Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 615 / 2024    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 615/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ελένη Μπερτσιά, Παναγιώτα Πασσίση και Λεωνίδα Χατζησταύρου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 5 Μαρτίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Παππαδά, (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Πεχλιβάνη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 621/2023 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Ε. Μ. του Σ., κάτοικο ..., η οποία δεν εμφανίστηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 3/11-12-2023 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 18/2024.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, με αριθμό 3/2023 αίτηση του αναιρεσείοντος Α. ή Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., με δήλωσή του ενώπιον της γραμματέως του Ειρηνοδικείου Δράμας, στις 11-12-2023, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 621/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης, με την οποία καταδικάσθηκε για τα αδικήματα α) της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση και β) της μη καταβολής αποδοχών σε εργαζόμενο κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 362, 363 98 ΠΚ και 28 παρ. 1 του ν. 3996/2011), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ). Είναι, συνεπώς, αυτή παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικαστεί, με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου, που περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Αν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει τα στοιχεία αυτά, είναι άκυρο, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα. Η ακυρότητα όμως αυτή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 172 παρ.1, 174 παρ. 2 και 175 παρ. 2 του ΚΠΔ, είναι σχετική, ως αναγόμενη σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, γι' αυτό και, αν ο κατηγορούμενος δεν την προτείνει μέχρι να αρχίσει για πρώτη φορά η αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο, η ακυρότητα αυτή καλύπτεται. Αν προταθεί εγκαίρως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η εν λόγω ακυρότητα και η εκ του λόγου αυτού αντίρρηση προόδου της διαδικασίας και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την απορρίψει, ο κατηγορούμενος, αν εμμένει σ' αυτήν, πρέπει να επαναφέρει την πρόταση της ακυρότητας και την αντίρρηση κατά της προόδου της διαδικασίας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διαλαμβάνοντας στην έφεσή του ειδικό λόγο περί τούτου. Τούτο αποτελεί την προϋπόθεση για να μπορεί να προτείνει παραδεκτά στο Εφετείο τον σχετικό ισχυρισμό και τούτο θα γίνει πριν από την ανάπτυξη της έφεσης από τον Εισαγγελέα ή την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου, διαφορετικά είναι απαράδεκτος. Επομένως, εφόσον προβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος και αυτή απορριφθεί από το άνω δικαστήριο, η ίδια ακυρότητα θα πρέπει να προταθεί με ειδικό λόγο έφεσης, ώστε να κριθεί από το εφετείο, στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 502 παρ. 2 του ΚΠΔ, άλλως καλύπτεται και δεν μπορεί να επαναφερθεί στο ακροατήριο του εφετείου, αφού, σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη (άρθρ. 502 παρ. 2 του ΚΠΔ), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει για εκείνα μόνο τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι λόγοι της έφεσης. Τούτο όμως προϋποθέτει ότι τα εκκληθέντα κεφάλαια πλήττονται κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, καθόσον το εφετείο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αόριστο λόγο έφεσης, αφού αυτός, ως εκ του περιεχομένου του, τυγχάνει απαράδεκτος. Ειδικότερα, στην έκθεση έφεσης, με την οποία διώκεται ο έλεγχος και η διόρθωση των σφαλμάτων της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να διατυπώνονται οι λόγοι, για τους οποίους αυτή ασκείται και να προτείνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ώστε να είναι δεκτικοί δικαστικής εκτίμησης, διαφορετικά, οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι έφεσης απορρίπτονται ως απαράδεκτοι, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα οποιασδήποτε συμπλήρωσης στο ακροατήριο του δικάζοντος την έφεση δικαστηρίου (ΑΠ 1437/2022, ΑΠ 1296/2022, ΑΠ 1336/2016, ΑΠ 1309/2015). Εξάλλου, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, κατά τα εκτιθέμενα κατωτέρω, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα από το αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους επαφίεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε (ΑΠ 1138/2023, ΑΠ 248/2023).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης με αριθμό 621/19-10-2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και των οικείων πρακτικών της, σε συνδυασμό με την πρωτόδικη, υπ' αριθμ. 283/8-3-2023 απόφαση και τα σχετικά πρακτικά της του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας, καθώς και από την υπ' αριθμ. 26/9-3-2023 έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κατά της πρωτόδικης απόφασης, στην πρωτοβάθμια δίκη, προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο, δια των συνηγόρων του, ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, λόγω αοριστίας αυτού, ως προς τον ακριβή προσδιορισμό των αξιόποινων πράξεων, που του αποδίδονταν, ήτοι της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση και της μη καταβολής αποδοχών σε εργαζόμενο κατ' εξακολούθηση και την ελλιπή παράθεση των άρθρων του ποινικού νόμου, που τις προβλέπουν, η οποία κατατέθηκε εγγράφως και αναπτύχθηκε προφορικά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Δράμας απέρριψε την παραπάνω ένσταση και, στη συνέχεια, με την προαναφερόμενη απόφαση κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για τις παραπάνω πράξεις. Κατά της απόφασης αυτής, ο αναιρεσείων άσκησε την προμνημονευόμενη έφεση, παραπονούμενος, μεταξύ άλλων, όπως επί λέξει αναγράφεται στο εφετήριο, και "κατά της απορριφθείσας ενστάσεως ακυρώσεως του κλητηρίου θεσπίσματος από 8-3-2023". Κατά την εκδίκαση της έφεσης ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, ο αναιρεσείων, δια του συνηγόρου του, επανέφερε τον ίδιο ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό, ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, λόγω αοριστίας ως προς τον ακριβή προσδιορισμό των αξιόποινων πράξεων, που του αποδίδονταν και την ελλιπή παράθεση των άρθρων του ποινικού νόμου, που τις προβλέπουν, την οποία κατέθεσε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την υποβληθείσα ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος ως αβάσιμη κατ' ουσία, προβαίνοντας σε εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση της κρίσης του και, στη συνέχεια, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο της τέλεσης αμφοτέρων των αξιόποινων πράξεων, που του αποδίδονταν. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο παραπάνω λόγος έφεσης του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος ήταν απαράδεκτος, ως αόριστος και ασαφής, εφόσον αυτός δεν είχε προβληθεί στη σχετική έκθεση έφεσης κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο, με παράθεση των συγκεκριμένων αιτιάσεων, που τον θεμελιώνουν. Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να τον εξετάσει, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, προϋπόθεση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου, για έρευνα του λόγου έφεσης, είναι το παραδεκτό αυτού, ως εκ περισσού δε, τον εξέτασε και τον απέρριψε αιτιολογημένα. Συνακόλουθα, ο έκτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και Δ' ΚΠΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται για σχετική ακυρότητα στο ακροατήριο και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αναφορικά με την ως άνω απορριπτική κρίση της ένστασης ακυρότητας του κατηγορητηρίου εκ μέρους του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 362 εδ. α` του ισχύσαντος μέχρι 30-6-2019 ΠΚ, "Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της φυλάκισης", ενώ, κατά το άρθρο 363 εδ. α' του ίδιου ΠΚ, "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Μαζί με τη φυλάκιση μπορεί να επιβληθεί και χρηματική ποινή". Η αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 363 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ προβλέπει για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή (η σωρευτική επιβολή της είναι υποχρεωτική και όχι δυνητική, όπως στον παλαιό ποινικό κώδικα) και, αν η πράξη τελέστηκε δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω διαδικτύου, φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή και, συνεπώς, είναι δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο έναντι της προϊσχύσασας, η οποία και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση. Από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από τον δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, ήτοι γεγονός πρόσφορο να επιφέρει την προσβολή της τιμής, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν, τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου τη θέληση αυτού να ισχυριστεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης και χαρακτηρισμοί, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στην συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνο όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικά να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, καθώς και όταν είναι διαγνωστό ότι αφορούν συγκεκριμένο συμβάν (ΑΠ 664/2021, ΑΠ 20/2020). Η προσφορότητα κρίνεται από τον τόπο, χρόνο, το είδος του γεγονότος, από τον τρίτο ή τρίτους ενώπιον των οποίων διαδίδεται και γενικά από τις περιστάσεις (ΑΠ 384/2022, ΑΠ 302/2020). Ενώπιον τρίτου τελείται μια πράξη ακόμη και όταν δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά σε αόριστο αριθμό ατόμων, στην έννοια δε του τρίτου, εφόσον δεν θεσπίζεται με τις ανωτέρω διατάξεις οποιαδήποτε διάκριση, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε πλην του δυσφημουμένου φυσικό πρόσωπο ή αρχή, επομένως και τα πρόσωπα τα οποία έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης με οποιονδήποτε τρόπο, έστω κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, όπως οι δικαστές, εισαγγελείς, υπάλληλοι δικαστηρίου κ.λ.π., αρκεί το γεγονός να είναι επιλήψιμο γι` αυτόν, στον οποίο αποδίδεται (Ολ. ΑΠ 3/2021, ΑΠ 559/2023, ΑΠ 1071/2022). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1 εδ. α' και παρ. 2 του ν. 3996/2011, "1. Κάθε εργοδότης, που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τις σχετικές με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και συγκεκριμένα τα χρονικά όρια εργασίας, υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 31 του ν. 3904/2010 (Α' 218), την καταβολή δεδουλευμένων, την αμοιβή, την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ή την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων (900) ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές. 2. Ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που προβλέπουν βαρύτερη ποινική μεταχείριση εξακολουθούν να ισχύουν". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παράγραφος 1 εδ. α' του α.ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 2336/1995, "1. Κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολουμένους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας είτε από αποφάσεις διαιτησίας είτε από το νόμο ή έθιμο είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που είναι εντεταλμένα για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζομένων, με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και χρηματική ποινή, της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω του 25% ούτε πάνω του 50% του καθυστερούμενου χρηματικού ποσού, για την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές πρέπει να αποτιμώνται, με τη σχετική απόφαση, σε χρήμα". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτές πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στον δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσης χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση, είτε από τον νόμο ή το έθιμο είτε από διοικητικές πράξεις (ΑΠ 847/2022, ΑΠ 626/2022). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 36 παρ. 1 του ν. 590/1977 και 2 παρ. 1 και 2, 7 παρ. 1, 9 παρ. 1 του κανονισμού 8 της 28-9-1979/5-1-1980 (ΦΕΚ Α' 1), περί Ιερών Ναών και Ενοριών, που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρ. 36 παρ. 6 του ανωτέρω νόμου, προκύπτει ότι α) ο ενοριακός ιερός ναός είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, εκπροσωπούμενο από το εκκλησιαστικό του συμβούλιο, που αποτελείται από τον εφημέριο του ναού ως πρόεδρό του και από τέσσερα (4) λαϊκά μέλη, β) το εκκλησιαστικό συμβούλιο είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε θέμα, που αφορά στη διοίκηση του ιερού ναού ή τη διαχείριση της περιουσίας του, γ) η εξουσία αντιπροσώπευσης του ιερού ναού έναντι τρίτων ανήκει στον πρόεδρο ή σε μέλος του εκκλησιαστικού του συμβουλίου, που ορίζεται με απόφαση αυτού, είτε για ορισμένη χρονική περίοδο είτε για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (Ολ. ΑΠ 1/2005). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Όσον αφορά στον δόλο, που απαιτείται κατ' άρθρο 26 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, που συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που, κατά τον νόμο, απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει από αυτή. Όταν όμως αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί δε λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 482/2023, ΑΠ 452/2023, ΑΠ 1000/2022). Ειδικότερα, η καταδικαστική, για παράβαση της ως άνω διάταξης του άρθρου 28 παρ. 1 του ν. 3996/2011, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945, απόφαση στερείται της απαιτούμενης αιτιολογίας, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με πληρότητα και σαφήνεια, ενόψει του περιεχομένου των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τα κρίσιμα για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος περιστατικά, που είναι ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές, καθώς και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών και ο χρόνος κατά τον οποίο έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο αποδοχές στον εργαζόμενο (ανά εβδομάδα, μήνα κλπ.) και αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή από τον νόμο ή από το έθιμο. Περαιτέρω, επί νομικού προσώπου, φερομένου ως εργοδότη, πρέπει να προσδιορίζεται η μορφή του νομικού προσώπου και, αν πρόκειται για εταιρεία, και η εταιρική μορφή αυτής, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η θέση και η ιδιότητα, την οποία είχε ο κατηγορούμενος στην εταιρεία αυτή κατά τον κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για την καταβολή των αποδοχών. Δεν αρκεί, δηλαδή, ο χαρακτηρισμός του κατηγορουμένου ως εργοδότη ή ως νόμιμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου (ΑΠ 622/2023, ΑΠ 358/2020, ΑΠ 2002/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θράκης, με την προαναφερόμενη υπ` αριθμ. 621/2023 απόφασή του, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε τα αναφερόμενα, ως προς το είδος τους, αποδεικτικά μέσα (αναγνωσθείσα πρωτόδικη απόφαση, αναγνωσθέντα έγγραφα, καταθέσεις μαρτύρων), δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Στη Δράμα, στους παρακάτω χρόνους, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα: Α) Στις 12-2-2020 και στις 27-2-2020, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλο ψευδές γεγονός, που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, τελώντας εν γνώσει της αναλήθειάς του. Συγκεκριμένα, στις 12-2-2020 επέδωσε στην εγκαλούσα και ήδη παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας, Ε. Μ. του Σ., την από 10-2-2020 εξώδικη απάντηση - πρόσκληση, στην οποία διέλαβε για αυτήν, μεταξύ άλλων, ότι η εργασία, που πρόσφερε στον Ιερό Ναό των Αγίων Δώδεκα Αποστόλων, ήταν εθελοντική, ότι τόσο ο ίδιος (ο κατηγορούμενος) όσο και η Εκκλησιαστική Επιτροπή την βοηθούσαν κατά καιρούς λόγω της μεγάλης οικονομικής της ανέχειας με προσφορά αγάπης (φαγητό, δέματα με τρόφιμα ή με είδη ρουχισμού) και ότι παρόλα αυτά η εγκαλούσα και ήδη παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας καταδιώκει την Εκκλησία με ανίερο και ανήθικο τρόπο, ότι κοινοποίησε παραπλανητική εξώδικη δήλωση, ότι έδειξε απόλυτη αχαριστία, ότι η συμπεριφορά της αυτή χαρακτηρίζεται από εμπάθεια, κατάχρηση εμπιστοσύνης, υποκρισία εθελοντισμού και γι' αυτό είναι απαράδεκτη, ανήθικη και προσβάλλει την τιμή και υπόληψη του κατηγορουμένου και όλων των εθελοντών, και στις 27-2-2020 κατέθεσε στην Επιθεώρηση Εργασίας Δράμας υπόμνημα, στο οποίο διέλαβε για την εγκαλούσα και ήδη παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας, μεταξύ άλλων, ότι το Φιλόπτωχο Ταμείο της Ιεράς Μητροπόλεως Δράμας της παρείχε βοήθεια σε χρήμα και σε είδος, ότι κάνει τόσες ελεημοσύνες στους αδύναμους και στους απόρους, όπως και στην ίδια, ώστε είναι άξιο πώς καταδιώκει την Εκκλησία, η οποία της πρόσφερε "ένα πιάτο φαΐ" στα δύσκολα χρόνια της κρίσης, χωρίς φόβο Θεού, χωρίς έλεγχο συνείδησης, χωρίς αιδώ, θεωρεί δε ότι η πράξη της είναι ανήθικη, ανίερη και καταχρηστική. Τα πιο πάνω γεγονότα, που περιέλαβε στην ως άνω εξώδικη απάντηση - πρόσκληση και στο ως άνω υπόμνημα και που ισχυρίσθηκε, σε βάρος της εγκαλούσας και ήδη παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας, ο κατηγορούμενος, των οποίων το περιεχόμενο έλαβε γνώση απροσδιόριστος αριθμός προσώπων, ήταν εν γνώσει του ψευδή. Τα δε γεγονότα αυτά ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή της εγκαλούσας και ήδη παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας. Β) κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2016 έως 15-10-2019, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, τέλεσε το αδίκημα της μη καταβολής των νομίμων αποδοχών και πάσης φύσεως χορηγιών σε εργαζόμενη, που έπρεπε να καταβάλει για την εργασία της. Ειδικότερα, ως νόμιμος εκπρόσωπος του Ιερού Ναού των Αγίων Δώδεκα Αποστόλων, που βρίσκεται στη Δράμα, επί της οδού Γαληνού αρ. 12) δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα στην απασχολούμενη με μισθό τις νόμιμες αποδοχές, που έπρεπε να καταβάλει σ' αυτή για την εργασία της, οι οποίες καθορίζονται από το νόμο και τη σχετική σύμβαση εργασίας. Συγκεκριμένα, ενώ απασχόλησε στον πιο πάνω Ναό την εγκαλούσα και ήδη παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας, Ε. Μ. του Σ., ως καθαρίστρια και νεωκόρο, για το χρονικό διάστημα από 1-5-2016 έως 15-10-2019, δεν της κατέβαλε:
Α. ΔΙΑΦΟΡΑ ΔΕΔΟΥΛΕΥΜΕΝΩΝ ΑΠΟΔΟΧΩΝ ΕΤΟΣ 2016 Νόμιμος μισθός = 823,00 ευρώ (συμπληρώθηκε η τριετία) Καταβαλλόμενος μισθός = 300,00 ευρώ Οφειλόμενη διαφορά = 523,00 ευρώ και από 11/5 μέχρι 31/12/2016, η οφειλόμενη διαφορά ανέρχεται σε 523,00 ευρώ Χ 7 μήνες + 2/3 Μαΐου = 3.661 + 548 (τα 2/3 Μαΐου) = 4.209,60 ευρώ + 500 ευρώ Δώρο Χριστουγέννων + 250 ευρώ Επίδομα Άδειας = 4.959,60 ευρώ.
ΕΤΟΣ 2017 Νόμιμος μισθός = 823,00 ευρώ μικτά (συμπληρώθηκε η τριετία) Καταβαλλόμενος μισθός = 300,00 ευρώ Οφειλόμενη διαφορά = 523,00 ευρώ και από 1/1/2017 μέχρι 31/12/2017, η οφειλόμενη διαφορά ανέρχεται σε 523,00 ευρώ Χ 12 μήνες = 6.276,00 ευρώ + 500 ευρώ.
Δώρο Χριστουγέννων + 250 ευρώ Δώρο Πάσχα + 250 ευρώ Επίδομα Άδειας = 7.276,00 ευρώ.
ΕΤΟΣ 2018 Νόμιμος μισθός = 823,00 ευρώ (συμπληρώθηκε η τριετία) Καταβαλλόμενος μισθός = 300,00 ευρώ Οφειλόμενη διαφορά = 523,00 ευρώ και από 1/1/2018 μέχρι 31/12/2018, η οφειλόμενη διαφορά ανέρχεται σε 523,00 ευρώ Χ 12 μήνες = 6.276,00 ευρώ + 500 ευρώ Δώρο Χριστουγέννων + 250 ευρώ Δώρο Πάσχα + 250 ευρώ Επίδομα Άδειας = 7.276,00 ευρώ.
ΕΤΟΣ 2019 Νόμιμος μισθός = 823,00 ευρώ (συμπληρώθηκε η τριετία) Καταβαλλόμενος μισθός = 300,00 ευρώ.
Οφειλόμενη διαφορά = 523,00 ευρώ και από 1/1/2019 μέχρι 15/9/2019, η οφειλόμενη διαφορά ανέρχεται σε 523,00 ευρώ Χ 9,5 μήνες = 4.968,50 ευρώ + 500 ευρώ Δώρο Χριστουγέννων + 250 ευρώ Δώρο Πάσχα + 250 ευρώ Επίδομα Άδειας = 5.874,75 ευρώ.
Και συνολικά οι νόμιμες απαιτήσεις της για την διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών για τα έτη 2016, 2017, 2018 και 2019 ανέρχονται στις 25.386,35 ευρώ. Β. ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΛΟΓΩ ΑΠΟΛΥΣΗΣ Δικαιούται αποζημίωση λόγω απόλυσης για έξι συμπληρωμένα έτη στον ίδιο εργοδότη αποδοχές 2 μηνών σύμφωνα με το Π.Δ. 410/1988, δηλαδή το ποσό των 823,00 ευρώ ως καταβαλλόμενος μισθός Χ 2 μήνες = 1.646 ευρώ Χ 1/6 = 274,33 ευρώ και 1.646 ευρώ + 274,33 ευρώ = 1.920,33 ευρώ.
Γ. ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΑΔΕΙΑΣ ΕΤΩΝ 2016, 2017, 2018 και 2019 α) Αποδοχές αδείας έτους 2016, 26 εργασίμων ημερών, ήτοι 26 Χ 32,92 (823 : 25) = 855,92 ευρώ. Λόγω δε της άρνησης του εργοδότη να της χορηγήσει την νόμιμη άδειά της, μολονότι την ζήτησε, υποχρεούται να της καταβάλει τις αντίστοιχες προσαύξηση 100%, δηλαδή επιπλέον 855,92 ευρώ, β) Αποδοχές αδείας έτους 2017, 26 εργασίμων ημερών, ήτοι 26 Χ 32,92 (823 : 25) = 855,92 ευρώ. Λόγω δε της άρνησης του εργοδότη να της χορηγήσει την νόμιμη άδειά της, μολονότι την ζήτησε, υποχρεούται να της καταβάλει τις αντίστοιχες αποδοχές με προσαύξηση 100%, δηλαδή επιπλέον 855,92 ευρώ, γ) Αποδοχές αδείας έτους 2018, 26 εργασίμων ημερών, ήτοι 26 Χ 32,92 (823 : 25) = 855,92 ευρώ. Της χορηγήθηκε άδεια 7 ημερών, από τις 27/7 έως και τις 29/7/2018, οπότε της οφείλονται αποδοχές αδείας που αντιστοιχούν στις 19 ημέρες που υπολείπονται, ήτοι 625,48 ευρώ. Λόγω δε της άρνησης του εργοδότη να της χορηγήσει το σύνολο της νόμιμης άδειός της, μολονότι τη ζήτησε, υποχρεούται να της καταβάλει τις αντίστοιχες αποδοχές με προσαύξηση 100%, δηλαδή επιπλέον 625,48 ευρώ.
δ) Αποζημίωση αδείας έτους 2019 λόγω λύσης της σχέσης εργασίας της, 26 εργασίμων ημερών, ήτοι 26 Χ 32,92 (823 :25) = 855,92 ευρώ. Της χορηγήθηκε άδεια 15 ημερών, από τις 27/7 έως και τις 29/7/2018, οπότε της οφείλονται αποδοχές αδείας που αντιστοιχούν στις 11 ημέρες που υπολείπονται, ήτοι 362,12 ευρώ.
Γενικό Σύνολο 5.036,76 ευρώ.
Δ. ΕΡΓΑΣΙΑ ΗΜΕΡΑ ΣΑΒΒΑΤΟ ΕΤΟΣ 2016 Από 1-5-2016 μέχρι 31-12-2016 εργάσθηκε 35 Σάββατα αρχής γενομένης από 7-5-2016 μέχρι 31-12-2016 και της οφείλονται με βάση το ωρομίσθιό της, που ανήλθε στα 4,11 ευρώ (ήτοι 823 ευρώ Χ 1/25 = 32,92 : 8 ώρες = 4,11 ευρώ το ωρομίσθιο) Χ 8,5 ώρες = 34,98 ευρώ Χ 35 Σάββατα = 1.224,21 ευρώ.
ΕΤΟΣ 2017 Από 1-1-2017 έως 31-12-2017 εργάσθηκε ανεξαιρέτως όλα τα Σάββατα αρχής γενομένης από 7-1-2017 έως 30-12-2017 που αριθμούνται συνολικά σε 52 Σάββατα και της οφείλονται με βάση το ωρομίσθιο της, που ανήλθε στα 4,11 ευρώ (ήτοι 823 ευρώ Χ 1/25 = 32,92 : 8 ώρες = 4,11 ευρώ το ωρομίσθιο) Χ 8,5 ώρες = 34,93 ευρώ Χ 45 Σάββατα = 1.572,07 ευρώ. Ενώ για τα 6 Σάββατα κατά την περίοδο της Σαρακοστής: 4,11 ευρώ (ωρομίσθιο) Χ 10,5 ώρες = 43,15 ευρώ Χ 6 Σάββατα = 258,93 ευρώ. Ενώ το Μεγάλο Σάββατο εργαζόταν 11 ώρες, εκ των οποίων οι 4 ώρες είναι νυχτερινή εργασία, και επομένως, 7 ώρες Χ 4,11 = 28,77 ευρώ + 20,55 [ήτοι 4 ώρες Χ 5,14 (4,11 + 1,03 το 25% της προσαύξησης της νυχτερινής εργασίας)] = 49,32 ευρώ και συνολικά για το έτος 2017 το ποσό των 1.880,32 ευρώ.
ΕΤΟΣ 2018 Από 1-1-2018 έως 31-12-2018 εργαζόταν τα Σάββατα από τις 07:30 έως τις 12:00. Τα Σάββατα κατά τη περίοδο της Σαρακοστής εργαζόταν από τις 07:30 έως τις 14:00 και το απόγευμα από τις 17:00 έως τις 21:00 και το Μ. Σάββατο από τις 7:00 έως τις 13:00 και το απόγευμα από τις 21:00 έως τις 02:00. Εργαζόταν δηλαδή 4,5 ώρες τα συνηθισμένα Σάββατα, πλην των Σαββάτων, που έπεφταν μέσα στη Σαρακοστή, και του Μ. Σαββάτου που εργαζόταν 10,5 - 11 ώρες. Εργάσθηκε 51 Σάββατα (το έτος αυτό της χορηγήθηκε άδεια άνευ αποδοχών το διάστημα από 23/7 έως και 29/7/2018, οπότε δεν εργάσθηκε το Σάββατο 28/7/2018) και έπρεπε να λάβει για τα 44 Σάββατα του έτους 2018, 4,11 ευρώ (ήτοι, 823 ευρώ Χ 1/25 = 32,92 : 8 ώρες = 4,11 ευρώ το ωρομίσθιο) Χ 4,5 ώρες = 18,49 ευρώ (ημερομίσθιο) Χ 44 Σάββατα = 813,78 ευρώ. Ενώ για τα 6 Σάββατα κατά την περίοδο της Σαρακοστής: 4,11 ευρώ (ωρομίσθιο) Χ 10,5 ώρες = 43,15 ευρώ Χ 6 Σάββατα = 258,93 ευρώ. Ενώ το Μεγάλο Σάββατο εργαζόταν 11 ώρες, εκ των οποίων οι 4 ώρες είναι νυχτερινή εργασία, και επομένως 7 ώρες Χ 4,11 = 28,77 ευρώ + 20,55 [ήτοι 4 ώρες Χ 5,14 (4,11 + 1,03 το 25% της προσαύξησης της νυχτερινής εργασίας)] = 49,32 ευρώ και συνολικά το ποσό των 1.122,03 ευρώ για την εργασία της κατά την ημέρα Σάββατο για το 2018.
ΕΤΟΣ 2019 Από 1-1-2019 έως 15-10-2019 αριθμούνται 41 Σάββατα, εκ των οποίων εργάσθηκε 39 Σάββατα, διότι έλαβε άδεια 15 ημερών άνευ αποδοχών το χρονικό διάστημα από 15/7 έως 29/7, οπότε δεν εργάσθηκε τα Σάββατα 20/7 και 27/7/2019. Εργαζόταν από τις 7:30 έως τις 12:00. Τα Σάββατα κατά τη περίοδο της Σαρακοστής εργαζόταν από τις 07:30 έως τις 14:00 και το απόγευμα από τις 17:00 έως τις 21:00 και το Μ. Σάββατο εργαζόταν από τις 7:00 έως τις 13:00 και το απόγευμα από τις 21:00 έως τις 02:00. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν για το έτος 2019, της οφείλονται για 32 Σάββατα: 4,11 ευρώ (ήτοι 823 ευρώ Χ 1/25 = 32,92 : 8 ώρες = 4,11 ευρώ το ωρομίσθιο) Χ 4,5 ώρες = 18,49 ευρώ (ημερομίσθιο) Χ 32 Σάββατα = 591,84 ευρώ. Ενώ για τα 6 Σάββατα κατά την περίοδο της Σαρακοστής: 4,11 ευρώ (ωρομίσθιο) Χ 10,5 ώρες = 43,15 ευρώ Χ 6 Σάββατα = 258,93 ευρώ. Ενώ το Μεγάλο Σάββατο εργαζόταν 11 ώρες, εκ των οποίων οι 4 ώρες είναι νυχτερινή εργασία, και επομένως 7 ώρες Χ 4,11 = 28,77 ευρώ + 20,55 [ήτοι 4 ώρες Χ 5,14 (4,11 + 1,03 το 25% της προσαύξησης της νυχτερινής εργασίας)] = 49,32 ευρώ και συνολικά το ποσό των 900,09 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2019 έως 15-10- 2019.
Γενικό Σύνολο 5.126,65 ευρώ.
Ε. ΕΡΓΑΣΙΑ ΗΜΕΡΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΕΤΟΣ 2016 Από 1-5-2016 μέχρι 31-12-2016 εργάσθηκε όλες τις Κυριακές, οι οποίες αριθμούνται σε 35, εκ των οποίων η 1-5-2016 είναι το ΑΓΙΟ ΠΑΣΧΑ, και συνεπώς της οφείλονται 34 Κυριακές Χ 37,41 [4,11 το ωρομίσθιο (823 ευρώ Χ 1/25 = 32,92 : 8 ώρες = 4,11) προσαυξημένο κατά 40% = 5,75 ευρώ Χ 6,5 ώρες] = 1.272,07 ευρώ.
ΕΤΟΣ 2017 Από 1-1-2017 έως 31-12-2017 εργάσθηκε ανεξαιρέτως όλες τις Κυριακές αρχής γενομένης από 1-1-2017 έως 31-12-2017, που αριθμούνται σε 52 Κυριακές (πλην της Κυριακής του Πάσχα) και της οφείλονται 51 Κυριακές Χ 37,41 [4,11 το ωρομίσθιο (823 ευρώ Χ 1/25 = 32,92 : 8 ώρες = 4,11) προσαυξημένο κατά 40% = 5,75 ευρώ Χ 6,5 ώρες] = 1.907,91 ευρώ.
ΕΤΟΣ 2018 Από 1-1-2018 έως 31-12-2018 εργαζόταν όλες τις Κυριακές από τις 7:30 έως τις 12:00, πλην της Κυριακής του Πάσχα. Εργαζόταν δηλαδή 4,5 ώρες. Εργάσθηκε 50 Κυριακές και της οφείλονται 50 Κυριακές Χ 37,41 [4,11 το ωρομίσθιο (823 ευρώ Χ 1/25 = 32,92 : 8 ώρες = 4,11) προσαυξημένο κατά 40% = 5,75 ευρώ Χ 6,5 ώρες] = 1870,50 ευρώ. (Το έτος αυτό της χορήγησε άδεια άνευ αποδοχών το διάστημα από 23/7 έως και 29/7/2018, οπότε δεν εργάσθηκε στις 29/7/2018 ημέρα Κυριακή) ΕΤΟΣ 2019 Από 1-1-2019 έως 15-10-2019 (40 Κυριακές) εργαζόταν όλες τις Κυριακές από τις 07.30 έως τις 12.00 (πλην της Κυριακής του Πάσχα που ήταν στις 28-4-2019 και τις Κυριακές 21/7 και 29/7 διότι έλαβε άδεια 15 ημερών άνευ αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 15/7 έως 29/7), αρχής γενομένης από 6-1-2019 έως 13-10-2019. Εργαζόταν δηλαδή 4,5 ώρες. Της οφείλονται 37 Κυριακές Χ 37,41 [4,11 το ωρομίσθιο (823 ευρώ Χ 1/25 = 32,92 : 8 ώρες = 4,11) προσαυξημένο κατά 40% = 5,75 ευρώ Χ 6,5 ώρες] = 1.384,17 ευρώ.
Γενικό Σύνολο 6.434,65 ευρώ ΣΤ. ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΕΣ ΑΡΓΙΕΣ ΤΑ ΕΤΗ 2016, 2017, 2018 και 2019 ΕΤΟΣ 2016 Την εορτή της Κοιμήσεως εργαζόταν από τις 07:30 έως τις 12:00, ενώ είναι υποχρεωτική αργία και συνεπώς εξαιρέσιμη. Το ωρομίσθιό της κατά το έτος 2016 ανήλθε στα 4,12 ευρώ Χ 4,5 ώρες = 18,54 ευρώ + 40% προσαύξηση = 18,54 + 7,41 = 25,95 ευρώ. Την ημέρα γεννήσεως του Χριστού από τις 07:30 έως τις 12:00 και από 16:30 έως τις 21:00, ενώ είναι υποχρεωτική αργία και συνεπώς εξαιρέσιμη. Το ωρομίσθιο της κατά το έτος 2016 ανήλθε στα 4,12 ευρώ Χ 9 ώρες = 37,08 ευρώ + 40% προσαύξηση = 37,08 + 14,83 = 48,91 ευρώ. Την δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων από τις 07:30 έως τις 12:00, ενώ είναι υποχρεωτική αργία και συνεπώς εξαιρέσιμη. Το ωρομίσθιό της κατά το έτος 2016 ανήλθε στα 4,12 ευρώ Χ 4,5 ώρες = 18,54 ευρώ + 40% προσαύξηση = 18,54 + 7,41 = 25,95 ευρώ. Και συνολικά για το έτος 2016 το ποσό των 100,81 ευρώ.
ΕΤΟΣ 2017 Την 25η Μαρτίου εργαζόταν από τις 07:30 έως τις 12:00, ενώ είναι υποχρεωτική αργία και συνεπώς εξαιρέσιμη. Το ωρομίσθιό της το έτος 2017 ανήλθε στα 4,12 ευρώ Χ 4,5 ώρες = 18,54 ευρώ + 40% προσαύξηση = 18,54 + 7,41 = 25,95 ευρώ. Για την εορτή της Δευτέρας του Πάσχα = 25,95 ευρώ, της 1ης Μαΐου = 28,84 ευρώ, της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου = 25,95 ευρώ, της ημέρας γεννήσεως του Χριστού = 48,91 ευρώ, της δεύτερης ημέρας των Χριστουγέννων = 25,95 ευρώ. Και συνολικά ο κατηγορούμενος της οφείλει για την εργασία της κατά τις υποχρεωτικές αργίες το ποσό των 181,55 ευρώ.
Ομοίως για το ΕΤΟΣ 2018 της οφείλει ο κατηγορούμενος για την εργασία της κατά τις υποχρεωτικές αργίες το ποσό των 181,55 ευρώ.
ΕΤΟΣ 2019 Το έτος 2019 εργάσθηκε έως τις 15-10-2019, συνεπώς της οφείλεται η αμοιβή της για την εργασία της κατά τις υποχρεωτικές αργίες: της 25ης Μαρτίου = 25,95 ευρώ, της Δευτέρας του Πάσχα = 25,95 ευρώ, της 1ης Μαΐου = 28,84 ευρώ και της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου = 25,95 ευρώ. Και συνολικά το ποσό των 106,69 ευρώ.
Γενικό σύνολο= 570,60 ευρώ.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κατηγορείται, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας και δη, όπως τα πραγματικά περιστατικά, που τη συνιστούν, προσδιορίσθηκαν ακριβέστερα κατά την αποδεικτική διαδικασία απορριπτομένου του ερειδόμενου στο άρθρο 367 παρ. 1 περ. γ-δ του ΠΚ, ισχυρισμού του περί άρσης του αδίκου της πρώτης αξιόποινης πράξης, ότι δηλ. τόσο η από 10-2-2020 εξώδικη απάντηση - πρόσκληση του προς την εγκαλούσα όσο και το υπόμνημα που κατέθεσε στις 27-2-2020 στην Επιθεώρηση Εργασίας Δράμας έλαβαν χώρα προς προστασία δικαιώματος του, επειδή εν προκείμενω συντρέχουν όλα τα ουσιαστικά στοιχεία της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης". Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο των αποδιδόμενων σ' αυτόν πράξεων, α) της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση και β) της μη καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών σε εργαζόμενο κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 362, 363, 98 ΠΚ και 28 παρ. 1 του ν. 3996/2011) και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης έντεκα (11) μηνών και χρηματική ποινή ενενήντα ημερήσιων μονάδων προς δέκα (10) ευρώ ημερησίως, με το ακόλουθα διατακτικό: "Στη Δράμα, στους παρακάτω χρόνους, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα:
Α) Στις 12-2-2020 και στις 27-2-2020, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλο ψευδές γεγονός, που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, τελώντας εν γνώσει της αναλήθειάς του. Συγκεκριμένα, στις 12-2-2020 επέδωσε στην εγκαλούσα και ήδη παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας, Ε. Μ. του Σ., την από 10-2-2020 εξώδικη απάντηση - πρόσκληση, στην οποία διέλαβε για αυτή, μεταξύ άλλων, ότι η εργασία, που πρόσφερε στον Ιερό Ναό των Αγίων Δώδεκα Αποστόλων, ήταν εθελοντική, ότι τόσο ο ίδιος (ο κατηγορούμενος) όσο και η Εκκλησιαστική Επιτροπή την βοηθούσαν κατά καιρούς λόγω της μεγάλης οικονομικής της ανέχειας με προσφορά αγάπης (φαγητό, δέματα με τρόφιμα ή με είδη ρουχισμού) και ότι παρόλα αυτά η εγκαλούσα και ήδη παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας καταδιώκει την Εκκλησία με ανίερο και ανήθικο τρόπο, ότι κοινοποίησε παραπλανητική εξώδικη δήλωση, ότι έδειξε απόλυτη αχαριστία, ότι η συμπεριφορά της αυτή χαρακτηρίζεται από εμπάθεια, κατάχρηση εμπιστοσύνης, υποκρισία εθελοντισμού και γι' αυτό είναι απαράδεκτη, ανήθικη και προσβάλλει την τιμή και υπόληψη του κατηγορουμένου και όλων των εθελοντών, και στις 27-2-2020 κατέθεσε στην Επιθεώρηση Εργασίας Δράμας υπόμνημα, στο οποίο διέλαβε για την εγκαλούσα και ήδη παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας, μεταξύ άλλων, ότι το Φιλόπτωχο Ταμείο της Ιεράς Μητροπόλεως Δράμας της παρείχε βοήθεια σε χρήμα και σε είδος, ότι κάνει τόσες ελεημοσύνες στους αδύναμους και στους απόρους, όπως και στην ίδια, ώστε είναι άξιο πως καταδιώκει την Εκκλησία, η οποία της πρόσφερε "ένα πιάτο φαΐ" στα δύσκολα χρόνια της κρίσης, χωρίς φόβο Θεού, χωρίς έλεγχο συνείδησης, χωρίς αιδώ, θεωρεί δε ότι η πράξη της είναι ανήθικη, ανίερη και καταχρηστική. Τα πιο πάνω γεγονότα, που περιέλαβε στην ως άνω εξώδικη απάντηση - πρόσκληση και στο ως άνω υπόμνημα και που ισχυρίσθηκε, σε βάρος της εγκαλούσας και ήδη παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας, ο κατηγορούμενος, των οποίων το περιεχόμενο έλαβε γνώση απροσδιόριστος αριθμός προσώπων, ήταν εν γνώσει του ψευδή. Τα δε γεγονότα αυτά ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή της εγκαλούσας και ήδη παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας.
Β) κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2016 έως 15-10-2019, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, τέλεσε το αδίκημα της μη καταβολής των νομίμων αποδοχών και πάσης φύσεως χορηγιών σε εργαζόμενη, που έπρεπε να καταβάλει για την εργασία της. Ειδικότερα, ως νόμιμος εκπρόσωπος του Ιερού Ναού των Αγίων Δώδεκα Αποστόλων, που βρίσκεται στη Δράμα, επί της οδού Γαληνού αρ. 12) δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα στην απασχολούμενη με μισθό τις νόμιμες αποδοχές, που έπρεπε να καταβάλει σ' αυτή για την εργασία της, οι οποίες καθορίζονται από το νόμο και τη σχετική σύμβαση εργασίας. Συγκεκριμένα, ενώ απασχόλησε στον πιο πάνω Ναό την εγκαλούσα και ήδη παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας, Ε. Μ. του Σ., ως καθαρίστρια και νεωκόρο, για το χρονικό διάστημα από 1-5-2016 έως 15-10-2019, δεν της κατέβαλε:
Α. ΔΙΑΦΟΡΑ ΔΕΔΟΥΛΕΥΜΕΝΩΝ ΑΠΟΔΟΧΩΝ ΕΤΟΣ 2016 Νόμιμος μισθός = 823,00 ευρώ (συμπληρώθηκε η τριετία) Καταβαλλόμενος μισθός = 300,00 ευρώ Οφειλόμενη διαφορά = 523,00 ευρώ και από 11/5 μέχρι 31/12/2016, η οφειλόμενη διαφορά ανέρχεται σε 523,00 ευρώ Χ 7 μήνες + 2/3 Μαΐου - 3.661 + 548 (τα 2/3 Μαΐου) = 4.209,60 ευρώ + 500 ευρώ Δώρο Χριστουγέννων + 250 ευρώ Επίδομα Άδειας = 4.959,60 ευρώ.
ΕΤΟΣ 2017 Νόμιμος μισθός = 823,00 ευρώ μικτά (συμπληρώθηκε η τριετία) Καταβαλλόμενος μισθός = 300,00 ευρώ Οφειλόμενη διαφορά = 523,00 ευρώ και από 1/1/2017 μέχρι 31/12/2017, η οφειλόμενη διαφορά ανέρχεται σε 523,00 ευρώ Χ 12 μήνες = 6.276,00 ευρώ + 500 ευρώ Δώρο Χριστουγέννων + 250 ευρώ Δώρο Πάσχα + 250 ευρώ Επίδομα Άδειας = 7.276,00 ευρώ.
ΕΤΟΣ 2018 Νόμιμος μισθός = 823,00 ευρώ (συμπληρώθηκε η τριετία) Καταβαλλόμενος μισθός = 300,00 ευρώ Οφειλόμενη διαφορά = 523,00 ευρώ και από 1/1/2018 μέχρι 31/12/2018, η οφειλόμενη διαφορά ανέρχεται σε 523,00 ευρώ Χ 12 μήνες = 6.276,00 ευρώ + 500 ευρώ Δώρο Χριστουγέννων + 250 ευρώ Δώρο Πάσχα + 250 ευρώ Επίδομα Άδειας = 7.276,00 ευρώ.
ΕΤΟΣ 2019 Νόμιμος μισθός = 823,00 ευρώ (συμπληρώθηκε η τριετία) Καταβαλλόμενος μισθός = 300,00 ευρώ Οφειλόμενη διαφορά = 523,00 ευρώ και από 1/1/2019 μέχρι 15/9/2019, η οφειλόμενη διαφορά ανέρχεται σε 523,00 ευρώ Χ 9,5 μήνες = 4.968,50 ευρώ + 500 ευρώ Δώρο Χριστουγέννων + 250 ευρώ Δώρο Πάσχα + 250 ευρώ Επίδομα Άδειας = 5.874,75 ευρώ.
Και συνολικά οι νόμιμες απαιτήσεις της για την διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών για τα έτη 2016, 2017, 2018 και 2019 ανέρχονται στις 25.386,35 ευρώ. Β. ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΛΟΓΩ ΑΠΟΛΥΣΗΣ Δικαιούται αποζημίωση λόγω απόλυσης για έξι συμπληρωμένα έτη στον ίδιο εργοδότη αποδοχές 2 μηνών σύμφωνα με το Π.Δ. 410/1988, δηλαδή το ποσό των 823,00 ευρώ ως καταβαλλόμενος μισθός Χ 2 μήνες = 1.646 ευρώ Χ 1/6 = 274,33 ευρώ και 1.646 ευρώ + 274,33 ευρώ = 1.920,33 ευρώ.
Γ. ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΑΔΕΙΑΣ ΕΤΩΝ 2016, 2017, 2018 και 2019 α) Αποδοχές αδείας έτους 2016, 26 εργασίμων ημερών, ήτοι 26 Χ 32,92 (823 : 25) = 855,92 ευρώ. Λόγω δε της άρνησης του εργοδότη να της χορηγήσει την νόμιμη άδειά της, μολονότι την ζήτησε, υποχρεούται να της καταβάλει τις αντίστοιχες προσαύξηση 100%, δηλαδή επιπλέον 855,92 ευρώ, β) Αποδοχές αδείας έτους 2017, 26 εργασίμων ημερών, ήτοι 26 Χ 32,92 (823 : 25) = 855,92 ευρώ. Λόγω δε της άρνησης του εργοδότη να της χορηγήσει την νόμιμη άδειά της, μολονότι την ζήτησε, υποχρεούται να της καταβάλει τις αντίστοιχες αποδοχές με προσαύξηση 100%, δηλαδή επιπλέον 855,92 ευρώ, γ) Αποδοχές αδείας έτους 2018, 26 εργασίμων ημερών, ήτοι 26 Χ 32,92 (823 : 25) = 855,92 ευρώ. Της χορηγήθηκε άδεια 7 ημερών, από τις 27/7 έως και τις 29/7/2018, οπότε της οφείλονται αποδοχές αδείας που αντιστοιχούν στις 19 ημέρες που υπολείπονται, ήτοι 625,48 ευρώ. Λόγω δε της άρνησης του εργοδότη να της χορηγήσει το σύνολο της νόμιμης άδειος της, μολονότι τη ζήτησε, υποχρεούται να της καταβάλει τις αντίστοιχες αποδοχές με προσαύξηση 100%, δηλαδή επιπλέον 625,48 ευρώ.
δ) Αποζημίωση αδείας έτους 2019 λόγω λύσης της σχέσης εργασίας της, 26 εργασίμων ημερών, ήτοι 26 Χ 32,92 (823 : 25) = 855,92 ευρώ. Της χορηγήθηκε άδεια 15 ημερών, από τις 27/7 έως και τις 29/7/2018, οπότε της οφείλονται αποδοχές αδείας που αντιστοιχούν στις 11 ημέρες που υπολείπονται, ήτοι 362,12 ευρώ. Γενικό Σύνολο 5.036,76 ευρώ. Δ. ΕΡΓΑΣΙΑ ΗΜΕΡΑ ΣΑΒΒΑΤΟ ΕΤΟΣ 2016 Από 1-5-2016 μέχρι 31-12-2016 εργάσθηκε 35 Σάββατα αρχής γενομένης από 7- 5-2016 μέχρι 31-12-2016 και της οφείλονται με βάση το ωρομίσθιο της, που ανήλθε στα 4,11 ευρώ (ήτοι 823 ευρώ Χ 1/25 = 32,92 : 8 ώρες = 4,11 ευρώ το ωρομίσθιο) Χ 8,5 ώρες = 34,98 ευρώ Χ 35 Σάββατα = 1.224,21 ευρώ. ΕΤΟΣ 2017 Από 1-1-2017 έως 31-12-2017 εργάσθηκε ανεξαιρέτως όλα τα Σάββατα αρχής γενομένης από 7-1-2017 έως 30-12-2017 που αριθμούνται συνολικά σε 52 Σάββατα και της οφείλονται με βάση το ωρομίσθιο της, που ανήλθε στα 4,11 ευρώ (ήτοι 823 ευρώ Χ 1/25 = 32,92 : 8 ώρες = 4,11 ευρώ το ωρομίσθιο) Χ 8,5 ώρες = 34,93 ευρώ Χ 45 Σάββατα = 1.572,07 ευρώ. Ενώ για τα 6 Σάββατα κατά την περίοδο της Σαρακοστής: 4,11 ευρώ (ωρομίσθιο) Χ 10,5 ώρες = 43,15 ευρώ Χ 6 Σάββατα = 258,93 ευρώ. Ενώ το Μεγάλο Σάββατο εργαζόταν 11 ώρες, εκ των οποίων οι 4 ώρες είναι νυχτερινή εργασία, και επομένως, 7 ώρες Χ 4,11 = 28,77 ευρώ + 20,55 [ήτοι 4 ώρες Χ 5,14 (4,11 + 1,03 το 25% της προσαύξησης της νυχτερινής εργασίας)] = 49,32 ευρώ και συνολικά για το έτος 2017 το ποσό των 1.880,32 ευρώ.
ΕΤΟΣ 2018 Από 1-1-2018 έως 31-12-2018 εργαζόταν τα Σάββατα από τις 07:30 έως τις 12:00. Τα Σάββατα κατά τη περίοδο της Σαρακοστής εργαζόταν από τις 07:30 έως τις 14:00 και το απόγευμα από τις 17:00 έως τις 21:00 και το Μ. Σάββατο από τις 7:00 έως τις 13:00 και το απόγευμα από τις 21:00 έως τις 02:00. Εργαζόταν δηλαδή 4,5 ώρες τα συνηθισμένα Σάββατα, πλην των Σαββάτων, που έπεφταν μέσα στη Σαρακοστή, και του Μ. Σαββάτου που εργαζόταν 10,5 - 11 ώρες. Εργάσθηκε 51 Σάββατα (το έτος αυτό της χορηγήθηκε άδεια άνευ αποδοχών το διάστημα από 23/7 έως και 29/7/2018, οπότε δεν εργάσθηκε το Σάββατο 28/7/2018) και έπρεπε να λάβει για τα 44 Σάββατα του έτους 2018, 4,11 ευρώ (ήτοι, 823 ευρώ Χ 1/25 = 32,92 : 8 ώρες = 4,11 ευρώ το ωρομίσθιο) Χ 4,5 ώρες = 18,49 ευρώ (ημερομίσθιο) Χ 44 Σάββατα = 813,78 ευρώ. Ενώ για τα 6 Σάββατα κατά την περίοδο της Σαρακοστής: 4,11 ευρώ (ωρομίσθιο) Χ 10,5 ώρες = 43,15 ευρώ Χ 6 Σάββατα = 258,93 ευρώ. Ενώ το Μεγάλο Σάββατο εργαζόταν 11 ώρες, εκ των οποίων οι 4 ώρες είναι νυχτερινή εργασία, και επομένως 7 ώρες Χ 4,11 = 28,77 ευρώ + 20,55 [ήτοι 4 ώρες Χ 5,14 (4,11 + 1,03 το 25% της προσαύξησης της νυχτερινής εργασίας)] = 49,32 ευρώ και συνολικά το ποσό των 1.122,03 ευρώ για την εργασία της κατά την ημέρα Σάββατο για το 2018.
ΕΤΟΣ 2019 Από 1-1-2019 έως 15-10-2019 αριθμούνται 41 Σάββατα, εκ των οποίων εργάσθηκε 39 Σάββατα, διότι έλαβε άδεια 15 ημερών άνευ αποδοχών το χρονικό διάστημα από 15/7 έως 29/7, οπότε δεν εργάσθηκε τα Σάββατα 20/7 και 27/7/2019. Εργαζόταν από τις 7:30 έως τις 12:00. Τα Σάββατα κατά τη περίοδο της Σαρακοστής εργαζόταν από τις 07:30 έως τις 14:00 και το απόγευμα από τις 17:00 έως τις 21:00 και το Μ. Σάββατο εργαζόταν από τις 7:00 έως τις 13:00 και το απόγευμα από τις 21:00 έως τις 02:00. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν για το έτος 2019, της οφείλονται για 32 Σάββατα: 4,11 ευρώ (ήτοι 823 ευρώ Χ 1/25 = 32,92 : 8 ώρες = 4,11 ευρώ το ωρομίσθιο) Χ 4,5 ώρες = 18,49 ευρώ (ημερομίσθιο) Χ 32 Σάββατα = 591,84 ευρώ. Ενώ για τα 6 Σάββατα κατά την περίοδο της Σαρακοστής: 4,11 ευρώ (ωρομίσθιο) Χ 10,5 ώρες = 43,15 ευρώ Χ 6 Σάββατα = 258,93 ευρώ. Ενώ το Μεγάλο Σάββατο εργαζόταν 11 ώρες, εκ των οποίων οι 4 ώρες είναι νυχτερινή εργασία, και επομένως 7 ώρες Χ 4,11 = 28,77 ευρώ +20,55 [ήτοι 4 ώρες Χ 5,14 (4,11 + 1,03 το 25% της προσαύξησης της νυχτερινής εργασίας)] = 49,32 ευρώ και συνολικά το ποσό των 900,09 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2019 έως 15-10- 2019.
Γενικό Σύνολο 5.126,65 ευρώ.
Ε. ΕΡΓΑΣΙΑ ΗΜΕΡΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΕΤΟΣ 2016 Από 1-5-2016 μέχρι 31-12-2016 εργάσθηκε όλες τις Κυριακές, οι οποίες αριθμούνται σε 35, εκ των οποίων η 1-5-2016 είναι το ΑΓΙΟ ΠΑΣΧΑ, και συνεπώς της οφείλονται 34 Κυριακές Χ 37,41 [4,11 το ωρομίσθιο (823 ευρώ Χ 1/25 = 32,92 : 8 ώρες = 4,11) προσαυξημένο κατά 40% = 5,75 ευρώ Χ 6,5 ώρες] = 1.272,07 ευρώ.
ΕΤΟΣ 2017 Από 1-1-2017 έως 31-12-2017 εργάσθηκε ανεξαιρέτως όλες τις Κυριακές αρχής γενομένης από 1-1-2017 έως 31-12-2017, που αριθμούνται σε 52 Κυριακές (πλην της Κυριακής του Πάσχα) και της οφείλονται 51 Κυριακές Χ 37,41 [4,11 το ωρομίσθιο (823 ευρώ Χ 1/25 = 32,92 : 8 ώρες = 4,11) προσαυξημένο κατά 40% = 5,75 ευρώ Χ 6,5 ώρες] = 1.907,91 ευρώ.
ΕΤΟΣ 2018 Από 1-1-2018 έως 31-12-2018 εργαζόταν όλες τις Κυριακές από τις 7:30 έως τις 12:00, πλην της Κυριακής του Πάσχα. Εργαζόταν δηλαδή 4,5 ώρες. Εργάσθηκε 50 Κυριακές και της οφείλονται 50 Κυριακές Χ 37,41 [4,11 το ωρομίσθιο (823 ευρώ Χ 1/25 = 32,92 : 8 ώρες = 4,11) προσαυξημένο κατά 40% = 5,75 ευρώ Χ 6,5 ώρες] = 1870,50 ευρώ. (Το έτος αυτό της χορήγησε άδεια άνευ αποδοχών το διάστημα από 23/7 έως και 29/7/2018, οπότε δεν εργάσθηκε στις 29/7/2018 ημέρα Κυριακή) ΕΤΟΣ 2019 Από 1-1-2019 έως 15-10-2019 (40 Κυριακές) εργαζόταν όλες τις Κυριακές από τις 07.30 έως τις 12.00 (πλην της Κυριακής του Πάσχα που ήταν στις 28-4-2019 και τις Κυριακές 21/7 και 29/7 διότι έλαβε άδεια 15 ημερών άνευ αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 15/7 έως 29/7), αρχής γενομένης από 6-1-2019 έως 13-10-2019. Εργαζόταν δηλαδή 4,5 ώρες. Της οφείλονται 37 Κυριακές Χ 37,41 [4,11 το ωρομίσθιο (823 ευρώ Χ 1/25 = 32,92 : 8 ώρες = 4,11) προσαυξημένο κατά 40% = 5,75 ευρώ Χ 6,5 ώρες] = 1.384,17 ευρώ.
Γενικό Σύνολο 6.434,65 ευρώ ΣΤ. ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΕΣ ΑΡΓΙΕΣ ΤΑ ΕΤΗ 2016, 2017, 2018 και 2019 ΕΤΟΣ 2016 Την εορτή της Κοιμήσεως εργαζόταν από τις 07:30 έως τις 12:00, ενώ είναι υποχρεωτική αργία και συνεπώς εξαιρέσιμη. Το ωρομίσθιο της κατά το έτος 2016 ανήλθε στα 4,12 ευρώ Χ 4,5 ώρες = 18,54 ευρώ + 40% προσαύξηση = 18,54 + 7,41 = 25,95 ευρώ. Την ημέρα γεννήσεως του Χριστού από τις 07:30 έως τις 12:00 και από 16:30 έως τις 21:00, ενώ είναι υποχρεωτική αργία και συνεπώς. εξαιρέσιμη. Το ωρομίσθιο της κατά το έτος 2016 ανήλθε στα 4,12 ευρώ Χ 9 ώρες = 37,08 ευρώ + 40% προσαύξηση = 37,08 + 14,83 = 48,91 ευρώ. Την δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων από τις 07:30 έως τις 12:00, ενώ είναι υποχρεωτική αργία και συνεπώς εξαιρέσιμη. Το ωρομίσθιο της κατά το έτος 2016 ανήλθε στα 4,12 ευρώ Χ 4,5 ώρες = 18,54 ευρώ + 40% προσαύξηση = 18,54 + 7,41 = 25,95 ευρώ. Και συνολικά για το έτος 2016 το ποσό των 100,81 ευρώ.
ΕΤΟΣ 2017 Την 25η Μαρτίου εργαζόταν από τις 07:30 έως τις 12:00, ενώ είναι υποχρεωτική αργία και συνεπώς εξαιρέσιμη. Το ωρομίσθιο της το έτος 2017 ανήλθε στα 4,12 ευρώ Χ 4,5 ώρες = 18,54 ευρώ + 40% προσαύξηση = 18,54 + 7,41 = 25,95 ευρώ. Για την εορτή της Δευτέρας του Πάσχα = 25,95 ευρώ, της 1ης Μαΐου = 28,84 ευρώ, της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου = 25,95 ευρώ, της ημέρας γεννήσεως του Χριστού = 48,91 ευρώ, της δεύτερης ημέρας των Χριστουγέννων = 25,95 ευρώ. Και συνολικά ο κατηγορούμενος της οφείλει για την εργασία της κατά τις υποχρεωτικές αργίες το ποσό των 181,55 ευρώ.
Ομοίως για το ΕΤΟΣ 2018 της οφείλει ο κατηγορούμενος για την εργασία της κατά τις υποχρεωτικές αργίες το ποσό των 181,55 ευρώ.
ΕΤΟΣ 2019 Το έτος 2019 εργάσθηκε έως τις 15-10-2019, συνεπώς της οφείλεται η αμοιβή της για την εργασία της κατά τις υποχρεωτικές αργίες: της 25ης Μαρτίου - 25,95 ευρώ, της Δευτέρας του Πάσχα = 25,95 ευρώ, της 1ης Μαΐου = 28,84 ευρώ και της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου = 25,95 ευρώ. Και συνολικά το ποσό των 106,69 ευρώ.
Γενικό σύνολο= 570,60 ευρώ".
Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Εφετείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την κρίση της ενοχής του αναιρεσείοντος για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις, α) της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση και β) της μη καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών σε εργαζόμενο κατ' εξακολούθηση. Ειδικότερα, σε σχέση με την πρώτη πράξη, από την επισκόπηση της από 10-2-2020 εξώδικης απάντησης - πρόσκλησης, που επιδόθηκε στην εγκαλούσα στις 12-2-2020 και του υπομνήματος, που κατατέθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας Δράμας την 27-2-2020, όπου περιέχονται τα φερόμενα ως συκοφαντικά περιστατικά, προκύπτει ότι τα έγγραφα αυτά δεν συνυπογράφονται από τον αναιρεσείοντα, αλλά φέρουν μόνο τη σφραγίδα και την υπογραφή της δικηγόρου Παναγιώτας Ταχμαζίδου ως πληρεξούσιας του ιερού ναού, εκπροσωπούμενου νόμιμα από τον Προϊστάμενο Πρεσβύτερο Ιερέα Α. Κ.. Όμως, στην προσβαλλομένη απόφαση δεν αναφέρεται ούτε ότι η προαναφερθείσα δικηγόρος είχε λάβει εκ μέρους του αναιρεσείοντος τη σχετική εντολή να περιλάβει στα εν λόγω έγγραφα τους ως άνω (ψευδείς) ισχυρισμούς, που αφορούν την εγκαλούσα, γιατί μόνον στην περίπτωση αυτή θα υπήρχε ευθύνη του για την παραπάνω πράξη που αποδίδεται σ' αυτόν (ΑΠ 1231/2022, ΑΠ 1038/1981, ΑΠ 613/1981), αλλά ούτε διευκρινίζεται η ιδιότητα του αναιρεσείοντος στο ως άνω ν.π.δ.δ., ήτοι στον ιερό ναό των Α. Δ. Α. Δ., καθόσον, όπως προεκτέθηκε, κατά τον νόμο, ο ιερός ναός εκπροσωπείται από το εκκλησιαστικό του συμβούλιο, που αποτελείται από τον εφημέριο του ναού ως πρόεδρό του και από τέσσερα (4) λαϊκά μέλη, η δε εξουσία αντιπροσώπευσής του έναντι τρίτων ανήκει στον πρόεδρο ή σε μέλος του εκκλησιαστικού του συμβουλίου, που ορίζεται με απόφαση αυτού. Επίσης, αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι όλα τα αναφερόμενα στα ανωτέρω έγγραφα συνιστούν γεγονότα, που ήταν ψευδή, εν γνώσει του αναιρεσείοντος, μολονότι είναι φανερό ότι πλείστα εξ αυτών αποτελούν αξιολογικές κρίσεις, όπως ότι η συμπεριφορά της εγκαλούσας χαρακτηρίζεται από εμπάθεια, κατάχρηση εμπιστοσύνης, υποκρισία εθελοντισμού, ότι είναι απαράδεκτη, ανήθικη και προσβάλλουσα την τιμή και υπόληψη του κατηγορουμένου και όλων των εθελοντών, χωρίς να αναφέρεται ότι συνδέονται με συγκεκριμένα γεγονότα, ενώ, ως προς το στοιχείο του απαιτούμενου άμεσου δόλου, για όσα από τα αναγραφόμενα συνιστούν γεγονότα, ουδόλως αναφέρονται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται η γνώση από τον κατηγορούμενο ότι τα γεγονότα αυτά είναι ψευδή, καθώς και η προσφορότητα αυτών να επιφέρουν την προσβολή της τιμής της εγκαλούσας, ούτε προσδιορίζεται στην απόφαση ποια ήταν τα αληθή (ΑΠ 328/2020, ΑΠ 1357/2013). Περαιτέρω, σε σχέση με τη δεύτερη πράξη, μολονότι ο ευρισκόμενος στη Δράμα ιερός ναός των Α. Δ. Α., που φέρεται ότι απασχολούσε την εργαζόμενη Ε. Μ. του Σ., αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, δεν προσδιορίζονται επαρκώς στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η ιδιότητα και η θέση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου στο ως άνω νομικό πρόσωπο και το χρονικό διάστημα που την κατείχε, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, ο ενοριακός ιερός ναός εκπροσωπείται από το εκκλησιαστικό του συμβούλιο, που ενεργεί συλλογικά. Αναφέρεται, μόνο, ότι ο αναιρεσείων ήταν νόμιμος εκπρόσωπος του ιερού ναού, χωρίς να διευκρινίζεται από πού προκύπτει η εξουσία του να τον εκπροσωπεί και η υποχρέωση αυτού προς καταβολή των αποδοχών της ως άνω εργαζομένης σ' αυτόν. β) Δεν προσδιορίζεται η πηγή καθορισμού (ατομική σύμβαση, συλλογική σύμβαση εργασίας κ.λπ.) των αποδοχών, που δεν καταβλήθηκαν στην εργαζόμενη και ασαφώς αναφέρεται ότι οι οφειλόμενες αποδοχές καθορίζονται από τον νόμο και τη σχετική σύμβαση εργασίας. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην επί της ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση για την παραπάνω πράξη, (παρά την περί του αντιθέτου, στο προοίμιο του σκεπτικού του διαβεβαίωση για λήψη υπόψη των αναγνωσθέντων εγγράφων), χωρίς να προκύπτει αδιστάκτως ότι έχει λάβει υπόψη του 1) την υπ' αριθμ. 113/2022 αναγνωσθείσα οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, με την οποία, επί αγωγής της εγκαλούσας Ε. Μ. του Σ. κατά του ως άνω ιερού ναού, κρίθηκε ότι η ενάγουσα δεν συνδεόταν με τον ιερό ναό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, όπως αυτή ισχυριζόταν, αλλά υπήρχε εθελοντική προσφορά εκ μέρους της εργασίας για την καλή λειτουργία του ναού, που γινόταν αποκλειστικά με δική της πρωτοβουλία, ενώ, τα χρηματικά ποσά, που της δίνονταν από τον κατηγορούμενο, ήταν βοηθήματα προς αυτήν, που είχε οικονομική ανάγκη και 2) την υπ' αριθμ. 96/2023 αναγνωσθείσα τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την έφεση της εγκαλούσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Τα ανωτέρω έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην απόφαση, ήταν ουσιώδη στην κρίση του Δικαστηρίου, όσον αφορά στη σχέση της εγκαλούσας με τον ιερό ναό και την οφειλή ή όχι από τον τελευταίο προς αυτήν των χρηματικών ποσών, που φέρονται ότι της οφείλονται ως δεδουλευμένες αποδοχές, στο πλαίσιο σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Ενόψει των ανωτέρω, είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ πρώτος, δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την κρίση της για την ουσία της υπόθεσης και την επιβολή ποινών, (μη αναιρουμένης αυτής κατά το σκέλος της, που αναφέρεται στην απόρριψη της ένστασης ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος), ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ανωτέρω Δικαστήριο, που την εξέδωσε, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρα 519, 522 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ` αριθμ. 621/2023 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ