ασφαλιστικής τους συμβούλου Ε. Α. , ουδέποτε εξωτερίκευσαν με οποιοδήποτε τρόπο κάποια αμφισβήτηση για την ανυπαρξία ασφαλιστικής κάλυψης.
Εξάλλου, στο ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο υπάρχει προσάρτημα που καλείται "Megacare 100" με τίτλο "Συμπληρωματική ασφάλιση Νοσοκομειακής περίθαλψης με χρήση κάρτας νοσηλείας/Προσάρτημα 466", όπου αναφέρεται η ασφαλιστική κάλυψη κινδύνων υγείας και προβλέπεται ότι η εναγόμενη θα καταβάλει "τα λογικά και συνήθη έξοδα για ιατρική θεραπεία ή χειρουργική επέμβαση σε Νοσηλευτικό Ίδρυμα εξαιτίας σωματικής βλάβης από ατύχημα ή εξαιτίας ασθένειας του Ασφαλισμένου ή των εξαρτωμένων μελών της οικογένειάς του" (βλ. σελ. 22/55 ασφαλιστηρίου). Η αρχικώς δεύτερη ενάγουσα και ήδη αποβιώσασα Ε. Ρ. ήταν σύζυγος του ενάγοντος, στη δε 4/55 σελίδα του ασφαλιστηρίου αναφέρεται ρητά ότι αποτελεί εξαρτώμενο μέλος και δικαιούχο του ασφαλίσματος σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου. Στις 25-2-2010 η προαναφερόμενη, στα πλαίσια ετήσιου ελέγχου για την πρόληψη καρκίνου του μαστού υποβλήθηκε σε απεικονιστική εξέταση υπερήχου, κατά την οποία εντοπίστηκαν "στον αριστερό μαστό, στην 9η ώρα δύο υπόηχες περιοχές με ανώμαλα και εν μέρει ασαφή όρια, ακουστική σκιά και σε απόσταση 2 εκ. μεταξύ τους με διαστάσεις 1, 1 χ 1,1 εκ. και 1,3 χ 1,1 εκ. ενώ στο δεξιό μαστό στην 1Οη ώρα κύστη διαμέτρου 0,8 εκ. και υπόηχο μόρφωμα σαφών ορίων διαμέτρου 0,8 εκ (ενδομαστικός λεμφαδένας) (βλ. την έκθεση της ακτινολόγου Α. Ξ.). Να σημειωθεί δε, ότι η προηγούμενη εξέτασή της με ψηφιακή μαστογραφία την 16-3-2009 ήταν χωρίς ευρήματα, αποδείχθηκε δε ότι υποβαλλόταν σε σχετικό έλεγχο ετησίως. Την 26η -2- 2010 μετέβη στην κυτταρολόγο Μ. Π. - Κ. όπου ελήφθησαν επιχρίσματα με παρακέντηση των βλαβών του μαστού. Το αποτέλεσμα της εξέτασης ήταν θετικό για κακοήθεια με εικόνα πορογενούς Ca μαστού, ενώ την 4η-3-2010 υποβλήθηκε σε ευρεία χειρουργική εκτομή του μαστού και σε ταχεία βιοψία (βλ. τις από ...-2010 εκθέσεις του χειρουργού Η. Σ.). Τα ληφθέντα μέρη των εκτομών απεστάλησαν στην παθολογοανατόμο Μ. Κ. , η οποία επιβεβαίωσε την ύπαρξη mv ύπαρξη πορογενούς Ca Grade ΠΙ (βλ. την από ...-2010 έκθεση της ως άνω ιατρού), ενώ τα παρασκευάσματα των ληφθέντων λεμφαδένων απεστάλησαν στο ιατρικό κέντρο ΙΑΣΩ όπου ανευρέθη ότι σε δύο λεμφαδένες παρατηρείται μεταστατική νεοπλασματική διήθηση από αδενοκαρκινώματα με συμβατούς μορφολογικούς χαρακτήρες με τους παρατηρούμενους σε πορογενές καρκίνωμα του μαστού. Στις 17-3-2010 η Ε. Ρ. εισήλθε υπό την καθοδήγηση του ογκολογικού συμβουλίου του ΙΑΣΩ στο κέντρο όπου υποβλήθηκε σε περαιτέρω χειρουργικό καθαρισμό, ενώ έγινε ιστολογική εξέταση των νέων εκτομών, αποφασίσθηκε δε από τους θεράποντες ιατρούς χημειοθεραπεία, ακτινική θεραπεία και ορμονοθεραπεία. Προκειμένου να αντιμετωπιστεί η νόσος υποβλήθηκαν οι ενάγοντες σε ιατρικές δαπάνες συνολικού ποσού 40.532,8 ευρώ, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις (ακολουθούν αποδείξεις). Τα ανωτέρω δεν αμφισβητεί ειδικότερα η εναγόμενη, και σε συνδυασμό με τους λοιπούς ισχυρισμούς της, όπως τους εκτιμά το δικαστήριο κατ' αρ. 261 ΚΠολΔ, συνάγεται ομολογία της. Η εκκαλούσα με λόγο εφέσεως ισχυρίζεται, όπως και πρωτόδικα, ότι η εκδήλωση της ασθένειας της Ε. Ρ. επήλθε πριν την έναρξη της ουσιαστικής ισχύος της ασφάλισης και πριν την κατάρτιση της σύμβασης, η οποία κατά την εναγομένη, έλαβε χώρα την 1-3-2010 που πληρώθηκε το ασφάλιστρο και όχι νωρίτερα και συνεπώς ότι οι αντισυμβαλλόμενοι είχαν γνώση της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου πριν τη σύναψη της σύμβασης. Τα ως άνω όμως είναι απορριπτέα ως αναπόδεικτα, καθώς αποδείχτηκε αφενός ότι οι διάδικοι δεν εξάρτησαν την ουσιαστική έναρξη της ασφαλιστικής σύμβασης από την καταβολή των ασφαλίστρων και αφετέρου ότι οι ενάγοντες ουδόλως είχαν γνώση της ασθένειας της Ε. Ρ. κατά το χρόνο που αιτήθηκαν τη μεταφορά της ασφαλιστικής τους κάλυψης στην εναγομένη λόγω ανάκλησης της άδειας της Ασπίς Πρόνοια ΑΕΓΑ στην οποία ήταν ασφαλισμένοι, σε κάθε περίπτωση δε, πριν την έναρξη της ισχύος του συμβολαίου, αλλά ενημερώθηκαν πρώτη φορά για την ύπαρξη κινδύνου την 25-2-2010 που έγινε η απεικονιστική εξέταση υπερήχου όπως προαναφέρθηκε, και συνεπώς δεν συνιστά, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, περιστατικό που οι ενάγοντες απέκρυψαν κακόπιστα και το οποίο ήταν αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, κατά την έννοια των άρθρων 1 των ειδικών όρων της σύμβασης (σελίδα 6) και άρθρων 1 των προσαρτημάτων 411, 466 και 470 (σελίδες 20, 22 και 41) της προαναφερθείσας ασφαλιστικής σύμβασης, όπως ερμηνεύονται κατ' άρθρο 173 και 200 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2251/1994 "προστασία καταναλωτών". Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι συμφωνήθηκε από τους αντισυμβαλλόμενους η ουσιαστική έναρξη της ασφαλιστικής σύμβασης την 16-2-2010, όπως αναφέρεται ρητά στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και προκύπτει από ειδικό όρο αυτού, ο οποίος τροποποιεί το γενικό όρο του άρθρου 2 του ασφαλιστηρίου ζωής και το γενικό όρο του άρθρου 11 παρ. 2 του παραρτήματος ασθένειας, με την προϋπόθεση να πληρωθεί το ασφάλιστρο πριν την 4-3-2010. Η ως άνω προϋπόθεση περί πληρωμής του ασφαλίστρου πριν την 4-3-2010 πληρώθηκε και συνεπώς τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η εναγόμενη δεν ευσταθούν.
Εξάλλου, στην πρώτη σελίδα του με αριθμό .../2010 ασφαλιστηρίου αναφέρεται ρητά ως ημερομηνία έναρξης της ασφάλισης η 16-2-2010, ενώ στη σελίδα 5 όπου γίνεται παραπομπή στους ειδικούς όρους του συμβολαίου, στην παράγραφο με επικεφαλίδα "Παρεκκλίσεις" σημειώνεται "Καμία".
Συνεπώς, στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά πλάσμα του νόμου θεωρείται ότι η σύμβαση καταρτίστηκε τυπικά, σύμφωνα με το περιεχόμενο της αίτησης η οποία για τον ενάγοντα έγινε την 9-11-2009 και για την Ε. Ρ. την 8η-2-2010. Για την απόδειξη δε της ασφαλιστικής σύμβασης, λαμβάνεται υπόψη το ασφαλιστήριο, και δεν χωρεί απόδειξη με μάρτυρες (άρθρο 394 αρ. 2 ΚΠολΔ). Επιπροσθέτως, το γεγονός ότι δεν σημειώθηκε, κατά την αίτηση της 9-11-2009 για μεταφορά της ασφάλισης, το όνομα της Ε. Ρ. ως εξαρτώμενο μέλος οφείλεται σε αβλεψία της ασφαλιστικής συμβούλου Ε. Α. , όπως κατέθεσε και η ίδια, επιβεβαίωσε δε κατηγορηματικά ο πατέρας της ενώπιον του ακροατηρίου, αμέλεια όμως που επισημάνθηκε και διορθώθηκε εγκαίρως πριν την σύναψη του συμβολαίου (βλ. την από ...-2010 αίτηση τροποποίησης του ασφαλιστηρίου με αριθμό ...). Να σημειωθεί δε ότι προσκομίζονται από τους ενάγοντες οι παλαιότερες εξετάσεις της Ε. Ρ. από τις οποίες προκύπτει ότι έως την 25-2-2010 που υποβλήθηκε στην απεικονιστική εξέταση υπερήχου με την οποία γνωματεύτηκε η υποψία νεοπλασματικής νόσου στο μαστό της, ήταν απολύτως υγιής και είχε πλήρη άγνοια της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου. Επιπλέον, απορριπτέος είναι ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι οι ενάγοντες επέδειξαν αντισυναλλακτική συμπεριφορά αποκρύπτοντας από την εταιρία τις εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε η Ε. Ρ. στο ΙΑΣΩ κατά τη νοσηλεία της εκεί, αφού δεν ενισχύθηκε από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο ότι η εταιρία ζήτησε από τους ενάγοντες οποιοδήποτε έγγραφο και αυτοί αρνήθηκαν να το προσκομίσουν. Αντιθέτως, αποδείχθηκε, ότι μέσω της ασφαλιστικής τους συμβούλου Ε. Α. , απέστειλαν σε διάφορα χρονικά διαστήματα στην εταιρία οποιοδήποτε έγγραφο τους ζητήθηκε.
Εξάλλου, η εταιρία ουδέποτε προέβαλε εναντίωση στους όρους του ασφαλιστηρίου, ούτε κατήγγειλε αυτό, όπως είχε δικαίωμα προς τούτο, κατά τα οριζόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αντιθέτως αποδέχθηκε αυτό, αφού εισέπραξε το επόμενο ασφάλιστρο, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθμό ...-2010 απόδειξη.
Συνεπώς, οι σχετικοί ισχυρισμοί της εναγομένης τους οποίους επαναφέρει με λόγους εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης 242/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή των εναγόντων -αναιρεσιβλήτων και είχε υποχρεωθεί η εναγομένη -αναιρεσείουσα να καταβάλει εντόκως στους ενάγοντες-αναιρεσίβλητους το συνολικό ποσό των 40.538,80 € για ιατρικές δαπάνες της ασφαλισμένης Ε. Ε.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1, 2 παρ.1, 2, 5 και 6 παρ. 1 του ν. 2496/1997 που ήταν εφαρμοστέες, τις οποίες συνεπώς δεν παραβίασε, καθόσον τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι η ουσιαστική έναρξη ασφάλισης δεν εξαρτήθηκε από την καταβολή του ασφαλίστρου και επομένως η ασφαλιστική σύμβαση ενεργοποιήθηκε πριν την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα ότι η ασφαλισμένη δικαιούται την ασφαλιστική αποζημίωση και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές: α) ότι οι διάδικοι δεν εξάρτησαν την ουσιαστική έναρξη της ασφαλιστικής σύμβασης από την καταβολή των ασφαλίστρων, β) ότι η ασφαλιστική έναρξη της ασφαλιστικής σύμβασης, δηλαδή ο χρόνος που συμφωνήθηκε να αρχίσει να φέρει τον κίνδυνο η ασφαλίστρια, είναι η αναφερόμενη ως ημερομηνία έναρξης στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ημερομηνία (16.2.2010) με την προϋπόθεση να καταβληθεί η πρώτη δόση των ασφαλίστρων έως 4.3.2010, η οποία και πληρώθηκε με την καταβολή της από τον πρώτο ενάγοντα-αναιρεσίβλητο την 1.3.2010 και γ) ότι η σημείωση στην πέμπτη σελίδα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου "καμία παρέκκλισις" έχει την έννοια ότι η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίστηκε, κατά πλάσμα του νόμου, σύμφωνα με την από 9.11.2009 για τον πρώτο ενάγοντα, Ε. Ρ. , και την από 8.2.2010 για την δεύτερη ενάγουσα, Ε. Ρ. , αίτηση, ως να είχε γίνει αποδεκτή από την εναγομένη η με τον τρόπο αυτό πρόταση των εναγόντων προς κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης ασφάλισης και να είχε καταρτισθεί εξαρχής αντίστοιχη σύμβαση και επομένως ο ασφαλιστικός κίνδυνος τον οποίο οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν για πρώτη φορά την 25.2.2010 , όταν η δεύτερη ενάγουσα στα πλαίσια ετήσιου ελέγχου υποβλήθηκε σε απεικονιστική εξέταση υπερήχου και διαπιστώθηκε η ύπαρξη καρκίνου μαστού, καλύπτεται, απορριπτομένης της ένστασης περί δόλιας απόκρυψης από τους ενάγοντες περιστατικού ουσιώδους για την εκτίμηση του κινδύνου που ανέλαβε και συνακόλουθα περί συνδρομής περίπτωσης απαλλαγής της ασφαλίστριας από την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης (άρθρο 3 παρ. 1 και 6 ν. 2497/1997).
Συνεπώς οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, εκτιμώμενοι ως σύνολο, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 5 και 6 παρ. 1 ν. 2496/1997, είναι αβάσιμοι. Οι πρόσθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι ιδρύεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο α) ενώ δέχεται στη μείζονα σκέψη της απόφασής του ότι σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 και 2 του Ασφ. Ν. ο λήπτης της ασφαλίσεως υποχρεούται να καταβάλει τα ασφάλιστρα τοις μετρητοίς και ότι η ασφαλιστική κάλυψη δεν αρχίζει πριν την καταβολή του ασφαλίστρου εφάπαξ ή της πρώτης δόσης αυτού εκτός αν προκύπτει άλλως από την ασφαλιστική σύμβαση ή τις περιστάσεις, ακολούθως δέχεται ότι επήλθε η έναρξη της ουσιαστικής ισχύος της ασφαλίσεως την 16.2.2010 εφόσον πληρώθηκε το ασφάλιστρο την 1.3.2010 με μεταχρονολογημένη επιταγή και β) ενώ δέχεται ότι η ασφάλιση αποδεικνύεται από το ίδιο το ασφαλιστήριο κατ' άρθρο 2 παρ. 1 ν. 2496/1997, στη συνέχεια κάνει δεκτό ότι η ουσιαστική ισχύς της ασφάλισης αποδεικνύεται και με μάρτυρες, είναι απαράδεκτες, η πρώτη, διότι η επικαλούμενη αντίφαση, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, φέρεται να υπάρχει μεταξύ της μείζονος και της ελάσσονος πρότασης του συλλογισμού του Εφετείου, γεγονός που δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως προαναφέρθηκε, και η δεύτερη, διότι ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται για παραβίαση δικονομικών διατάξεων, όπως είναι και οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις του άρθρου 2 παρ.1 ν. 2496/1997 και άρθρου 394 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επίσης, η αιτίαση περί ασαφούς αιτιολογίας διότι το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι η έναρξη της ουσιαστικής ισχύος της ασφάλισης συμφωνήθηκε την 16.2.2010, όπως ρητά αναφέρεται στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αμέσως μετά αναφέρει ότι τούτο προκύπτει από ειδικό όρο που τροποποιεί τους γενικούς όρους 2 και 11 παρ. 2 υπό την προϋπόθεση να πληρωθεί το ασφάλιστρο προ της 4.3. 2010 και ότι η ασφαλιστική σύμβαση θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ότι καταρτίστηκε σύμφωνα με την αίτηση ασφάλισης, από την οποία δεν υπάρχει "καμία παρέκκλισις", όπως αναγράφεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, χωρίς να αναφέρει το περιεχόμενο της αίτησης, είναι αβάσιμη, δεδομένου ότι το Εφετείο με σαφή και πλήρη αιτιολογία δέχεται ότι η συμφωνία των μερών περί έναρξης της ασφαλιστικής σύμβασης από 16-2-2010 προκύπτει από έγκυρο ειδικό συμβατικό όρο, υπό την (πληρωθείσα) προϋπόθεση καταβολής του ασφαλίστρου έως την 4-3-2010, η δε μνεία της απόφασης της σημείωσης "Καμία" στην παράγραφο "Παρεκκλίσεις" της σύμβασης έχει την έννοια ότι δεν συμφωνήθηκε μεταβολή στους ουσιαστικούς όρους και το περιεχόμενο της ασφαλιστικής κάλυψης, όπως αυτά αναφέρονται στην αίτηση ασφάλισης, οι οποίοι δεν δέχεται το Εφετείο ότι αφορούσαν τον χρόνο έναρξης της ασφάλισης και συνεπώς δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρονται ειδικότερα για την επάρκεια της αιτιολογίας του στο ζήτημα αυτό.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, αναιρείται η απόφαση αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ, περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, όχι όμως, όταν, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και αυτό γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση και των άλλων αποδεικτικών μέσων, που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία, όμως, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, ενώ το δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε, σε διαφορετική δε περίπτωση ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου αυτού στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος είναι απαράδεκτος και απορριπτέος (562 παρ. 2 ΚΠολΔ). Αν έγινε ή όχι επίκληση του αποδεικτικού μέσου κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναίρεσης α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που προσέδωσε σ` αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, και, γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (ΑΠ 227/2024, ΑΠ 61/2024). Ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο, που φέρεται πως έχει παραμορφωθεί, για να εκτιμηθεί (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) το περιεχόμενό του προς διαπίστωση της βασιμότητας του λόγου αναίρεσης, άλλως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 483/2023). Mε τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 17.2.2010 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που είναι το αποκλειστικό αποδεικτικό μέσο το οποίο αποδεικνύει την ασφαλιστική σύμβαση καθώς και το περιεχόμενο της αίτησης ασφάλισης παραλείποντας περικοπές της που αφορούν την ουσιαστική έναρξη της ασφαλιστικής σύμβασης. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου αναγράφεται "Έναρξις Ασφάλισης: 16.2.2010" χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό περί ουσιαστικής έναρξης της ασφάλισης την 16.2.2010, όπως εσφαλμένα δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, προς επίρρωση δε του εσφαλμένου αποδεικτικού αυτού πορίσματός της δέχεται ότι η εν λόγω ένδειξη αποτελεί ειδικό όρο που τροποποιεί τον γενικό όρο του άρθρου 2 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ο οποίος ορίζει επί λέξει " Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο Ζωής και οι Συμπληρωματικές Ασφαλίσεις ισχύουν μόνο στην περίπτωση που το ασφαλιστήριο έχει παραδοθεί στον Λήπτη της ασφάλισης και έχει καταβληθεί το πρώτο ετήσιο ασφάλιστρο ή η πρώτη δόση του ...." και τον γενικό όρο του άρθρου 11 παρ. 2 του Παραρτήματος (πρόγραμμα MEGACARE 100) που ορίζει επί λέξει "Η ασφαλιστική κάλυψη δεν αρχίζει πριν την καταβολή του ετήσιου ασφάλιστρου ή της πρώτης δόσης της τμηματικής καταβολής" ο οποίος τυγχάνει ειδικός και όχι γενικός όρος, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη, και υπερισχύει των γενικών όρων του ασφαλιστικού συμβολαίου. Επίσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραποίησε το περιεχόμενο της αίτησης ασφάλισης στην οποία αναφέρεται το ασφαλιστήριο συμβόλαιο με τη σημείωση "Καμία παρέκκλισις" παραλείποντας περικοπές της σύμφωνα με τις οποίες η ισχύς των καλύψεων άρχεται από την παράδοση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και την πληρωμή του πρώτου ασφαλίστρου. Ο λόγος αυτός κατά τελευταίο σκέλος του που αναφέρεται στην αίτηση ασφάλισης είναι αόριστος και επομένως απαράδεκτος, επειδή στο δικόγραφο της αναίρεσης δεν αναφέρεται αυτούσιο το περιεχόμενο της αίτησης όπως απαιτείται κατά τα προεκτεθέντα, προκειμένου από τη σύγκριση με το αναφερόμενο στην αναίρεση περιεχόμενο, που της προσέδωσε το Εφετείο, να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα, αλλά εκτίθεται μόνο το περιεχόμενο, που της αποδίδει η αναιρεσείουσα. Κατά το πρώτο σκέλος του ο ανωτέρω πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Τούτο διότι το Εφετείο όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και από το ως άνω περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, δεν ανέγνωσε εσφαλμένα το εν λόγω έγγραφο αφού το περιεχόμενό του παρατίθεται, στην προσβαλλομένη απόφαση, αλλά εκτιμώντας και αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενό του έκρινε, ότι η ουσιαστική έναρξη της ασφαλιστικής σύμβασης είναι η 16η.2.2010. Το γεγονός ότι, παρά την ορθή ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, η προσβαλλομένη απόφαση συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται για αιτίαση αναγομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν εμπροθέσμως προτάσεις στις 10.10. 2022 (άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.5.2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. .../2020) αίτηση της ασφαλιστικής εταιρίας "Ευρωπαϊκή Πίστη Aνώνυμη Ασφαλιστική Eταιρία Γενικών Ασφαλίσεων" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ