Απόφαση 547 / 2026    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 547/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Στέργιο Σπυρόπουλο και Ευαγγελία Καστρινάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Π. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5184/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6506/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από ...2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης (παρ. 1). Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της ασκηθείσας αναίρεσης αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, τη συνδρομή της οποίας εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα υποβληθέντα αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1β, 309 εδ. 1, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που είναι τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησής της, κατά το χρόνο, δηλαδή, κατάθεσής της στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση. Τελεσίδικη δε είναι η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή και δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση (ΑΠ 712/2020, ΑΠ 1596/2018). Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1152/2023). Αν αντιθέτως η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε, αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 534/2023, ΑΠ 474/2022). Στην αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί. Την κλήτευση του απολειπομένου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 57/2023, ΑΠ 175/2023, ΑΠ 474/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 177/2018).
Περαιτέρω, από το άρθρο 143 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, με έναρξη ισχύος την 1.1.2016 (σύμφωνα με την παρ.4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ιδίου νόμου), με το οποίο ορίζεται ότι ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του, συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια (εφόσον ασκηθεί έφεση) δίκη, θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του. Η ισχύς της εν λόγω διάταξης, ως δικονομική, καταλαμβάνει από 1.1.2016 όλες τις επιδόσεις που γίνονται στον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν η απόφαση, στην υπόθεση για την οποία αυτός είχε παραστεί, εκδόθηκε πριν την 1.1.2016. Από, δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ' αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής ότι το δικαστήριο δίκασε κατ1 αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω κώδικα (ΑΠ 538/2023, ΑΠ 1578/2021, 1170/2021, ΑΠ 1305/2020).
Από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. ...2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Φ. Σ. του Εφετείου Αθηνών μέλος της αστικής εταιρείας δικαστικών επιμελητών "... Α.Ε.Δ.Ε" με έδρα την Αθήνα, αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της από ...2023 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α1 τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, την από 5.4.2023 πράξη του Αντιπροέδρου του Α1 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αίτησης στις 4.11.2024 και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στον αντίκλητο του αναιρεσιβλήτου πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Κυριακόπουλο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση. Όμως αυτός (αναιρεσίβλητος) δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε δήλωση, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο και γι αυτό, αφού κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 6506/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (τακτική διαδικασία), με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η από ...2019 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 5184/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από …2015 αγωγή του αναιρεσίβλητου-ενάγοντος και έκανε αυτή (αγωγή) εν μέρει δεκτή και αναγνώρισε ότι η ήδη αναιρεσείουσα - εναγομένη του οφείλει το ποσό των 185.970,00 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται επίδοση αυτής (η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 20.12.2022, η ένδικη αναίρεση ασκήθηκε στις 14.2.2023) (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 790/2023, ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 669/2017). Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παράνομου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης/ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας-πελάτη. Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων, ώστε ο αποδέκτης των επενδυτικών υπηρεσιών να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του, και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλομένη αυτού Τράπεζα θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη (ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 669/2017). Είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή καθ' εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013). Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και, χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα (ΟλΑΠ 18/2004, ΑΠ 874/2022). Δεν εξετάζονται δε οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 1512/2021, ΑΠ 719/2012). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε κυριαρχικά, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 669/2017, ΑΠ 631/2015). Ακολούθως, ο Ν. 3606/2007, "Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις" (με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως Ml FID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ) και του οποίου οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 70 εξακολουθούν να εφαρμόζονται για πράξεις και παραλείψεις που έχουν τελεστεί μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου Ν. 4514/3.1.2018 (βλ. άρθρο 98 τούτου), προέβλεπε: ι) στο άρθρο 4 παρ. 1, ότι ως επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες, νοούνται μεταξύ άλλων, (α) η λήψη και διαβίβαση εντολών, η οποία συνίσταται στην λήψη και διαβίβαση εντολών για λογαριασμό πελατών, για κατάρτιση συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα, (β) η εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών, η οποία συνίσταται στην κατάρτιση συμβάσεων αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσότερων ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών, και (ε) η παροχή επενδυτικών συμβουλών, η οποία συνίσταται σε παροχή προσωπικών συμβουλών σε πελάτη, είτε κατόπιν αιτήσεώς του, είτε με πρωτοβουλία της ΕΠΕΥ, σχετικά με μία ή περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα, ιι) στο άρθρο 2, αναφερόμενο στο πεδίο εφαρμογής του, ότι σ' αυτόν υπάγονται οι ΑΕΠΕΥ .... και τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και ιιι) στο άρθρο 3 παρ. 2, ότι στα πιστωτικά ιδρύματα εφόσον παρέχουν μία ή περισσότερες επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες εφαρμόζονται οι αναφερόμενες διατάξεις, μεταξύ των οποίων η διάταξη του άρθρου 25 του νόμου αυτού. Με το τελευταίο άρθρο του εν λόγω νόμου (3606/2007), ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να ενεργούν κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους και ειδικότερα να συμμορφώνονται με τις αρχές που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 8 του άρθρου αυτού. 2. Οι πληροφορίες που παρέχουν οι ΑΕΠΕΥ σε πελάτες ή σε δυνητικούς πελάτες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές. Οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες. 3. Οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν στους πελάτες ή στους δυνητικούς πελάτες κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή, ώστε αυτοί να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας και της συγκεκριμένης κατηγορίας του προτεινόμενου χρηματοπιστωτικού μέσου και ως εκ τούτου να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις επί τη βάσει αντικειμενικής πληροφόρησης. Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή. Η πληροφόρηση περιλαμβάνει στοιχεία σχετικά με: (α) την ΑΕΠΕΥ και τις υπηρεσίες της, (β) τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, καθώς και κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα ή με την υιοθέτηση των εν λόγω επενδυτικών στρατηγικών, (γ) τους τόπους εκτέλεσης και (δ) το κόστος και τις σχετικές παρεπόμενες επιβαρύνσεις. 4. Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν επενδυτικές συμβουλές ή προβαίνουν σε διαχείριση χαρτοφυλακίου, οφείλουν να αντλούν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με τη χρηματοοικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς στόχους του, ώστε να μπορούν να τους συστήσουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωση τους (έλεγχος καταλληλότητας). 5. Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν άλλες επενδυτικές υπηρεσίες εκτός από αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 4, ζητούν από τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία του προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορούν οι ΑΕΠΕΥ να εκτιμήσουν κατά πόσον η σχεδιαζόμενη επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλο για τον πελάτη (έλεγχος συμβατότητας). Εφόσον οι ΑΕΠΕΥ κρίνουν, βάσει των πληροφοριών που έχουν λάβει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, ότι το χρηματοπιστωτικό μέσο ή η υπηρεσία δεν είναι κατάλληλα για τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη, οφείλουν να τον προειδοποιήσουν σχετικά. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. Εάν ο πελάτης ή ο δυνητικός πελάτης δεν παράσχει τις κατά το πρώτο εδάφιο πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του ή αν παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να τον προειδοποιήσουν ότι η απόφαση του αυτή δεν τους επιτρέπει να κρίνουν κατά πόσον η προσφερόμενη ή ζητούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το προσφερόμενο ή ζητούμενο χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλα γΓ αυτόν. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. 6. Οι ΑΕΠΕΥ, που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες, οι οποίες συνίστανται αποκλειστικά στην εκτέλεση εντολών πελατών ή τη λήψη και διαβίβαση εντολών με ή χωρίς παρεπόμενες υπηρεσίες, μπορούν παρέχουν τις εν λόγω υπηρεσίες στους πελάτες τους χωρίς να έχουν λάβει τις πληροφορίες και χωρίς να έχουν καταλήξει στην κρίση που προβλέπεται στην παράγραφο 5, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι παρακάτω προϋποθέσεις: (α) Οι εν λόγω υπηρεσίες αφορούν μετοχές, εισηγμένες για διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά ή σε ισοδύναμη αγορά τρίτης χώρας, μέσα χρηματαγοράς, ομολογίες ή άλλες μορφές τιτλοποιημένου χρέους, (με την εξαίρεση των ομολογιών ή άλλων μορφών τιτλοποιημένου χρέους που ενσωματώνουν παράγωγα), μερίδια ΟΣΕΚΑ και άλλα μη σύνθετα χρηματοπιστωτικά μέσα. Αγορά τρίτης χώρας θεωρείται ισοδύναμη με οργανωμένη αγορά, εάν πληροί ισοδύναμες απαιτήσεις με τις οριζόμενες στο Κεφάλαιο ΣΤ του Πρώτου Μέρους του νόμου αυτού, (β) Η υπηρεσία παρέχεται κατόπιν πρωτοβουλίας του πελάτη ή δυνητικού πελάτη, (γ) Ο πελάτης ή δυνητικός πελάτης έχει ενημερωθεί σαφώς ότι, κατά την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας, η ΑΕΠΕΥ δεν υποχρεούται να αξιολογήσει τη συμβατότητα του χρηματοπιστωτικού μέσου που προσφέρεται ή της υπηρεσίας που παρέχεται και ότι δεν καλύπτεται από την αντίστοιχη προστασία των σχετικών κανόνων επαγγελματικής συμπεριφοράς. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή, (δ) Η ΑΕΠΕΥ συμμορφώνεται με τις κατά το άρθρο 13 υποχρεώσεις της. 7. Οι ΑΕΠΕΥ τηρούν αρχείο με τα έγγραφα και τις συμβάσεις που καταρτίζονται μεταξύ του πελάτη και της ΑΕΠΕΥ, τα οποία αναφέρουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, καθώς και τους όρους υπό τους οποίους η ΑΕΠΕΥ παρέχει υπηρεσίες στον πελάτη. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών μπορούν να ορίζονται με αναφορά σε άλλα έγγραφα ή νομικά κείμενα. 8. Οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν σε κάθε πελάτη εγγράφως επαρκή ενημέρωση σχετικά με τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Περαιτέρω, στο άρθρο 27 Ν. 3606/2007 περιλαμβάνεται η αρχή βέλτιστης εκτέλεσης (best execution principle), η οποία ήδη προβλεπόταν από το άρθρο 91 του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ και καθιερώνεται με το παραπάνω άρθρο, με την οποία ορίζεται, ότι όταν οι ΕΠΕΥ εκτελούν εντολές των πελατών τους, οφείλουν να λαμβάνουν κάθε εύλογο μέτρο ώστε να επιτυγχάνουν το βέλτιστο αποτέλεσμα για τον πελάτη λαμβάνοντας υπ' όψη την τιμή, το κόστος, την ταχύτητα, την πιθανότητα εκτέλεσης και διακανονισμού, τον όγκο, τη φύση και οποιονδήποτε άλλο παράγοντα αφορά την εκτέλεση της εντολής καθώς και τη βαρύτητα που αποδίδει κάθε επενδυτής σε αυτούς. Η υποχρέωση της ΕΠΕΥ αφορά σε όλες τις μορφές και κατηγορίες χρηματοπιστωτικών μέσων του άρθρου 5 Ν. 3606/2007, συνίσταται στην υιοθέτηση κατάλληλων διαδικασιών και στην εφαρμογή κατάλληλης πολιτικής βέλτιστης εκτέλεσης, ώστε να επιτευχθεί το βέλτιστο αποτέλεσμα. Αποτελεί νομική υποχρέωση κάθε επιχείρησης επενδύσεων να εφαρμόζει διαδικασίες και μηχανισμούς που διασφαλίζουν την έγκαιρη, δίκαιη και ταχεία εκτέλεση των εντολών των πελατών της σε σχέση με τις εντολές άλλων πελατών ή τα συμφέροντα της ίδιας. Η πολιτική εκτέλεσης εντολών περιέχει για κάθε κατηγορία χρηματοπιστωτικών μέσων, στοιχεία σχετικά με τους διάφορους τόπους διαπραγμάτευσης όπου η ΑΕΠΕΥ εκτελεί τις εντολές των πελατών της και τους παράγοντες που επηρεάζουν την επιλογή του τόπου διαπραγμάτευσης. Οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν στους πελάτες τους κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με την πολιτική εκτέλεσης εντολών που ακολουθούν και λαμβάνουν την προηγούμενη συναίνεση των πελατών τους σχετικά με την εν λόγω πολιτική (παρ. 5). Οι ΑΕΠΕΥ παρακολουθούν την αποτελεσματικότητα των ρυθμίσεων και της πολιτικής που ακολουθούν ως προς την εκτέλεση των εντολών, ώστε να εντοπίζουν και να διορθώνουν, όπου χρειάζεται, ελλείψεις. Ειδικότερα οι ΑΕΠΕΥ εξετάζουν τακτικά κατά πόσον οι τόποι διαπραγμάτευσης, που προβλέπονται στην πολιτική εκτέλεσης εντολών, επιτυγχάνουν το βέλτιστο αποτέλεσμα για τους πελάτες τους και να τροποποιούν αναλόγως τις ρυθμίσεις εκτέλεσης εντολών που ακολουθούν. Οι ΑΕΠΕΥ πληροφορούν τους πελάτες τους για κάθε ουσιαστική αλλαγή των ρυθμίσεων και της πολιτικής που ακολουθούν ως προς την εκτέλεση των εντολών. Η θεσπιζόμενη από τις άνω διατάξεις υποχρέωση βέλτιστης εκτέλεσης από συστηματική άποψη αποτελεί απόρροια και εξειδίκευση μιας ευρύτερης αρχής, που ανήκει στον σκληρό πυρήνα του συστήματος δεοντολογίας που εισάγει η Οδηγία για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων. Η αρχή αυτή, η οποία επιτάσσει την διαφύλαξη και προστασία των συμφερόντων του πελάτη ανήκει στον κανόνα και στο απαραβίαστο νομικό κεκτημένο όλων των σύγχρονων κεφαλαιαγορών. Σύμφωνα με αυτή (άρθρο 25 παρ. 1 Ν. 3606/2007) οι ΕΠΕΥ "οφείλουν να ενεργούν κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπομένων υπηρεσιών σε πελάτες, με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους". Με βάση τα παραπάνω στην περίπτωση που η Τράπεζα απλώς και μόνο παρέχει την υπηρεσία της εκτέλεσης εντολών πελατών της, ή της λήψης και διαβίβασης εντολών, πρέπει να προχωρήσει στον προβλεπόμενο στην παρ. 5 του άρθρου 25 του Ν. 3606/2007 έλεγχο συμβατότητας και να ειδοποιήσει σχετικά τον πελάτη, εκτός αν συντρέχουν οι άνω προϋποθέσεις της παρ. 6 του ίδιου άρθρου, οπότε η Τράπεζα απαλλάσσεται και από τον έλεγχο συμβατότητας. Η παράβαση των προβλεπόμενων στις διατάξεις του εν λόγω νόμου υποχρεώσεων των ΑΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, δε αυτή η παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον καταναλωτή, ιδιώτη επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα ΑΕΠΕΥ, σε αποζημίωση (ΑΠ 140/2023, ΑΠ 1024/2022, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 619/2021, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 874/2018, ΑΠ 244/2016, ΑΠ 1028/2015). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του Ν. 2251/1994 προκύπτει ότι, η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι, είτε ενδοσυμβατική, είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντας τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος (ΑΠ 1028/2015). Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει επίσης ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης στο πλαίσιο παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 Ν. 2251/1994. Ο ανωτέρω νόμος έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον οποιονδήποτε "προμηθευτή" την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου "καταναλωτή". Αυτή η υποχρέωση επιβάλλεται και στις τράπεζες ως "προμηθευτές" ιδιωτών επενδυτών, ώστε αυτοί να λαμβάνουν τεκμηριωμένα τη σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής, χωρίς να παραπλανώνται, αποφασίζοντας να ενεργήσουν συναλλαγή, την οποία διαφορετικά δεν θα αποφάσιζαν να ενεργήσουν. Οι υποχρεώσεις αυτές του "προμηθευτή" προβλέπονται, ιδίως, στα άρθρα 9γ-9ε του νόμου, που αναφέρονται στην "απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών". Εμμέσως, ωστόσο, προκύπτουν και από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 4α, τα οποία αναφέρονται μεν ευθέως σε "εμπορία υπηρεσιών από απόσταση", αφορούν, όμως, - με τελολογική ερμηνεία τους -, αυτονόητα και κάθε συναλλαγή με ταυτόχρονη φυσική παρουσία των συναλλασσομένων. Η προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση, για την περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης, εκ μέρους του "προμηθευτή", συνίσταται, κυρίως, σε αποζημίωση του καταναλωτή (άρθρο 9Θ του ανωτέρω νόμου). Προστατευόμενο έννομο αγαθό της διάταξης του άρθρου 8 του ως άνω νόμου είναι η περιουσία του αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών και η εμπιστοσύνη στην ορθή λειτουργία του συστήματος παροχής τους. Οι αποδέκτες των επενδυτικών υπηρεσιών είναι επομένως αμέσως ζημιωθέντες από την παράβαση της εν λόγω διάταξης (ΑΠ 874/2022, ΑΠ 1229/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 856/2017). Από το συνδυασμό όλων των παραπάνω διατάξεων και την καλή πίστη προκύπτει ότι, ακόμη και αν η σύμβαση πλαίσιο μεταξύ ΕΠΕΥ ή τράπεζας, που ενεργεί και ως ΕΠΕΥ, αφορά στην εκτέλεση κύριων επενδυτικών υπηρεσιών, δηλαδή στην εκτέλεση εντολών του πελάτη- επενδυτή- καταναλωτή για τη λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό του των εντολών και παραγγελιών, που εκείνος δίνει, προς κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα προαναφερόμενα χρηματοπιστωτικά μέσα (απλή σύμβαση επενδυτικών υπηρεσιών) και δεν προβλέπει και την παροχή επενδυτικών συμβουλών, υφίσταται ιδιαίτερη νομική υποχρέωση και ευθύνη της εντολοδόχου, όταν η σχετική εντολή αναφέρεται σε σύνθετα τραπεζικά προϊόντα ή παράγωγα προϊόντα προς πλήρη ενημέρωση του επενδυτή - εντολέα ως προς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της επένδυσης, που του παρουσιάζει, και τις συγκεκριμένες προοπτικές της, καθώς και τους συγκεκριμένους για το καθένα τα ανωτέρω προϊόντα κινδύνους, που η επένδυση αυτή μπορεί να συνεπάγεται σε σχέση με το εκ μέρους του διατιθέμενο κεφάλαιο. Η ενημέρωση δε αυτή, παρότι δεν είναι αναγκαίο να γίνεται κατά την λεπτομερώς προβλεπόμενη για την παροχή επενδυτικών συμβουλών τυπική διαδικασία, επιβάλλεται να παρέχεται, προκειμένου να προστατεύονται τα συμφέροντα του επενδυτικού κοινού και των πελατών τους, από προστηθέντες των ως άνω εταιριών υπαλλήλους με εξειδικευμένες γνώσεις της κεφαλαιαγοράς και των εκάστοτε διατιθέμενων από αυτήν προϊόντων και γνώση του επενδυτικού προφίλ και των προσωπικών στοιχείων κάθε πελάτη (επίπεδο γνώσεων, ηλικία, επάγγελμα και μορφωτικό επίπεδο, οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, επενδυτική εμπειρία κλπ, ΑΠ 874/2022). Στη συνέχεια, το Φεβρουάριο του έτους 2012, προωθήθηκε η διαδικασία ανταλλαγής των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, με στόχο την αναχρηματοδότηση και την ουσιώδη μείωση του ανεξόφλητου κεφαλαίου των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, δεδομένου ότι η προσφυγή στις Αγορές για την χρηματοδότηση της χώρας με τρόπο βιώσιμο, είχε καταστεί αδύνατη. Η πολιτική απόφαση για την αναδιάταξη του ελληνικού χρέους λήφθηκε στη Σύνοδο Κορυφής του Eurogroup της 26-10-2011, σε συνέχεια της δήλωσης της 21-7-2011 από τους επικεφαλής της χώρας των Κρατών - μελών της Ευρωζώνης και των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βάσει της οποίας ιδρύθηκε το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ), με σκοπό την εξασφάλιση της δημοσιονομικής σταθερότητας των Κρατών Μελών της Ευρωζώνης. Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις με τους ιδιώτες δανειστές, προκειμένου να συναινέσουν σε μια "εθελοντική" αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους (Private Sector Involvement, εφεξής PSI). Για την υλοποίηση της διαδικασίας του PSI συμφωνήθηκε η λήψη της αναγκαίας χρηματοδότησης από τους διεθνείς δανειστές, συνολικού ποσού εκατόν τριάντα δισεκατομμυρίων ευρώ (130.000.000.000). Η διαδικασία του PSI υλοποιήθηκε την 23η Φεβρουαρίου 2012, με τη δημοσίευση του Ν. 4050/2012, Κανόνες τροποποιήσεως τίτλων, εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, με συμφωνία των Ομολογιούχων" (ΦΕΚ Α 36/23.2.2012), ο οποίος έθεσε το βασικό πλαίσιο για την τροποποίηση των υφιστάμενων ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, με την αναδρομική εισαγωγή της λεγόμενης, "Ρήτρας Συλλογικής Δράσης", η οποία διασφαλίζει ότι, με απόφαση συγκεκριμένης απαρτίας και πλειοψηφίας των ομολογιούχων, είναι δυνατή η λήψη απόφασης για την τροποποίηση των τίτλων και την αντικατάστασή τους με νέους, οι οποίοι δεσμεύουν όλους τους ομολογιούχους, ακόμη και τους μη συμμετέχοντες ή και τους μη συναινούντες. Ειδικότερα, στο άρθρο πρώτο, παρ. 1-11 του άνω νόμου, ορίστηκαν τα ακόλουθα: "1. Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, η έννοια των ακόλουθων όρων έχει ως εξής: α) Ως "τίτλος" νοείται ομόλογο, ομολογιακό δάνειο ή άλλος τίτλος δανεισμού, σε φυσική ή άυλη μορφή, που διέπεται από το ελληνικό δίκαιο και του οποίου: αα) εκδότης ή εγγυητής, είναι το Ελληνικό Δημόσιο, ββ) η αρχική διάρκεια κατά το χρόνο πρώτης έκδοσής του υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες και γγ) η ημερομηνία εκδόσεως είναι προγενέστερη της 31ης Δεκεμβρίου 2011. β) Ως "επιλέξιμος τίτλος" νοείται κάθε τίτλος που ορίζεται με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και σε πρόσκληση του Ελληνικού Δημοσίου, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 2.... 9. Από τη δημοσίευση της εγκριτικής αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η απόφαση των Ομολογιούχων, όπως βεβαιώθηκε από τον Διαχειριστή της Διαδικασίας, ισχύει έναντι πάντων, δεσμεύει το σύνολο των Ομολογιούχων και των επενδυτών των επιλέξιμων τίτλων και υπερισχύει οποιασδήποτε τυχόν αντίθετης, γενικής ή ειδικής, διάταξης νόμου ή κανονιστικής πράξης ή συμφωνίας. Σε περίπτωση ανταλλαγής των επιλέξιμων τίτλων, με την καταχώριση στο Σύστημα των νέων τίτλων επέρχεται αυτοδικαίως ακύρωση των επιλέξιμων τίτλων που ανταλλάσσονται με νέους τίτλους και κάθε δικαίωμα ή υποχρέωση που απορρέει από αυτούς, συμπεριλαμβανομένων και όλων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που οποιαδήποτε στιγμή αποτελούσαν μέρος αυτών, αποσβέννυται. 10. Η έκδοση των νέων τίτλων διενεργείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μπορεί να ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο τεχνικό θέμα, αναγκαίο για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου. 11. Of διατάξεις του παρόντος άρθρου αποσκοπούν στην προστασία υπέρτατου δημοσίου συμφέροντος, αποτελούν κανόνες αναγκαστικού δικαίου και άμεσης εφαρμογής, υπερισχύουν οποιασδήποτε τυχόν αντίθετης, γενικής ή ειδικής διάταξης νόμου ή κανονιστικής πράξης ή συμφωνίας, συμπεριλαμβανομένων και των διατάξεων του Ν. 3156/2003 και η εφαρμογή τους δεν γεννά, ούτε ενεργοποιεί οποιοδήποτε συμβατικό ή εκ του νέου δικαίωμα υπέρ ομολογιούχου ή επενδυτή, ούτε οποιαδήποτε συμβατική ή εκ του νόμου υποχρέωση σε βάρος του εκδότη ή του εγγυητή των τίτλων, πλην των όσων ρητά προβλέπονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου". Σύμφωνα με τη θεσπιζόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 4050/2012 διαδικασία, εκδόθηκε αρχικά η Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου (Π.Υ.Σ.) 5/24.2.2012, Έναρξη διαδικασίας τροποποίησης επιλέξιμων τίτλων και καθορισμός όρων ανταλλαγής τους (ΦΕΚ Α' 37/24.2.1012), η οποία όρισε, στο άρθρο 1, τα εξής: "1. Ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας τροποποίησης επιλέξιμων τίτλων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4050/2012, ορίζεται η 24η Φεβρουαρίου 2012. 2. Οι επιλέξιμοι τίτλοι που θα προταθούν προς τροποποίηση είναι αυτοί που περιλαμβάνονται στο συνημμένο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας απόφασης. 3. Η τροποποίηση των επιλέξιμων τίτλων θα γίνει με ανταλλαγή τους με νέους τίτλους έκδοσης του Ελληνικού Δημοσίου και με νέους τίτλους (ή ισοδύναμα τους για τις ανάγκες εφαρμογής αλλοδαπών κανονισμών) έκδοσης του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ). Οι νέοι τίτλοι που θα εκδοθούν από το Ελληνικό Δημόσιο θα αποτελούνται σωρευτικά από: α) νέα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου και β) τίτλους των οποίων η απόδοση θα συνδέεται με το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (τίτλοι ΑΕΠ). 4. Τα νέα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου: α) θα έχουν ετήσιο επιτόκιο, ως ακολούθως: αα) 2% για τις πληρωμές τοκομεριδίων το έτος 2013 έως και το έτος 2015, ββ) 3% για τις πληρωμές τοκομεριδίων το έτος 2016 έως και το έτος 2020, γγ) 3,65% για την πληρωμή τοκομεριδίου το έτος 2021, δδ) 4,3% για τις πληρωμές τοκομεριδίων το έτος 2022 έως και το έτος 2042, β) θα λήγουν από το έτος 2023 έως και το έτος 2042, γ) θα διέπονται από το αγγλικό δίκαιο. Όσον αφορά το κεφάλαιο των νέων ομολόγων, για κάθε 1.000 ευρώ ανεξόφλητου κεφαλαίου επιλέξιμων τίτλων που θα ανταλλαγούν θα δοθούν νέα ομόλογα ονομαστικού κεφαλαίου 315 ευρώ (31,5% του ανεξόφλητου κεφαλαίου επιλέξιμων τίτλων). 5. Οι τίτλοι ΑΕΠ, οι οποίοι θα χορηγούνται σωρευτικά με τα νέα ομόλογα της προηγούμενης παραγράφου: α) δεν θα έχουν κεφάλαιο, β) θα έχουν απόδοση υπολογιζόμενη επί ονομαστικού ποσού ίσου με το ονομαστικό κεφάλαιο των νέων ομολόγων της προηγούμενης παραγράφου. Το ονομαστικό ποσό θα μειώνεται ετησίως από το έτος 2024 έως τη λήξη των τίτλων, γ) η απόδοση των τίτλων ΑΕΠ θα εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από: αα) την εκάστοτε ετήσια ποσοστιαία αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ, πέραν των προκαθορισμένων προβλέψεων και ορίων και ββ) το ύψος του ονομαστικού ΑΕΠ. Η απόδοση θα έχει ανώτατο όριο 1%, δ) θα λήξουν το έτος 2042, ε) θα διέπονται από το αγγλικό δίκαιο. 6. Οι ειδικότεροι όροι των νέων τίτλων έκδοσης του Ελληνικού Δημοσίου καθορίζονται με την πρόσκληση ή τις προσκλήσεις της επόμενης παραγράφου και την απόφαση έκδοσης που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 10 του άρθρου πρώτου του Ν. 4050/2012. 7. Εξουσιοδοτείται ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους να εκδώσει μία ή περισσότερες προσκλήσεις εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου προς τους Ομολογιούχους, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου πρώτου του Ν. 4050/2012. 8. Στο Παράρτημα της Π.Υ.Σ. 5/24.2.2012 περιλαμβάνονται οι χαρακτηρισθέντες ως επιλέξιμοι τίτλοι με τα συναφή στοιχεία εκάστου (ISIN που αρχίζει από GR, διότι πρόκειται περί τίτλων που διέπονται από το ελληνικό δίκαιο, ημερομηνία λήξεως, τοκομερίδιο και ύψος ανεξόφλητου κεφαλαίου). Στη συνέχεια, εκδόθηκε από τον ΟΔΔΗΧ η από 24.2.2012 πρόσκληση της Ελληνικής Δημοκρατίας προς τους ομολογιούχους για να προσέλθουν στη διαδικασία της Π.Υ.Σ. 5/24.2.2012 και να συναινέσουν στην προταθείσα, με την ίδια Π.Υ.Σ., τροποποίηση τίτλων. Στην πρόσκληση αυτή διευκρινίζεται η πρόταση της Π.Υ.Σ. ως προς το ανεξόφλητο κεφάλαιο ως εξής: Για κάθε 1.000 ευρώ ανεξόφλητου κεφαλαίου προτείνεται να χορηγηθούν: α) ομόλογα εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου ονομαστικής αξίας 315 ευρώ και λήξεως από το έτος 2023 έως το έτος 2042, β) τίτλοι ΑΕΠ εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου χωρίς κεφάλαιο (με λογιζόμενο ποσό 315 ευρώ για απόδοση συνδεόμενη με το ΑΕΠ) και λήξεως το έτος 2042, γ) τίτλοι εκδόσεως του ΕΤΧΣ ονομαστικής αξίας 150 ευρώ και λήξεως από το έτος 2013 έως το έτος 2014. Ακολούθησε η έκδοση της από 9.3.2012 Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ως Διαχειριστή της Διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο πρώτο παρ. 1 ζ του Ν. 4050/2012, με την οποία βεβαιώθηκε ότι οι ομολογιούχοι συναίνεσαν στις προταθείσες τροποποιήσεις, δεδομένου ότι: α) το συνολικό ανεξόφλητο κεφάλαιο των επιλέξιμων τίτλων ανήλθε σε 177.218.697.615.45 ευρώ, β) επετεύχθη η απαιτούμενη στο άρθρο πρώτο παρ. 4 του Ν. 4050/2012 απαρτία, με τη συμμετοχή στη διαδικασία ομολογιούχων με ανεξόφλητο κεφάλαιο 161.350.946.065,54 ευρώ (ήτοι ποσοστό 91,05% του συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου) και γ) επετεύχθη η απαιτούμενη στο άρθρο πρώτο παρ. 4 του Ν. 4050/2012 πλειοψηφία, με την αποδοχή των προταθεισών τροποποιήσεων από ομολογιούχους με ανεξόφλητο κεφάλαιο 152.042.932.772,40 ευρώ (ήτοι ποσοστό 94,23% του συ μ μετάσχοντος στη διαδικασία ανεξόφλητου κεφαλαίου). Το αποτέλεσμα της διαδικασίας, το οποίο βεβαιώθηκε με την ως άνω Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, εγκρίθηκε με την Π.Υ.Σ. 10/9.3.2013, "Έγκριση της απόφασης των Ομολογιούχων για την τροποποίηση των επιλέξιμων τίτλων, όπως βεβαιώθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος ως Διαχειριστή της Διαδικασίας", (ΦΕΚ Α 50/9.3.2012), σύμφωνα με το άρθρο πρώτο παρ. 8 του Ν. 4050/2012. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο πρώτο παρ. 10 του ίδιου νόμου, εκδόθηκε η πράξη 2/20964/0023 (ΦΕΚ Α/9.3.2012) του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών "Υλοποίηση της τροποποίησης των επιλέξιμων τίτλων και έκδοση νέων τίτλων ομολόγων και τίτλων ΑΕΠ του Ελληνικού Δημοσίου", με την οποία εκδόθηκαν οι νέοι τίτλοι του Ελληνικού Δημοσίου (20 σειρές ομολόγων συνολικής ονομαστικής αξίας 55.834.421.425 ευρώ και λήξεως από το έτος 2023 έως και το έτος 2042, καθώς και μια σειρά τίτλων ΑΕΠ συνολικού λογιζόμενου ποσού 55.834.421.400 ευρώ και λήξεως το έτος 2042), που μαζί με τους τίτλους εκδόσεως του ΕΤΧΣ χορηγήθηκαν για την αντικατάσταση των χαρακτηρισθέντων, ως επιλέξιμων τίτλων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016, ΑΠ 531/2014).Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, που ως τέτοια νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, ιδρύει λόγο αναίρεσης, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, δηλαδή, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει αυτά για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν το δικαστήριο παραβιάζει αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 59/2025, ΑΠ 3/2025, ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 40/2020), την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 59/2025, ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 233/2020), την ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή την εκτίμηση της αξίας των αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 10/2005, ΑΠ 59/2025).
Στη προκειμένη περίπτωση με το πρώτο αναιρετικό λόγο κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από το αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 288, 330, 713 ΑΚ και των άρθρων 25 και 27 του Ν. 3806/2007, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας, με το να δεχθεί ότι η ίδια, κατά παράβαση σχετικής υποχρέωσης αλλά και βάσει των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών παρέλειψε να ενημερώσει τον αναιρεσίβλητο για την πορεία των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου μετά την αγορά τους.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων, ο οποίος ήταν πελάτης της εναγομένης και ήθελε να εξασφαλίσει κεφάλαιο που είχε αποταμιεύσει, ύψους 300.000 ευρώ, απευθύνθηκε την …2009 στο Υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς στο ... και έδωσε εντολή για την αγορά Ομολόγου του Ελληνικού Δημοσίου (ΟΕΔ) με κωδικό έκδοσης (ΕΙΝ) ..., ημερομηνίας έκδοσης 28-1-2009 και λήξης 20-8-2014, ονομαστικής αξίας 300.000 ευρώ και πραγματικής αξίας 304.771,23 ευρώ, σταθερού επιτοκίου 5,5%, εξουσιοδότησε δε την ως άνω τράπεζα να πιστώσει με την ονομαστική αξία του ΟΕΔ το λογαριασμό τίτλων No ..., καθώς και τις σχετικές πιστώσεις των τόκων σε κάθε περίοδο εκτοκισμού. Η αγορά του ως άνω ΟΕΔ οφειλόταν σε αποκλειστική πρωτοβουλία του ενάγοντος και όχι σε επενδυτικές συμβουλές των υπαλλήλων της εναγομένης. Ειδικότερα ο ενάγων απευθύνθηκε στους υπαλλήλους της εναγομένης, που ήταν πιστοποιημένοι για τη σύναψη σύμβασης εκτέλεσης εντολών και για τη λήψη, διαβίβαση και εκτέλεση εντολών, ζητώντας τους να επενδύσει σε ομόλογα και, αφού ενημερώθηκε προσυμβατικά. Ιδίως σε σχέση με τη φύση και τους κινδύνους που σχετίζονται με τα ομόλογα, με δική του επιλογή ταξινομήθηκε εξαρχής, ως ιδιώτης επενδυτής, βάσει δε της σχετικής σύμβασης που υπέγραψαν οι διάδικοι, ο εκάστοτε υπάλληλος της τράπεζας αναλάμβανε απλώς την διεκπεραίωση των αιτημάτων του να προβεί σε επενδύσεις των χρημάτων του σε κινητές αξίες, κατόπιν δικών του αποκλειστικών επιλογών. Η επιλογή της ανωτέρω ημερομηνίας αγοράς του ομολόγου δεν ήταν τυχαία, καθόσον, σύμφωνα με τους όρους έκδοσης των συγκεκριμένων ομολόγων, τα φυσικά πρόσωπα δικαιούνταν φοροαπαλλαγή, εφόσον οι τίτλοι αποκτηθούν εντός πέντε (5) ημερών από την ημέρα έκδοσής τους και διακρατηθούν μέχρι τη λήξη τους. Μάλιστα ο ενάγων ζήτησε την πρόωρη εξαγορά ομολόγων ΕΤΒΑ, προκειμένου να διαθέσει το ως άνω ποσό των 300.000 ευρώ στην αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, ήταν δηλαδή εξοικειωμένος με τη φύση και τους κινδύνους των ομολόγων. Σύμφωνα με την από …2009 Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών σε Χρηματοπιστωτικά Μέσα και την από …2009 πρόσθετη πράξη παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ιδιωτών, που συνήψαν οι διάδικοι, η υπηρεσία της τράπεζας είναι αποκλειστικά υπηρεσία εκτέλεσης εντολών ή λήψης και διαβίβασης εντολών, που ο πελάτης-ενάγων δίδει στην τράπεζα στα πλαίσια της μεταξύ τους ως άνω σύμβασης, παρέλαβε δε ο ενάγων από την εναγόμενη, σύμφωνα με το Ν. 3606/2007, το δελτίο προσυμβατικής πληροφόρησης για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και παραλαβής πολιτικής βέλτιστης εκτέλεσης, που κατανόησε και αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα (βλ. και υπ' αριθμ. ... βεβαίωση συναλλαγής χρεωγράφων, που φέρει τη μη αμφισβητηθείσα υπογραφή του ενάγοντος). Εφόσον η εντολή ήταν μόνο για αγορά χωρίς η εναγόμενη να συμβουλέψει τον ενάγοντα, η τράπεζα δεν ήταν υποχρεωμένη να προβεί σε έλεγχο καταλληλότητας, αλλά ούτε και σε έλεγχο συμβατότητας, δηλαδή σε έλεγχο για να εκτιμήσει, αν ο ενάγων διαθέτει τις απαραίτητες γνώσεις και εμπειρία για να κατανοήσει τους κινδύνους που περιέχονται στην ως άνω συναλλαγή, καθόσον σύμφωνα τόσο με την προαναφερθείσα Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών σε Χρηματοπιστωτικά Μέσα όσο και με το δελτίο προσυμβατικής πληροφόρησης και παραλαβής πολιτικής βέλτιστης εκτέλεσης, η υπηρεσία της τράπεζας είναι αποκλειστικά υπηρεσία εκτέλεσης εντολών ή λήψης και διαβίβασης εντολών, που ο πελάτης-ενάγων δίδει στην τράπεζα στα πλαίσια της μεταξύ τους ως άνω σύμβασης, όπως προαναφέρθηκε. Λόγω δε της ραγδαίας επιδείνωσης των δημόσιων οικονομικών και της αύξησης του δημοσίου χρέους που ανήλθε από 129,3% του ΑΕΠ το 2009, σε 144,9% του ΑΕΠ το έτος 2010 και σε 169% του ΑΕΠ το έτος 2011, οι διάφοροι οίκοι αξιολόγησης υποβάθμισαν την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας με κίνδυνο την οικονομική κατάρρευση, οι δυσοίωνες προοπτικές της Ελληνικής Οικονομίας αποτυπώνονται στις αγοραίες τιμές τίτλων εκδοθέντων ή εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, οι χαμηλές δε αυτές τιμές αντικατοπτρίζουν την εκτίμηση των επενδυτών ότι η πλήρης εξυπηρέτηση του χρέους στο σύνολο του από το Ελληνικό Δημόσιο μπορεί να καταστεί αδύνατη με κίνδυνο την οικονομική κατάρρευση (βλ. ΟλΣτΕ 1 116/2014). Εξάλλου, στις συνόδους κορυφής στις 11 και 25/3/2011 και στις 21/7 και 26-10-2011 η Ευρωζώνη κάλεσε τους Ιδιώτες επενδυτές να συμβάλλουν και αυτοί στην επίλυση του προβλήματος βιωσιμότητας του χρέους της Ελλάδας εκ παραλλήλου με τους φορολογούμενους της χώρας και με συνεισφορά των δημοσιονομικά υγιών κρατών της Ευρωζώνης. Επί της αρχής δε αυτής της τριμερούς χρηματοδότησης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ενός κράτους μέλους της Ευρωζώνης, το οποίο αδυνατεί να προσφύγει στις αγορές για να χρηματοδοτηθεί με τρόπο βιώσιμο, υιοθετήθηκε η προσέγγιση για την αναδιάταξη του ελληνικού χρέους στη "Σύνοδο κορυφής" της 26/10/2011 σε συνέχεια της δήλωσης της 21/7/2011 από τους επικεφαλής των κρατών μελών της Ευρωζώνης και την οργάνωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βάσει της οποίας συστάθηκε στις 7/6/2011 το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), με σκοπό την εξασφάλιση σταθερότητας στα κράτη μέλη της Ευρωζώνης. Στο πλαίσιο αναδιάταξης του ελληνικού χρέους και αντικατάστασης των ΟΕΔ με νέους τίτλους από χρηματοδοτικές διευκολύνσεις, που απαιτείται να παρασχεθούν από το ΕΤΧΣ, ήταν ανάγκη να διαμορφωθεί το αναγκαίο θεσμικό πλαίσιο, προκειμένου το σχετικό εγχείρημα, να ολοκληρωθεί με ασφάλεια και επιτυχία. Εν συνεχεία με τον Ν. 4050/23-2-2012 ορίσθηκαν οι κανόνες τροποποίησης τίτλων εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου με συμφωνία των ομολογιούχων και με την ΠΥΣ 5/24-2-2012 ορίσθηκε η έναρξη διαδικασίας τροποποίησης των επιλέξιμων τίτλων και καθορισμός όρων ανταλλαγής τους, ενώ με την από 24-2-2012 πρόσκληση του κλήθηκαν οι ομολογιούχοι για συμμετοχή στην ορισθείσα με την ως άνω ΠΥΣ διαδικασία και με την από 9-3-2012 πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος βεβαιώθηκε ότι η διαδικασία τροποποίησης των επιλέξιμων τίτλων τερματίσθηκε με την επίτευξη της προβλεπόμενης απαρτίας και ενισχυμένης πλειοψηφίας αφού συμμετείχαν στην ως άνω διαδικασία ομολογιούχοι με ανεξόφλητο κεφάλαιο 161.350.946.065,54 ευρώ και απέρριψαν τις προταθείσες τροποποιήσεις ομολογιούχοι με κεφάλαιο 9.308.013.293,14 ευρώ. Κατόπιν, με την ΠΥΣ 10/9-3-2012 εγκρίθηκε η απόφαση των ομολογιούχων για την τροποποίηση των επιλέξιμων τίτλων, όπως βεβαιώθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος, ως διαχειριστή της διαδικασίας, και με την υπ' αριθμ. 2/20964/0023 Α/9-3-2012 πράξη του αναπληρωτή Υπ. Οικονομικών ορίσθηκε ο τρόπος υλοποίησης της τροποποίησης των επιλέξιμων τίτλων και έκδοσης νέων τίτλων ομολόγων και τίτλων ΑΕΠ Ελληνικού Δημοσίου. Μεταξύ των τίτλων που ακυρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν με νέους τίτλους εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου και του ΕΤΧΣ ήταν και το ΟΕΔ του ενάγοντος, η αντικατάσταση του οποίου επέφερε σε αυτόν απώλεια κεφαλαίου κατά 53,5%, που αντιστοιχεί σε 160.500 ευρώ) (300.000 Χ53,5%) γεγονός μη αμφισβητούμενο από την εναγόμενη τράπεζα. Η τελευταία, η οποία γνώριζε όλα τα ανωτέρω σχετικά με την μείωση της πιστοληπτικής ικανότητας του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και την επικείμενη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στην μείωση του δημόσιου χρέους (PSI), δεν ενημέρωσε δια των προστηθέντων υπαλλήλων της τον ενάγοντα, όπως είχε υποχρέωση από το καθήκον βέλτιστης εκτέλεσης, που επιβάλλει το άρθρο 27 του Ν. 3806/2007, αλλά και βάσει των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, ώστε να έχει μια σαφή εικόνα για τον κίνδυνο που διέτρεχε η επένδυσή του και να μπορέσει να προβεί σε κατάλληλες ενέργειες περιορισμού της ζημίας, προκειμένου να διασωθεί το κεφάλαιο του ή να μπορέσει να πωλήσει το ομόλογο. Η προαναφερόμενη περιουσιακή ζημία του ενάγοντος των 160.500 ευρώ προκλήθηκε από την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία αρνείται την καταβολή του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν είχε λάβει χώρα η ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης, ο ενάγων θα είχε τοποθετήσει το ως άνω ποσό σε προθεσμιακή κατάθεση και θα εισέπραττε από τόκους το ποσό των 5.617,5 (160.500 Χ 3,5%) ετησίως, γεγονός που δεν αμφισβητείται από την εναγόμενη και συνολικά για τέσσερα έτη (2013-2016) θα εισέπραττε το ποσό των 22.470,00 ευρώ. Από την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, λόγω της στενοχώριας και της ψυχικής ταλαιπωρίας που δοκίμασε και της απώλειας μέρους του κεφαλαίου του και πρέπει να του επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση το εύλογο ποσό των 3.000,00 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες τέλεσης του αδικήματος, το βαθμό υπαιτιότητας των προστηθέντων της εναγομένης, το είδος και την έκταση της περιουσιακής ζημίας και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών. Κατά συνέπειαν πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των 185.970 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής." Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 713 και 914 του ΑΚ, καθώς και των άρθρων 25 και 27 του Ν. 3606/2007, δεχόμενο ότι η αναιρεσείουσα (εναγόμενη) κατά παράβαση του άρθρου 27 Ν. 3606/2007 δεν ενημέρωσε τον αναιρεσίβλητο (ενάγοντα), όπως είχε υποχρέωση από το καθήκον βέλτιστης εκτέλεσης, αλλά και βάσει των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών για την πορεία των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, μετά την αγορά τους, έτσι ώστε να προβεί στην πώληση του ως άνω ομολόγου ή να περιορίσει τη ζημία του, που προήλθε από το προαναφερθέν "κούρεμα" και ότι η αναφερόμενη στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ζημιογόνος συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της ήδη αναιρεσείουσας (εναγομένης) τράπεζας συνδέεται αμέσως, κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια, και υπήρξε αναγκαίος όρος της ένδικης ζημίας του αναιρεσίβλητου (ενάγοντα) και ως εκ τούτου δέχθηκε τον σχετικό λόγο της εφέσεως αυτού, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή του εν μέρει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και εν μέρει ως μη νόμιμη και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Ειδικότερα, το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι η ζημιογόνος συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας, συνισταμένη στην ανακριβή και πλημμελή ενημέρωση του ήδη αναιρεσίβλητου ως προς τον επενδυτικό κίνδυνο, τον οποίο αυτός αναλάμβανε, συνάπτοντας, κατά τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2009, την ένδικη επενδυτική σύμβαση, υπήρξε αναγκαίος όρος και συνδέεται αμέσως, κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια, με την ένδικη ζημία αυτού (αναιρεσιβλήτου), συνισταμένη, όπως από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, στην υποχρεωτική αντικατάσταση των ομολόγων της με άλλους τίτλους, μικρότερης αξίας και μεγαλύτερης διάρκειας, που έλαβε χώρα με τη διαδικασία την οριζόμενη στον Ν. 4050/2012 και την βάσει αυτού εκδοθείσα ΠΥΣ 5/2012. Τούτο, δε, διότι, η προαναφερθείσα συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας και η, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, επελθούσα, ως συνέπεια αυτής (συμπεριφοράς), ως άνω ένδικη ζημία του ήδη αναιρεσίβλητου (ενάγοντος) δεν συνδέονται μεταξύ τους αμέσως κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια. Συγκεκριμένα, η εν λόγω συμπεριφορά, εκδηλωθείσα κατά τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2009, οπότε έλαβε χώρα η επίδικη συναλλαγή, δεν ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή ούτε μπορούσε, αντικειμενικά και κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα, χωρίς τη μεσολάβηση κατά τον μήνα Φεβρουάριο του 2012, ήτοι σε μεταγενέστερο χρόνο, της αναφερόμενης νομοθετικής παρεμβάσεως και της Πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου. Τα τελευταία αποτελούν περιστατικά κείμενα εκτός της συνηθισμένης και κανονικής πορείας των πραγμάτων, ως γεγονότα εντελώς έκτακτα, εξαιρετικά, χωρίς ανάλογο προηγούμενο μέχρι τότε στην ελληνική έννομη τάξη και ως εκ τούτου μη δυνάμενα να προβλεφθούν κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο της συνάψεως της ένδικης επενδυτικής συμβάσεως (έτος 2009), από το μέσο λογικό, ευσυνείδητο και επιμελή άνθρωπο. Με βάση τα παραπάνω είναι σαφές ότι καθοριστικής σημασίας στην παρούσα περίπτωση είναι το κριτήριο της προβλεψιμότητας της ως άνω ζημίας από τον προαναφερόμενο άνθρωπο με βάση τα δεδομένα που είχε υπόψη του κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως (αντικειμενική εκ των προτέρων πρόγνωση) και όχι εκ των υστέρων με βάση στοιχεία που εμφανίζονται μετά την επέλευση της ζημίας, όπως έγινε δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ύπαρξη πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας. Περαιτέρω, υποχρέωση της αναιρεσείουσας (εναγομένης) για ενημέρωση του αναιρεσιβλήτου- ενάγοντα, δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, όσον αφορά την πορεία των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου μετά την αγορά τους, έτσι ώστε να προβεί στην πώληση του επιδίκου ομολόγου ή να περιορίσει την ζημία του, που προήλθαν από το κούρεμα, δεν υφίστατο ούτε με βάση τη σύμβαση, ούτε με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, ενόψει και του ότι, όπως προαναφέρεται, δεν μπορούσαν οι υπάλληλοι της να προβλέψουν τη δυσμενή κατάληξη των επενδύσεων των ομολογιούχων με την ψήφιση του Ν. 4050/2012, τρία χρόνια αργότερα, με βάση τα κριτήρια ενός μέσου συνετού τραπεζικού ιδρύματος, που παρακολουθεί τις εκτιμήσεις των διεθνών οίκων αξιολόγησης. Επιπλέον η αναιρεσείουσα διά των προστηθέντων υπαλλήλων της, ούτε όφειλε αλλά ούτε μπορούσε να προβλέψει την μεταγενέστερη νομοθετική παρέμβαση στην αγορά των ΟΕΔ, η ρ οΰ"ΐη - με την ψήφιση του Ν.4050/2012, την αντικατάσταση αυτών κάι την απομείωση της αξίας τους με την εφαρμογή του PSI και την εν συνεχεία ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και την συνακόλουθη δυσμενή εξέλιξη της επένδυσης του αναιρεσιβλήτου τρία χρόνια αργότερα (ώστε να τον ενημερώσει για τη μη επιλογή της επένδυσης αυτής), ούτε ως αντικειμενικό γεγονός, ούτε ως πιθανότητα, καθόσον η ως άνω νομοθετική παρέμβαση έλαβε χώρα δυνάμει διατάξεων που δεν ίσχυαν κατά το χρόνο έκδοσης των ομολόγων (2009), αλλά θεσπίστηκαν εκ των υστέρων με τον Ν. 4050/2012, ο οποίος για λόγους υπέρτατου δημοσίου συμφέροντος τροποποίησε την μέχρι τότε ισχύουσα νομοθεσία, προβλέποντας για πρώτη φορά την ανταλλαγή των ομολόγων με άλλης μικρότερης αξίας, βάσει μάλιστα διαδικασίας όπου η απόφαση της πλειοψηφίας των ομολογιούχων ως προς την ανταλλαγή θα δέσμευε το σύνολο των κατόχων τους, ήτοι, η επέμβαση στο επενδυτικό χαρτοφυλάκιο του αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος) έγινε κατόπιν νομοθετικής παρέμβασης, και συγκεκριμένα δυνάμει των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του Ν.4050/2012 και όχι με υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας (εναγομένης).
Επομένως, το Εφετείο με την προαναφερθείσα κρίση του παραβίασε ευθέως τους ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου κανόνες και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου είναι βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της αναιρέσεως.
Κατόπιν αυτού, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 19, 8, 10 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η εξέταση των οποίων παρέλκει γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού, που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί και η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που έχει καταθέσει (άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 6506/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Διατάσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος απ' αυτήν παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ