Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 588 / 2024    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 588/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ελένη Μπερτσιά, Διονύσιο Παλλαδινό και Λεωνίδα Χατζησταύρου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 13 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σκιαδαρέση, (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ο. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Πεπελάση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 133/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς. Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους 1. Η. Σ. του Δ. και 2. Κ. Α. του Ι., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Γαλετζά.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λιβαδειάς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28-4-2023 αίτησή της, καθώς και στους από 25-1-2024 πρόσθετους λόγους που περιλαμβάνονται στο σχετικό δικόγραφο, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 476/2023.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε: 1) να κηρυχθεί εν μέρει απαράδεκτη η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης για τους κριθέντες απαράδεκτους λόγους, να γίνει τυπικά δεκτή για τους λοιπούς κριθέντες ως παραδεκτούς λόγους και να απορριφθεί κατ' ουσία, 2) να γίνει δεκτός ο υπό κρίση πρόσθετος λόγος και 3) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της ακροαματικής διαδικασίας και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 28-4-2023 αίτηση της αναιρεσείουσας Ο. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 2-5-2023, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 133/16-3-2022 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς, με την οποία, κατόπιν της υπ' αριθμ. 9/3-11-2020 έφεσης του Εισαγγελέα Εφετών Λαμίας κατά της υπ' αριθμ. 576/2020 απαλλακτικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς, καταδικάσθηκε αυτή για το αδίκημα της απλής σωματικής βλάβης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ). Είναι, συνεπώς, αυτή τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, συνεκδικαζόμενη, λόγω της πρόδηλης συνάφειας, με το παραδεκτώς ασκηθέν δικόγραφο πρόσθετων λόγων της αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στις 25-1-2024 ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου (άρθρ. 509 ΚΠΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1α ΠΚ, η οποία εφαρμόσθηκε στην προκειμένη περίπτωση, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, ως επιεικέστερη, όσον αφορά στη νομική της κύρωση, έναντι της αντίστοιχης του άρθρου 308 παρ. 1α του ισχύσαντος μέχρι την 30-6-2019 Ποινικού Κώδικα, "Όποιος προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή. Αν η κάκωση ή βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι εντελώς ελαφρά τιμωρείται με παροχή κοινωφελούς εργασίας". Το αδίκημα της σωματικής βλάβης, που θεσμοθετείται για να προστατευθεί η σωματική ακεραιότητα του ανθρώπου, είναι υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα, η αντικειμενική υπόσταση του οποίου περιλαμβάνει όχι μόνο ορισμένη ενέργεια (ή παράλειψη), αλλά και ορισμένο αποτέλεσμα και συνίσταται είτε στην πρόκληση σωματικής κάκωσης, είτε στην πρόκληση βλάβης της υγείας του παθόντος και διαβαθμίζεται, αναλόγως της σπουδαιότητας αυτής, σε απλή (βασικό έγκλημα) και σε εντελώς ελαφρά (προνομιούχο παραλλαγή), η οποία, χωρίς να είναι επουσιώδης, έχει επιπόλαιες συνέπειες. Σωματική κάκωση συνιστά κάθε εξωτερική επενέργεια επί του σώματος, όπως τραύματα, εκδορές, οιδήματα, παραμορφώσεις και μπορεί, χωρίς να είναι απαραίτητο, να είναι ταυτόχρονα και βλάβη της υγείας, που ως τέτοια χαρακτηρίζεται κάθε διατάραξη των εσωτερικών λειτουργιών, ήτοι κάθε πρόκληση ή επίταση μιας παθολογικής κατάστασης του οργανισμού, που πρέπει να έχει κάποια χρονική διάρκεια, η οποία να απαιτεί μια (έστω και σύντομη) διαδικασία ίασης, στηριζόμενη είτε σε παροχή ιατρικής περίθαλψης, είτε στις φυσικές μόνο δυνάμεις του οργανισμού. Εξάλλου, βλάβη της υγείας μπορεί να επέλθει χωρίς σωματική κάκωση ή μπορεί η μία να είναι συνέπεια της άλλης, χωρίς να δημιουργείται αντίφαση από τη σωρευτική παραδοχή σωματικής κάκωσης και βλάβης της υγείας ταυτόχρονα (ΑΠ 732/2022, ΑΠ 446/2022), η δε πρόκληση ψυχικής διαταραχής συνιστά σωματική βλάβη εφόσον συνδυάζεται με ψυχοσωματικές διαταραχές, τέτοιες που να θεωρούνται παθολογικές (ΑΠ 402/2001). Ο τρόπος πρόκλησης των σωματικών βλαβών δεν ορίζεται στον νόμο και, συνεπώς, αυτές μπορεί να επέρχονται με οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση επενέργεια στο σώμα ή με ψυχική επενέργεια, όπως λ.χ. η πρόκληση ισχυρού φόβου, που οδηγεί σε διαταραχή του νευρικού συστήματος. Για την πλήρωση δε της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της σωματικής βλάβης, απαιτείται δόλος, που περιέχει τη γνώση και θέληση πραγμάτωσης των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης, δηλαδή τη γνώση και θέληση της πρόκλησης σε άλλον σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας του, αρκεί δε οποιαδήποτε μορφή δόλου, που μπορεί να είναι είτε άμεσος, είτε ενδεχόμενος. Το έγκλημα της σωματικής βλάβης είναι στιγμιαίο, αφού η χρονική στιγμή της τυπικής (σύμφωνα με την αντικειμενική του υπόσταση) περάτωσής του είναι μοναδική και δεν μπορεί να παραταθεί κατά τη βούληση του δράστη. Η διάρκεια της εγκληματικής ενέργειας (κίνησης ή παράλειψης) μπορεί να είναι μια στιγμή, αλλά και πολύ περισσότερο, όπως ώρες ή και πολλές ημέρες. Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν καθιστά το έγκλημα διαρκές, καθόσον πρόκειται για στιγμιαίο έγκλημα, του οποίου απλώς η τέλεση διαρκεί και η τελείωσή του γίνεται με την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος. Συνακόλουθα, μια μόνο πράξη σωματικής βλάβης τελείται και όταν, ως συνέπεια διαδοχικών ενεργειών προσβολής (κινήσεων ή παραλείψεων) εκ μέρους του δράστη, που έχουν χρονική διάρκεια, προκαλείται εν τέλει, ως αποτέλεσμα, η σωματική βλάβη του θύματος. Στην περίπτωση αυτή, το στιγμιαίο έγκλημα της σωματικής βλάβης δεν αποκτά, βέβαια, τον χαρακτήρα εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, διότι αυτό άπαξ τελείται (πρβλ. για το έγκλημα της απάτης ΑΠ 78/2003, ΑΠ 1155/2000). Ειδικότερα, κατά την εκπαιδευτική διαδικασία, η συμπεριφορά του διδάσκοντος, που δεν εφαρμόζει τις προσήκουσες παιδαγωγικές μεθόδους απέναντι στον μαθητή, αλλά χρησιμοποιεί ψυχολογική πίεση και προσβολές, κατά παράβαση των οριζομένων στη διεθνή σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού (άρθρ. 19 παρ. 1 ν. 2101/1992), μόνο σε ακραίες περιπτώσεις μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά αξιόποινη βλάβη της υγείας του μαθητή, υπό την έννοια του άρθρου 308 παρ. 1 ΠΚ, όταν η προκληθείσα με δόλο ψυχική διαταραχή συνδυάζεται με ορατή και διαγνώσιμη διατάραξη του κεντρικού νευρικού του συστήματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 308 παρ. 2 ΠΚ, η απλή από πρόθεση σωματική βλάβη, διώκεται μόνο ύστερα από έγκληση, ενώ, κατά την διάταξη του άρθρου 117 παρ.1 του παλαιού ΠΚ και ήδη άρθρου 114 παρ.1 του νέου ΠΚ, "Όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έμαθε για την τέλεση της πράξης και για τον δράστη της ή για έναν από τους συμμετόχους της". Η έγκληση, που είναι θεσμός τόσο του ουσιαστικού, όσο και του δικονομικού δικαίου, αποτελεί δε διαδικαστική προϋπόθεση για τη νομότυπη γένεση της ποινικής δίκης, εξεταζόμενη αυτεπαγγέλτως (Ολ. ΑΠ 2/2007, ΑΠ 1099/2022), είναι η δήλωση βούλησης του παθόντος προς την αρμόδια δικαστική αρχή ότι επιθυμεί τη δίωξη της τελεσθείσας σε βάρος του αξιόποινης πράξης. Αν η έγκληση υποβλήθηκε εμπρόθεσμα και αυτό εξάγεται ημερολογιακά, σε σχέση με την ημέρα τέλεσης της πράξης, δεν απαιτείται η αναφορά του χρόνου της υποβολής της έγκλησης στην αιτιολογία, αλλά αρκεί να προκύπτει το εμπρόθεσμο από τη δικογραφία. Αν όμως, η έγκληση υποβλήθηκε μετά την πάροδο του τριμήνου από την τέλεση της πράξης, είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ο χρόνος της γνώσης της πράξης και του δράστη από τον παθόντα. Η τρίμηνη προθεσμία είναι αποκλειστική και για τον υπολογισμό της λαμβάνεται υπόψη και η ημέρα της γνώσης, η οποία, προδήλως, πρέπει να μνημονεύεται στην απόφαση, αν τούτο συνδέεται αναγκαίως με το εμπρόθεσμο της υποβολής της έγκλησης. Ως γνώση θεωρείται η πληροφόρηση του δικαιούχου σε έγκληση, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και συγκεκριμένο, περί των πραγματικών περιστατικών, με βάση τα οποία κατόρθωσε να μορφώσει πλήρη γνώμη για την πράξη, δηλαδή μόλις ο δικαιούμενος λάβει γνώση όλων των στοιχείων που απαιτούνται για την τελεσθείσα πράξη. Γι' αυτό, πρέπει στην απόφαση να αναφέρεται ο χρόνος της γνώσης της πράξης και του δράστη από τον παθόντα, καθώς επίσης και τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την γνώση αυτή, όταν η έγκληση υποβλήθηκε μετά την πάροδο του τριμήνου από τη γνώση ή εάν προβάλλεται ένσταση απαραδέκτου της ποινικής δίωξης, λόγω μη εμπρόθεσμης υποβολής της έγκλησης. Αρκεί, βέβαια, η άνω αιτιολόγηση, διότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του χρόνου γνώσης είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 399/2023, ΑΠ 288/2022, ΑΠ 307/2018). Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, αν, δηλαδή, στην απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα σχετικά με τον χρόνο γνώσης πραγματικά περιστατικά, δημιουργείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ (ΑΠ 288/2022, ΑΠ 531/2014). Περαιτέρω, ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, που προκαλεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' ΚΠΔ) και ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α` του ίδιου κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν η πράξη, για την οποία καταδικάζεται ο κατηγορούμενος, είναι ουσιωδώς διαφορετική, κατά την αντικειμενική της υπόσταση (τόπο, χρόνο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις), από εκείνη για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη ή έχει απαγγελθεί κατηγορία και έχει εισαχθεί αυτός σε δίκη, ώστε κατ' αντικείμενο να αποτελεί διαφορετικό έγκλημα. Δεν επέρχεται, όμως, ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας όταν το δικαστήριο, το οποίο οφείλει, κατά την άσκηση της εξουσίας του, να εξετάζει την πράξη υπό όλες τις μορφές, που καλύπτει το δεδικασμένο της απόφασής του και να προβαίνει στον ορθό χαρακτηρισμό αυτής, μέσα στα όρια του αντικειμένου της ποινικής δίκης, προσδίδει τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό στην πράξη, όπως και όταν προσδιορίζονται με περισσότερη ακρίβεια και σαφήνεια, βάσει των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν κατά την αποδεικτική διαδικασία ενώπιον αυτού, κατ' άρθρο 369 παρ. 3 ΚΠΔ, τα στοιχεία που συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση της εγκληματικής πράξης, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη ή όταν διορθώνονται ή συμπληρώνονται και βελτιώνονται κάποια ιστορικά στοιχεία, χωρίς να μεταβάλλεται ουσιωδώς η ταυτότητα της σχετικής πράξης (ΑΠ 147/2020, ΑΠ 2000/2018, AΠ 227/2019). Ειδικότερα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 και 112 ΠΚ προκύπτει ότι ο χρονικός προσδιορισμός της εκδήλωσης της ενέργειας του υπαιτίου, που συνέχεται με το εγκληματικό αποτέλεσμα, αποτελεί πραγματικό περιστατικό και υπόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο μπορεί, εκτιμώντας τις αποδείξεις, να καθορίσει χρόνο τέλεσης της πράξης διαφορετικό από τον αναφερόμενο στο κατηγορητήριο, ενώ και το εφετείο μπορεί με τις ίδιες προϋποθέσεις να καθορίσει χρόνο τέλεσης διαφορετικό από αυτόν που υπάρχει στο κατηγορητήριο ή που δέχτηκε η πρωτόδικη απόφαση, χωρίς ο ακριβέστερος αυτός καθορισμός να αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, εκτός και αν ο προσδιορισμός αυτός ασκεί επιρροή στην ταυτότητα της πράξης ή στην επελθούσα ήδη παραγραφή του αξιοποίνου αυτής (ΑΠ 2049/2018, ΑΠ 1976/2018, ΑΠ 1015/2018). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 470 εδ. α' του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου, με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως, και δη είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχείρισης αυτού, δηλαδή κυρίως εάν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ή αν καταδικάζεται για πράξη για την οποία δεν είχε ασκηθεί ποινική δίωξη, ούτε είχε καταδικασθεί στον πρώτο βαθμό (νομική χειροτέρευση), διαπιστούμενη με τη σύγκριση του περιεχομένου των διατακτικών, αφενός της απόφασης που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου αυτής που εκδίδεται από το δικαστήριο του ένδικου μέσου. Η παράβαση της ανωτέρω απαγόρευσης αποτελεί υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει τον λόγο αναίρεσης της απόφασης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ΚΠΔ (AΠ 473/2023, ΑΠ 957/2021, ΑΠ 1092/2020). Συνακόλουθα, δεν τίθεται ζήτημα χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου όταν εκκαλών δεν είναι ο ίδιος ο κατηγορούμενος, αλλά ο εισαγγελέας, που άσκησε έφεση εναντίον του κατά της απαλλακτικής απόφασης. Περαιτέρω, κατά την αρχική διατύπωση του άρθρου 343 παρ. 2 του νέου ΚΠΔ, "Αν από την αποδεικτική διαδικασία προκύψουν νέες περιστάσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να συνδεθούν με επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, το δικαστήριο, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον κατηγορούμενο, παρέχει σε αυτόν τον κατά την κρίση του αναγκαίο χρόνο προετοιμασίας. Η πιθανολογούμενη μεταβολή της κατηγορίας ουδέποτε συνιστά λόγο αναβολής της δίκης". Όπως δε αναφέρεται σχετικά με τη διάταξη αυτή στην αιτιολογική έκθεση του νέου ΚΠΔ: "Μια εξίσου σημαντική καινοτομία εισάγεται με την προσθήκη δεύτερης παραγράφου στο άρθρο 343, με την οποία θεσπίζεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου να ζητεί από το δικαστήριο τον αναγκαίο χρόνο προετοιμασίας για την αντίκρουση της κατηγορίας, "αν από την αποδεικτική διαδικασία προκύψουν νέες περιστάσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να συνδεθούν με επιτρεπτή μεταβολή της". Με τη διάταξη αυτή, η οποία έχει ως σημείο αναφοράς την ισχύουσα § 265 StPO και καλύπτει το θεσμικό κενό του προϊσχύσαντος ΚΠΔ (βλ. σχετική επισήμανση σε Τζαννετή, Η ταυτότητα της δικονομικής πράξης 285 επ), εξασφαλίζεται πληρέστερα το δικαίωμα σε αποτελεσματική υπεράσπιση, όπως προσδιορίζεται αυτό στην πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ για το άρθρο 6 παρ. 1 β' ΕΣΔΑ...". Ακολούθως, με το άρθρο 135 του ν. 4855/2021 αντικαταστάθηκε η παραπάνω διάταξη ως εξής: "Εφόσον το δικαστήριο μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας και πριν από την απόφαση για την ενοχή, προσανατολίζεται σε βελτίωση της κατηγορίας ή ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, οφείλει να ενημερώσει τον παρόντα κατηγορούμενο και να του δώσει τον αναγκαίο χρόνο προετοιμασίας. Η πιθανολογούμενη βελτίωση της κατηγορίας ή ο ορθότερος νομικός χαρακτηρισμός ουδέποτε συνιστούν λόγο αναβολής της δίκης". Όπως δε αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του προαναφερόμενου νόμου για τη διάταξη αυτή: "Η αναδιατύπωση της παρ. 2 κρίθηκε αναγκαία για να διευκρινιστεί απολύτως ότι η διάταξη αφορά και στη βελτίωση της κατηγορίας και τον ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, επιπλέον δε για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο επιβαρύνσεως της θέσης του κατηγορουμένου από το δικαστήριο με την απαγγελία της απόφασής του, χωρίς να έχει ακουστεί προηγουμένως ο κατηγορούμενος". Με τη διάταξη του άρθρου 343 παρ. 2 ΚΠΔ, όπως αυτή επαναδιατυπώθηκε, προς πληρέστερη διασφάλιση του δικαιώματος του κατηγορουμένου σε αποτελεσματική υπεράσπιση, κατά τα οριζόμενα στην πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ για το άρθρο 6 παρ. 1 και 3 εδ. α' και β' της ΕΣΔΑ, σε περίπτωση προσανατολισμού του δικαστηρίου σε επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, κατά τα ανωτέρω, είτε υπό την έννοια της βελτίωσης της κατηγορίας, είτε του ορθότερου νομικού χαρακτηρισμού, ακόμη και όταν αυτός είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο [όχι όμως και όταν ο επαναχαρακτηρισμός αφορά σε εγγενές στοιχείο - συστατικό μέρος της αρχικής κατηγορίας, διότι ο κατηγορούμενος έχει ήδη λάβει γνώση αυτού (ΑΠ 402/2023, ΕΔΔΑ Varela Geis κατά Ισπανίας 5-6-2013 παρ. 53, Pelissier and Sassi κατά Γαλλίας 25-3-1999 παρ. 61, De Salvador Torres κατά Ισπανίας 24-10-1996 παρ. 33)], οφείλει να ενημερώσει σχετικά τον κατηγορούμενο και να του παράσχει τη χρονική δυνατότητα για την προετοιμασία της υπεράσπισής του. Άλλως, προκαλείται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ, για την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα, λόγος αναίρεσης (ΑΠ 746/2023).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λιβαδειάς, με την προαναφερόμενη υπ` αριθμ. 133/2022 απόφασή του, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε τα αναφερόμενα, ως προς το είδος τους, αποδεικτικά μέσα (αναγνωσθείσα πρωτόδικη απόφαση, αναγνωσθέντα έγγραφα, καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένης), αρχικά, με προπαρασκευαστική απόφασή του, απέρριψε τον ισχυρισμό της κατηγορουμένης ότι η υποβληθείσα σε βάρος της έγκληση ήταν εκπρόθεσμη και, συνεπώς, έπρεπε να παύσει οριστικά η εναντίον της ασκηθείσα ποινική δίωξη, με το ακόλουθο σκεπτικό: "Κατά τη διάταξη του άρθρου 114 παρ. 1 του Π.Κ., όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υπέβαλε την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για ένα από τους συμμέτοχους της. Για την ύπαρξη της παραπάνω γνώσης απαιτείται μεν - κατά την κρατούσα γνώμη - κάτι περισσότερο από τη δυνατότητα γνώσης, την απλή υπόνοια ή ενημέρωση που προέρχεται από αναξιόπιστη πηγή αλλά και κάτι λιγότερο από τη βεβαιότητα - πεποίθηση για την τέλεση του εγκλήματος (συμπεριλαμβανομένου του αποτελέσματος της πράξης και της συνδρομής των ενδεχομένων εξωτερικών όρων του αξιοποίνου) και τα υποκείμενα αυτού (ορ. Αρ. Χαραλαμπάκης, Ποινικός Κώδικας, Ερμηνεία κατ' άρθρο, Τόμος Πρώτος, 2011 με τις εκεί νομολογιακές παραπομπές ΕφΘεσ 38/1972, Ποιν Χρ ΚΒ, 472 κ.α.). Η κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι η έγκληση τυγχάνει εκπρόθεσμη και η ποινική δίωξη που κινήθηκε βάσει αυτής σε βάρος της τυγχάνει άκυρη διότι η ασκηθείσα έγκληση κατατέθηκε στις 26-8-2017 ενώ οι γονείς ήδη από την 10η-5-2017, ότε και το τέκνο τους δεν ξαναπήγε στο σχολείο είχαν πληροφορηθεί τα γεγονότα που είχαν λάβει χώρα στο σχολείο, ενώ η αίτηση που κατατέθηκε στο Νοσοκομείο Παίδων προς έκδοση της υπ' αριθμ πρωτ. .../31-5- 2017 βεβαίωσης της Διευθύντριας του Β' Παιδοψυχιατρικού Τμήματος Νοσοκομείου Παίδων Π & Α Κυριακού, από τους εγκαλούντες γονείς στις 26-5-2017 ακολούθησε τις προηγηθείσες συνεδρίες με το τέκνο και επομένως γνώριζαν τα καταγγελλόμενα πριν την 26-5-2017. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμος, διότι προέκυψε ότι κατά τον χρόνο της χορήγησης στους γονείς της εν λόγω βεβαίωσης (31-5-2017) - και όχι σε προγενέστερο χρόνο - έλαβαν γνώση οι ανωτέρω εγκαλούντες ότι ο υιός τους έπασχε από διαταραχή άγχους, που αποτελεί ψυχική νόσο, δεδομένου ότι, έως τότε, μολονότι γνώριζαν ότι η κατηγορουμένη εκδήλωνε μια ψυχοπιεστική συμπεριφορά σε βάρος του υιού τους, παρατηρώντας ανησυχητικές εκδηλώσεις και σκέψεις του υιού τους προς το πρόσωπό της, τελώντας εις γνώση τους ότι ο υιός τους διεκατέχετο από άγχος για το σχολείο, πριν από τη διάγνωση της παιδοψυχιάτρου, η οποία εξέτασε και αξιολόγησε ιατρικά το άγχος αυτό και την αιτία του, προβαίνοντας σε σχετική ιατρική διάγνωση από τα συμπτώματα μετά και από συνεδρία/συνέντευξη με τον ασθενή, η οποία γνωμάτευσε εγγράφως την ψυχική ασθένεια (μη προκύπτοντας ότι έπραξε τούτο και προφορικά προς τους γονείς σε προγενέστερο χρόνο) δεν γνώριζαν ότι αυτή η δυσχέρεια που δημιουργούσε στη ζωή του τέκνου τους η κατηγορουμένη και είχε αποτέλεσμα το άγχος του μαθητή και την άρνησή του προς το σχολείο - τα οποία πράγματι είχαν διαπιστώσει - έφεραν τον χαρακτήρα ψυχικής νόσου επελθούσα από τη συμπεριφορά της κατηγορουμένης ήτοι εκλαμβάνονταν από τους ψυχιάτρους ως παιδιατρική ψυχική διαταραχή χρήζουσα αντιμετωπίσεως ως είδους ψυχικής ασθένειας και ότι μετά βεβαιότητας τούτο οφειλόταν στη συμπεριφορά της κατηγορουμένης δασκάλας του. Ειδικότερα σύμφωνα με την υπ' αριθμ. πρωτ. .../…2017 Βεβαίωση της Συντονίστριας Διευθύντριας του Β' Παιδοψυχιατρικού Τμήματος Κ. Σ. "Ο μαθητής Σ. Ι. εξετάσθηκε στο Παιδοψυχιατρικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Παίδων "Παν & Αγλαΐας Κυριακού" όπου διαπιστώθηκε ότι παρουσίασε διαταραχή άγχους εκδηλωνόμενη με σχολική άρνηση και διαταραχή ύπνου. Κατά την παιδοψυχιατρική κλινική εκτίμηση το παιδί εξέφρασε έντονο δυσφορικό συναίσθημα για το σχολείο καθώς το συνέδεσε με παρατηρήσεις και αρνητική κριτική της δασκάλας του... Η βεβαίωση χορηγείται μετά από την υπ' αριθμ πρωτ. .../26-05-2017 αίτηση που υπέβαλε ο γονέας του παιδιού για σχολική χρήση".
Συνεπώς στις 31-5-2017 κατόπιν χορήγησης της βεβαίωσης της Παιδοψυχιάτρου, οι εγκαλούντες έλαβαν γνώση της ψυχικής διαταραχής που εμφάνισε ο υιός τους που συνιστά ψυχική ασθένεια και ως εκ τούτου από τον χρόνο αυτό αρχίζει η προθεσμία του τριμήνου προς υποβολή εγκλήσεως, που δεν είχε συμπληρωθεί κατά την υποβολή της εγκλήσεως στις 29-8-2017 αλλά δύο (2) ημέρες αργότερα στις 31-8- 2017 και επομένως η υποβληθείσα στις 29-8-2017 έγκληση είναι εμπρόθεσμη. Για τους ανωτέρω λόγους, ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι η παρούσα έγκληση επί της οποίας ασκήθηκε η ποινική δίωξη σε βάρος της υποβλήθηκε εκπροθέσμως μετά την πάροδο του τριμήνου από την ημέρα που έμαθε για την τέλεση της πράξης και για τον δράστη είναι ουσιαστικά αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί". Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Η. Σ. του Δ. και η Κ. Α. του Ι. τυγχάνουν γονείς του Ι. Σ., που γεννήθηκε στις … και ο οποίος κατά το σχολικό έτος 2016 - 2017 υπήρξε μαθητής της Α' Τάξεως του … Δημοτικού Σχολείου Λιβαδειάς με δασκάλα την κατηγορουμένη Κ. Ο. του Ι.. Περί τα μέσα με τέλη του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2016 ο ανήλικος επέστρεψε μια ημέρα από το σχολείο κλαμένος και στενοχωρημένος και παραπονέθηκε στη μητέρα του ότι μετά από κάποιο σφάλμα που έκανε σε κάποια άσκηση, η κατηγορουμένη δασκάλα ζήτησε από συμμαθήτριά του να του δείξει τον τρόπο επίλυσης της άσκησης και δεν του έδειξε η ίδια το λάθος του και εξ αυτού του λόγου ένοιωσε προσβεβλημένος. Οι γονείς του επισκέφθηκαν το σχολείο και συνάντησαν την κατηγορουμένη, η οποία εξέφρασε παράπονο για τον μαθητή απευθυνόμενη μη προσηκόντως στη μητέρα του μαθητή άνευ τηρήσεως της οφειλομένης επαγγελματικής συμπεριφοράς με την προσβλητική για την τιμή της φράση λόγω του μη επιτρεπτού ενικού αριθμού που χρησιμοποίησε προκειμένου να της απευθυνθεί "άκου να σου πω με τον γιο σου έχω θέμα. Δεκατέσσερα παιδιά γράφουν ορθογραφία και το δικό σου δεν γράφει". Μετά από αυτό η μητέρα μετέβη δικαίως στο γραφείο του Διευθυντή του Σχολείου Α. Ζ. για παράπονα, ο οποίος ζήτησε από τη μητέρα να είναι ανεκτική διότι δεν γνώριζε να χειρίζεται παιδιά καθ' ότι επί σειρά ετών υπηρετούσε σε διοικητική θέση. Ωστόσο η κατηγορουμένη εξέλαβε το γεγονός αυτό ως άδικη αμφισβήτηση προς το πρόσωπό της και υιοθέτησε λεκτικά επιθετική συμπεριφορά έναντι του μαθητή που άρχισε να γίνεται έντονη τον Ιανουάριο του έτους 2017. Ειδικότερα σε περίπτωση λάθους και πλημμελούς ανάγνωσης του μαθήματος του απηύθυνε στην τάξη τις φράσεις "θα σου κόψω τα πόδια, να μην ξαναπατήσεις στο σχολείο αν δεν ξέρεις να διαβάζεις" ενώ όταν μετρούσε με τα χέρια τους αριθμούς στο μάθημα των μαθηματικών, γεγονός το οποίο δεν αποδεχόταν, του απηύθυνε την φράση "θα σου κόψω τα δάχτυλα", ως προς το οποίο δεν γίνεται δεκτός ο ισχυρισμός της ότι η φράση της ήταν παρότρυνση προς τον μαθητή να κόψει τα δάκτυλα και όχι η παραπάνω φράση. Περαιτέρω επειδή της έγιναν κάποιες συστάσεις από τη Σχολική Σύμβουλο της … Εκπαιδευτικής Περιφέρειας Δημοτικής Εκπαίδευσης Βοιωτίας Σ. Κ. - Χ., μετά από πρωτοβουλία της μητέρας του μαθητή - εγκαλούσας μετά από πανομοιότυπες προαναφερθείσες φράσεις της κατηγορουμένης που είχε απευθύνει στον μαθητή κατά τη διάρκεια του μαθήματος των μαθηματικών περί τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2017, λέγοντάς του "θα σου κόψω τα δάκτυλα", όταν μετρούσε με τα χέρια και επιπλήττοντάς τον "να μην ξαναπατήσεις στο σχολείο, θα σου κόψω τα πόδια" λόγω μη ορθής ανάγνωσης του μαθήματος, τούτο θύμωσε περαιτέρω την κατηγορουμένη ώστε να αντιμετωπίζει εχθρικά τον μαθητή. Δεδομένου ότι είχε διαπιστώσει κάποιες μαθησιακές δυσκολίες του μαθητή, τόνιζε αυτές ανοιχτά στην τάξη, διαφοροποιώντας τον τρόπο διδασκαλίας και την ποσότητα της ύλης με τρόπο άβολο για τον μαθητή και χωρίς να τον προσεγγίσει παιδαγωγικά - λαμβανομένων υπόψη και όσων είχαν προηγηθεί - ώστε να κατανοήσει ότι ενεργούσε προς το συμφέρον του αλλά η μείωση της ορθογραφίας και των ασκήσεων που του ανέθετε γινόταν εμφατικά στην τάξη το οποίο έκανε τον εν λόγω μαθητή να αισθάνεται έτι πιο άβολα εκλαμβάνοντας τη συμπεριφορά της ως μειωτική σε βάρος του συμπεριφορά, η οποία τον έκανε να έχει αισθήματα ντροπής και κατωτερότητας έναντι των υπολοίπων. Η κατηγορουμένη σε όλη αυτή τη διαδικασία δεν ενθάρρυνε τον μαθητή επιβραβεύοντάς τον ενίοτε, αντιθέτως τον υποτιμούσε με αποτέλεσμα να αισθάνεται ντροπιασμένος έναντι των συμμαθητών του. Στις 10-5-2017 ενώπιον των συμμαθητών του στο μάθημα των Μαθηματικών προκάλεσε εν γνώσει της και επί σκοπώ γέλωτες σε βάρος του μαθητή από τους λοιπούς συμμαθητές του, καθώς λόγω ενός επουσιώδους λάθους στην αναγραφή της προφοράς ενός αριθμού και συγκεκριμένα επειδή ανέγραψε τους αριθμούς από το 80 έως το 89 ως προφερόμενους αντί για ογδόντα, ογδόντα ένα, ογδόντα δύο κ.ο.κ. ως "οχδόντα, οχδόντα ένα, οχδόντα δύο κ.ο.κ.", απευθύνθηκε σε μία συμμαθήτριά του με το όνομα Φ., ενώ είχαν προηγηθεί όλες οι ανωτέρω καταστάσεις με τον μαθητή και τους γονείς του και ενώπιον όλων τη σήκωσε και της υπέδειξε να σβήσει αυτή τα λάθη του μαθητή, με τη φράση "πάρε τη γόμα σου Φ. και σβήστα όλα" (εν. στο τετράδιο του Ι. Σ.) υπερτονίζοντας άνευ ουσιαστικού λόγου το σφάλμα του, χωρίς τούτο να τυγχάνει γόνιμο, γεγονός το οποίο προκάλεσε σχόλια και αστεϊσμούς εκ μέρους των λοιπών συμμαθητών του σε βάρος του εν ώρα μαθήματος, την εξέλιξη των οποίων δεν απέτρεψε η κατηγορουμένη ούτε παρατήρησε κάποιον από αυτούς που υιοθετούσαν τη συμπεριφορά αυτή, ώστε να στηρίξει τον μαθητή ο οποίος είχε γίνει αντικείμενο χλευασμού εξαιτίας του δικού της λανθασμένου χειρισμού και αν ήθελε υποτεθεί ότι τον παρατήρησε έντονα για εκπαιδευτικούς σκοπούς, με αποτέλεσμα ο μαθητής να θιγεί σε τέτοιο βαθμό από την τραυματική του αυτή εμπειρία στην τάξη, που ήταν το επιστέγασμα όλης αυτής της ψυχολογικής πίεσης που του ασκούσε η κατηγορουμένη από την αρχή του σχολικού έτους και κυρίως από Ιανουάριο του έτους 2017 που πλέον εκδηλώθηκε στη συμπεριφορά του ως πρόβλημα που δημιουργούσε σοβαρές υπόνοιες ότι είχε υποστεί κάποια ψυχική βλάβη. Έκτοτε, σταμάτησε να κοιμάται με κάποια διάρκεια, πήγαινε στο κρεβάτι των γονιών του, ένοιωθε άγχος, άρνηση προς το σχολείο και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, που στο τέλος της σχολικής περιόδου, από 10-5-2017, αν και η συγκεκριμένη χρονική περίοδος του σχολικού έτους δεν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί απαιτητική τουναντίον ευχάριστη ενόψει του επικείμενου τέλους της σχολικού έτους, ότε και οι απαιτήσεις δεν είναι πλέον τόσο υψηλές, οι μαθητές χαίρονται σχολικές εκδρομές και την προετοιμασία της σχολικής εορτής, ωστόσο ο παθών μαθητής υιός των εγκαλούντων εκδήλωσε αιφνιδίως απόλυτη άρνηση να βρεθεί στον χώρο του σχολείου χωρίς να αφήνει πλέον ουδέν περιθώριο στους εγκαλούντες γονείς του ή στον οιονδήποτε τρίτο να τον μεταπείσει, γεγονός που οδήγησε στο συμπέρασμα ότι κάποια βλάβη στη ψυχική του υγεία προφανώς είχε υποστεί. Πράγματι, οι εγκαλούντες μετέβησαν περί τα τέλη του μηνός Μαΐου έτους 2017 στο Νοσοκομείο Πέτρου και Αγλαΐας Κυριακού όπου εξετάσθηκε στο Παιδοψυχιατρικό Τμήμα του Νοσοκομείου στις 26-05-2017. Λίγες ημέρες αργότερα και ειδικότερα στις 31-5-2017 διαγνώσθηκε δια χορήγησης σχετικής ιατρικής βεβαίωσης του ανωτέρω Τμήματος και δη της Παιδοψυχιάτρου - Συντονίστριας Διευθύντριας του … Παιδοψυχιατρικού Τμήματος Κ. Σ. με αρ. πρωτ. .../31-5-2017 ότι ο Σ. Ι. του Η. με ημερομηνία γέννησης … εκ του ιστορικού και της εξέτασης παρουσιάζει διαταραχή άγχους (F 93.1 κατά ICD 10) που εκδηλώνεται με σχολική άρνηση και διαταραχή ύπνου, κατά την παιδοψυχιατρική κλινική εκτίμηση το παιδί εξέφρασε έντονο δυσφορικό συναίσθημα για το σχολείο, καθώς το συνδέει με παρατηρήσεις και αρνητική κριτική της δασκάλας του, η δε σχολική άρνηση θα πρέπει να αναγνωρισθεί και να αντιμετωπισθεί έγκαιρα, προκειμένου να αποφευχθούν περισσότερα προβλήματα κατά την ανάπτυξη του παιδιού. Η ανωτέρω διάγνωση αφορά σε παθολογική συμπεριφορά του ανηλίκου παθόντος, ο οποίος διαγνώσθηκε με ψυχοσωματική παθολογική νόσο άγχους, φοβιών (κατά της σωματικής του ακεραιότητας από την κατηγορουμένη, κοπής δακτύλων) που συνεπάγεται δυσπροσαρμοστικότητα, διάσπαση προσοχής, προβλήματα στον ύπνο και συνιστά βλάβη της υγείας του ως ειδικότερη βλάβη της ψυχικής του υγείας καθόσον συνιστά παθολογική ψυχοσωματική / νευρική διαταραχή, η οποία πληροί την ανωτέρω έννοια της βλάβης της υγείας λόγω του κλονισμού της ψυχικής του υγείας (ορ. Α. Χαραλαμπάκη, Ποινικός Κώδικας, Ερμηνεία κατ' άρθρο, 2ος Τόμος, εκδ. 2011, σελ. 1085). Σημειωτέον ότι η εχθρική συμπεριφορά της δασκάλας προς τον μαθητή που προκάλεσε τη βλάβη της υγείας του μαθητή δεν δικαιολογείται ούτε από υπερβάλλοντα ζήλο κατά την άσκηση των καθηκόντων της μη συντρέχοντος λόγου άρσης του αδίκου, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην πρωτόδικη απόφαση, καθώς υπερέβη τα ακραία όρια άσκησης της εκπαιδευτικής της δραστηριότητας καθόσον η συμπεριφορά που επέδειξε έναντι του μαθητή δεν ήταν αναγκαία για την εκπλήρωση του εκπαιδευτικού της έργου, το οποίο ήταν προφανές και στην ίδια ότι δεν ηδύνατο να εκπληρωθεί έναντι του μαθητή με τον τρόπο που ενήργησε αλλά κινήθηκε από κίνητρα εκδικητικότητας προς τη μητέρα του εν λόγω μαθητή με αποδέκτη των δυσμενών συνεπειών της συμπεριφοράς της τον μαθητή της και υιό της εγκαλούσας μητέρας του, ως προς τον οποίο είχε υποχρέωση να σέβεται την προσωπικότητά του (άρθρο 36 παρ. 4 ΥΑ Φ.3//2002 (ΥΑ Φ. 353.1/324/105657/Δ1 ΦΕΚ Β 1340/2002 σύμφωνα με το οποίο "οι εκπαιδευτικοί συνεργάζονται με τους μαθητές, σέβονται την προσωπικότητά τους, καλλιεργούν και εμπνέουν σε αυτούς κυρίως με το παράδειγμά τους, δημοκρατική συμπεριφορά"), Η συμπεριφορά που υιοθέτησε έναντι του παθόντος ανηλίκου δεν δικαιολογείται ούτε από την ηλικία του μαθητή, ο οποίος ήταν μόλις έξι (6) ετών και επομένως ιδιαιτέρως ευαίσθητο και ευεπηρέαστο άτομο, δεν ήταν επιθετικό παιδί ώστε να χτυπά ή να εξυβρίζει άλλους μαθητές και μάλιστα ως η εκπαιδευτικός - ζωγράφος και δασκάλα του σχολείου Π. Ρ. καταθέτει στην από 21-9-2018 ένορκη εξέταση μάρτυρα "ο Γ. ήταν ένα παιδάκι που ήθελε λίγο περισσότερη ενθάρρυνση τουλάχιστον στο δικό μου μάθημα. Αυτό που εγώ είχα αντιληφθεί ήταν ότι είχε καλή σχέση με τη δασκάλα του και μάλιστα και μπροστά μου είχε τύχει να την αγκαλιάσει και να της πει ότι την αγαπάει πολύ". Η ευαισθησία του μαθητή αποδεικνύεται και από την κατάθεση της δασκάλας του 8ου Δημοτικού Ζ. Ζ., η οποία έβλεπε τον μαθητή μία ώρα εβδομαδιαίως κατά τη διάρκεια της ευέλικτης ζώνης και η οποία παρατήρησε δύο περιστατικά - τα οποία χαρακτήρισε μεμονωμένα - αναφορικά με το πρόσωπο του και ειδικότερα ότι όταν χτύπησε κάποια στιγμή το χέρι της στην έδρα προκειμένου τα παιδιά να κάνουν ησυχία, ο μαθητής Ι. Σ. έβαλε τα κλάματα και εν συνεχεία η ως άνω δασκάλα το πλησίασε, του μίλησε και αυτό μετά από λίγο ηρέμησε και ότι όταν ο ως άνω μαθητής της ζήτησε να πάει να καθίσει στο γραφείο των δασκάλων και η ανωτέρω δασκάλα του είπε να περιμένει λιγάκι και μετά να πάει, έβαλε τα κλάματα. Η συμπεριφορά αυτή του μαθητή υποδηλώνει αν ερμηνευθεί στο πλαίσιο της σχολικής του ζωής κατά την οποία συναναστρεφόταν κατά κύριο λόγο με την κατηγορουμένη δασκάλα του, ότι από τη συμπεριφορά της δασκάλας του είχε αναπτύξει μια υπερευαισθησία στις παρατηρήσεις και θεωρούσε ότι γινόταν αποδέκτης επίπληξης με την παραμικρή σύσταση. Σε κάθε, όμως, περίπτωση και αν ήθελε υποτεθεί ότι οι ανωτέρω συμπεριφορές που παρατήρησε η δασκάλα Ζ. Ζ. δεν ήταν απόρροια της συμπεριφοράς της κατηγορουμένης δασκάλας του, γίνεται αντιληπτό ότι ο εν λόγω μαθητής είχε πολύ ευαίσθητο χαρακτήρα, ο οποίος έπρεπε να αντιμετωπισθεί από την κατηγορουμένη με τον τρόπο που η ως άνω δασκάλα Ζ. Ζ. τον αντιμετώπισε ήτοι με προσέγγιση του μαθητή και διάλογο για να αποβάλει τις ανησυχίες του, τρόπος που από ουδέν αποδεικτικό μέσο φαίνεται ότι υιοθετήθηκε από την κατηγορουμένη έναντι του συγκεκριμένου μαθητή, ως όφειλε, καθότι έπρεπε στην τελευταία περίπτωση να λάβει υπόψη την ευαισθησία του δεδομένου ότι ήταν αποδέκτης παραπόνων από τους γονείς του. Τουναντίον αντί να αντιμετωπίσει την κατάσταση με κατανόηση, υιοθέτησε συμπεριφορά επιπλήξεων και εχθρικής αντιμετώπισης σε βάρος του μαθητή, που οδήγησαν στη ψυχική διαταραχή και τον κλονισμό της ψυχικής του υγείας που γνωματεύεται από το Παιδοψυχιατρικό Τμήμα του Γ. Νοσοκομείου Παίδων. Η μη προσήκουσα / επιθετική συμπεριφορά της κατηγορουμένης προς τον μαθητή, η οποία του προκάλεσε ψυχικό κλονισμό και βλάβη της υγείας του αποδεικνύεται από τα ακόλουθα: α) Από το με α.αρ. …/16-5-2017 Πρακτικό της έκτακτης γενικής συνέλευσης του Συλλόγου Διδασκόντων του … Δημοτικού Σχολείου αποδεικνύεται ότι η εκπαιδευτικός Ρ. Φ. είχε επισημάνει ότι στις 8-5-2017 και όταν η εγκαλούσα μητέρα ενεργούσε από τις τελευταίες προσπάθειες προκειμένου να πείσει τον μαθητή υιό της να συνεχίσει και να μη σταματήσει το σχολείο και ευρισκόταν έξω από την τάξη του πρώτου Τμήματος της Α' Δημοτικού μετά του μαθητή, η κατηγορουμένη τους προσπέρασε χωρίς να τους απευθύνει τον λόγο και περιφρονώντας τους εισήλθε στη σχολική αίθουσα. Τούτη η συμπεριφορά της ήταν επιλήψιμη έναντι του μαθητή της καθ' ότι απεδείκνυε πλήρη αδιαφορία τόσο προς το πρόσωπο του και όσο και αναφορικά με τον λόγο που στεκόταν αυτός εκτός της σχολικής αίθουσας μετά της μητρός του, αρνούμενος να εισέλθει σε αυτή, βλέποντας την μητέρα του να τον παροτρύνει και να τον παρακαλεί να εισέλθει στο μάθημα, πράγμα το οποίο εν τέλει κατόρθωσε και ο μαθητής εισήλθε στην τάξη αργότερα μετά από 1 ή 1,5 λεπτά, όπως υποστήριξε στο Σύλλογο Διδασκόντων η ανωτέρω εκπαιδευτικός. Όφειλε, με ειλικρινές ενδιαφέρον και θετικό τρόπο προσέγγιση, να είχε μιλήσει τουλάχιστον στον μαθητή της, που σημειωτέον είχε ηλικία μόλις έξι ετών και ευρισκόταν δίπλα στην τάξη, προσκαλώντας τον να την ακολουθήσει για να εισέλθουν μαζί εντός αυτής, επιδεικνύοντας ενδιαφέρον για το πρόβλημα που εκείνη τη στιγμή αντιμετώπιζε. Η συμπεριφορά της να μην απευθυνθεί στο μαθητή της στο σημείο εκείνο που αυτός παροτρυνόταν από τη μητέρα του να εισέλθει στην τάξη και να παρακολουθήσει δεν δύναται να εξηγηθεί άλλως παρά ως υποκινούμενη από συναισθήματα περιφρόνησης, αδιαφορίας και εκδικητικότητας προς το πρόσωπο του μαθητή ή της μητρός του, που στην τελευταία περίπτωση (αν πρόκειται για αντιπάθεια μόνο προς τη μητέρα του) δεν έπρεπε να εκδηλωθούν έναντι και του μαθητή της, επιδεινώνοντας την ήδη άσχημη ψυχολογία του προς το πρόσωπο της και το σχολείο, ο οποίος την είδε να περνάει από μπροστά του χωρίς να του δίνει σημασία, τροφοδοτώντας του το συναίσθημα που ήδη του είχε δημιουργήσει δια του τρόπου που του συμπεριφερόταν στην τάξη ή δια των αναφορών στο πρόσωπο του προς τη μητέρα του ότι ήταν ανεπιθύμητος μαθητής για αυτήν (τη δασκάλα του)• β) από τις 10-5-2017 και έως τη λήξη του σχολικού έτους ουδέν ενδιαφέρον επέδειξε η κατηγορουμένη για την απουσία του εν λόγω μαθητή και ουδεμία προσπάθεια κατέβαλε για να επανέλθει το παιδί στα μαθήματά του, παρά το γεγονός ότι ήταν υπαίτια της εν λόγω απουσίας γ) από το με αριθμό …/16-5-2017 Πρακτικό συνέλευσης του συλλόγου διδασκόντων του … Δημοτικού Σχολείου η κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι η εγκαλούσα μητέρα του μαθητή I. Σ. την αμφισβήτησε ως εκπαιδευτικό και εξαπέλυσε κατηγορίες σε βάρος της για πρόκληση σχολικής βίας και έλλειψη ενδιαφέροντος για τον μαθητή της και γιο της. Ισχυρίσθηκε ότι προκάλεσε συνάντηση με την παρουσία του Διευθυντή του σχολείου, του πατέρα του μαθητή και της σχολικής συμβούλου μετά από δική της πρόσκληση. Ωστόσο αναφέρεται από την κατηγορουμένη ότι κατά τη συνάντηση αυτή μετέφερε διαμαρτυρίες του μαθητή της ότι το απόγευμα διαβάζει πολλές ώρες και ότι ξυπνάει νωρίς για επανάληψη, για το οποίο ευθύνεται η μητέρα του μαθητή. Ενώ, δηλαδή η κατηγορουμένη, οργάνωσε συνάντηση με τον Διευθυντή του σχολείου, τη σχολική σύμβουλο και τους γονείς, μετά από τις αιτιάσεις της μητέρας ότι κάνει διακρίσεις σε βάρος του μαθητή της, κατά τη συνάντηση αυτή προέβη η ίδια σε κατηγορίες σε βάρος της μητέρας, οι οποίες τυγχάνουν κατ' ουσία αβάσιμες προφανώς, αφού η μητέρα αν θεωρηθεί ότι πίεζε το τέκνο της να μελετήσει περισσότερο τούτο έπραξε α) για να μην τον θεωρεί η ίδια η κατηγορουμένη ως μαθητή με μαθησιακές δυσκολίες και για να μην τον μεταχειρίζεται διαφορετικά ως προς την ανατεθείσα προς μελέτη διδαχθείσα ύλη β) για καλύτερη ανταπόκριση στις απαιτήσεις του σχολείου γ) για την εν γένει πρόοδο του. Άλλωστε αυτή τοποθετούσε τον μαθητή σε αυτούς που δεν είχαν τις ίδιες δυνατότητες με τους υπολοίπους και ως εκ τούτου αλυσιτελώς ισχυρίζεται ότι οι γονείς των υπολοίπων μαθητών της είχαν δηλώσει ότι αφιέρωναν περίπου τρία τέταρτα της ώρας για μελέτη στο σπίτι, καθόσον αυτό δεν ανταποκρινόταν στον εν λόγω μαθητή. Επίσης επεσήμανε ότι η μητέρα ανευρίσκει ύλη από το διαδίκτυο όταν απουσιάζει ο μαθητής υιός της από το σχολείο και ότι προχωρά και στη διδασκαλία των επόμενων μαθημάτων, ως προς τα οποία μη ορθώς επισυνάπτει κακή στάση της μητέρας, έχουσα απόλυτο δικαίωμα να πράττει όπως νομίζει για την πρόοδο του γιου της, χωρίς τούτο να θεωρείται επιλήψιμο. Ισχυρίσθηκε η κατηγορουμένη αντιφατικώς ότι το πολύωρο διάβασμα παρουσιάστηκε εκ μέρους της μητέρας του μαθητή ως δική της υπαιτιότητα και για τον λόγο αυτό δέχθηκε ακόμη και να προχωρήσει στη μείωση τυπικών εργασιών, ορθογραφίας, ανάγνωσης και άλλων που ανέθετε στους μαθητές της ενώ η αλήθεια είναι ότι η μητέρα δεν την κατηγόρησε για τον λόγο αυτό, αφού και η ίδια ισχυρίζεται ότι ψάχνει ύλη από το διαδίκτυο και στο σπίτι ασχολείται με το να παραδίδει στον γιο της επόμενα μαθήματα και επομένως αφιέρωνε χρόνο στη μελέτη του υιού της αλλά ήταν η απάντηση στις κατηγορίες της ίδιας ότι το παιδί της εκφράζει δυσαρέσκεια σε βάρος της μητέρας του για τις ώρες διαβάσματος καθόσον η ίδια ήταν αυτή που του έκανε σφοδρότατες παρατηρήσεις υπερβαίνουσες το μέτρο ενόψει της ηλικίας του για χαμηλή του απόδοση στο σχολείο, στα μαθηματικά, στην ανάγνωση, στην ορθογραφία.
Συνεπώς αντιδραστικά και προς έγερση παραπόνων από τους λοιπούς γονείς προκειμένου να τους υποδείξει ως υπαίτια την εγκαλούσα προέβη στη μείωση της ύλης για όλους τους μαθητές χωρίς να είναι απαραίτητο, ενώ όφειλε να μειώσει τις δυσμενείς της κρίσεις και την επιθετική συμπεριφορά της προς τον μαθητή και να γίνει ανεκτικότερη στα λάθη του και όχι να τον προσβάλει εντός της αίθουσας δεδομένου του πολύ πρόσφατου της έναρξης της μαθητικής του ζωής. Στο πρακτικό έκανε λόγο για προσπάθεια δυσφήμισης και συκοφάντησης του προσώπου της που της μεταφέρθηκε από τους άλλους γονείς των μαθητών της τάξης, το οποίο σήμαινε ότι το ζήτημα του μαθητή το συζητούσε και με τους γονείς των έτερων μαθητών της, το οποίο είναι ανεπίτρεπτο ηθικά, επαγγελματικά και κατά νόμω καθώς τίθεται ζήτημα τέλεσης και δικής της αξιόποινης πράξης συκοφαντικής δυσφήμισης καθόσον συζητεί με έτερους γονείς ζητήματα που αφορούν άλλο γονέα και άλλο τέκνο από τους συζητούντες και επομένως και αν ήθελε υποτεθεί ότι οι ίδιοι οι άλλοι γονείς ελάμβαναν πρωτοβουλία να της αναφέρουν συζητήσεις που είχαν κάνει με την εγκαλούσα, η οποία κυρίως προερχόταν από διάθεση να γίνουν αρεστοί στη δασκάλα των τέκνων τους, η ίδια ως αντικειμενική και αμερόληπτη εκπαιδευτικός έναντι όλων των μαθητών, όφειλε να μην τους είχε επιτρέψει τη συζήτηση για προσωπικά θέματα που αφορούν σε άλλον μαθητή και όχι να διεξάγει τέτοιες συζητήσεις και να μεταφέρει το περιεχόμενο τους και στο σύλλογο των καθηγητών. Στην ίδια ως άνω συνέλευση των καθηγητών μετά την παράθεση των παραπάνω από την κατηγορουμένη, η δασκάλα Ν. Μ. ανέφερε ότι α) στην πρώτη συγκέντρωση γονέων της κατηγορουμένης αναφέρθηκε η φράση από την ίδια "τα παιδιά σας έχουν θέμα" και ως εκ τούτου τυγχάνει πιστευτός ο ισχυρισμός της εγκαλούσας, καθόσον η κατηγορουμένη χρησιμοποιεί την εν λόγω έκφραση, ότι της ανέφερε με θυμό για τον υιό της ότι "άκου να σου πω, με τον Γ. έχω θέμα" β) παραδέχθηκε η ίδια η κατηγορουμένη ενώπιόν της ότι είπε, αναφέροντας ωστόσο ότι τούτο έλαβε χώρα μια φορά, την έκφραση "θα σας κόψω τα πόδια" και επομένως συνάγεται ότι βάσιμα καταγγέλλεται από τους εγκαλούντες ότι ειπώθηκε από την κατηγορουμένη στον γιο τους "θα σου κόψω τα πόδια, θα σου κόψω τα δάκτυλα" αναφερόμενη αποκλειστικά στον υιό τους, δεδομένου ότι οι λοιποί γονείς της τάξης δεν απεδείχθη ότι απέκτησαν πρόβλημα με την κατηγορουμένη, εφόσον τυχόν πανομοιότυπες εκφράσεις αν ήθελε υποτεθεί ότι απευθύνθηκαν από την κατηγορουμένη κατά πάντων των μαθητών είχαν γενικό χαρακτήρα και δεν οδηγούσαν σε στοχοποίηση έτερου μαθητή ενώ η στοχοποίηση του υιού των εγκαλούντων προήλθε από το ότι οι ανωτέρω ρήσεις απευθύνθηκαν προσωπικά προς τον ίδιο διακρίνοντάς τον από τους υπόλοιπους συμμαθητές του. Περαιτέρω η ίδια ως άνω εκπαιδευτικός στηλίτευσε τη συμπεριφορά της συναδέλφου της, την οποία σημείωσε ότι δεν αποδέχεται αναφέροντας στη συνέλευση ότι δεν μπορεί να στηρίξει τη συνάδελφό της τονίζοντας μάλιστα το προαναφερθέν γεγονός ότι στις 8-5-2017 ενώ ο μαθητής με τη μητέρα του ευρίσκονταν εκτός της τάξης και η μητέρα, κρατώντας σφιχτά από τα πόδια τον μαθητή και χαϊδεύοντάς του τα χέρια προσπαθούσε να τον πείσει να εισέλθει στην τάξη της κατηγορουμένης, εκείνης τους προσπέρασε, περιφρόνησε τον μαθητή και εισήλθε στην τάξη χωρίς να τον προσκαλέσει να την ακολουθήσει. Η συμπεριφορά της κατηγορουμένης προκάλεσε τη ψυχική του διαταραχή λόγω και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του ανηλίκου μαθητή, ο οποίος από την άλλη πλευρά, παρά την επίθεση που δεχόταν, προσπάθησε να εδραιώσει καλή σχέση με τη δασκάλα του αγκαλιάζοντάς την και λέγοντάς της "σε αγαπώ" όπως αναφέρεται ανωτέρω στο μάθημα της ζωγραφικής αλλά και στο μάθημα της μουσικής, ως αντελήφθη ο μουσικός Δ. Α., γεγονός, που λόγω της εχθρικής της στάσης επεξέτεινε την άσχημη ψυχολογική κατάσταση που του είχε δημιουργήσει. Ο σύλλογος διδασκόντων μετά τη συζήτηση αντιλήφθηκαν το πρόβλημα και αποφάσισαν να αλλάξει το παιδί τμήμα δεδομένης της ανικανότητας της κατηγορουμένης να χειριστεί την κατάσταση παρά το γεγονός ότι είχε να αντιμετωπίσει μόλις έξι (6) ετών ανήλικο. Οι προσκομισθείσες δηλώσεις υπεύθυνες και μη που καταρτίσθηκαν κατά τη διάρκεια της πρωτόδικης δίκης, ενδιάμεσα πρώτης και δεύτερης συζήτησης (13/26-10-2020) προς επίρρωση του ισχυρισμού της κατηγορουμένης ότι τυγχάνει άριστη εκπαιδευτικός με σκοπό να αμφισβητήσει τη βασιμότητα της κατηγορίας ως επίσης και οι καταθέσεις γονέων στο ακροατήριο δεν αξιολογούνται ως αυθόρμητες, καθώς άπασες φέρουν βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής στις 21, 22 και 23 Οκτωβρίου 2020 και εξ αυτού αποδεικνύεται ότι συλλέχθηκαν από την κατηγορουμένη, η οποία δημιούργησε την απόφαση στους γονείς να αποτυπώσουν τα όσα επαινετικά για την προσωπικότητά της και το έργο της ανέγραψαν, αφού θα της τα παρέδιδαν, συνταχθέντων προς αυτόν τον λόγο, ήτοι προς παράδοσή τους στην κατηγορουμένη, δεδομένου ότι με κάποιους γονείς πράγματι διατηρούσε καλές σχέσεις. Με αυτόν τον τρόπο που ενεργούσε η κατηγορουμένη και τα όσα ανέφερε στον σύλλογο καθηγητών, ενώ όφειλε να ενεργεί ως έχουσα κατανόηση έναντι των γονέων λόγω του εκπαιδευτικού της λειτουργήματος και του μεγάλης βαρύτητας έργου της να διδάξει σε μικρά παιδιά πρώτης τάξεως δημοτικού, δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων αλλά αντιθέτως ενήργησε εκδικητικά με οξύτατες παρατηρήσεις μη εκπαιδευτικά αποδεκτές έναντι του μαθητή και με εμπρηστική συμπεριφορά έναντι των γονέων του και ως εκ τούτου τυγχάνει αυταπόδεικτη η αρνητική της στάση έναντι του μαθητή και η αντιδικία που είχε αναπτύξει με το εν λόγω παιδί, η οποία διαρκώς τροφοδοτείτο από τις προβληματικές σχέσεις που διατηρούσε με τη μητέρα του μαθητή και από το γεγονός ότι η τελευταία δεν την αποδεχόταν, φθάνοντας η όλη της εξόχως αντιπαιδαγωγική της συμπεριφορά να οδηγήσουν στην πρόκληση, πέραν της έντονης απέχθειας του μαθητή προς το σχολείο και την εκπαιδευτική διαδικασία, η οποία εκδηλώθηκε με την άρνησή του να προσέρχεται στο σχολείο από κάποια στιγμή και μετά (τον μήνα Μάϊο του έτους 2017) και την πρόκληση σωματικής βλάβης σε βάρος του μαθητή δια της εκδήλωσης διαταραχής άγχους με περαιτέρω συνέπεια εμφάνισης ψυχοσωματικών προβλημάτων. Προέκυψε, ωστόσο, από την αποδεικτική διαδικασία ότι ο χρόνος στον οποίο αναφέρεται η πράξη που περιγράφεται στο κατηγορητήριο και έχει αποδοθεί στην κατηγορουμένη άρχεται από τον Ιανουάριο του έτους 2017 και φθάνει έως τον Μάιο του έτους 2017 κατ' επιτρεπτό ορθότερο προσδιορισμό του χρόνου τέλεσης της πράξης, δεδομένου ότι α) δεν επηρεάζει την παραγραφή της πράξης επί δυσμένεια της κατηγορουμένης και β) το κατηγορητήριο αναφέρει τον χρόνο που διαπιστώθηκε η βλάβη η οποία προκλήθηκε από τη συμπεριφορά της κατηγορουμένης καθ' όλο το χρονικό διάστημα από Οκτώβριο του έτους 2016 έως και Μάρτιο του έτους 2017. Για όλους τους ανωτέρω λόγους πρέπει να κηρυχθεί ένοχη όπως κατηγορείται, με τον ανωτέρω ορθότερο προσδιορισμό του χρόνου τέλεσης της πράξης, καθώς και με την αναγνώριση του ελαφρυντικού του προτέρου συννόμου βίου (άρ. 84 παρ. 2 α ΠΚ) κατά το αίτημα, δεδομένου ότι από το με αρ. πρωτ. 77063/18-2-2022 αντίγραφο του ποινικού μητρώου της καταδικασθείσας κατηγορουμένης δεν αποδεικνύεται η τέλεση αξιόποινης πράξης εκ μέρους της κατά το παρελθόν". Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο κήρυξε κατά πλειοψηφία, την αναιρεσείουσα ένοχη της αποδιδόμενης σ' αυτήν πράξης, της απλής σωματικής βλάβης και, αφού της αναγνώρισε το ελαφρυντικό του πρότερου σύννομου βίου (άρθρ. 84 παρ. 2 στοιχ. α' ΠΚ), της επέβαλε ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, που ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθα διατακτικό: "....στη Λιβαδειά Βοιωτίας, από τον μήνα Ιανουάριο έως Μάιο του 2017, όπως διαπιστώθηκε την 31-5-2017, με πρόθεση προξένησε σε άλλον βλάβη της υγείας και ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, εντός του 8ου Δημοτικού Σχολείου Λιβαδειάς ως εκπαιδευτικός - διδασκάλισσα της Α' Δημοτικού και επιφορτισμένη με την διδασκαλία των συναφών μαθημάτων, προξένησε μέσω προσβλητικής συμπεριφοράς και δη μέσω απαξιωτικών λόγων που εξέφερε έναντι τρίτων προσώπων [των σε αυτή μαθητών] βλάβη της υγείας του ανηλίκου μαθητή Ι. Σ., με αποτέλεσμα αυτός να υποστεί αυτήν, νευρική διαταραχή με παθολογικές συνέπειες, υπό την μορφή της διαταραχής άγχους και ύπνου αλλά και της εκδηλώσεως εντόνου δυσφορικού - αρνητικού αισθήματος για το σχολείο". Το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε με σαφήνεια ότι οι εγκαλούντες γονείς του ανηλίκου έλαβαν γνώση, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και συγκεκριμένο, της ψυχικής διαταραχής, που αυτός εμφάνισε, στις 31-5-2017, όταν χορηγήθηκε σ' αυτούς η σχετική ιατρική βεβαίωση της αρμόδιας παιδοψυχιάτρου, ενώ προηγουμένως είχαν παρατηρήσει και γνώριζαν μόνο ορισμένα ανησυχητικά συμπτώματα στη συμπεριφορά του γιου τους, χωρίς να έχουν πλήρη επιστημονική εικόνα της κατάστασής του, οπότε η υποβολή της έγκλησής τους, που έγινε στις 29-8-2017, ήταν εμπρόθεσμη. Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο διέλαβε την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία περί του θέματος αυτού, αφού προσδιόρισε ανελέγκτως τον ως άνω χρόνο γνώσης εκ μέρους των εγκαλούντων όλων των στοιχείων, που απαιτούνται για την τελεσθείσα πράξη και ανέφερε τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν τη γνώση αυτή.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Θ' ΚΠΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 114 παρ. 1 ΠΚ και χωρίς την προσήκουσα αιτιολογία, το Εφετείο έκανε δεκτό ότι η έγκληση υποβλήθηκε εμπροθέσμως, απορρίπτοντας την προβληθείσα εκ μέρους της ένσταση απαραδέκτου της ποινικής δίωξης, λόγω μη εμπρόθεσμης υποβολής της έγκλησης και προβαίνοντας ακολούθως στην εκδίκαση της υπόθεσης κατ' ουσία, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, στην προσβαλλόμενη απόφαση έγινε μια διεύρυνση προς το παρελθόν του χρόνου τέλεσης της ένδικης πράξης της απλής σωματικής βλάβης του ανηλίκου, με την εξειδίκευση στο αιτιολογικό της των περιστάσεων τέλεσης αυτής. Συγκεκριμένα, ενώ στο κλητήριο θέσπισμα και στο διατακτικό της πρωτόδικης απαλλακτικής απόφασης η ζημιογόνα πράξη της κατηγορουμένης, ήτοι η πρόκληση στον ανήλικο ψυχικής - νευρικής διαταραχής με παθολογικές συνέπειες, διά της προσβλητικής και εχθρικής προς αυτόν συμπεριφοράς και, ειδικότερα, μέσω απαξιωτικών λόγων, που εξέφερε ενώπιον των συμμαθητών του, φέρεται ότι τελέσθηκε τον μήνα Μάϊο του 2017, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η ως άνω παράνομη συμπεριφορά της κατηγορουμένης, φέρεται ότι τελέσθηκε καθ' όλο το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου - Μαΐου 2017. Η διεύρυνση αυτή από το Δικαστήριο του χρόνου τέλεσης της πράξης, με τον ακριβέστερο καθορισμό της, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τα προαναφερθέντα, αποτελεί επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας και, ειδικότερα, βελτίωση αυτής, καθόσον ο προσδιορισμός αυτός δεν ασκεί επιρροή στην ταυτότητα της πράξης ή στην τυχόν επελθούσα παραγραφή του αξιοποίνου αυτής. Η αιτίαση δε της αναιρεσείουσας ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λιβαδειάς, με την ανωτέρω μεταβολή, προέβη σε χειροτέρευση της θέσης της, κατ' άρθρο 470 ΚΠΔ, είναι αβάσιμη, διότι (πέραν του γεγονότος ότι η ανωτέρω μεταβολή είναι καταρχήν επιτρεπτή και στη δευτεροβάθμια δίκη υπό τις ίδιες ως άνω προϋποθέσεις), στην προκειμένη περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, δεν τίθεται καν ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 470 ΚΠΔ, εφόσον πρόκειται για άσκηση έφεσης κατά πρωτοβάθμιας απαλλακτικής απόφασης από τον Εισαγγελέα Εφετών Λαμίας. Επίσης, η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι με την ανωτέρω μεταβολή, κατ' ουσίαν, το αδίκημα, για το οποίο καταδικάσθηκε, μετατράπηκε ανεπίτρεπτα σε κατ' εξακολούθηση, είναι αβάσιμη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, καθόσον σαφώς προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αποδοθείσα στην κατηγορουμένη πράξη της απλής σωματικής βλάβης παρέμεινε μία, τελεσθείσα με τις αναφερόμενες στο αιτιολογικό διαδοχικές επιλήψιμες ενέργειές της, κατά το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου - Μαΐου 2017, οι οποίες, εν τέλει, σωρευτικά, είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση της αναφερόμενης σωματικής βλάβης του ανηλίκου, ήτοι την ψυχική του διαταραχή. Επομένως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά τα σκέλη του, με τα οποία προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε σε υπέρβαση εξουσίας και απόλυτη ακυρότητα (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' και Α' ΚΠΔ).
Η προαναφερόμενη μεταβολή του χρόνου τέλεσης της πράξης ήταν μεν επιτρεπτή, κατά τα ανωτέρω, πλην όμως, πριν από την αποδοχή της, με την απαγγελία της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο, εφόσον προσανατολιζόταν στην υιοθέτησή της, όφειλε, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 343 παρ. 2 ΚΠΔ, να ενημερώσει σχετικά την κατηγορουμένη και να της παράσχει τη χρονική δυνατότητα για την προετοιμασία της υπεράσπισής της. Εφόσον, όμως, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αυτό δεν συνέβη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ, γι' αυτό είναι βάσιμος ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα, λόγος αναίρεσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την κρίση της για την ουσία της υπόθεσης και την επιβολή ποινής, (μη αναιρουμένης της απόφασης κατά το σκέλος της που αναφέρεται στην παραδοχή του εμπροθέσμου της έγκλησης), ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου και του πρώτου λόγου (κατά το δεύτερο σκέλος του) της αίτησης αναίρεσης, που αναφέρονται στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την κρίση περί της ενοχής της κατηγορουμένης. Περαιτέρω, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ανωτέρω Δικαστήριο, που την εξέδωσε, συγκροτούμενο όμως από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519, 522 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ` αριθμ. 133/16-3-2022 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ