Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 618 / 2024    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 618/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή - Εισηγήτρια, Παναγιώτα Πασσίση, Κωνσταντίνα Νάκου και Λεωνίδα Χατζησταύρου, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Καπαγιάννη, (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2024, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Ο. του Σ., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης …, που δεν εμφανίστηκε, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2163/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην 71/27-12-2021 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 176/2023.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευσταθία Καπαγιάννη, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Προβατάρη, με αριθμό πρωτ. 59/28-3-2023 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω στο Δικαστήριο Σας, ως Συμβούλιο, την από 27-12- 2021 αίτηση αναιρέσεως του Ν. Ο., κρατουμένου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα …, κατά της υπ' αριθμό 2163/2021 αποφάσεως ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, μαζί με τη δικογραφία και εκθέτω τα ακόλουθα:
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 512§1 και 476 ΚΠΔ, προκύπτει ότι, όταν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει αυτόν που άσκησε το ένδικο μέσο ή το συνήγορο αντίκλητο του, απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και καταδικάζει στα έξοδα τον ασκήσαντα. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 474 §§ 1,2, 476 § 1, 508 και 510 ΚΠΔ, για το κύρος και κατ' ακολουθία για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, στη δήλωση ασκήσεώς της, πρέπει να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι για τους οποίους ασκείται, αξίωση που εξυπηρετεί τη δυνατότητα προσδιορισμού της εκτάσεως του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, επιπλέον δε να γίνεται αναφορά των περιστατικών θεμελιώσεως των αιτιάσεων και προσδιορισμός της νομικής πλημμέλειας.
Στην προκειμένη περίπτωση στη σχετική έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου, δηλώνεται απλώς η επιθυμία του καταδικασθέντος να υποβάλει αναίρεση και δεν αναφέρεται σε αυτήν συγκεκριμένος λόγος που να συναρτάται με πλημμέλειες, σύστοιχες των λόγων αναιρέσεως, που περιγράφονται στο άρθρο 510 § 1 ΚΠΔ. Στην αναίρεση περιέχεται επιφύλαξη μελλοντικής επισυνάψεως εγγράφου με τους ελλείποντες από το σώμα της εκθέσεως αναιρετικούς λόγους, μόνο όμως προσηρτημένο έγγραφο είναι η από 27-12-2021 αίτησή του στο οποίο και πάλι δεν περιλαμβάνονται οποιοιδήποτε λόγοι, παρά εκφράζεται το παράπονο μη επαρκούς εξετάσεως από το Δικαστήριο στοιχείων που αποδεικνύουν την αθωότητά του, δηλαδή βάλλεται η επί της ουσίας δικανική κρίση.
Κατά συνέπεια η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη και απορριπτέα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Να κηρυχθεί απαράδεκτη η από 27-12-2021 αίτηση αναιρέσεως του Ν. Ο., κρατουμένου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα …, κατά της υπ' αριθμό 2163/2021 αποφάσεως του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών (καταχωρισθείσης στο ειδικό βιβλίο στις 16-02-2023) και να διαταχθεί η εκτέλεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της προκειμένης διαδικασίας." Ο ΑΝΤΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΡΟΒΑΤΑΡΗΣ
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 512 παρ. 1 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ. "Αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται κατά τη διαδικασία του άρθρου 476 και, εφόσον ασκήθηκε καταχρηστικά, το δικαστήριο επιβάλλει σε εκείνον που την άσκησε τα έξοδα στο πενταπλάσιο ...", ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 142 του Ν. 4855/2021 και ισχύει από 12-11-2021 (άρθρο 203 του νόμου αυτού) "Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή δεν είχε έννομο συμφέρον ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του, ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει αυτόν που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον συνήγορο αντίκλητό του, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Ο εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει αυτόν που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του σαράντα οκτώ τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο)...Την ειδοποίηση ενεργεί ο γραμματέας της εισαγγελίας ή του συμβουλίου με οποιοδήποτε μέσο (εγγράφως ή με τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονική αλληλογραφία ή προφορικά ή τηλεφωνικά), η οποία αποδεικνύεται με σχετική βεβαίωσή του που επισυνάπτεται στην δικογραφία". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι όλες οι προβλεπόμενες από το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ περιπτώσεις απαράδεκτου, δεν τελούν μεταξύ τους σε σχέση επικουρικότητας και ισοτίμως επιφέρουν την ίδια έννομη συνέπεια και συγκεκριμένα, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου (Ολ. ΑΠ 6/2005, ΑΠ 308/2023). Ειδικότερα, από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 512 παρ. 1 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι όταν υπάρχει περίπτωση απαράδεκτου, όπως συμβαίνει όταν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις, που ορίζονται στο νόμο, για την άσκηση της αναίρεσης (ήτοι μεταξύ άλλων, όταν δεν περιλαμβάνεται σ' αυτήν τουλάχιστον ένας σαφής και ορισμένος λόγος), το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανιστούν, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του αναιρεσείοντος ή του συνηγόρου αντικλήτου του από τον εισαγγελέα, σαράντα οκτώ (48) τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο, απορρίπτει το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα (ΑΠ 1539/2022, ΑΠ 69/2019, ΑΠ 126/2017). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 159 εδ. α' ΚΠοινΔ, που προβλέπει την "επίδοση σε όσους κρατούνται", αν ο ενδιαφερόμενος κρατείται στη φυλακή ή σε άλλον καθορισμένο για την κράτηση τόπο, η επίδοση γίνεται στον τόπο αυτόν με κάποιον από τους υπαλλήλους του καταστήματος κράτησης. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 515 παρ. 1 του ίδιου παραπάνω Κ.Ποιν.Δ., αν αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες όταν δημοσιεύτηκε η απόφαση για την αναβολή.
ΙΙ. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2 και 3, 474 παρ.1 και 4, 476 παρ.1, 510 και 512 παρ.1 Κ.Π.Δ., σαφώς προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθίαν για να είναι παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης, πρέπει, στη δήλωση άσκησής της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται, αξίωση, που εξυπηρετεί τη δυνατότητα προσδιορισμού της έκτασης του μεταβιβαστικού αποτελέσματος. Διαφορετικά, αν δεν περιέχει έναν τουλάχιστον σαφή και ορισμένο λόγο αναίρεσης, από όσους αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ., η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται χωρίς άλλη έρευνα, κατά τα άρθρα 476 παρ.1 και 512 παρ.1 του Κ.Π.Δ. (ΑΠ 1539/2022, ΑΠ 1558/2022, ΑΠ 923/2021, ΑΠ 262/2020). Ορισμένος είναι ο αναιρετικός λόγος, όταν με αυτόν ο αιτών εξειδικεύει το ουσιαστικό και νομικό σφάλμα, που προσάπτεται στην απόφαση (ΑΠ 580/2023, ΑΠ 383/2016). Επισημαίνεται ότι δεν αρκεί η απλή αναφορά, ούτε η επανάληψη του κειμένου λόγου αναίρεσης, που προβλέπεται στο προαναφερόμενο άρθρο 510 Κ.Ποιν.Δ., χωρίς την παράθεση των συγκεκριμένων περιστατικών, που θεμελιώνουν την προβαλλόμενη αιτίαση και προσδιορίζουν την επικαλούμενη νομική πλημμέλεια. Επίσης, δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση αόριστου λόγου αναίρεσης με παραπομπή σε άλλα έγγραφα (Ολ. ΑΠ 2/2002, ΑΠ 118/2022, ΑΠ 667/2021, ΑΠ 262/2020). Εξάλλου, η αυτεπάγγελτη εξέταση των λόγων της αναίρεσης, που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ.1 Κ.Π.Δ., όπως προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 511 Κ.Π.Δ, προϋποθέτει παραδεκτή αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1324/2020).
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για τον έλεγχο του παραδεκτού ή μη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, προκύπτουν τα εξής: Το ΣΤ' Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2163/2021 απόφασή του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, για κλοπές από κοινού και κατ' εξακολούθηση, ληστεία από κοινού, απλή συνέργεια σε ληστεία από κοινού, παράνομη οπλοφορία από κοινού και πλαστογραφία από κοινού και κατ' εξακολούθηση και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή κάθειρξης δεκατριών (13) ετών και οκτώ (8) μηνών. Η ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε και δημοσιεύθηκε στις 26-11-2021, με παρόντα τον κατηγορούμενο, καταχωρίσθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, στις 16-2-2023, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση επί του σώματος αυτής του αρμοδίου γραμματέως. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε ο ίδιος, στις 27-12-2021, αίτηση αναίρεσης, εμπροθέσμως, ήτοι πριν από την καταχώρησή της στο ειδικό βιβλίο, με δήλωσή του ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Νιγρίτας, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 71/27-12-2021 έκθεση. Ωστόσο, από το παραπάνω περιεχόμενο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προκύπτει ότι δεν περιέχεται σε αυτήν κανένας λόγος αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ, ούτε διατυπώνεται κάποια αναιρετικώς ελεγχόμενη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε περιέχεται αίτημα εξαφάνισης της προσβαλλόμενης απόφασης ως αποτέλεσμα αποδοχής κάποιου λόγου αναίρεσης, ο οποίος να διατυπώνεται, έστω και με απλή επανάληψη του κειμένου της οικείας νομικής διάταξης ή με το χαρακτηρισμό που ο λόγος αυτός είναι γνωστός στη νομική ορολογία, αλλά μόνο ζητείται να εξεταστεί εκ νέου η ποινή που του επιβλήθηκε και εκφράζεται παράπονο μη επαρκούς εξέτασης από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στοιχείων που αποδεικνύουν την αθωότητά του, δηλαδή βάλλεται η επί της ουσίας δικανική κρίση, ενώ και στη σχετική έκθεση άσκησης του ένδικου μέσου αναφέρεται ότι επιφυλάσσεται ο αναιρεσείων να εκθέσει τους λόγους της αναίρεσης ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου με έγγραφο ή συμπληρωματικό υπόμνημα. Με τα ανωτέρω δεδομένα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, είναι αόριστη, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο
ΙΙ νομική σκέψη, που προηγήθηκε και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, χωρίς την παρουσία του αναιρεσείοντος, ο οποίος, όπως προκύπτει από το από 28-3-2023 αποδεικτικό επίδοσης του Ιωάννου Λαζαρίδη, Γραμματέα του Καταστήματος Κράτησης Νιγρίτας, που έχει επισυναφθεί στο φάκελο της δικογραφίας, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο Ι νομική σκέψη, για να προσέλθει στο παρόν Συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του, για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 9-5-2023, με την επίδοση σ' αυτόν της υπ' αριθμ. 176/2023 από 28-3-2023 ειδοποίησης του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και παράδοση του σχετικού εγγράφου ειδοποίησης στον ίδιο τον αναιρεσείοντα, κατά την οποία όμως δικάσιμο, κατόπιν αιτήματος του συνηγόρου υπεράσπισης του αναιρεσείοντος, Δημητρίου Γκαβέλα, δικηγόρου Αθηνών, που υποβλήθηκε δια της δικηγόρου Ευγενίας Λεντιδάκη, ως άγγελου του τελευταίου, αναβλήθηκε η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την 710/9-5-2023 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, για τη δικάσιμο της 12-12-2023, οπότε και πάλι αναβλήθηκε η συζήτησή της, κατόπιν αιτήματος του συνηγόρου υπεράσπισης του αναιρεσείοντος, Γεωργίου Πατρινού, λόγω αποχής των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους, με τη 1571/12-12-2023 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (2-4-2024), για την οποία δεν απαιτείτο νέα κλήτευση του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο Ι νομική σκέψη και κατά την οποία, ο τελευταίος, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
ΙV. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, για τους λόγους που εκτέθηκαν στην προηγηθείσα υπό στοιχείο
ΙΙ νομική σκέψη, αφού η περί τούτου (απαραδέκτου) κρίση προηγείται λογικά και νομικά [άρθρο 512 του Κ.Ποιν.Δ. (ΑΠ 1695/2022, ΑΠ 1281/2020)] της κρίσης περί του ανυποστήρικτου ή μη αυτής (κρινόμενης αίτησης αναίρεσης) και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρα 476 παρ. 1 και 578 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-12-2021 και με αριθμό έκθεσης 71/27-12-2021, αίτηση του Ν. Ο. του Σ. και της M., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης …, για αναίρεση της 2163/26.11.2021 απόφασης του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
- ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων, ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2024.
ΕΚΔΟΘΗΚΕ στην Αθήνα στις 17 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ