Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 648 / 2024    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 648/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Βάρκα, Αλεξάνδρα Αποστολάκη - Εισηγήτρια, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο και Γεώργιο Παπαγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. - Α. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της υπ'αριθμ. .../2022 & .../2023 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων .... Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Κ. Τ. του Α., κάτοικο ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίου δικηγόρου του Μαρίας Φυντανή.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων ... με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από ... 2023 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις ...2023, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου .../2023 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../23.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από ... και υπ' αριθμ. πρωτ. .../...2023 δήλωση - αίτηση του Α. - Α. Τ. του Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. .../2023 τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων ..., με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου ... παρ. 2 περ. α' και ε' του ΠΚ σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών με τριετή αναστολή, που καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 12-05-2023, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή, καθόσον περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Γ', Δ', Ε' του ΚΠΔ) και ως εκ τούτου πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του Π Κ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφ' ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, αφ' ετέρου δε, ότι ο ίδιος, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματος του, είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα, που από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε (μη συνειδητή αμέλεια) είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια) και το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την ενέργεια ή την παράλειψή του. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 παρ. 1 του ΝΠΚ, κατά το οποίο, "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζει από νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη επικίνδυνη ενέργεια του υπαιτίου". Στην περίπτωση αυτή πρέπει στην αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης να αναφέρεται και η συνδρομή της υποχρέωσης αυτής, να εκτίθενται, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαιτίου να ενεργήσει, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός, ήτοι η νομική διάταξη, στην οποία θεμελιώνεται η ιδιαίτερη υποχρέωση προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, ενώ, αν η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προκύπτει από την ιδιότητα του υπαιτίου, δεν είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός αυτής από ειδική διάταξη νόμου. Ενόψει των ανωτέρω, υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια ασθενούς στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες το αποτέλεσμα του θανάτου, ως συνέπεια ιατρικής πράξης ή παράλειψης, οφείλεται σε παράβαση από αυτόν (ιατρό) των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να υπάρξει αμφισβήτηση και η ενέργεια ή παράλειψή του αυτή δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Η ιδιαίτερη δε νομική υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου του ασθενούς απορρέει από το νόμο, τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (Ν. 3418/2005) και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς, που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης. Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα, όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που, από μόνη της ή μαζί με τη συμπεριφορά άλλου προσώπου, βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς το αποτέλεσμα. Στα δια παραλείψεως τελούμενα εγκλήματα θεωρείται, ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος στην περίπτωση, κατά την οποία, αν δεν είχε συντρέξει η αμελής συμπεριφορά (παράλειψη) του υπαιτίου, αν γινόταν δηλαδή η επιβεβλημένη ενέργεια, που τελικά δεν έγινε, τότε με μεγάλη πιθανότητα, η οποία εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα (ΑΠ 160/2023, ΑΠ 801/2022, ΑΠ 259/2021, ΑΠ 1213/2019). Ακόμη, όταν το εξ αμελείας έγκλημα είναι απότοκο συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων, κατά το λόγο της αμέλειας που επιδείχθηκε από αυτό και εφόσον πάντως το αποτέλεσμα που επήλθε τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν (ΑΠ 50/2023, ΑΠ 234/2019). Επομένως, ο ιατρός ενεργεί με αμέλεια, αν από επιπολαιότητα ή άγνοια των πραγμάτων, που όφειλε να γνωρίζει ή από απρονοησία δεν ακολούθησε γενικά παραδεκτές αρχές της ιατρικής επιστήμης ή σύγχρονες μεθόδους και η σχετική επιπολαιότητα, άγνοια ή απρονοησία του οδήγησαν σε εσφαλμένη διάγνωση ή θεραπευτική αγωγή ή επέμβαση για την αποτροπή προσβολών ή κινδύνων κατά της σωματικής ακεραιότητας, της υγείας ή της ζωής (ΑΠ 1506/2022, ΑΠ 682/2021, ΑΠ 37/...). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο (ΑΠ 1332/2022, ΑΠ 445/2022, ΑΠ 530/...). Επίσης, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 1/..., ΑΠ 160/2023, ΑΠ 1219/2022, ΑΠ 212/2022, ΑΠ 208/2022, ΑΠ 732/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. .../2023 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων ..., που την εξέδωσε δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "Τις απογευματινές ώρες (19:00 - 20.00) της 7ης Ιουνίου ..., ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας, Κ. Τ., ιατρός παθολόγος, δέχτηκε τηλεφώνημα από τον ...χρονο (γεννηθέντα στις 28/2/...) πατέρα του Α. Τ. του Κ., που τον ενημέρωσε ότι δεν αισθανόταν καλά και δυσφορούσε διότι είχε κοιλιακό άλγος, συνοδευόμενο από ναυτία. Μέχρι τον ανωτέρω χρόνο, ο Α. Τ. ήταν, σύμφωνα με την ανωμοτί εξέταση του υιού του, σε αρκετά καλή φυσική κατάσταση για την ηλικία του, ψηλός, εύσωμος και κινητικός (βλ. σχετ. δύο φωτογραφίες του), χωρίς να αντιμετωπίζει κάποιο ιδιαίτερα σοβαρό πρόβλημα υγείας, η δε φαρμακευτική αγωγή που ελάμβανε αφορούσε την πίεση και την καλοήθη υπερτροφία του προστάτη. Κατά τα τελευταία τριάντα (30) έτη δεν είχε νοσηλευθεί σε νοσοκομείο για οποιαδήποτε αιτία, ενώ, πριν από το εν λόγω χρονικό διάστημα είχε υποστεί ένα ισχαιμικού τύπου αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, απόρροια του οποίου ήταν ίλιγγος, αντιμετωπιζόμενος, όμως, συμπτωματικά. Σημειωτέον ότι, μόνον κατά το στάδιο της νεκροψίας προέκυψε ότι ο Α. Τ. έπασχε, επίσης, από ανευρυσματική διάταση ανιούσης αορτής-αθηρωματοσκληρυντικές αλλοιώσεις των στεφανιαίων αγγείων χρόνια ισχαιμική μυοκαρδιοπάθεια βαρύτατες αρτηριοσκληρυντικές αλλοιώσεις στεφανιαίων αρτηριών τύπου Va, Vb και VI (θρόμβωση πλάκας), που προκαλούν στένωση του αυλού άμφω κατά ποσοστό 85%, παθήσεις των οποίων την ύπαρξη, εν τούτοις, αγνοούσε, δοθέντος ότι, όπως αποδεικνύεται εκ του αποτελέσματος, είχε καλή παράπλευρη αγγειακή κυκλοφορία, η οποία ικανοποιούσε τις ανάγκες του για φυσιολογική, αναλόγως της ηλικίας του πάντοτε, σωματική λειτουργία (βλ. την ανωμοτί κατάθεση του παρισταμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας υιού του). Ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας καθησύχασε τον πατέρα του, θεωρώντας ότι, πιθανώς, υπέστη γαστρεντερίτιδα και του έδωσε οδηγίες από το τηλέφωνο. Πλην όμως, κατά τις πρώτες νυκτερινές ώρες της 8ης Ιουνίου ..., ο Α. Τ. τηλεφώνησε ξανά στον υιό του, ενημερώνοντάς τον ότι ο πόνος είχε επιδεινωθεί και ότι, πλέον, η ναυτία εξελίχθηκε σε ογκώδεις τροφώδεις εμέτους. Κατά την επιτόπια μετάβαση του στην πατρική οικία και την εξέταση του πατρός του, ο Κ. Τ. διαπίστωσε μετεωρισμό της κοιλίας του και έντονη δυσφορία, γι' αυτό, αντιλαμβανόμενος ότι συντρέχει κάποια εντερική διαταραχή, τον μετέφερε εκτάκτως στο ιδιωτικό Νοσοκομείο ... που ήταν πλησίον του τόπου της κατοικίας του, προς περαιτέρω εξετάσεις και διάγνωση. Πράγματι, ο ασθενής εισήχθη εκτάκτως στο Τ.Ε.Π. του νοσοκομείου, με αιτία προσέλευσης "Αναστολή αποβολής αερίων και κοπράνων", όπου τον ανέλαβε ο εφημερεύων στρατιωτικός ιατρός-χειρουργός, Ν. Π. του Γ., ως προς τον οποίο, συνεπεία της ιδιότητάς του, χωρίστηκε η προκείμενη δικογραφία, ο οποίος, αφού πληροφορήθηκε πάντα τα ανωτέρω εκτεθέντα, μετά και τη λήψη του πλήρους γνωστού ιατρικού ιστορικού αυτού από τον παριστάμενο προς υποστήριξη της κατηγορίας, από την κλινική εξέταση του ασθενούς, στην οποία προέβη, ακολούθως, διαπίστωσε ότι αυτός είχε "κοιλία μετεωρισμένη-ομφαλοκήλη ανατασσομένη" και "Κοιλιακό άλγος (ΑΡ) κοιλίας", ενώ, είχε κάνει και εμέτους "Δύο χολώδεις" (δοθέντος ότι οι τροφώδεις αρχικά, εξελίχθηκαν, εν συνεχεία, σε χολώδεις) και, μετά ταύτα, διέγνωσε πιθανώς ειλεό, τον οποίο είχε υποψιαστεί και ο παθολόγος υιός του ασθενούς, που συζήτησε μαζί του (βλ. το φύλλο του νοσοκομείου με τον τίτλο "ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΣΘΕΝΟΥΣ"), ο οποίος, κατά την ανωμοτί εξέτασή του, κατέθεσε και το γεγονός ότι ο ανωτέρω θεράπων ιατρός διέγνωσε εξωτερικά δύο κήλες ανατασσόμενες (μία ομφαλοκήλη και μία βουβωνοκήλη), οι οποίες προϋπήρχαν στο σώμα του πατέρα του, εν γνώσει τους, χωρίς ποτέ να τον ενοχλούν ιδιαιτέρως. Εν συνεχεία, ο ίδιος ιατρός χειρουργός παρήγγειλε και πραγματοποιήθηκαν, τις πρωινές ώρες της 8/6/..., στον ασθενή ακτινογραφία κοιλίας, υπολογιστική τομογραφία άνω-κάτω κοιλίας και εργαστηριακές εξετάσεις (γενική εξέταση αίματος και εξετάσεις κλινικής χημείας). Η πρώτη από αυτές (Α/Α κοιλίας) κατέδειξε "Άτυπα υγραερικά επίπεδα λεπτού εντέρου, χωρίς ουσιαστική διάταση εντερικών ελίκων παχέος εντέρου" (βλ. την, από 8/6/..., γνωμάτευση του ακτινολόγου Γ. Ρ.), ήτοι, ειλεό στο λεπτό έντερο, καθόσον, σε αυτόν παραπέμπουν τα άτυπα διαγνωσθέντα υγραερικά επίπεδα, όπως προέκυψε από το συνδυασμό των εξετασθέντων μαρτύρων στο ακροατήριο. Ο δε ακτινολόγος Γ. Ρ. συνέστησε, εν τέλει, κλινική αξιολόγηση βάσει των συμπτωμάτων και επί ενδείξεων περαιτέρω έλεγχο. Εξάλλου, στο, από 8/6/..., πόρισμα της αξονικής τομογραφίας (υπολογιστική τομογραφία άνω-κάτω κοιλίας), που υπογράφεται από τον ακτινολόγο Ι. Κ., η οποία διενεργήθηκε ακολούθως, με σπειροειδή τεχνική και ανασύνθεση τομών πάχους 5 χιλ., μετά από χορήγηση διαλύματος γαστρογραφίνης per os, σε αλγόριθμο μαλακών μορίων, κατόπιν έγχυσης ενδοφλεβίου σκιαγραφικού στον ασθενή, αναγράφονται, κατά τα ενδιαφέροντα εν προκειμένω σημεία, τα εξής διαπιστωθέντα: "Σημειώνεται διάταση των ελίκων του εντέρου. Ελέγχεται αριστερά βουβωνοκήλη με περιεχόμενο έλικα εντέρου, πιθανότατα προκαλεί στένωση και απόφραξη... Απεικονίζονται πολλαπλά εκκολπώματα του σιγμοειδούς και κατιόν κόλπου. Παρατηρείται διάταση των ελίκων του λεπτού εντέρου με πολλαπλά υδραερικά επίπεδα, συμβατή με απόφραξη". Προέκυψε, δηλαδή, και από την αξονική τομογραφία η απόφραξη στο λεπτό έντερο, η οποία, μάλιστα, κατά τον παραπάνω χρόνο ήταν ατελής (μερική, όχι τέλεια), όπως συνάγεται από το γεγονός ότι, για τη διενέργεια της αξονικής τομογραφίας, όπως εκτέθηκε, ο ασθενής έλαβε και από του στόματος και ενδοφλεβίως γαστρογραφίνη, η οποία κυκλοφόρησε στα ελεγχόμενα σημεία και η εξέταση ολοκληρώθηκε επιτυχώς. Περαιτέρω, από την, από 8/6/... (ώρα 8:38'), γενική εξέταση αίματος διαπιστώθηκε ότι τα λευκά αιμοσφαίρια, τα πολυμορφοπύρηνα και λεμφοκύτταρα του ασθενούς ήταν αυξημένα (13.7 Κ/μΙ αντί τιμών αναφοράς 4.5-10.5 λευκά, 93.1% αντί τιμών αναφοράς 40.0-75.0 και απολύτως 12.8 Κ/μΙ πολυμορφοπύρηνα και 1.9% αντί τιμών αναφοράς 20.0- 45.0 και απολύτως 0.3 Κ/μΙ λεμφοκύτταρα), γεγονός που συνηγορούσε υπέρ της ύπαρξης φλεγμονής στον οργανισμό του, ενώ, οι ταυτόχρονες εξετάσεις κλινικής χημείας κατέδειξαν επίπεδα ουρίας, κρεατινίνης και καλίου Ορού (Κ) εντός των φυσιολογικών τιμών αναφοράς [πλην του Νατρίου Ορού (Να), του οποίου η τιμή ήταν ελαφρώς χαμηλή (133.0 mmol/L) σε σχέση με τις τιμές αναφοράς 136.0-145.0]. Κατόπιν των ανωτέρω, κρίθηκε επιβεβλημένη και πράγματι έλαβε χώρα η εισαγωγή του ασθενούς στο ως άνω νοσοκομείο, με διάγνωση "αποφρακτικού ειλεού", όπως ανεγράφη στην αντίστοιχη ημερομηνία (8/6/...) στο φύλλο του νοσοκομείου με τον τίτλο "ΠΟΡΕΙΑ ΝΟΣΟΥ". Πλην όμως, ακολούθως, ο Ν. Π., συνοδευόμενος και από τον χειρουργό Α. (βλ. την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας Α. Π.), που προσήλθε, κατόπιν της επιθυμίας του Κ.. Τ. να λάβει και μία δεύτερη ιατρική άποψη για το πρόβλημα που αντιμετώπιζε ο πατέρας του, ενημέρωσε τον τελευταίο ότι ο αποφρακτικός ειλεός οφειλόταν σε κακοήθεια (καρκίνο) του παχέος (και όχι του λεπτού) εντέρου, εντοπιζόμενη, μάλιστα, στο ορθοσιγμοειδές, καθόσον, προς τούτο συνηγορούσε το πόρισμα της αξονικής τομογραφίας, το οποίο ο Κ. Τ. δεν είχε αναγνώσει μέχρι τότε, γεγονός που εξέπληξε αυτόν, δοθέντος ότι από τον τακτικό έλεγχο, μεταξύ άλλων και των καρκινικών δεικτών, στον οποίο υπέβαλε τον πατέρα του, δεν είχε προκύψει οποιαδήποτε αύξηση σε αυτούς. Εντούτοις, την ίδια ενημέρωση, μετά βεβαιότητας, είχε ο Κ. Τ. και από τον κατηγορούμενο, Α.-Α. Τ., που, επίσης, προσελθών ανέλαβε και αυτός ως θεράπων ιατρός, έλαβε γνώση όσων διαμείφθηκαν στο μεταξύ και των εξετάσεων που έγιναν και εξέτασε τον ασθενή, όντας συνεργάτης του ιατρού Ν. Π. και εργαζόμενος στο ίδιο νοσοκομείο ως ιατρός χειρουργός, ασχολούμενος, προεχόντως, από το έτος 1999 και εντεύθεν, με την σύγχρονη θεραπεία της περιτοναϊκής κακοήθειας, με τη διενέργεια κυτταρομειωτικής χειρουργικής και περιεγχειρητικής ενδοπεριτοναϊκής χημειοθεραπείας (βλ. το προσκομιζόμενο με επίκληση από τον ίδιο και αναγνωσθέν βιογραφικό του σημείωμα). Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος (μαζί με τον Ν.. Π.) ενημέρωσε τον Κ. Τ. ότι θα ακολουθηθεί συντηρητική αγωγή στον πατέρα του, αναμένοντας την αυτόματη λύση του ατελούς ειλεού του (παχέος) εντέρου εντός των επόμενων 2-3 ημερών, ο οποίος (λόγω της θέσης του στο παχύ και όχι στο λεπτό έντερο) δεν είχε ραγδαία επιδείνωση και, επομένως, δεν έχρηζε άμεσης χειρουργικής αντιμετώπισης, εν αντιθέσει με τον καρκίνο στο σιγμοειδές, ο οποίος έπρεπε να ερευνηθεί αμέσως και να χειρουργηθεί μετά παρέλευση ενός, περίπου, μηνός. Εν τω μεταξύ κατά την πρώτη ημέρα της νοσηλείας του (8/6/...), ο ασθενής εξακολουθούσε να έχει κολικοειδούς χαρακτήρα πόνους, έκανε εμέτους τροφώδεις και κατόπιν χολώδεις και, γενικώς, δυσφορούσε, ωστόσο, εξαιτίας της ανωτέρω διάγνωσης, δεν αντιμετωπίστηκε αμέσως χειρουργικά αλλά συντηρητικά, με τοποθέτηση ουροκαθετήρα, ενδοφλέβια χορήγηση υγρών, ηλεκτρολυτών για τη ρύθμιση της οξεοβασικής ισορροπίας και χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής για τη ναυτία, την διούρηση και την ηρεμία (primperan, lasix, lexotanil και stedon), χωρίς να γίνουν άλλες εξετάσεις. Στην πορεία της ίδιας ημέρας, τοποθετήθηκε για αποσυμφόρηση σε αυτόν ρινογαστρικός σωλήνας (Levin), πλην όμως, άνευ αποτελέσματος, αφού δεν ήταν λειτουργικός, με συνέπεια και μόνον κατόπιν απαίτησης του Κ.. Τ., να επανατοποθετηθεί νέος το βράδυ της 8/6/..., ήτοι, μετά παρέλευση αρκετών ωρών από την πρώτη τοποθέτηση, στη διάρκεια των οποίων ο ασθενής εξακολουθούσε να δυσφορεί και να πονά. Επισημαίνεται πως η χρήση ρινογαστρικού σωλήνα είναι απολύτως αναγκαία επί αποφρακτικού ειλεού, ώστε να επέρχεται αποσυμφόρηση (ηρεμία) του εντέρου από τα φορτία που δέχεται, προκειμένου να ανακτηθεί ο περισταλτισμός αυτού (εντέρου). Πράγματι, μετά την επανατοποθέτηση τούτου, αποβλήθηκε από τον ασθενή φορτίο ποσότητας 500 cc. Πλην όμως, τούτο δεν ήταν αρκετό, καθόσον, κατά τις πρωινές ώρες της 9/6/..., η κατάσταση του ασθενούς μεταβλήθηκε προς το χειρότερο, αφού άρχισε να εμφανίζει σημεία μειωμένης διούρησης, δυσανάλογης προς την πρόσληψη υγρών που λάμβανε ενδοφλεβίως, να έχει δύσπνοια και κυάνωση των δακτύλων των χεριών του, που δεν αξιολογήθηκαν. Την ίδια ημέρα ο ασθενής υποβλήθηκε, κατόπιν σχετικής εντολής του κατηγορουμένου για κολοσκόπηση, εν τέλει, σε ορθοσκόπηση, για την διερεύνηση της πιθανής κακοήθειας, ενώ, του αφαιρέθηκε, χωρίς να προκύπτει η αιτία, το Levin και χωρίς να επανατοποθετηθεί έκτοτε ποτέ σε αυτόν, καίτοι το είχε άμεση ανάγκη για την γαστρική αποσυμφόρησή του. Για την αντιμετώπιση δε της δύσπνοιας τέθηκε σε αυτόν μάσκα οξυγόνου τύπου VENTURI 50% (βλ. τις καταγραφές στο φύλλο πορείας νόσου, στην αντίστοιχη ημερομηνία), ενώ, του έγινε και ακτινογραφία θώρακος επί κλίνης, η οποία ήταν αρνητική για πύκνωση των πνευμόνων [βλ. την, από 9/6/..., Α/Α Θώρακος (επί κλίνης), του ακτινολόγου Ι. Κ.]. Από την ορθοσκόπηση μόνο (και όχι κολοσκόπηση) που κατέστη δυνατό να γίνει τελικώς στον ασθενή (βλ. το πόρισμα του ειδικού γαστρεντερολόγου-ενδοσκόπου ιατρού Γ. Κ., από 9/6/...), εν μέσω βλεννώδους και κοπρανώδους περιεχομένου, με είσοδο του οργάνου μέχρι τα 20 εκατοστά του παχέος εντέρου (ελλείψει επαρκούς προετοιμασίας του με υποκλυσμό), προέκυψε στα 4 εκ. από την οδοντωτή γραμμή ευμέγεθες πολυποειδές μόρφωμα, που καταλάμβανε ημικυκλοτερώς τον αυλό (που αφαιρέθηκε πάραυτα), του οποίου οι ληφθείσες βιοψίες, κατά την ιστολογική εξέταση, έδειξαν "Τεμάχια από λαχνωτό εν μέρει σωληνολαχνωτό αδένωμα παχέος εντέρου με χαμηλόβαθμη (μέτρια) επιθηλιακή δυσπλασία" (βλ. την, με ημερομηνία παραλαβής 10/6/..., γνωμάτευση του ιατρού παθολογοανατόμου-επιμελητή Β. Π.). Η δε βλενοπαραγωγική μάζα του ορθού, που εντοπίστηκε κατά την ορθοσκόπηση δεν προκαλούσε πλήρη απόφραξη, όπως σημειώνεται στο φύλλο πορείας της νόσου του ασθενούς, κατά την ημερομηνία της 9/6/.... Στο ίδιο φύλλο πορείας της νόσου σημειώνεται επίσης, κατά την εν λόγω δεύτερη ημέρα νοσηλείας του ασθενούς, ότι αυτός είχε μειωμένη διούρηση και είχε πραγματοποιήσει μία κένωση, η οποία, όμως, αποδείχθηκε ότι ήταν απόρροια του μερικού υποκλυσμού που είχε προηγηθεί της εξέτασης και δεν συνιστούσε λύση του ειλεού που, κατά την άποψη του κατηγορουμένου, εντοπιζόταν στο παχύ έντερο εξαιτίας του κακοήθους όγκου. Και ενώ τα αποτελέσματα της ορθοσκόπησης ήταν αρνητικά για κακοήθεια στο παχύ έντερο και παρά το γεγονός ότι ο ασθενής Α. Τ. εμφάνιζε προοδευτικά επιδείνωση της κατάστασής του (μειωμένη διούρηση, εξακολουθητικό έντονο άλγος στην αριστερή κοιλιακή χώρα, δύσπνοια που απαιτούσε τη χρήση αναπνευστικής μάσκας, χωρίς, όμως, ταυτόχρονο εντοπισμό πνευμονικής νόσου, κλπ), εν τούτοις, στις 9/6/... αποδείχθηκε από τα αναγνωσθέντα ιατρικά νοσοκομειακά έγγραφα πως δεν έγινε καμία άλλη ιατρική εξέταση, ανάλυση κλπ σε αυτόν, ο δε κατηγορούμενος εξακολουθούσε να εμμένει στην αρχική του διάγνωση περί καρκινικού όγκου του παχέος εντέρου, που χρήζει περαιτέρω διερεύνησης (αφού η ορθοσιγμοειδοσκόπηση κάλυψε περιορισμένο εντερικό μήκος, εξαιτίας του υφιστάμενου περιεχομένου του παχέος εντέρου, που δεν επέτρεψε την απόλυτη διάβασή του) και αποφρακτικού ειλεού τούτου, που δεν ενέχει άμεσο κίνδυνο ισχαιμίας και περαιτέρω σηψαιμίας, αντιμετωπίζοντας το συγκεκριμένο περιστατικό υπό το πρίσμα της ογκολογίας που υπηρετούσε. Εν συνεχεία, αποδείχθηκε ότι, στις 10/6/..., κατά την τρίτη ημέρα νοσηλείας του, η υγεία του ασθενούς Α.. Τ. παρουσίασε κλινικά ραγδαία επιδείνωση, τεθείς ήδη σε κατάσταση σηπτικού σοκ (υπόταση, ταχυκαρδία, δύσπνοια, εμέτους). Όπως αναγράφηκε στο φύλλο πορείας της νόσου, αυτός "έκανε εκ νέου εμέτους και πλέον ελήφθη η απόφαση να οδηγηθεί στο χ/ο για ερευνητική λαπαροτομία". Προς αυτή την απόφαση συνηγόρησαν και τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων που έγιναν κατ' εκείνη την ημέρα, στις 9:20'. Ειδικότερα, η ταυτόχρονη γενική εξέταση αίματος κατέδειξε (σε σχέση με την γενική αίματος της 8/6/...) αύξηση των λεμφοκυττάρων σε 11.8%, των μεγάλων μονοπύρηνων (ΜΟΝΟ) σε 14.1% αντί των τιμών αναφοράς 2.0-10.0 και απολύτως 1.2 Κ/μl και πτώση των αιμοπεταλίων (PLT 242 Κ/μΙ) και του αιμοπεταλιοκρίτη (PCT 0.214%), ενώ, οι εξετάσεις κλινικής χημείας έδειξαν αυξημένη ουρία 147 mg/dL αντί των τιμών αναφοράς 15-50, που υποδηλώνει την απώλεια υγρών από το έντερο, καθώς και αυξημένη κρεατινίνη 2.20 mg/dL αντί των τιμών αναφοράς 0.70-1.40. Ενόψει της ραγδαίας μεταβολής της κλινικής εικόνας του ασθενούς και των ανωτέρω εργαστηριακών αποτελεσμάτων του, που δημιουργούσαν σοβαρή υποψία ισχαιμίας και περαιτέρω σήψης λεπτού (και όχι του παχέος) εντέρου, το πρωί της 10/6/... ο κατηγορούμενος έδωσε εντολή άμεσης προετοιμασίας αυτού για την εισαγωγή του στο χειρουργείο για ερευνητική λαπαροτομία. Απαιτήθηκε τότε η εισαγωγή προηγουμένως του ασθενούς στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του νοσοκομείου (περί ώρα 15:00'), προκειμένου αυτός να σταθεροποιηθεί αιμοδυναμικά, για να ανταπεξέλθει στην επέμβαση, γεγονός που διήρκεσε μερικές ώρες, οι οποίες ήταν περαιτέρω επιβαρυντικές για τον πάσχοντα. Στο σημείο αυτό και ως προς την προεγχειρητική προετοιμασία του ασθενούς πρέπει να αναφερθεί ότι, όπως προεκτέθηκε, ενώ αυτός είχε υποστεί ισχαιμικό επεισόδιο προ τριάντα περίπου ετών, το οποίο ήταν γνωστό στον κατηγορούμενο από το ληφθέν ιστορικό του, εν τούτοις, ο τελευταίος δεν μερίμνησε για την έγκαιρη (το προηγούμενο διήμερο) διάγνωση της καρδιολογικής του κατάστασης, ώστε να έχει έτοιμο τον ασθενή ανά πάσα στιγμή, για την περίπτωση ενδεχόμενης εισόδου του στο χειρουργείο, αφού ακόμη βρισκόταν υπό διερεύνηση αναφορικά με την ακριβή αιτία της νόσου αυτού. Αντιθέτως, παρήγγειλε τον καρδιολογικό έλεγχο του ασθενούς μόλις την τρίτη ημέρα, κατά την οποία παρέστη άμεση ανάγκη εισαγωγής του στο χειρουργείο, συνεπεία της ραγδαίας επιδείνωσης της κατάστασής του. Ο καρδιολογικός έλεγχος και το υπερηχογράφημα της καρδιάς, που έγινε υπό φλεβοκομβική ταχυκαρδία και "δυσφορία" του ασθενούς, εξεταζόμενου σε ύπτια θέση, παρά το παλαιό ιστορικό του, δεν ανέδειξαν κάποιο καρδιακό νόσημα αποτρεπτικό της εισαγωγής του στο χειρουργείο [βλ. την, από 10/6/... πρόσκληση και πιστοποίηση επίσκεψης ιατρού ειδικότητας, του επιμελητή καρδιολόγου Ν. Μ. και το ταυτόχρονο υπερηχογράφημα καρδιάς (έγχρωμο triplex) του καρδιολόγου Κ.. Τ.], Εν τέλει, στις 17:45' της 10/6/..., ο ασθενής, ευρισκόμενος σε κατάσταση σηπτικού σοκ, διακομίστηκε στο χειρουργείο, όπου υποβλήθηκε σε ερευνητική λαπαροτομία από το χειρουργό Ν. Π. με βοηθό τον κατηγορούμενο (βλ. το πρακτικό του χειρουργείου). Η λήξη της επέμβασης επήλθε περί ώρα 19:00' της 10/6/.... Σύμφωνα με το ταυτόχρονο πρακτικό του χειρουργείου (βλ. αυτό στα αναγνωστέα), η επέμβαση διενεργήθηκε υπό γενική ενδοτραχειακή αναισθησία. Έγινε τομή μέση υπερυπομφάλιος με συνεξαίρεση ομφαλικού δακτυλίου. Διαπιστώθηκε ότι η κοιλία ήταν πλήρης αιμορραγικού υγρού. Βρέθηκε νεκρωμένο τμήμα τελικής νήστιδας, περίπου δύο (2) μέτρων, συνεπεία εσωτερικής κήλης από γλωσσίδα επιπλόου. Εκτελέστηκε εντερεκτομή και πλαγιοπλάγια αναστόμωση. Έγινε επιμελής έκπλυση - αιμόσταση και τοποθετήθηκε παροχέτευση στην πύελο, ενώ, επακολούθησε η σύγκλειση της τομής κατά στρώματα και η μεταφορά του ασθενούς στη Μ.Ε.Θ., όπου αυτός είχε εικόνα σηπτικής καταπληξίας, με διάσπαρτα αιμορραγικά εξανθήματα σε όλο το σώμα του και σύμφωνα με το σχετικό διάγραμμα της Μονάδας, τελούσε σε καταστολή, σε βαριά κατάσταση, διασωληνωμένος, με μηχανική υποστήριξη της αναπνοής του και υπό αγγειοσυσταλτική αγωγή για την αιμοδυναμική του υποστήριξη, η οποία όμως, εξακολούθησε να είναι ασταθής και την επομένη, 11/6/..., οπότε ο ασθενής, όντας εμπύρετος και σε εξαιρετικά δεινή κατάσταση, εν τέλει, απεβίωσε στις 17:38'. Η τελική διάγνωση, η οποία αναγράφηκε στο, από 11/6/... εξιτήριο του νοσοκομείου, ανέφερε "Σηπτική καταπληξία - αποφρακτικός ειλεός - ισχαιμία λεπτού εντέρου - ευρεία εντεροκτομή". Επακολούθησε η διενέργεια νεκροψίας-νεκροτομής, κατόπιν αιτήματος του παρισταμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας υιού του αποβιώσαντος Α.. Τ., που έγινε από τον Η. Δ.. Μ. (3° μάρτυρα κατηγορίας), ιατροδικαστή Α' τάξεως και προϊστάμενο της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας .... Παράλληλα, ελήφθησαν, κατά τη νεκροτομή, η καρδιά και ιστοτεμάχια πνευμόνων, ήπατος, νεφρού, μεσεντερίου και λεπτού εντέρου για ιστολογική εξέταση, η οποία διενεργήθηκε από τον καθηγητή Ε. Α. (βλ. την υπ' αριθ. πρωτ. 408/... ιστολογική εξέταση αυτού) και η οποία, από τη μακροσκοπική και μικροσκοπική διερεύνηση των οργάνων, έδειξε πρόσφατες ισχαιμικές αλλοιώσεις του μυοκαρδίου σε έδαφος χρόνιας ισχαιμικής μυοκαρδιοπάθειας, βαρύτατες αρτηριοσκληρυντικές αλλοιώσεις στεφανιαίων αρτηριών τύπου Va, Vb και VI (θρόμβωση πλάκας), που προκαλούν στένωση του αυλού άμφω κατά 85%, συμφορητική ατελεκτασία πνευμόνων, εστιακές αλλοιώσεις λοβώδους πνευμονίας (στάδιο ερυθράς ηπάτωσης), περιφερική πνευμονική εμβολή, αλλοιώσεις περιτονίτιδας λεπτού εντέρου, εικόνα ήπατος ως επί καταπληξίας, ικανού βαθμού στεάτωση, εστιακές αιμορραγικές διηθήσεις μεσεντερίου και αρχόμενες αυτολυτικές αλλοιώσεις νεφρού. Επιπροσθέτως, ελήφθη από τον ως άνω ιατροδικαστή τμήμα του λεπτού εντέρου, που είχε αφαιρεθεί χειρουργικά στις 10/6/..., για ιστολογική εξέταση και χρονικό προσδιορισμό της ισχαιμίας, η οποία πραγματοποιήθηκε στο Α' Εργαστήριο Παθολογικής Ανατομικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου ... και έδειξε (βλ. την υπ' αριθ. πρωτ. 492/... ιστολογική εξέταση που υπογράφεται από τον Καθηγητή Ε. Α.) ότι: "Το αποσταλέν τμήμα λεπτού εντέρου και το μεσεντέριο μήκους 25 εκ. τεμαχισμένο, παρουσίαζε μικροσκοπικά εκτεταμένη ισχαιμική αιμορραγική νέκρωση ολόκληρου του τοιχώματος. Η αλλοίωση χαρακτηρίζεται από εκτεταμένες αιμορραγικές διηθήσεις του τοιχώματος με συρροή πολυμορφοπύρηνων λευκοκυττάρων. Με βάση τα μορφολογικά αυτά ευρήματα, η αιμορραγική νέκρωση είναι πρόσφατη, ηλικίας 1-2 ημερών.". Εξάλλου, ο αφαιρεθείς ομφαλικός δακτύλιος (υλικό 8163) και τμήμα του λεπτού εντέρου (τελική νήστιδα - υλικό 8164) εστάλησαν στις 10/6/... (μετά την χειρουργική επέμβαση) και στο Παθολογοανατομικό Τμήμα του νοσοκομείου ..., όπου η ιατρός παθολοανατόμος- επιμελήτρια Μ. Λ., από την ταυτόχρονη παθολογοανατομική εξέταση, γνωμάτευσε επί λέξει τα ακόλουθα, κατά τα ενδιαφέροντα εν προκειμένω σημεία: "Μακροσκοπική περιγραφή: 8163:.. 8164: Τμήμα λεπτού εντέρου μήκους 68 εκ. και εσωτερικής περιμέτρου στα όρια εκτομής 5.5 εκ. και 6,5 εκ. αντίστοιχα, συνεξαιρεθέν με το μεσεντέριο λίπος. Μετά τη διάνοιξη του εντέρου σε όλο το μήκος του, το τοίχωμα είναι βαθυέρυθρο και κατά θέσεις εξαιρετικά λεπτυσμένο. Κατά τις διατομές το συνεξαιρεθέν μεσεντέριο λίπος εμφανίζει συμφορημένα αγγεία και αιμορραγικές διαποτίσεις. Ανευρέθηκαν επίσης 6 λεμφαδένες μεγίστης διαμέτρου 0,1-0,2 εκ. Ιστολογική εξέταση: 8163: . . .8164: Τμήμα λεπτού εντέρου με έντονες ισχαιμικές αλλοιώσεις και πολλαπλές θέσεις ισχαιμικής νέκρωσης του τοιχώματος...". Βάσει της υπ' αριθ. πρωτ. 1531 και με αριθμό έκθεσης 481, από 15/6/..., ιατροδικαστικής έκθεσης που συντάχθηκε από τον ιατροδικαστή Η. Δ.. Μ., η νεκροψία-νεκροτομή που αυτός διενήργησε στον θανόντα, παρουσία και του 2ου μάρτυρος κατηγορίας, Σ. Τ., ιατροδικαστή και ιατρού δημόσιας υγείας, ως τεχνικού συμβούλου της οικογένειας Τ. (έγγραφη εντολή Α.Τ. ..., με αριθμό ...), σε συνδυασμό και με τις ως άνω εργαστηριακές εξετάσεις, έδειξαν, η μεν νεκροψία μεταξύ άλλων, που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, κυάνωση ονύχων χειρών και χειλέων, διάσπαρτα αιμορραγικά εξανθήματα σώματος, μέση υπερ-υπομφάλια χειρουργική τομή μήκους 20 εκ. και τομή 2 εκ. στην δεξιά πλάγια κοιλιακή χώρα, δε νεκροτομή, ότι α) ο εγκέφαλος, μετά την διάνοιξη του θόλου του κρανίου και την αφαίρεσή του, παρουσίαζε εντόνου βαθμού εγκεφαλικό οίδημα, με εστία γλοίωσης αριστερού βρεγματικού λοβού μέσης διαμέτρου 2 εκ. (παλαιό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο), β) ο θώρακας είχε αυξημένη ποσότητα υγρού στο δεξιό ημιθωράκιο, γ) οι πνεύμονες ήταν βαρείς και συμπαγείς, κατά τις διατομές με εντόνου βαθμού πνευμονικό οίδημα και πνευμονορραγία και βλέννες εντός των βρόγχων, ενώ, σημειώθηκε το πόρισμα της ιστολογικής εξέτασης, που είχε δείξει "Συμφορητική ατελεκτασία πνευμόνων. Εστιακές αλλοιώσεις λοβώδους πνευμονίας (στάδιο ερυθράς ηπάτωσης). Περιφερική πνευμονική εμβολή.", δ) η καρδιά είχε βάρος 445 γρ., ανευρυσματική διάταση ανιούσης αορτής, στεφανιαία αγγεία με αθηρωματοσκληρυντικές αλλοιώσεις, ενώ, σημειώθηκε το πόρισμα της ιστολογικής εξέτασης, που έδειξε "Πρόσφατες ισχαιμικές αλλοιώσεις του μυοκαρδίου σε έδαφος χρόνιας ισχαιμικής μυοκαρδιοπάθειας. Βαρύτατες αρτηριοσκληρυντικές αλλοιώσεις στεφανιαίων αρτηριών τύπου \/α, Vb και VI (θρόμβωση πλάκας), που προκαλούν στένωση του αυλού άμφω κατά 85%", ε) το περιτόναιο και το έντερο είχαν ποσότητα ελεύθερου αίματος εντός της περιτοναϊκής κοιλότητας, αιμορραγικές διηθήσεις μείζων επίπλου και περιτόναιου, σε απόσταση 1,5 μέτρου περίπου μετά τον πυλωρό διαπιστώθηκε αναστόμωση λεπτού εντέρου και εν συνεχεία υπολείπονται 2,05 εκ. περίπου έως το τυφλό, διάχυτες προσκολλημένες ψευδομεμβράνες και ινική (αρχόμενες συμφύσεις), ενώ, η ιστολογική εξέταση έδειξε "Αλλοιώσεις περιτονίτιδας λεπτού εντέρου. Εστιακές αιμορραγικές διηθήσεις μεσεντερίου.", στ) ο στόμαχος είχε χολώδες περιεχόμενο, ζ) το ήπαρ είχε εικόνα λιπώδους διήθησης και η χοληδόχος κύστη ήταν διατεταγμένη, ενώ, η ιστολογική εξέταση είχε δείξει "Εικόνα ήπατος ως επί καταπληξίας. Ικανού βαθμού στεάτωση.", η) σπλην ρικνός, θ) πάγκρεας άνευ κακώσεων, I) νεφροί με εικόνα shock, ενώ, η ιστολογική εξέταση είχε δείξει "Αρχόμενες αυτολυτικές αλλοιώσεις νεφρού", ια) το ουροποιητικό σύστημα με μικροσκοπικά θηλώματα και Ιβ) τα οστά της πυέλου άνευ κακώσεων. Μετά ταύτα, αναγράφεται στην ως άνω ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής ότι ο θάνατος του Α.. Τ. "επήλθε συνεπεία σηπτικής καταπληξίας (πνευμονικό οίδημα) συνεπεία περιτονίτιδος οφειλόμενη σε ισχαιμική-αιμορραγική νέκρωση του λεπτού εντέρου [ως και οι εργαστηριακές εξετάσεις απέδειξαν].". Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και ο προαναφερόμενος ιατροδικαστής Σ. Τ., ο οποίος στην, από 1/2/... ιατροδικαστική έκθεσή του αναφέρει ότι η συναξιολόγηση της κλινικής εικόνας εισαγωγής του ασθενούς (έντονο κοιλιακό άλγος, διάταση κοιλίας από 12ώρου, με συνεχή επιδείνωση και τροφώδεις εμέτους), της εργαστηριακής ανάδειξης λευκοκυττάρωσης με αυξημένα πολυμορφοπύρηνα (εικόνα φλεγμονής), καθώς και των παθογνωμονικών απεικονιστικών ευρημάτων από την ακτινογραφία κοιλίας και την αξονική τομογραφία άνω/κάτω κοιλίας, στις οποίες υποβλήθηκε ο Α. Τ. στις 8/6/..., ήδη, είχαν θέσει και τεκμηρίωναν απολύτως τη διάγνωση του εντερικού ειλεού συνεπεία της εντερικής απόφραξης του λεπτού εντέρου και έχρηζαν άμεσης χειρουργικής αντιμετώπισης και θεραπείας, ενώ, αντιθέτως, η διάγνωση περί πιθανού καρκινικού όγκου του παχέος εντέρου δεν ήταν συμβατή με το ιστορικό του ασθενούς (απουσία κλινικών ενοχλήσεων, όπως, απώλειας βάρους, αιματηρών κενώσεων και εργαστηριακών ενδείξεων). Άλλωστε, η διάγνωση αυτή δεν επιβεβαιώθηκε από την ορθοσιγμοειδοσκόπηση που υποβλήθηκε ο ασθενής στις 9/6/.... Περαιτέρω, εκθέτει ότι η ακτινογραφία θώρακος της 9/6/... δεν ανέδειξε ενεργό πνευμονική νόσο (πύκνωση), ο δε ασθενής παρουσίαζε μειωμένη διούρηση (ένδειξη επηρεασμού της νεφρικής λειτουργίας), είχε μία κένωση (με κλύσμα) και τέθηκε σε αυτόν μάσκα οξυγόνου, ενώ, από τις πρωινές ώρες της 10/6/... ο ίδιος παρουσίασε μεγαλύτερη επιδείνωση, με έντονη δύσπνοια και μετεωρισμό, έντονο κοιλιακό άλγος και ολιγουρία. Με καλλιέργεια αίματος διαπιστώθηκε το μικρόβιο Staphylococcus Epidermidis, καθώς και με βιοχημικές εξετάσεις διαπιστώθηκε μεγάλη αύξηση CRP, ουρίας και κρεατινίνης, ευρήματα συμβατά με συστηματική επιβάρυνση. Ενόψει των ανωτέρω, ο παραπάνω ιατροδικαστής και 2ος μάρτυρας κατηγορίας καταλήγει πως ο θάνατος του ασθενούς οφειλόταν σε παθολογικά αίτια, λόγω σηπτικής καταπληξίας, προοδευτικής επιβάρυνσης του οργανισμού και πολυοργανικής ανεπάρκειας, που επήλθαν εξαιτίας εξελισσόμενης περιτονίτιδας (συνεπεία της διαπερατότητας του εντέρου λόγω της νέκρωσής του και της εισόδου υψηλού φορτίου μικροβίων στο υπόλοιπο σώμα μέσω της κυκλοφορίας του αίματος), η δε χρόνια ισχαιμική μυοκαρδιοπάθεια και η βαριά στεφανιαία νόσος αποτελούσαν προϋπάρχοντα παθολογικά ευρήματα, συμβατά με την ηλικία του ατόμου, που υποδηλώνουν αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο, μη συμμετέχοντα, ωστόσο, (όπως και η διαπιστωθείσα εστία γλοίωσης στον αριστερό βρεγματικό λοβό, που είναι συμβατή με το παλαιό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο), στο μηχανισμό του θανάτου (δοθέντος ότι, από το ιστορικό του ασθενούς προέκυψε ότι ήταν πλήρως λειτουργικός, γεγονός που υποδηλώνει καλή παράπλευρη κυκλοφορία επί των στεφανιαίων αγγείων και καρδιακή αντιρρόπηση), ενώ, το διαπιστωθέν εντόνου βαθμού πνευμονικό οίδημα αποδίδεται στην καρδιακή κάμψη (πρόσφατες ισχαιμικές αλλοιώσεις) λόγω της σηπτικής καταπληξίας, αλλά και της εικόνας λοβώδους πνευμονίας. Η δε ανάπτυξη περιτονίτιδας οφειλόταν στην πρόσφατη ισχαιμική-αιμορραγική νέκρωση του λεπτού εντέρου, που συνέβη 1-2 ημέρες πριν από το χειρουργείο και επέφερε την σηπτική καταπληξία (με ευρήματα πνευμονίας, περιφερικής πνευμονικής εμβολής, καταπληξίας ήπατος, πρόσφατων ισχαιμικών αλλοιώσεων και λοιπής επιβάρυνσης), πολυοργανική ανεπάρκεια και θάνατο. Απόδειξη δε τούτου συνιστά η μορφολογική εικόνα ισχαιμίας του χειρουργικώς εξαιρεθέντος τμήματος λεπτού εντέρου, από 1 έως 2 ημερών, η οποία (ισχαιμία εντέρου), συνεπώς, δεν προϋπήρχε κατά τον χρόνο εισαγωγής του ασθενούς στο νοσοκομείο, στις 8/6/..., προσέτι δε και η εικόνα λοβώδους πνευμονίας σε στάδιο της ερυθράς ηπάτωσης (ήτοι, 1-2 ημερών), η οποία, επίσης, δεν προϋπήρχε της εισαγωγής του ασθενούς στο νοσοκομείο, αφού με την ακτινογραφία θώρακος, στις 9/6/..., δεν διαπιστώθηκε ενεργή πνευμονική νόσος - πύκνωση. Το ανωτέρω τελικό συμπέρασμά του περί της απουσίας ισχαιμίας (ήτοι, μη αιμάτωσης συνεπεία απόφραξης) του λεπτού εντέρου κατά τον χρόνο εισαγωγής του ασθενούς στο νοσοκομείο, στις 8/6/... και περί της εμφάνισης αυτής τουλάχιστον (καθόσον, σύμφωνα άλλωστε και με τα διδάγματα της κοινής λογικής, τούτο δεν δύναται να προσδιοριστεί στον άνθρωπο σε απόλυτο χρόνο), βάσει της ιστολογικής εξέτασης, από τις βραδινές ώρες της ίδιας ημέρας νοσηλείας του (8/6/...) έως και τις 9/6/..., ο, ως άνω, 2ος μάρτυρας κατηγορίας επιβεβαίωσε και κατά την ένορκη εξέτασή του στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, επισημαίνοντας ταυτοχρόνως ότι η μεγάλη ηλικία του ασθενούς, στην προκείμενη περίπτωση, ουδόλως συνιστούσε απαγορευτικό στοιχείο εισαγωγής του στο χειρουργείο (αντιθέτως, μάλιστα, επιβάλλονταν), διότι, εάν η ερευνητική λαπαροτομία λάμβανε χώρα νωρίτερα της 10/6/..., εντός των προηγούμενων δύο ημερών νοσηλείας του, συνθήκες επιβίωσής του, λόγω της εξάλειψης του σηπτικού παράγοντα. Την ανωτέρω μαρτυρική κατάθεση επιβεβαίωσαν και οι ενόρκως καταθέσαντες μάρτυρες κατηγορίας Γ. Σ., ιατρός-χειρουργός και ο ιατροδικαστής Η. Μ.. Από αυτούς, ο πρώτος κατέθεσε πως κλινικά, εργαστηριακά και απεικονιστικά δεν υπήρχε αμφιβολία ότι υφίστατο σοβαρός ειλεός στο λεπτό έντερο, ο οποίος έπρεπε να αντιμετωπιστεί άμεσα, το πολύ μέχρι την επομένη ημέρα, το αργότερο, από την εισαγωγή στο νοσοκομείο, κατόπιν γρήγορης διόρθωσης των ηλεκτρολυτικών διαταραχών και της ηλεκτρολυτικής ισορροπίας του ασθενούς, με χειρουργική επέμβαση, προς αποφυγή της σηψαιμίας. Ότι, δοθέντος πως ο επικαλούμενος κακοήθης όγκος αναφέρεται στο ορθοσιγμοειδές ή ορθό, δηλαδή, στο τελευταίο μέρος του παχέος εντέρου, θα έπρεπε, εάν υπήρχε απόφραξη, δηλαδή, ειλεός παχέος εντέρου, να υπάρχει αέρας εντός αυτού, κατά την απεικόνισή του στις απλές ακτινογραφίες και στην αξονική τομογραφία, γεγονός που δεν υφίστατο και αποκλείει αναμφισβήτητα την περίπτωση να επρόκειτο για αποφρακτικό ειλεό παχέος εντέρου. Η διάγνωση αυτή αποκλείεται και από την κλινική εικόνα και τη συμπτωματολογία του ασθενούς (που περιορίστηκε σε τροφώδεις και χολώδεις, στη συνέχεια, εμέτους, οι οποίοι δεν μετατράπηκαν σε κοπρανώδεις, όπως θα συνέβαινε εάν συνέτρεχε περίπτωση ειλεού παχέος εντέρου). Περαιτέρω, κατέθεσε πως η λευκοκυττάρωση τελεί σε συνάρτηση με την ουδετεροφιλία ή την πολυμορφοπυρήνωση, όπως εν προκειμένω και υποδηλώνει μικροβιακή και όχι ιογενή λοίμωξη. Είπε δε πως ο ασθενής έπρεπε να υποβληθεί και σε εξέταση της προκαλσιτονίνης, που δείχνει εάν ο οργανισμός περιήλθε σε κατάσταση σήψης, η οποία, όμως, καίτοι υφίστατο η δυνατότητα διενέργειάς της στο συγκεκριμένο νοσοκομείο, δεν έγινε. Αναφορικά δε με την ηλικία του ασθενούς κατέθεσε πως στα ηλικιωμένα και με προβλήματα άτομα, η συντηρητική αντιμετώπιση, ήτοι, η επί μακρόν αναμονή, προκειμένου να εισαχθούν στο χειρουργείο, τις περισσότερες φορές αποβαίνει επιβαρυντική γι' αυτά, σε αντίθεση με τα νεότερα άτομα, τα οποία έχουν μεγαλύτερο απόθεμα δυνάμεων και αντέχουν μια παρατεταμένη συντηρητική αγωγή και αναμονή πριν από το χειρουργείο. Πολύ περισσότερο δε, εφόσον, μάλιστα, δεν ακολουθήθηκε συστηματική συντηρητική αγωγή. Ειδικότερα, επί του θέματος κατέθεσε πως η συντηρητική αντιμετώπιση ενός ειλεού σημαίνει ότι θα τεθεί ο ασθενής σε τρίωρη θερμομέτρηση, τρίωρη μέτρηση πίεσης- σφίξεων και τρίωρη μέτρηση των ούρων, παραλλήλως και σε συνάρτηση πάντοτε με τον εργαστηριακό και απεικονιστικό έλεγχο ανά τακτά διαστήματα, ενώ, ταυτοχρόνως δε, αυτός πρέπει να ενυδατώνεται επαρκώς, ώστε να εξασφαλιστεί η καλή ηλεκτρολυτική ισορροπία και η επαρκής νεφρική λειτουργία, για να επιτευχθεί το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα και διαρκούσης της χειρουργικής επέμβασης αλλά και μετεγχειρητικά. Επισήμανε δε, πως στις 9/6/... ουδείς εργαστηριακός έλεγχος έγινε στον ασθενή, παρότι επιλέχθηκε από τον κατηγορούμενο η συντηρητική αντιμετώπιση το ειλεού, ενώ, ακόμη και θερμομέτρησή του γινόταν εσφαλμένως από την μασχάλη και όχι, όπως ορθώς θα έπρεπε, από το ορθό, για να είναι πιο αντικειμενική. Πάντα τα ανωτέρω επιβεβαιώθηκαν και από τον ιατροδικαστή Η. Μ., ο οποίος βεβαίωσε πως ο θάνατος του ασθενούς Τ. προήλθε από την περιτονίτιδα που αυτός υπέστη, κατόπιν της νέκρωσης του λεπτού εντέρου μία έως δύο ημέρες πριν από την χειρουργική αφαίρεσή του, εξαιτίας του αποφρακτικού ειλεού, που δεν αντιμετωπίστηκε αμέσως, όπως καθίστατο αναγκαίο και επιβεβλημένο από τα επιδεινούμενα συμπτώματα του ασθενούς και από τα ευρήματα των εξετάσεων στις οποίες υπεβλήθη, χωρίς, μάλιστα, να συνιστά αποτρεπτικό παράγοντα η μεγάλη ηλικία του, αλλά, αντιθέτως, αναγκαίο όρο για την επιβίωσή του. Περαιτέρω, ενισχυτική των ως άνω μαρτυρικών καταθέσεων είναι και η, από 17/12/..., έκθεση ιατρικής/χειρουργικής πραγματογνωμοσύνης του γενικού χειρουργού Α. Λ. (βλ. αυτήν στα αναγνωστέα), ο οποίος διορίστηκε πραγματογνώμονας με την υπ' αρ. 2994/... μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., που δίκασε την ασκηθείσα αγωγή των Κ.. Τ., Ε. Τ. και Α. Π. κατά του κατηγορουμένου, του ιατρού χειρουργού Ν. Π. και των ανωνύμων εταιρειών "Π. Α. Ε. Ε. Κ. Λ. Φ. Υ. «Μ., "Α. Α. Α. Ε." και "Α. Ε. Ε. Γ. Α. Η. Ε.", ο οποίος επιβεβαίωσε ότι από τη μελέτη της απλής ακτινογραφίας προκύπτει παθογνωμονική εικόνα αποφρακτικού ειλεού του λεπτού εντέρου και απουσία αέρα στο παχύ έντερο, που επιβεβαιώνονται από την αξονική τομογραφία, που έθεσε τη διάγνωση της οξείας χειρουργικής σημειολογίας - αποφρακτικός ειλεός εντέρου, που έχρηζε άμεσης χειρουργικής θεραπείας, ελλείψει βελτίωσης το πρώτο 24ωρο, εικόνας φλεγμονής (λευκοκυττάρωση) και ισχυρής υπόνοιας από την ακτινογραφία περίσφιξης λεπτού εντέρου. Ο ανωτέρω πραγματογνώμονας σημειώνει πως η άμεση χειρουργική επέμβαση του αποφρακτικού ειλεού πρέπει να γίνεται εντός του πρώτου 24ώρου, για την αποφυγή συστηματικής επιβάρυνσης του πάσχοντος, καθώς και ότι, βάσει των στοιχείων της Κρατικής Χειρουργικής Κλινικής του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου ..., το ποσοστό ειλεού λεπτού εντέρου που αντιμετωπίζεται προληπτικά ανέρχεται σε 0%, συντηρητικά σε 10-20% και χειρουργικά σε 70-80%. Ο λόγος που αποφασίζεται έγκαιρη επέμβαση σε χειρουργικές παθήσεις είναι για να λάβουν χώρα σε καλύτερη συστηματική υγεία. Σε επέμβαση επί εδάφους σηπτικής καταπληξίας (αρχόμενης ή εγκατεστημένης), εξαιτίας αποφρακτικού ειλεού άνω των 48 ωρών, αυξάνονται δραματικά οι πιθανότητες επιπλοκών και θανάτου. Η αξιολόγηση των ευρημάτων εν προκειμένω από τον κατηγορούμενο ως κακοήθεια παχέος εντέρου είναι βέβαιο ότι επηρέασε αρνητικά την ενδεδειγμένη αντιμετώπιση της υφιστάμενης απόφραξης του λεπτού εντέρου και μη χαρακτηρισμού του περιστατικού ως επείγοντος. Η ολιγωρία δε αυτή αποτέλεσε αιτία νεφρικής, πνευμονολογικής και σηπτικής επιβάρυνσης, με συνέπεια την μη αποτροπή του θανάτου με την καθυστερημένη επέμβαση, λόγος για τον οποίο επιβάλλεται εντός του πρώτου 24ώρου από την έναρξη των συμπτωμάτων η χειρουργική θεραπεία. Επίσης, επιβάλλεται ο προεγχειρητικός έλεγχος να γίνεται κατά την εισαγωγή του ασθενούς στο νοσοκομείο και όχι μεταγενέστερα, για να μην χάνεται πολύτιμος χρόνος. Τα πλεονεκτήματα της άμεσης χειρουργικής επέμβασης θα ήταν αποφυγή νεφρικής και αναπνευστικής επιβάρυνσης. Η καθυστέρηση είχε ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη σήψης και περιτονίτιδας, επιβάρυνση της υγείας του ασθενούς, που, σε συνδυασμό με την ηλικία του, οδήγησαν σε πολυοργανική ανεπάρκεια λόγω εισόδου τοξικών ουσιών στην κυκλοφορία του αίματος, με επακόλουθο τον θάνατο. Το ποσοστό επιβίωσης στην περίπτωση αυτή είναι μικρότερο του 20%. Στον αντίποδα των παραπάνω άπαντες οι μάρτυρες υπεράσπισης, αλλά και οι προαναφερόμενοι, ενόρκως βεβαιώσαντες ενώπιον δικηγόρου και συμβολαιογράφων ιατροί (στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης περί αποζημίωσης), άλλοι με την ένορκη μαρτυρική κατάθεσή τους και ορισμένοι εξ αυτών, επιπροσθέτως και με τις γνωμοδοτήσεις-τεχνικές εκθέσεις τους, που αναγνώστηκαν νομίμως (ομότιμος καθηγητής Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής Δ. Ψ., ειδικός ιατροδικαστής Ε. Σ., καθηγητής στο Εργαστήριο Ιατροδικαστικής-Τοξικολογίας της Ιατρικής Σχολής Παν/μίου ... Δ. Β.), υπεραμύνθηκαν της ορθής αντιμετώπισης του ασθενούς Α. Τ. από τον κατηγορούμενο. Ειδικότερα, ισχυρίστηκαν ότι ο αποφρακτικός ειλεός απαιτεί αρχικώς συντηρητική αντιμετώπιση, κατά τις συναφείς καταγραφές στα βιβλία χειρουργικής, ρινογαστρικού καθετήρα (Levin), στην παρεντερική χορήγηση υγρών, ενδεχομένως σε υποκλυσμούς και αντιβίωση και στην χορήγηση γαστρογραφίνης κατά την διενέργεια της αξονικής τομογραφίας, δοθέντος ότι πολλές φορές αυτός λύεται με την χορήγηση σκιαστικού μέσου για την απεικόνιση (αξονική κ.ά), ότι απαιτείται να διαπιστωθεί το αίτιο της νόσου πριν από την απόφαση περί χειρουργικής αντιμετώπισης αυτής, ότι η χειρουργική επέμβαση αποφασίζεται εφόσον, ύστερα από παρακολούθηση και συντηρητική αντιμετώπιση διάρκειας έως και 72 ωρών, κατά περίπτωση, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση περιτονίτιδας, δεν υπάρχουν σημεία υποχώρησης του αποφρακτικού ειλεού, ότι η χορηγηθείσα συντηρητική αγωγή στον συγκεκριμένο ασθενή ήταν η προσήκουσα για την περίπτωσή του, ενώ, η κατάληξη αυτού, ο οποίος ανήκε στην κατηγορία των ασθενών υψηλού κινδύνου, λόγω του ιστορικού του και, κυρίως, της χρόνιας ισχαιμικής μυοκαρδιοπάθειας συνεπεία της στένωσης των στεφανιαίων αγγείων, ήταν απότοκος, προεχόντως, της, εν γένει, επιβαρυμένης κατάστασής του, εξαιτίας των χρόνιων προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, σε συνάρτηση και προς τη μεγάλη ηλικία του. Εν τούτοις, οι ανωτέρω δεν εκθέτουν εάν η πράγματι χορηγηθείσα από τον κατηγορούμενο στον ασθενή συντηρητική αγωγή ήταν η ενδεδειγμένη και προσήκουσα γι' αυτόν, κατ' είδος και ποσότητα, κατά την διάρκεια των ημερών της νοσηλείας του και αναλόγως των μεταβολών της φυσικής κατάστασής του. Άλλωστε, δεν πρέπει να διαλάθει της προσοχής, αρχικώς, ότι, διαρκούσης της νοσηλείας του ασθενούς, οι εξετάσεις δεν επαναλήφθηκαν σε τακτικό επίπεδο, όπως εκτέθηκε παραπάνω, με κύρια απόδειξη τούτου την παντελή απουσία τους (εργαστηριακών, ιδίως) κατά την δεύτερη ημέρα νοσηλείας, όταν, ήδη, η κατάσταση του ασθενούς και κλινικά πλέον παρέπεμπε στην επιδείνωση της υγείας του, γεγονός που θα συνέβαινε εάν ο κατηγορούμενος δεν ενεργούσε επιπόλαια, θεωρώντας ως ενδεδειγμένη και ικανοποιητική συντηρητική αντιμετώπιση την ενυδάτωση και την παρακολούθηση κατά τις συνήθεις ώρες επίσκεψης των ιατρών, περαιτέρω δε ότι, όπως αποδείχθηκε, ο ρινογαστρικός καθετήρας (Levin), ο οποίος πρέπει απαραιτήτως να μπαίνει σε ασθενείς με αποφρακτικό ειλεό για την αποσυμφόρησή τους και ο οποίος τοποθετήθηκε πλημμελώς το απόγευμα της πρώτης ημέρας νοσηλείας του ασθενούς και επανατοποθετήθηκε μετά παρέλευση πολλών ωρών και μόνο μετά την επίμονη παρέμβαση του υιού του ασθενούς (γεγονός που άγει στο συμπέρασμα ότι αυτός δεν επιτηρείτο τακτικά από το νοσηλευτικό προσωπικό, ούτε όμως και ο κατηγορούμενος επιμελήθηκε να διαπιστώσει την καλή εφαρμογή της συντηρητικής θεραπείας που αποφάσισε να εφαρμόσει) και είχε αποδοτική, εν τέλει, λειτουργία, αφαιρέθηκε, άνευ λόγου, το πρωί της επόμενης ημέρας, στις 9/6/..., χωρίς να επανατοποθετηθεί ξανά ποτέ (αν και ουσιαστικά, είχε λειτουργήσει ελάχιστες ώρες), κατά τα προεκτεθέντα. Είναι προφανές πως εάν ο κατηγορούμενος ακολουθούσε τους κανόνες της συντηρητικής θεραπείας του ασθενούς του, δεν θα προέβαινε στην αφαίρεση του Levin την δεύτερη ημέρα νοσηλείας αυτού, εφόσον μάλιστα δεν επροτίθετο να τον οδηγήσει άμεσα στο χειρουργείο προς αποκατάσταση της υγείας του. Ομοίως, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι οι απόψεις των εξετασθέντων μαρτύρων ιατρών ερίζουν ως προς το ζήτημα της αναγκαιότητας του υποκλυσμού και της χορήγησης αντιβίωσης επί αποφρακτικού ειλεού εντέρου, στην προκείμενη περίπτωση, με δεδομένο ότι ο ασθενής εισήχθη με αιτιολογία "Αναστολή αποβολής αερίων και κοπράνων", αποδείχθηκε ότι ο υποκλυσμός σε αυτόν πραγματοποιήθηκε μία μόνον φορά, κατά την υποβολή που σε αξονική τομογραφία στις 9/6/..., ενώ, είναι απορίας άξιο γιατί ο κατηγορούμενος δεν παρήγγειλε να γίνει τέτοιος την πρώτη ημέρα νοσηλείας, στις 8/6/... (ενόψει και της αιτίας εισόδου του ασθενούς στο νοσοκομείο), ούτε και ζήτησε την επανάληψη, πέραν του πρώτου, και άλλου, καίτοι θεωρείται σημαντικός στο πλαίσιο της συντηρητικής αντιμετώπισης της συγκεκριμένης κατάστασης. Και, ενώ η γαστρογραφίνη είχε χορηγηθεί στον ασθενή τις πρωινές ώρες της 8/6/... και δεν επέφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα της αυτόματης λύσης του αποφρακτικού ειλεού σε αυτόν, του οποίου η κατάσταση της υγείας του εξακολουθούσε σημαντικά επιδεινούμενη, οι ανωτέρω μάρτυρες δεν αποσαφηνίζουν γιατί θεωρούν σύμφωνη με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και της χειρουργικής την περαιτέρω αναμονή του κατηγορουμένου και την επιμονή του στη συντηρητική αντιμετώπιση του προβλήματος, αντί της άμεσης εισαγωγής του ασθενούς στο χειρουργείο για ερευνητική λαπαροτομία. Το ίδιο ισχύει και ως προς το ζήτημα της αντιβίωσης, για το οποίο δεν διευκρινίζεται γιατί θεωρούν ορθή την τακτική του κατηγορουμένου να μην χορηγήσει την αναγκαία για την περίπτωσή του αντιβίωση στον ασθενή, προς αποφυγή τυχόν φλεγμονής, τη στιγμή μάλιστα που ήδη, από τις εξετάσεις της πρώτης ημέρας νοσηλείας είχε τεθεί το πρόβλημα της διάτασης των ελίκων του λεπτού (και όχι του παχέος) εντέρου με πολλαπλά υδραερικά επίπεδα, που ήταν συμβατή με απόφραξη, ασχέτως του γεγονότος ότι εκείνος επιθυμούσε να διερευνήσει παραλλήλως και την περίπτωση της επικαλούμενης κακοήθειας του ορθοσιγμοειδούς. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν παρήγγειλε επανάληψη των εξετάσεων (ακτινογραφίας, αξονικής), την δεύτερη ημέρα της νοσηλείας του ασθενούς, παρότι οι γενόμενες, κατά την άποψή του, δεν τον οδηγούσαν σε βάσιμη διάγνωση ως προς το είδος και την ακριβή θέση του ειλεού, προκειμένου να μην φορτίσει τον υπέργηρο ασθενή με πρόσθετο φορτίο ακτινοβολίας, ελέγχεται, στην προκείμενη περίπτωση, ως αλυσιτελής, εφόσον ο τελευταίος ήδη νοσούσε βαριά για την ηλικία του και την φυσιολογία του, η δε υπόνοια, έστω, ύπαρξης αποφρακτικού ειλεού του λεπτού εντέρου, από μόνη της, σε περίπτωση παραμέλησης αυτού, ενείχε εξαιρετικό και, πιθανότατα, μη αναστρέψιμο κίνδυνο της ζωής του, όπως ο ίδιος πολύ καλά γνώριζε και όπως ήδη κατατέθηκε από τους εξετασθέντες μάρτυρες ιατρούς. Όσον αφορά δε την εκτίμηση (βλ. ιδίως, την 7/... ένορκη κατάθεση του ιατρού χειρουργού Γ. Μ.) ότι τα προγενέστερα καρδιολογικά προβλήματα υγείας του ασθενούς, σε δεδομένη στρεσσογόνο κατάσταση του οργανισμού, από μόνα τους συνιστούν αυτοτελείς αιτίες θανάτου ακόμη και χωρίς άλλες επιβαρύνσεις (αρτηριακή υπέρταση και ηλικία), πρέπει να αναφερθεί, καταρχάς, ότι, όπως προέκυψε από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα ευρήματα που άπτονται των προβλημάτων της καρδιακής λειτουργίας του Α. Τ. κατέστησαν γνωστά μόνο μετά την διενέργεια της νεκροτομής αυτού και, συνεπώς, δεν είχαν τεθεί υπόψη του κατηγορουμένου προγενέστερα, για τη διάγνωσή του επί της πάθησης αυτού. Πέραν τούτου, δοθέντος ότι από τη μη αμφισβητούμενη νεκροψία/νεκροτομή προέκυψε αναμφίβολα ότι η κατάληξη του ασθενούς οφειλόταν σε σηπτική καταπληξία, κατά τα προεκτιθέμενα, έπεται ότι η ανωτέρω εκτίμηση στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, ως αντίθετη προς το εν λόγω πόρισμα. Κατά λογική ακολουθία, η κρίση περί ασθενούς υψηλού κινδύνου, που εξέφεραν οι προαναφερθέντες μάρτυρες υπεράσπισης του κατηγορουμένου, αλλά και ο τελευταίος για να δικαιολογήσει την τακτική του επί της θεραπευτικής αγωγής που ακολούθησε στον ασθενή, είναι εσφαλμένη και ατεκμηρίωτη. Άλλωστε, αξιοσημείωτο τυγχάνει το γεγονός ότι, τόσο η καρδιολογική εξέταση, στην οποία δεν αναφέρθηκε συμπτωματολογία οξέος στεφανιαίου συνδρόμου (βλ. το έγγραφο πρόσκλησης και πιστοποίησης επίσκεψης ιατρού ειδικότητας του νοσοκομείου ..., του επιμελητή καρδιολόγου Ν. Μ.), όσο και το ηλεκτροκαρδιογράφημα και το υπερηχογράφημα καρδιάς (έγχρωμο TRIPLEX), στα οποία υπεβλήθη ο ασθενής στις 10/6/..., από τον ιατρό καρδιολόγο Κ. Τ., ενόψει της εισαγωγής του στο χειρουργείο, δεν κατέγραψαν οποιοδήποτε καρδιακό πρόβλημα, που θα απέτρεπε την χειρουργική του επέμβαση. Αντιθέτως, μάλιστα, προέκυψε ότι ακόμη και στην κατάσταση της εξέτασης του ασθενούς σε ύπτια θέση, υπό καθεστώς φλεβοκομβικής ταχυκαρδίας και "δυσφορίας", διαπιστώθηκαν μόνον ήπια υπερτροφία αριστερής κοιλίας με καλή συσταλτικότητα, διαστολική δυσλειτουργία αυτής και οριακός αριστερός κόλπος, όχι όμως και καρδιακή ανεπάρκεια ή κάμψη, η δε τιμή του κλάσματος εξώθησης ήταν φυσιολογική και δη, μεγαλύτερη του 55%. Επομένως, εφόσον, κατά την εισαγωγή του ο ασθενής είχε φυσιολογική λειτουργία οργάνων (καρδιολογική, αναπνευστική, ηπατική και νεφρική) για την ηλικία του και τα γνωστά σε αυτόν και τον συνοδό υιό του, ως προς την οποία δεν προέκυψε από τον κλινικό και εργαστηριακό έλεγχο κάτι διαφορετικό, παρά την προχωρημένη ηλικία του, μπορούσε να οδηγηθεί άμεσα και ασφαλώς στο χειρουργείο, ήδη, αν όχι από την πρώτη, οπωσδήποτε όμως, από τη δεύτερη ημέρα της νοσηλείας του, οπότε και βάσιμα κρίνεται πως θα είχε αποφευχθεί ο θάνατος του. Και τούτο, επίσης, διότι, όπως προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία, παρά τα αντιθέτως, οψίμως, υποστηριζόμενα από τον κατηγορούμενο και τους μάρτυρες υπεράσπισης (που στηρίχθηκαν, όπως εκτέθηκε, στα αποτελέσματα της νεκροτομής για τις κρίσεις και τα συμπεράσματά τους για την διαμόρφωση της εικόνας του ασθενούς ως υψηλού κινδύνου), η προχωρημένη ηλικία του ασθενούς συνηγορεί υπέρ της ταχείας αντιμετώπισης του προβλήματος του και της απαλλαγής του από περαιτέρω "stress", εφόσον ήθελε ληφθούν υπόψη και οι, εν γένει, περιορισμένες αντοχές του για την ενδεχόμενη ανοχή από τον οργανισμό του μιας περαιτέρω επιδείνωσης της υγείας του (ισχαιμία του εντέρου, σήψη, περιτονίτιδα - βλ. σχετ. και την, από 17/12/..., έκθεση ιατρικής/χειρουργικής πραγματογνωμοσύνης του Α. Λ., όπου εκτίθεται πως ο κίνδυνος ζωής των ασθενών με αποφρακτικό ειλεό λεπτού εντέρου, που χειρουργούνται άμεσα, κατόπιν προηγούμενης σωστής προεγχειρητικής προετοιμασίας τους, ανέρχεται μόλις σε 1-2%). Ο κατηγορούμενος, κατά την απολογία του, ισχυρίστηκε τα ακόλουθα: Ότι η συμπτωματολογία του ...χρονου ασθενούς κατά την προσέλευσή του στο νοσοκομείο και η κλινική εξέτασή του από αυτόν και τον συνάδελφο του Ν.. Π. (αναφορά αναστολής αερίων και κοπράνων, καθώς και τροφώδεις έμετοι, βύθιο κολικοειδές άλγος αριστεράς κοιλίας, ελαφρώς μετεωρισμένη κοιλία, ακροαστικώς αραιοί μεταλλικοί ήχοι) δεν συνηγορούσαν υπέρ του αποφρακτικού ειλεού λεπτού εντέρου. Ότι, ομοίως, το πόρισμα της απλής ακτινογραφίας ως προς την ύπαρξη αραιών υδραερικών επιπέδων παραλλήλως (και όχι κλιμακωτά) διατασσομένων και η λευκοκυττάρωση με μία πολυμορφοπυρήνωση στο αίμα, που δεν συνηγορεί οπωσδήποτε υπέρ μίας λοίμωξης, ομοίως δεν παρέπεμπαν σε αποφρακτικό ειλεό. Ότι, γι' αυτό ζήτησε να γίνει αξονική τομογραφία, η οποία, όμως, επίσης, δεν απεικόνισε "το σημείο μεταπτώσεως μιας διατεταμένης έλικος σε μια συμπεπτωκία", που συνιστά "το παθογνωμονικό σημείο για την επιβεβαίωση τουλάχιστον μιας αποφράξεως". Ότι, ούτε ο ίδιος, ούτε ο συνάδελφος του, αλλά ούτε και οι ακτινολόγοι-ακτινοδιαγνώστες, με τους οποίους συνομίλησαν, δεν μπορούσαν να εντοπίσουν το συγκεκριμένο σημείο, αναφερόμενοι, οι τελευταίοι, στην αποδειχθείσα κλινικώς υφιστάμενη βουβωνοκήλη, η οποία, όμως, ήταν ευχερώς ανατασσόμενη και δεν υπήρχε περίσφιξη στο σημείο αυτής. Ότι, η αξονική δεν εντόπισε σημεία ισχαιμίας του εντέρου. Ότι, γι' αυτό θεώρησαν (με τον Ν.. Π.) ότι υποκρύπτεται αποφρακτικός ειλεός, αγνώστου αιτιολογίας (συμφύσεις ή εξωτερικές κοίλες ή νεοπλάσματα) και θέσης. Ότι, ο ίδιος δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι ο ασθενής έπασχε από καρκίνο του παχέος εντέρου, αλλά ότι μία από τις συχνότερες στην ηλικία του αιτίες δημιουργίας αποφρακτικού ειλεού είναι τα νεοπλάσματα τούτου αλλά και του λεπτού εντέρου. Ότι, εφόσον δεν υπήρχε γνωστό ιστορικό συμφύσεων, καθώς και εξωτερικές κοίλες, η μόνη συνήθης αιτία απόφραξης, που απομένει προς διερεύνηση, είναι το νεόπλασμα. Ότι, θα μπορούσε να επαναλάβει τις εξετάσεις, ωστόσο, δεν το έκανε διότι, κατά την εκτίμησή του, δεν θα υπήρχε καμία αλλαγή στα αποτελέσματα, δεδομένου ότι, κατ' αυτόν, η κλινική εικόνα του ασθενούς παρέμεινε αμετάβλητη τις δύο πρώτες ημέρες της νοσηλείας του, όπως δεν εισήγαγε άμεσα για ερευνητική λαπαροτομία αυτόν στο χειρουργείο, αναμένοντας υποχρεωτικά, σύμφωνα με την εμπειρία του και την κλασική βιβλιογραφία επί του θέματος (εκτός αν κάτι άλλαζε δραματικά στην κλινική εκτίμηση του αρρώστου), την παρέλευση 72 ωρών, πριν αποφασίσει εάν θα πρέπει να τον χειρουργήσει ή όχι, αναλόγως της εξέλιξης της υγείας του (ενδεχόμενη αυτόματη λύση του ειλεού), παρότι γράφτηκε ότι υφίσταται ισχυρή ένδειξη αποφρακτικού ειλεού, που, κατά την άποψή του, όμως, δεν αποδεικνυόταν. Ότι, δεν χορήγησε στον ασθενή αντιβίωση διότι δεν είχε βεβαιωμένη λοίμωξη. Ότι, η εμφανισθείσα δύσπνοια του ασθενούς, προσέτι δε και η μειωμένη διούρησή του αργά το βράδυ της 9/6/... δεν συνηγορούσαν υπέρ της μεταβολής προς το χειρότερο της κατάστασής του και αντιμετωπίστηκαν συντηρητικά. Ότι, ζήτησε τη διενέργεια κολοσκόπησης για να διερευνηθεί τυχόν σημείο απόφραξης στην ειλεοτυφλική βαλβίδα και στον τελικό ειλεό, όπου αναπτύσσονται νεοπλάσματα, η οποία, όμως, δεν κατέστη επιτυχής. Ότι, νεόπλασμα δεν ανευρέθηκε στον οργανισμό του ασθενούς. Ότι, πρόθεσή του ήταν να προβεί στις 10/6/... είτε σε επανάληψη της αξονικής τομογραφίας είτε σε χειρουργική επέμβαση για τη διερεύνηση του αίτιου και της θέσης αποφρακτικού ειλεού, πλην όμως, τον πρόλαβαν τα γεγονότα, δεδομένου ότι η κλινική εικόνα του ασθενούς μεταβλήθηκε άρδην από τα ξημερώματα τη 10/6/..., οπότε και αποφασίστηκε η εισαγωγή του στη ΜΕΘ, για την αιμοδυναμική ανάταξή του και κατόπιν στο χειρουργείο για ερευνητική λαπαροτομία, όπου βρέθηκε νεκρωμένο τμήμα τελικής νήστιδας περίπου 2 μέτρων συνεπεία εσωτερικής κήλης από γλωσσίδα επιπλόου. Ότι, ο ασθενής απεβίωσε συνεπεία της βαριάς τοξικής κατάστασής του από τη νέκρωση του λεπτού εντέρου. Ωστόσο, όμως, από την αξιολόγηση πάντων των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρονται παραπάνω, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι το είδος της πάθησης του ασθενούς και ο εντοπισμός της κατά θέση (απόφραξη υψηλότερα από το σιγμοειδές) είχαν αποσαφηνιστεί με τις απεικονιστικές και εργαστηριακές εξετάσεις, ήδη, από τις πρωινές ώρες της 8/6/.... Τα ευρήματα τούτων ήταν σαφή και συνέχονταν άμεσα περαιτέρω με φλεγμονή του λεπτού εντέρου (λευκοκυττάρωση και αυξημένη πολυμορφοπυρήνωση). Η μελέτη της ακτινογραφίας της 8/6/... καταδείκνυε παθογνωμονική εικόνα αποφρακτικού ειλεού στην περιοχή του λεπτού εντέρου και απουσία αέρα στο παχύ έντερο, η οποία επιβεβαιώθηκε από την αξονική τομογραφία, που έθεσε τη διάγνωση της οξείας χειρουργικής σημειολογίας - αποφρακτικός ειλεός εντέρου (βλ. την αναγνωσθείσα Έκθεση Ιατρικής / Χειρουργικής Πραγματογνωμοσύνης του γεν. χειρουργού Α. Λ.). Η νόσος αυτή έχρηζε, κατά τα επιστημονικά δεδομένα, λαμβανομένων υπόψη και των συναφών διδαγμάτων της κοινής ιατρικής πείρας, άμεσης χειρουργικής αντιμετώπισης, χωρίς ανάγκη περαιτέρω διερεύνησης, εάν όχι από το απόγευμα της ίδιας ημέρας, οπωσδήποτε, όμως, την επομένη, στις 9/6/..., προς αποφυγή πρόκλησης ανεπίστρεπτης βλάβης στον πάσχοντα, κατά τα ήδη αναφερθέντα παραπάνω. Από κανένα στοιχείο και καμία γενόμενη εξέταση δεν προέκυπτε ότι επρόκειτο, εν προκειμένω, περί ατελούς ειλεού του παχέος εντέρου, μη εγκυμονούντος άμεσα των κινδύνων ενός αποφρακτικού ειλεού του λεπτού εντέρου (σηψαιμίας κλπ) και η εν λόγω διάγνωση ήταν εσφαλμένη (σημειωτέον δε, ότι ούτε από τη νεκροτομή ετέθη ζήτημα υφιστάμενης κακοήθειας). Τα ευρήματα των ακτινολόγων και τα πορίσματα των λοιπών εργαστηριακών εξετάσεων δεν ήταν συμβατά με κακοήθεια σιγμοειδούς (την οποία, άλλωστε, ουδόλως επεσήμαναν στις γνωματεύσεις τους και μόνο ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε σε προφορικές συζητήσεις τους μαζί του και με τον ιατρό Π.). Κατά συνέπεια, δεν υφίστατο χρονικό περιθώριο για την διερεύνηση και διασκέδαση οποιασδήποτε συντρέχουσας, έστω, υπόνοιας νεοπλάσματος του παχέος εντέρου, όπως εσφαλμένως έκρινε ο κατηγορούμενος, ο οποίος, παρά τη συνδρομή των παραπάνω στοιχείων, αποφάσισε πως ο ασθενής έπρεπε να τεθεί σε 72ωρη συντηρητική αντιμετώπιση, με ενδεχόμενη την αυτόματη λύση της απόφραξης και να μην εισαχθεί το ταχύτερο δυνατό στο χειρουργείο για την αντιμετώπιση του ειλεού, που επείγει, με πρόθεση να ερευνήσει τον καρκινικό όγκο, για τον οποίο, με βεβαιότητα, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα αβασίμως κατά την απολογία του, ενημέρωσε τον υιό Τ. (βλ. την ανωμοτί εξέτασή του) και την σύζυγο του (βλ. την ένορκη μαρτυρική κατάθεσή της) ότι υπήρχε και συνιστούσε το αίτιο της απόφραξης. Επικαλείται, βεβαίως, ο κατηγορούμενος σχετική ιατρική βιβλιογραφία για να δικαιολογήσει την ανωτέρω απόφασή του, πλην όμως, δεν χωρεί αμφιβολία πως ο ιατρός δεν δύναται να είναι δέσμιος αυτής και, καταφανώς, οι ενέργειές του μπορεί αποκλίνουν κατά περίπτωση από τις κατευθύνσεις της ιατρικής έρευνας, προκειμένου να εναρμονίζονται με τις υποκειμενικές και αντικειμενικές συνθήκες και περιστάσεις της εκάστοτε μοναδικής περίπτωσης που καλείται να θεραπεύσει (βλ. σχετ. τη μείζονα πρόταση). Περαιτέρω, ακόμη και αν ο κατηγορούμενος, ως θεράπων ιατρός, διατηρούσε οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το είδος του ειλεού, όφειλε να προβεί σε επαναληπτικές εξετάσεις, χωρίς καμία απολύτως επιφύλαξη για την επιπλέον καταπόνηση (πχ από πρόσθετη ακτινοβολία) του, ούτως ή άλλως, επιβαρυμένου οργανισμού του ασθενούς του, επιμελούμενος παραλλήλως, από της εισαγωγής του στο νοσοκομείο, για την έγκαιρη προετοιμασία του (καρδιολογικές εξετάσεις κλπ) για μια επικείμενη χειρουργική επέμβαση. Έτσι, θα ήταν σε θέση να προχωρήσει άμεσα στην ερευνητική λαπαροτομία στις 9/6/..., όταν βγήκε αρνητικό το αποτέλεσμα της ορθοσκόπησης περί καρκινικού όγκου στο παχύ έντερο, ώστε να σώσει τον ασθενή. Ακόμη και στις 10/6/..., έχοντας κάνει τον προεγχειρητικό έλεγχο εξαρχής, θα είχε αποφύγει πρόσθετη σπατάλη χρόνου για τη διεξαγωγή του, όταν πλέον ο ασθενής κατέρρεε και η εισαγωγή του στο χειρουργείο ήταν αναπόφευκτη. Εξάλλου, ενόψει των ήδη αποδειχθέντων, η επίκληση της μεγάλης ηλικίας του και ότι ο ασθενής ανήκε στις ομάδες υψηλού κινδύνου ουδόλως δικαιολογεί τις επιλογές του κατηγορουμένου να αναμένει την αυτόματη λύση του ειλεού, ερευνώντας, κατά προτεραιότητα, την ύπαρξη νεοπλάσματος, υποβάλλοντας τον Α. Τ. σε άσκοπες εξετάσεις, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος είχε οποιοδήποτε άλλο ενεργό πρόβλημα υγείας που απαγόρευε την εισαγωγή του στο χειρουργείο, καίτοι διένυε το ...ο έτος της ηλικίας του, ενώ, η περί υψηλού κινδύνου κρίση δεν αποτελεί συμπέρασμα εξαγόμενο από την κλινική του εικόνα, αλλά είναι όψιμη, γενόμενη επί τη βάσει των αποτελεσμάτων της νεκροτομής. Εξαρχής ο κατηγορούμενος εκτίμησε εσφαλμένως τα πορίσματα των ιατρικών εξετάσεών και, μετά ταύτα, οδηγήθηκε σε, επίσης, εσφαλμένη θεραπευτική μέθοδο, καθυστερώντας τη χειρουργική επέμβαση που επιβαλλόταν να γίνει τάχιστα, γεγονός που είχε ως άμεση συνέπεια την επιδείνωση της υγείας του ασθενούς και, εν τέλει, τον θάνατο του. Ακόμη όμως και στο στάδιο της συντηρητικής αγωγής δεν ακολούθησε συστηματική θεραπεία, με προσαρμοσμένη στη συγκεκριμένη περίσταση τακτική και επιμελή παρακολούθηση (αφού δεν εντοπίστηκαν καν οι επελθούσες σταδιακές μεταβολές στην κατάσταση του ασθενούς, όπως πχ η πτώση της νεφρικής του λειτουργίας, παρά μόνο όταν ήταν πλέον αργά), καθώς και επανάληψη των εργαστηριακών και απεικονιστικών ελέγχων ανά τακτά χρονικά διαστήματα (στις 9/6/... κανένας εργαστηριακός έλεγχος δεν έγινε, καίτοι είχε αρχίσει να χειροτερεύει ο ασθενής), όπως εκτέθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας ιατρούς, που επιβάλλεται να εφαρμόζεται σε περίπτωση ειλεού (υπενθυμίζεται ότι η μη απόδοση του ρινογαστρικού σωλήνα λόγω πλημμελούς τοποθέτησης δεν έγινε καν αντιληπτή, ενώ, μετά την ορθή επανατοποθέτησή του με καθυστέρηση ωρών και αφού λειτούργησε για λίγες ώρες επιτυχώς, αφαιρέθηκε άνευ αιτίας και δεν ξανατοποθετήθηκε), ούτε θωράκισε τον ασθενή με την προσήκουσα φαρμακευτική αγωγή για να αποφευχθεί η σήψη [εφόσον, μάλιστα, όπως εξέθεσε απολογούμενος, δεν είχε καταλήξει ο ίδιος ως προς την διάγνωσή του, ωστόσο όμως, είχε θέσει (με τον συνάδελφο του Π.) τον αποφρακτικό ειλεό ως πιθανή διάγνωση εισαγωγής του ασθενούς στο νοσοκομείο, του οποίου η επιβράδυνση στην αντιμετώπιση εγκυμονούσε πλείστους κινδύνους, ακόμη και μη αναστρέψιμους]. Επισημαίνεται δε ότι και υπό την εκδοχή, ακόμη, ειλεού στο παχύ έντερο, και πάλι δεν ακολουθήθηκε η επιβεβλημένη συντηρητική αγωγή, με τακτικούς υποκλυσμούς για την αποσυμφόρηση τούτου και την ενίσχυση της δυνατότητας αυτόματης λύσης της απόφραξης, όπως απαιτείται δοθέντος ότι, όπως αποδείχθηκε, κανένας υποκλυσμός δεν έγινε στον ασθενή στις 8/6/..., ενώ, ο γενόμενος άπαξ τέτοιος στις 9/6/..., υποβλήθηκε σε αυτόν ενόψει της παραγγελθείσης κολοσκόπησης και, έκτοτε, δεν επαναλήφθηκε. Εξάλλου, όπως εκτέθηκε παραπάνω και προέκυψε από τις ιστολογικές εξετάσεις και το πόρισμα της νεκροψίας/νεκροτομής, η ισχαιμία του λεπτού εντέρου ξεκίνησε μεταξύ των βραδινών ωρών της 8/6/... έως και τις 9/6/..., ενώ δεν υφίστατο κατά τον χρόνο εισαγωγής του ασθενούς στο νοσοκομείο.
Συνεπώς, εάν ο κατηγορούμενος εκτιμούσε ορθά την συμπτωματολογία αυτού, θα μπορούσε εγκαίρως να τον εισάγει στο χειρουργείο, πλην όμως, δεν το έπραξε διότι, όπως κατέθεσε απολογούμενος, δεν διαπίστωσε μεταβολές στην κατάστασή του κατά τις δύο πρώτες ημέρες της νοσηλείας του. Εν τούτοις, τέτοιες μεταβολές υπήρξαν και μάλιστα ήταν ορατές ακόμη και από τους συγγενείς του ασθενούς, που ανησυχούσαν για την πορεία του (βλ. την ανωμοτί εξέταση του υιού του και την ένορκη κατάθεση της συζύγου αυτού). Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο Α. Τ. εμφάνισε συμπτώματα επιδείνωσης από τις βραδινές ώρες της 8/6/... και δη, δύσπνοια και ολιγουρία (ήτοι, ένδειξη νεφρικής δυσλειτουργίας), που είναι ενδεικτικές αρχόμενης ισχαιμίας, εν συνεχεία δε και κυάνωση στα άκρα των χεριών. Ο κατηγορούμενος δεν εκτίμησε ορθά τα συμπτώματα αυτά ως ενδεικτικά ισχαιμίας και τα αντιμετώπισε με μάσκα οξυγόνου και διουρητικά, εξακολουθώντας τη χορήγηση του αρχικού σχήματος φαρμακευτικής αγωγής, που περιελάμβανε (εκτός των διουρητικών) μόνον παυσίπονα αναλγητικά και ηρεμιστικά. Ούτε, περαιτέρω, αξιολόγησε συγκριτικά με τις λοιπές εξετάσεις και την κλινική εικόνα του πάσχοντος και τα εργαστηριακά ευρήματα (ήτοι, τις τιμές των λευκών αιμοσφαιρίων και των πολυμορφοπύρηνων στις αναλύσεις αίματος της 8/6/...), από τα οποία καταδεικνύονταν η ύπαρξη φλεγμονής στον οργανισμό του (μη φυσιολογικές τιμές και ακολούθως πτώση τούτων στη δεύτερη ανάλυση της 10/6/..., ως αποτέλεσμα της σηψαιμίας). Έτσι, ο θάνατος του ασθενούς, κατά την χειρουργική επέμβαση αυτού, μόλις στις 10/6/... (3η ημέρα νοσηλείας), που συνέπραξε με τον συνάδελφο του Ν.. Π., υπό καθεστώς παρέλευσης άπρακτου μεγάλου χρονικού διαστήματος για το συγκεκριμένο ιατρικό περιστατικό, αντιλαμβανόμενος την εσφαλμένη διάγνωσή του και τους πλημμελείς ενδιάμεσους χειρισμούς του, η οποία επιμηκύνθηκε ακόμη περισσότερο για την προεγχειρητική προετοιμασία στη ΜΕΘ του, ήδη, πλέον ορατά και μη αναστρέψιμα καταρρέοντος πάσχοντος, λόγω της ισχαιμίας και της εντεύθεν νέκρωσης της τελικής νήστιδας (βλ. την απολογία του κατηγορουμένου ως προς την ραγδαία επιδείνωση της κατάστασής του), με εξετάσεις που θα έπρεπε να είχαν προηγηθεί από την πρώτη ημέρα της εισαγωγής του στο νοσηλευτικό ίδρυμα, αποτελούσε ατυχή αποφευκτική ενέργεια του επικείμενου, οφθαλμοφανώς, κακού, αποκλειστική συνέπεια της προηγουμένως επιδειχθείσης αμελούς συμπεριφοράς του κατά τα επιμέρους στάδια της νοσηλείας και, οπωσδήποτε, δεν συνδεόταν αιτιωδώς με το λοιπό ιατρικό ιστορικό του χειρουργηθέντος, το οποίο, άλλωστε, κατά το κύριο σκέλος του, αυτό της καρδιαγγειακής λειτουργίας του, κατ' εκείνο τον χρόνο της επέμβασης, ετύγχανε παντελώς άγνωστο (προέκυψε από τη νεκροτομή). Ο ασθενής εξήλθε του χειρουργείου σε κατάσταση σηπτικού shock, με κυανά άνω άκρα και διάσπαρτα αιμορραγικά εξανθήματα σώματος. Ο κατηγορούμενος γνώριζε, ήδη από την εισαγωγή αυτού στη ΜΕΘ, για την προεγχειρητική προετοιμασία του και την αιμοδυναμική σταθεροποίησή του, ότι η κατάσταση ήταν πλέον μη αναστρέψιμη για εκείνον, προσέτι δε, ότι η χειρουργική επέμβαση συνιστούσε μια απέλπιδα ατυχή προσπάθεια αποφυγής του θανάτου, τον οποίο όμως, μετά σφοδρής πιθανότητας, θα μπορούσε να είχε απομακρύνει εάν, αξιολογώντας ορθά τις γνωματεύσεις των ακτινολόγων / ακτινοδιαγνωστών και εγκαταλείποντας εξ αρχής την έγνοια της διερεύνησης του υποτιθέμενου καρκινικού όγκου, χειρουργούσε αυτόν άμεσα, ήτοι, τουλάχιστον, στις 9/6/.... Οι δε ισχυρισμοί του περί απαρέγκλιτης εφαρμογής των κατευθυντήριων οδηγιών των ιατρικών συγγραμμάτων και αναμονής 72 ωρών προ του χειρουργείου, επί του συγκεκριμένου αποφρακτικού ειλεού του ασθενούς του, που υιοθετούν και οι μάρτυρες υπεράσπισης ιατροί, αποδεικνύονται, τουλάχιστον, για τη συγκεκριμένη περίπτωση και εκ του αποτελέσματος, ουσιαστικά αβάσιμοι. Συνοψίζοντας, επομένως, πάντα τα ανωτέρω, το Δικαστήριο, όσον αφορά την ποινική αξιολόγηση της συμπεριφοράς του, σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, άγεται στην κρίση ότι προέκυψε από τις αποδείξεις πως ο κατηγορούμενος, ανεξαρτήτως της τυχόν συγκλίνουσας αμέλειας τρίτων προσώπων, επέδειξε και ο ίδιος αμέλεια, συνιστάμενη, καταρχάς, στο γεγονός ότι, καίτοι συνέτρεχε στο πρόσωπο του η απαιτούμενη δυνατότητα να προβλέψει το επελθόν αποτέλεσμα, ως εκ του επαγγέλματος του ως ιατρού χειρουργού, με μεγάλη εμπειρία στο αντικείμενο του και επαρκή γνώση τούτου (βλ. την απολογία του και τα αναγνωσθέντα έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε ως προς την επιστημονική του κατάρτιση και το έργο του) και να πράξει αναλόγως, με βάση τις προσωπικές του ικανότητες, ώστε να αποφύγει τον θάνατο του ασθενούς του, εν τούτοις, παρέλειψε, ως όφειλε αντικειμενικά, να αξιολογήσει και να ενεργήσει ορθά, βάσει της επιστημονικής κατάρτισής του και της εμπειρίας του και σύμφωνα με τους προαναφερθέντες ιατρικούς κανόνες, τις γνωματεύσεις των ακτινολογικών-ακτινοδιαγνωστικών εξετάσεων και τα πορίσματα των εργαστηριακών αναλύσεων, ώστε να αχθεί σε έγκυρη διάγνωση επί του προβλήματος υγείας του συγκεκριμένου ασθενούς και από αμέλεια δεν προέβλεψε το επελθόν αποτέλεσμα, το οποίο συνδέεται αποκλειστικώς και αιτιωδώς με την προηγηθείσα ως άνω επιδειχθείσα επαγγελματική συμπεριφορά του (παραλείψεις). Συγκεκριμένα, ενώ σαφώς, κατά τα σχετικώς αναφερθέντα παραπάνω, ετίθετο από τις ανωτέρω ιατρικές απεικονιστικές και εργαστηριακές πράξεις παθογνωμονική εικόνα αποφρακτικού ειλεού του λεπτού εντέρου οξείας χειρουργικής σημειολογίας, εντοπισμένη σε υψηλότερο σημείο του σιγμοειδούς, ούσας επικίνδυνης για την υγεία του ασθενούς, την οποία αυτός είχε τις γνώσεις και την επιστημονική και προσωπική ικανότητα και όφειλε να διαγνώσει μέσω τούτων, ως εκ της ιδιότητας του ως έμπειρου ιατρού χειρουργού, σε συνδυασμό και με την κλινική εικόνα και εξέταση εκείνου (ασθενούς) από τον ίδιο, εν τούτοις, παρέλειψε να το πράξει και να αποτρέψει το δυνάμενο να προβλεφθεί από αυτόν ανεπιθύμητο αποτέλεσμα του θανάτου, προβαίνοντας στη διεξαγωγή άμεσα, ήτοι, στον απολύτως αναγκαίο χρόνο (το αργότερο μέχρι και τις 9/6/...), της απαιτούμενης χειρουργικής επέμβασης. Αντιθέτως, επιδεικνύοντας αμελή συμπεριφορά, ως μη όφειλε, στις 8/6/..., διέγνωσε την ύπαρξη νεοπλάσματος στο παχύ έντερο, καίτοι δεν είχε προς τούτο απεικονιστικές και εργαστηριακές ενδείξεις και εσφαλμένα συνέδεσε τον ειλεό με αυτό, παραμένοντας προσηλωμένος έκτοτε, καταρχάς, στον εντοπισμό του και, σε δεύτερο χρόνο, στη χειρουργική απομάκρυνσή του, παραγγέλλοντας κολοσκόπηση και υποβάλλοντας, εν τέλει, τον ασθενή σε μη αναγκαία ορθοσκόπηση, δαπανώντας άσκοπα πολύτιμο χρόνο από την επιβαλλόμενη ταχεία χειρουργική αντιμετώπιση του αποφρακτικού ειλεού του λεπτού εντέρου διαμέσου ερευνητικής λαπαροτομίας και αποκατάστασης. Ακόμη όμως και στο επιλεγέν στάδιο της συντηρητικής αγωγής, ο κατηγορούμενος παρέλειψε να ενεργήσει σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και της εμπειρίας του, καθόσον, τις πρώτες δύο ημέρες νοσηλείας δεν εφάρμοσε τακτική θεραπεία με, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, επανάληψη των εργαστηριακών και άλλων αναγκαίων κατά περίπτωση εξετάσεων του ασθενούς, ώστε να είναι σε θέση, από την συγκριτική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων, να παρακολουθεί την πορεία του αρρώστου και να δύναται να επέμβει δραστικά σε περίπτωση επικίνδυνης μεταβολής της, ενώ, η φαρμακευτική αγωγή που χορήγησε στον ασθενή συνίστατο μόνο σε αναλγητικά και χαλαρωτικά σκευάσματα, ενώ, ήδη η κατάσταση της υγείας του, από τις βραδινές ώρες της 8/6/..., είχε αρχίσει να επιδεινώνεται και έχρηζε προστασίας έναντι τυχόν εσωτερικών εντερικών φλεγμονών, βάσει των όσων εκτέθηκαν αναλυτικώς παραπάνω. Ακόμη, όμως και κατά τη διερεύνηση της εσφαλμένης γνωμάτευσής του, που εκκρεμούσε υπό το καθεστώς, ωστόσο, του αποφρακτικού ειλεού, ως γνωμάτευσης εισαγωγής του ασθενούς στο νοσοκομείο, παρέλειψε να λάβει τα απαιτούμενα προληπτικά μέτρα για την προστασία αυτού μέχρι την ολοκλήρωση της έρευνάς του, παραγγέλλοντας άμεσα, από την πρώτη κιόλας ημέρα, επανάληψη των ασαφών, κατά την άποψή του, εξετάσεων και παρέχοντάς του την κατάλληλη συντηρητική φαρμακευτική αντιβιοτική αγωγή, προς αποφυγή τυχόν λοίμωξης, σε περίπτωση ύπαρξης, εν τέλει, αποφρακτικού ειλεού λεπτού και όχι παχέος εντέρου. Σε κάθε περίπτωση, δεν φρόντισε να διενεργηθούν ταυτοχρόνως και οι αναγκαίοι έλεγχοι (καρδιολογική εκτίμηση κλπ), για την έγκαιρη προετοιμασία του ασθενούς για το χειρουργείο, σε περίπτωση που δεν συνέτρεχε η υπό διερεύνηση περίπτωση ειλεού αιτία νεοπλάσματος, αλλά λεπτού εντέρου. Αποτέλεσμα της επιδειχθείσης αμελούς συμπεριφοράς του ως θεράποντος ιατρού ήταν να μην προβλέψει, καίτοι μπορούσε και γνώριζε ότι θα επέρχονταν υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, την ραγδαία επιδείνωση της υγείας του ασθενούς (ισχαιμία, σηψαιμία, νέκρωση τελικής νήστιδας σε μήκος περίπου 2 μέτρων, περιτονίτιδα), συνεπεία της λοίμωξης που υπέστη από την απουσία κατάλληλης ιατρικής αντιμετώπισης της απόφραξης του λεπτού εντέρου. Στη συνέχεια δε, δεν έδωσε τη δέουσα προσοχή και δεν εκτίμησε προσηκόντως, καίτοι όφειλε και μπορούσε να το πράξει, την διαδοχική εναλλαγή της συμπτωματολογίας του ασθενούς κατά τις δύο πρώτες ημέρες της νοσηλείας του (έντονη δυσφορία και κοιλιακό άλγος, δύσπνοια χωρίς πνευμονική νόσο και ολιγουρία ως επακόλουθο νεφρικής δυσλειτουργίας), που εσφαλμένως θεώρησε ως σταθερή (μη μεταβληθείσα βάσει των συμπτωμάτων εισαγωγής του στο νοσοκομείο), η οποία, όμως, ήταν ενδεικτική της επελθούσης ισχαιμίας και δεν βρισκόταν σε εγρήγορση ώστε, ενόψει της εξέλιξης αυτής, να τον υποβάλει άμεσα σε χειρουργείο. Τα ανωτέρω είχαν ως αποτέλεσμα την ραγδαία επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του ασθενούς, ο οποίος οδηγήθηκε εσπευσμένα στο χειρουργείο, το απόγευμα της τρίτης, μόνον, ημέρας της νοσηλείας του, παρότι οι ενδείξεις γι' αυτήν (επιδείνωση) ήταν ασφαλώς ορατές, τουλάχιστον, από τις 9/6/... (αρχόμενες, ήδη, κατά τις νυχτερινές ώρες της 8/6/...). Εάν ο κατηγορούμενος είχε προβεί έγκαιρα στην επιβαλλόμενη χειρουργική επέμβαση, αν όχι στις 8/6/..., οπωσδήποτε στις 9/6/..., την οποία μπορούσε ανεμπόδιστα να διενεργήσει, αφού ο ασθενής δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε άλλο γνωστό σε εκείνον (κατηγορούμενο) πρόβλημα υγείας αποτρεπτικό της εισαγωγής του στο χειρουργείο, θα είχε αποφευχθεί η ισχαιμική νέκρωση του λεπτού εντέρου, η εκδήλωση περιτονίτιδας και η, συνεπεία αυτής, επελθούσα σηπτική καταπληξία και η εντεύθεν πολυοργανική ανεπάρκεια, που, ως μόνη ενεργός αιτία, επέφερε τον θάνατο. Τούτο, καθόσον, στις 10/6/..., ο ασθενής τελούσε, ήδη, υπό καθεστώς εγκατεστημένης σηψαιμίας και εντερικής νέκρωσης, που εξαπλωνόταν ταχέως και η καθυστερημένη μεταφορά του στο χειρουργείο έγινε υπό συνθήκες οργανικής κατάρρευσής του. Εν τούτοις, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, αν και ως ιατρός χειρουργός υπέχει εγγυητική ευθύνη και υποχρέωση έναντι των ασθενών του για τη σωματική τους υγεία και την ασφάλεια της ζωής τους, κατά τα συναφώς διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, επέδειξε αμέλεια, τόσο κατά την διάγνωση όσο και κατά την θεραπεία του ασθενούς Α. Τ., παραβιάζοντας έτσι την υποχρέωσή του προς αυτόν να προστατεύσει τη ζωή του και να απομακρύνει το ενδεχόμενο του θανάτου του, κατά την εκτέλεση των ιατρικών καθηκόντων του, δοθέντος ότι δεν επέδειξε την απαιτούμενη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον του επιμέλεια και προσοχή, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε υποκειμενικά, ως εκ της ιδιότητας, των γνώσεων, των ικανοτήτων και της εμπειρίας του, να επιδείξει, όπως κάθε μέσος, συνετός και ευσυνείδητος ιατρός χειρουργός, ενεργών υπό τις ίδιες συνθήκες, αξιολογώντας τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που αντιμετωπίζει, υπό το πρίσμα των γενικώς παραδεδεγμένων ιατρικών κανόνων, των νομοθετημάτων που οριοθετούν το ιατρικό λειτούργημα, καθώς και της εμπειρίας αλλά και της λογικής που αναγκαίως πρέπει να συντρέχει σε κάθε περίπτωση και παραλείποντας να πράξει ως όφειλε, κατά τα προεκτιθέμενα, επέφερε τον θάνατο του ασθενούς Α. Τ., ως μόνης ενεργού αιτίας των παραλείψεών του. Πρέπει, επομένως, αφού ληφθούν υπόψη και τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση, κατόπιν και της επισήμανσης ότι δεν προτάθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, δια των συνηγόρων του, για τον οποίο το Δικαστήριο υπέχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση απάντησης, να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σε αυτόν αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας τελεσθείσης από αμέλεια από υπόχρεο δια παραλείψεως". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου ... παρ. 2 περ. α και ε του Π Κ και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών με τριετή αναστολή με το ακόλουθο διατακτικό: "Στο ..., στις 11-06-..., ενώ ήταν υπόχρεος, λόγω του επαγγέλματος του, σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από αμέλειά του, δηλαδή, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το κατωτέρω αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, αποτέλεσμα, του οποίου την επέλευση είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει και επέφερε το θάνατο άλλου. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, ενώ είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ως θεράποντας ιατρός- χειρουργός στο νοσοκομείο ..., στο οποίο εισήχθη εκτάκτως στις 08-06-... ο ασθενής Α. Τ. του Κ., με έντονο, προοδευτικώς επιδεινούμενο κοιλιακό άλγος από 12ώρου, με συνοδό τροφώδεις εμέτους, να του παράσχει τη δέουσα ιατρική και νοσηλεία, σύμφωνα με τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες και τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης, εν τούτοις, δεν έπραξε τούτο, σύμφωνα με τα κατωτέρω εκτιθέμενα, ούτε προέβη σε ενδελεχή έλεγχο εκτίμηση της κλινικής κατάστασης του εν λόγω νοσηλευομένου, προκειμένου αποκλειστεί κάθε άλλο πιθανό αποτέλεσμα και έτσι προκάλεσε το θάνατο του ανωτέρω ασθενούς. Πλέον ειδικότερα, ενώ ο ασθενής Α. Τ. του Κ. εισήχθη στο ανωτέρω νοσοκομείο με τα συμπτώματα που παραπάνω αναφέρονται, υποβλήθηκε στη συνέχεια σε εξετάσεις, ήτοι, ακτινογραφία κοιλίας, αξονική τομογραφία, άνω/κάτω κοιλίας και εργαστηριακές εξετάσεις αίματος, οι οποίες τεκμηριώνουν απολύτως την διάγνωση της εντερικής απόφραξης ειλεού λεπτού εντέρου, ήτοι, ευρήματα που καταδείκνυαν την ανάγκη άμεσης χειρουργικής θεραπείας, εν τούτοις, ο κατηγορούμενος δεν μερίμνησε για την άμεση εισαγωγή του ασθενούς στη χειρουργική κλινική του νοσοκομείου, προκειμένου να υποβληθεί στην κατάλληλη χειρουργική επέμβαση, όπως θα έπραττε κάθε μέσος συνετός ιατρός χειρουργός με βάση τα ιατρικά ευρήματα και συμπτώματα του ανωτέρω ασθενούς, αλλά, αντιθέτως, συνέστησαν περαιτέρω, ιατρική διερεύνηση, ενώ, η απαραίτητη χειρουργική επέμβαση για την αποκατάσταση της εντερικής απόφραξης ειλεού διενεργήθηκε εντέλει με μεγάλη καθυστέρηση τις απογευματινές ώρες στις 10/06/..., αποτέλεσμα της προπεριγραφομένης αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, με τις προρρηθείσες ιδιότητές του, ήταν να επιδεινωθεί η κλινική κατάσταση του ασθενούς, αφού η μεγάλη καθυστέρηση για τη χειρουργική αντιμετώπιση του διαγνωσθέντος ειλεού οδήγησε σε ισχαιμική αιμορραγική νέκρωση του εντέρου, με επακόλουθο την ανάπτυξη περιτονίτιδας και με περαιτέρω αποτέλεσμα τη σηπτική καταπληξία, πολυοργανική ανεπάρκεια και το θάνατο του ανωτέρου ασθενούς, στις 11/06/..., ως μόνης επενεργούσας αιτίας".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος αυτού, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 15, 16, 17, 18 εδ. γ', 19, 26 εδ. β', 28, 51, 53, 79 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 4855/2021 ΦΕΚ Α' 215.12.11.2021) του νέου ΠΚ, 302 παρ. 1 του παλαιού ΠΚ σε συνδ. με το ισχύον κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης άρθρο 24 του ΑΝ 1565/1939 "Περί Κώδικα ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος" (ήδη Ν. 4512/2018 ΦΕΚ Α' 5/17.01.2018) και άρθρο Ν. 3418/2005 "Περί κανονισμού ιατρικής δεοντολογίας", τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δεν στέρησε την απόφασή του από ειδική αιτιολογία και νόμιμη βάση. Ειδικότερα, ως προς τη μορφή της υπαιτιότητας του κατηγορουμένου, που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ουδεμία ασάφεια ή αντίφαση συνάγεται από τις παραδοχές του, καθόσον τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις έγινε δεκτό, ότι αυτός διέπραξε το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από μη συνειδητή αμέλεια και δη ότι δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που επήλθε από τις πράξεις και παραλείψεις του, ήτοι το θάνατο του Α.. Τ., παρότι ως έμπειρος ιατρός - γενικός χειρουργός είχε τη δυνατότητα να τον προβλέψει και να τον αποφύγει, καθώς και ότι το αξιόποινο αυτό αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις αποδειχθείσες παραλείψεις του, και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο οποίος πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ και δη για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς τη μορφή της υπαιτιότητάς του (ενσυνείδητη αμέλεια ή μη συνειδητή αμέλεια) στην επέλευση του αξιόποινου αποτελέσματος, είναι αβάσιμα και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο του ο λόγος αυτός ως αβάσιμος.
Επίσης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ως άνω τα εξής σε σχέση με την αιτία θανάτου του ασθενούς και την αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ως έχοντος ιδιαίτερη νομική υποχρέωση λόγω της ιδιότητάς του ως ιατρού χειρουργού: α) ότι ήδη από τις πρώτες απεικονιστικές εξετάσεις (ακτινογραφία κοιλίας και αξονική τομογραφία) στον ασθενή Α. Τ. τις πρωινές ώρες της 08-06-... ετίθετο παθογνωμική εικόνα αποφρακτικού ειλεού του λεπτού εντέρου, εντοπισμένη σε υψηλότερο σημείο του σιγμοειδούς, και γι' αυτό κρίθηκε επιβεβλημένη η εισαγωγή του ασθενούς στο νοσοκομείο με διάγνωση "αποφρακτικού ειλεού", όπως αναγράφηκε κατά την αυτή ημερομηνία στο φύλλο του νοσοκομείου με τον τίτλο "πορεία νόσου", ενώ ταυτόχρονα και η κλινική εικόνα του ασθενούς (κολικοειδούς χαρακτήρα πόνοι, έμετοι τροφώδεις και στη συνέχεια χολώδεις) και οι εργαστηριακές εξετάσεις του (λευκοκυτάρρωση και αυξημένη πολυμορφοπυρήνωση) παρέπεμπαν σε αποφρακτικό ειλεό του λεπτού εντέρου, έτσι ώστε ήταν επιβεβλημένη η άμεση χειρουργική επέμβαση για την αντιμετώπισή του εντός του πρώτου 24ώρου της νοσηλείας του, προκειμένου να αποφευχθεί η επιβάρυνση της υγείας του ασθενούς, ο κίνδυνος επιπλοκών και εν τέλει θανάτου αυτού, λαμβανομένης υπόψη και της προχωρημένης ηλικίας του (... ετών), η οποία συνηγορούσε υπέρ της ταχείας αντιμετώπισης του προβλήματος υγείας του, β) ότι κατηγορούμενος, παρότι είχε τις γνώσεις και την επιστημονική και προσωπική ικανότητα, ως έμπειρος ιατρός χειρουργός, να διαγνώσει από τα ευρήματα των εξετάσεων και την κλινική εικόνα του ασθενούς το ανωτέρω πρόβλημα υγείας αυτού και την ανάγκη άμεσης αντιμετώπισής του, εντούτοις παρέλειψε να το πράξει και ακολούθως να προβεί άμεσα (το αργότερο μέχρι και τις 9/6/...) στην απαραίτητη χειρουργική επέμβαση. Ότι ειδικότερα, στις 8/6/..., διέγνωσε την ύπαρξη νεοπλάσματος στο παχύ έντερο, αν και δεν είχε προς τούτο απεικονιστικές και εργαστηριακές ενδείξεις και εσφαλμένα συνέδεσε τον ειλεό με αυτό (νεόπλασμα στο παχύ έντερο) και επέλεξε τη συντηρητική αγωγή (παραγγέλλοντας κολοσκόπηση και υποβάλλοντας, εν τέλει, τον ασθενή σε μη αναγκαία ορθοσκόπηση), ενώ, κατά τη διερεύνηση της εσφαλμένης γνωμάτευσής του (περί νεοπλάσματος στο παχύ έντερο), παρέλειψε να λάβει τα απαιτούμενα προληπτικά μέτρα για την προστασία του ασθενούς μέχρι την ολοκλήρωση της έρευνάς του, καθόσον δεν παρήγγειλε άμεσα την επανάληψη των ασαφών, κατά την άποψή του, εξετάσεων, δεν του παρέσχε την κατάλληλη συντηρητική φαρμακευτική αντιβιοτική αγωγή, προς αποφυγή τυχόν λοίμωξης, σε περίπτωση ύπαρξης, εν τέλει, αποφρακτικού ειλεού λεπτού και όχι παχέος εντέρου, ούτε φρόντισε να διενεργηθούν ταυτοχρόνως και οι αναγκαίοι έλεγχοι (καρδιολογική εκτίμηση κλπ), για την έγκαιρη προετοιμασία του ασθενούς για το χειρουργείο, σε περίπτωση που δεν συνέτρεχε η υπό διερεύνηση περίπτωση ειλεού εξαιτίας νεοπλάσματος, αλλά λεπτού εντέρου, γ) ότι αποτέλεσμα της επιδειχθείσας αμελούς συμπεριφοράς του ως θεράποντος ιατρού ήταν να μην προβλέψει τη ραγδαία επιδείνωση της υγείας του ασθενούς (ισχαιμία, σηψαιμία, νέκρωση τελικής νήστιδας σε μήκος περίπου 2 μέτρων, περιτονίτιδα), συνεπεία της λοίμωξης που υπέστη από την απουσία κατάλληλης ιατρικής αντιμετώπισης της απόφραξης του λεπτού εντέρου και να τον οδηγήσει εσπευσμένα στο χειρουργείο, μόλις το απόγευμα της τρίτης ημέρας της νοσηλείας του, παρότι οι ενδείξεις για την επιδείνωση της υγείας του ήταν ασφαλώς ορατές, τουλάχιστον, από τις 9/6/... (αρχόμενες, ήδη, κατά τις νυχτερινές ώρες της 8/6/...), δ) ότι εάν ο κατηγορούμενος είχε προβεί έγκαιρα στην επιβαλλόμενη χειρουργική επέμβαση, αν όχι στις 8/6/..., οπωσδήποτε στις 9/6/..., την οποία μπορούσε ανεμπόδιστα να διενεργήσει, αφού ο ασθενής δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε άλλο γνωστό σε εκείνον (κατηγορούμενο) πρόβλημα υγείας, αποτρεπτικό της εισαγωγής του στο χειρουργείο, θα είχε αποφευχθεί η ισχαιμική νέκρωση του λεπτού εντέρου, η εκδήλωση περιτονίτιδας και η, συνεπεία αυτής, επελθούσα σηπτική καταπληξία και η εντεύθεν πολυοργανική ανεπάρκεια, που, ως μόνη ενεργός αιτία, επέφερε το θάνατο. Τούτο, διότι στις 10/6/..., ο ασθενής τελούσε, ήδη, υπό καθεστώς εγκατεστημένης σηψαιμίας και εντερικής νέκρωσης, που εξαπλωνόταν ταχέως και η καθυστερημένη μεταφορά του στο χειρουργείο έγινε υπό συνθήκες οργανικής κατάρρευσής του και ε) ότι ο κατηγορούμενος, αν και ως ιατρός χειρουργός υπέχει εγγυητική ευθύνη και υποχρέωση έναντι των ασθενών του για τη σωματική τους υγεία και την ασφάλεια της ζωής τους, επέδειξε αμέλεια, ανεξαρτήτως της τυχόν συγκλίνουσας αμέλειας τρίτων προσώπων, τόσο κατά τη διάγνωση όσο και κατά τη θεραπεία του ασθενούς Α.. Τ., καθόσον η παροχή ιατρικής αρωγής, περίθαλψης και νοσηλείας αυτού από τον κατηγορούμενο δεν έγινε σύμφωνα με τους γενικώς παραδεδεγμένους ιατρικούς κανόνες και τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης (lege artis), έτσι ώστε παραλείποντας να πράξει, όπως όφειλε, επέφερε το θάνατο του ασθενούς, ως μόνης ενεργού αιτίας των παραλείψεών του.
Ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ ισχυρίζεται, ότι το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων ... δεν απάντησε στους προβληθέντες ενώπιον του ισχυρισμούς του α) ότι η εσωτερική κήλη, που προκάλεσε τη νέκρωση του εντέρου του ασθενούς ήταν αντικειμενικά αδύνατο να διαπιστωθεί δια των εξετάσεων, που διενεργήθηκαν, καθόσον ως εκ της φύσης της (ως εσωτερικής) δεν μπορούσε να απεικονιστεί και β) ότι οι διενεργηθείσες απεικονιστικές εξετάσεις, όχι απλώς δεν απέδωσαν την αιτία του προβλήματος, αλλά συσκότισαν την ιατρική έρευνα. Οι αιτιάσεις αυτές, οι οποίες δεν συνιστούν αυτοτελείς, αλλά αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, λήφθηκαν υπόψη από το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων, πλην όμως δεν έγιναν δεκτές για τους εξής λόγους: Η μεν πρώτη αιτίαση, διότι με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στο πλήρως αιτιολογημένο συμπέρασμά του, ότι η νέκρωση του εντέρου του ασθενούς επήλθε εξαιτίας της μεγάλης καθυστέρησης στη χειρουργική αντιμετώπιση του αποφρακτικού ειλεού, στην οποία (χειρουργική επέμβαση) ο αναιρεσείων όφειλε να προχωρήσει άμεσα με βάση τα πορίσματα των απεικονιστικών εξετάσεων και τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων. Η δε δεύτερη αιτίαση, ομοίως δεν έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη, καθόσον κρίθηκε με βάση σχετικές παραδοχές αυτής, ότι οι απεικονιστικές εξετάσεις (ακτινογραφία και αξονική τομογραφία) της 08-06-... παρουσίαζαν παθογνωμική εικόνα αποφρακτικού ειλεού του λεπτού εντέρου, εντοπισμένη σε υψηλότερο σημείο του σιγμοειδούς (που αποτελεί τμήμα του παχέος εντέρου), γεγονός, που έπρεπε να κινητοποιήσει τον κατηγορούμενο στην υποβολή του ασθενούς σε άμεση χειρουργική επέμβαση, εάν δε θεωρούσε ασαφείς αυτές τις εξετάσεις, όφειλε να ζητήσει την άμεση επανάληψή τους, ο δε κατηγορούμενος παρέλειψε να προβεί και στις δύο ενέργειες. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος. Επίσης, με τις προπαρατεθείσες παραδοχές του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο σε ουδεμία αντίφαση υπέπεσε σχετικά με την πλημμελή διάγνωση του κατηγορουμένου ως προς το ακριβές είδος της ασθένειας του θανόντος Α.. Τ. και ως προς τον τρόπο αντιμετώπισής της εκ μέρους του πρώτου (κατηγορουμένου), ενώ με πληρότητα περιγράφονται οι υπαίτιες παραλείψεις του κατηγορουμένου ως ιατρού χειρουργού, που οδήγησαν αιτιωδώς στο θάνατο του ασθενούς, ανεξαρτήτως της τυχόν συγκλίνουσας αμέλειας τρίτων προσώπων, και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλόμενη για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον έκτο λόγο της αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 28 και 302 του ΠΚ κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, ισχυριζόμενος ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παρότι δέχθηκε, ότι αυτός ως ιατρός χειρουργός ενήργησε σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, εντούτοις του απέδωσε εκ των υστέρων αμελή συμπεριφορά, επειδή το αποτέλεσμα της νοσηλείας του ασθενούς ήταν ατυχές. Ο λόγος αυτός είναι ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση περιγράφεται αναλυτικά η αμελής συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, τόσο κατά τη διάγνωση όσο και κατά τη θεραπεία του ασθενούς Α.. Τ., κατά παράβαση της υποχρέωσής του ως ιατρού χειρουργού να προστατεύσει τη ζωή του ασθενούς του και να απομακρύνει το ενδεχόμενο του θανάτου του, κατά την εκτέλεση των ιατρικών καθηκόντων του, παραλείποντας να ενεργήσει σύμφωνα με τους γενικώς παραδεδεγμένους ιατρικούς κανόνες και τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης (lege artis). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 362 παρ. 1 και 367 ΚΠΔ προκύπτει, ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ά του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του, κατά το άρθρο 358 του ΚΠΔ, δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο, ενώ παραβιάζονται επίσης και οι αρχές περί προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας και εκ της οποίας παραβίασης δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' του ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 649/2021, ΑΠ 464/2021, ΑΠ 222/...). Τα ανωτέρω, όμως, δεν ισχύουν για τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση, το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος για το οποίο έλαβε χώρα η καταδίκη του κατηγορουμένου και στοιχείο του σε βάρος του κατηγορητηρίου ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή όταν το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα, λ.χ. από κατάθεση μάρτυρα ή από άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπισή του κατ' αυτής και μπορούσε, αν το ήθελε, να ασκήσει τα κατ' άρθρο 358 υπερασπιστικά δικαιώματά του (ΑΠ 928/2023, ΑΠ 558/2023, ΑΠ 62/2023, ΑΠ 464/2021). Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 177, 178 και 179 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι στην ποινική διαδικασία επιτρέπεται κάθε είδος αποδεικτικού μέσου, είτε από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 178 είτε άλλα, ακόμη και άκυρα, εκτός αν η χρησιμοποίησή τους απαγορεύεται από το νόμο είτε ρητώς είτε διότι είναι αντίθετη σε διατάξεις του ισχύοντος δικονομικού συστήματος, οπότε η χρησιμοποίησή τους προσβάλλει το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ του ΚΠΔ.
Συνεπώς, από τη διάταξη του άρθρου 362 του ΚΠΔ σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 170, 171 και 177 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι το δικάζον ποινικό δικαστήριο, αναζητώντας την ουσιαστική αλήθεια για τη διαμόρφωση της κρίσης του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, προβαίνει στην ανάγνωση και ουσιαστική αξιολόγηση οποιουδήποτε χρήσιμου εγγράφου, αποδεικτικού ή διαδικαστικού, εφόσον δεν αμφιβάλλει για τη γνησιότητά του, έστω και αν το έγγραφο προέρχεται από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, στην οποία δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση ή πρόκειται για απόφαση που δεν είναι αμετάκλητη, χωρίς αυτό να συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα (ΑΠ 1408/2022, ΑΠ 1179/2022, ΑΠ 887/...).
Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα και συνακόλουθη παραβίαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι το δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καταλήξει στην, κατά τα άνω κρίση του, έλαβε υπόψη και την υπ' αριθμ. 2994/... μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., ήτοι μη αμετάκλητη απόφαση από άλλη (πολιτική) δίκη, κατά παράβαση του άρθρου 362 παρ. 2 εδ. β' του ΚΠΔ, αλλά και χωρίς να έχει αναγνωσθεί δημόσια στο ακροατήριο. Ο αναιρετικός αυτός λόγος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Γ' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος, ως προς αμφότερα τα μέρη του, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αναφέρθηκε απλώς διηγηματικά στην ανωτέρω μη οριστική απόφαση, για να καταδείξει τον τρόπο διορισμού, στην πολιτική δίκη, του πραγματογνώμονα γενικού χειρουργού Α. Λ., που συνέταξε την από 17-12-... έκθεση ιατρική/χειρουργικής πραγματογνωμοσύνης. Η ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης περιλαμβάνεται στα αναγνωσθέντα έγγραφα και το περιεχόμενο αυτής και μόνο (και όχι και της 2994/... μη οριστικής απόφασης του ΠολΠρωτΠειρ) συνεκτιμήθηκε από το δικαστήριο. Άλλωστε, η 2994/... μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... μνημονεύεται από τον διορισθέντα με αυτήν πραγματογνώμονα στην εν λόγω έκθεση πραγματογνωμοσύνης του.
Στο νέο ποινικό κώδικα που θεσπίστηκε με το Ν. 4619/2019 στη διάταξη του άρθρου 15 αυτού προστέθηκε δεύτερη παράγραφος στην οποία ορίζεται ότι "Στις περιπτώσεις των εγκλημάτων με παράλειψη ο δικαστής μπορεί να επιβάλλει μειωμένη ποινή (άρθρο 83)". Σχετικά με τη διάταξη αυτή στο προοίμιο της αιτιολογικής έκθεσης του ως άνω νόμου εκτίθεται ότι "Αναγνωρίζεται για πρώτη φορά ότι η παράλειψη μπορεί κάποτε να έχει μικρότερη απαξία από την πράξη και για τον λόγο αυτό προσφέρεται στον δικαστή η δυνατότητα να επιβάλλει μειωμένη ποινή στα μη γνήσια εγκλήματα παράλειψης", στη συνέχεια δε καθόσον αφορά την ως άνω νέα διάταξη (άρ.15 παρ.2 ΠΚ) ότι "Η αναγνώριση της δυνατότητας επιβολής μειωμένης ποινής στηρίχθηκε στη σκέψη ότι συχνά η "μη δράση" εμπεριέχει λιγότερο άδικο ή λιγότερη ενοχή σε σχέση με την προσβολή που προκαλεί κάποιος με ενέργεια. Θα πρέπει επομένως ο δικαστής να έχει την ευχέρεια, όταν πράγματι διαγιγνώσκει μειωμένο άδικο ή ενοχή, να επιβάλλει και μειωμένη ποινή" (ΑΠ 811/2022, ΑΠ 632/2022, ΑΠ 939/...). Στην προκείμενη υπόθεση, από το όλο περιεχόμενο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό της προκύπτει με σαφήνεια, ότι η "μη δράση" του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου δεν εμπεριείχε λιγότερο άδικο ή λιγότερη ενοχή, καθόσον δεν εκτίθενται περιστάσεις τέλεσης με παράλειψη του ένδικου αδικήματος εκ μέρους του κατηγορουμένου, οι οποίες να συνηγορούν σ' αυτό (στο ότι η "μη δράση" του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου εμπεριείχε λιγότερο άδικο ή λιγότερη ενοχή), αλλά αντίθετα εκτίθεται η εξαιτίας της αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, αν και έμπειρου ιατρού χειρουργού, άπρακτη πάροδος τριημέρου έως την, κατεπείγουσας ανάγκης, χειρουργική επέμβαση ασθενούς με αποφρακτικό ειλεό λεπτού εντέρου και προχωρημένης ηλικίας, η χορήγηση σ' αυτόν ανεπαρκούς συντηρητικής αγωγής (με την παροχή μόνο διουρητικών, αναλγητικών παυσίπονων και ηρεμιστικών) μέχρι την εισαγωγή του, υπό συνθήκες κατάρρευσης του οργανισμού του, στο χειρουργείο (το απόγευμα της τρίτης ημέρας) για την υποβολή του σε ερευνητική λαπαροτομία, χωρίς να έχει προηγηθεί η χορήγηση της κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής προς αποφυγή της σήψης, χωρίς την τοποθέτηση σ3 αυτόν ρινογαστρικού σωλήνα (Levin) από τη δεύτερη ημέρα και εφεξής, χωρίς την επανάληψη των αρχικών (στις 08-06- ...) εργαστηριακών και απεικονιστικών εξετάσεων και την επόμενη ημέρα της νοσηλείας του και χωρίς την υποβολή του εγκαίρως σε προεγχειρητικό έλεγχο. Με βάση τα παραπάνω και όπως συνάγεται από το σύνολο των σχετικών παραδοχών του, το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε ανέλεγκτα, ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 15 παρ. 2 του ΠΚ, συνακόλουθα δε ουδόλως αναφέρθηκε σ' αυτήν, καθόσον μάλιστα δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από τους συνηγόρους του, μετά των οποίων αυτός παραστάθηκε ενώπιόν του, ενώ οι αναγνωρισθείσες στο πρόσωπο του ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου ... παρ. 2 περ. α' και ε' του ΠΚ αφορούν, αποκλειστικά, στη συμπεριφορά του πριν και μετά (άρθρ. ... παρ. 2 περ. α' και ε' του ΠΚ) την αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάστηκε. Επομένως, ο πέμπτος λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται, ότι υφίσταται ασάφεια και αμφιβολία για το ζήτημα της λήψης υπόψη ή μη από το δικάσαν Δικαστήριο της εν λόγω διάταξης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 578 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από ... και υπ' αριθμ. πρωτ. .../...2023 δήλωση - αίτηση του Α. - Α. Τ. του Κ., κατοίκου ... επί της οδού ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. .../2023 τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων ....
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Απριλίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ