Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 754 / 2024    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 754/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Παναγιώτα Πασσίση, Κωνσταντίνα Νάκου και Λεωνίδα Χατζησταύρου-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Κ. του Τ., κατοίκου …., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αυγερινό, για αναίρεση της 792/2022 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Σ. Α. του Κ., κάτοικο …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σαμαρτζή.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κοζάνης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεσή της για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ' αριθ. … αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ….
Αφού άκουσε 1) τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ποινή, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση μόνο για την ποινή, στο ίδιο Δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα συμμετέχει δικαστής από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως, να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης και να παρατεθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση (στο φύλλο 32ο) η παρατεθείσα εσφαλμένα διάταξη του εφαρμοσθέντος άρθρου 308 παρ. 1, εδ. α' ΠΚ, από το εσφαλμένο: "308 παρ. 1 εδ. α του Ποινικού Κώδικα", στο ορθό: "308 παρ. 1 εδ. α' του νέου ΠΚ (Ν. 4619/2019)", και 2) τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων), που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, με αριθμό ….αίτηση του αναιρεσείοντος, Α. Κ. του Τ., κατοίκου …, με δήλωσή του ενώπιον της γραμματέως του Πρωτοδικείου Κοζάνης, στις …, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 729/27-9-2022 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ). Είναι, συνεπώς, αυτή τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 308 του παλαιού ΠΚ, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται ότι τελέστηκε η ένδικη πράξη, "1. Όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Αν η κάκωση ή η βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι όλως ελαφρά τιμωρείται με κράτηση έως έξι (6) μήνες ή με πρόστιμο έως τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ ", ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 308 παρ. 1 του νέου ΠΚ, "Ι. Όποιος προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή. Αν η κάκωση ή βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι εντελώς ελαφρά, τιμωρείται με παροχή κοινωφελούς εργασίας". Από τη σύγκριση των άνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν έχει αλλάξει η νομοτυπική μορφή της πράξης, όμως η διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 εδ. α' του νέου ΠΚ για την απλή σωματική βλάβη είναι ευμενέστερη ως προς την προβλεπόμενη ποινή, δυσμενέστερη όμως ως προς την προβλεπόμενη στο εδ. β' πράξη της εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης, αφού η πράξη φέρει τον χαρακτήρα πλημμελήματος (άρθρο 18 του νέου ΠΚ), ενώ κατά την αντίστοιχη διάταξη του προϊσχύσαντος ποινικού κώδικα φέρει χαρακτήρα πταίσματος (άρθρο 18 αυτού), τα πταίσματα δε ήδη έχουν καταργηθεί, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 468 του νέου ΠΚ (ΑΠ 446/2022, ΑΠ 732/2022, ΑΠ 521/2022). Το αδίκημα της σωματικής βλάβης, που θεσμοθετείται για να προστατευθεί η σωματική ακεραιότητα του ανθρώπου, είναι υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα, η αντικειμενική υπόσταση του οποίου περιλαμβάνει όχι μόνο ορισμένη ενέργεια (ή παράλειψη), αλλά και ορισμένο αποτέλεσμα και συνίσταται είτε στην πρόκληση σωματικής κάκωσης, είτε στην πρόκληση βλάβης της υγείας του παθόντος και διαβαθμίζεται, αναλόγως της σπουδαιότητας αυτής, σε απλή (βασικό έγκλημα) και σε εντελώς ελαφρά (προνομιούχο παραλλαγή), η οποία, χωρίς να είναι επουσιώδης, έχει επιπόλαιες συνέπειες. Σωματική κάκωση συνιστά κάθε εξωτερική επενέργεια επί του σώματος, όπως τραύματα, εκδορές, οιδήματα, παραμορφώσεις και μπορεί, χωρίς να είναι απαραίτητο, να είναι ταυτοχρόνως και βλάβη της υγείας, που ως τέτοια χαρακτηρίζεται κάθε διατάραξη των εσωτερικών λειτουργιών, ήτοι κάθε πρόκληση ή επίταση μιας παθολογικής κατάστασης του οργανισμού, που πρέπει να έχει κάποια χρονική διάρκεια, η οποία να απαιτεί μια (έστω και σύντομη) διαδικασία ίασης, στηριζόμενη είτε σε παροχή ιατρικής περίθαλψης, είτε στις φυσικές μόνο δυνάμεις του οργανισμού. Εξάλλου, βλάβη της υγείας μπορεί να επέλθει χωρίς σωματική κάκωση ή μπορεί η μία να είναι συνέπεια της άλλης, χωρίς να δημιουργείται αντίφαση από τη σωρευτική παραδοχή σωματικής κάκωσης και βλάβης της υγείας ταυτοχρόνως (ΑΠ 732/2022, ΑΠ 446/2022). Για την πλήρωση δε της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της σωματικής βλάβης, απαιτείται δόλος, που περιέχει τη γνώση και θέληση πραγμάτωσης των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης, δηλαδή τη γνώση και θέληση της πρόκλησης σε άλλον σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας του, αρκεί δε οποιαδήποτε μορφή δόλου, που μπορεί να είναι είτε άμεσος, είτε ενδεχόμενος (ΑΠ 732/2022). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (Ολ. ΑΠ 1/2005). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όσον αφορά στον δόλο, που απαιτείται κατ' άρθρο 26 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, που συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που, κατά τον νόμο, απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει από αυτή. Όταν όμως αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί δε λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 482/2023, ΑΠ 452/2023). Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ. ΑΠ 1/2020, ΑΠ 29/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κοζάνης, με την προαναφερόμενη υπ` αριθμ. 729/27-9-2022 απόφασή του, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε τα αναφερόμενα, ως προς το είδος τους, αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, αναγνωσθείσα πρωτόδικη απόφαση, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Την … και περί ώρα 16:45, ο κατηγορούμενος κατευθυνόταν πεζός προς το super market, που βρίσκεται στον κεντρικό δρόμο της …, με σκοπό να εισέλθει εντός αυτού. Την ίδια ώρα και στον ανωτέρω κεντρικό δρόμο εκινείτο με το ΙΧΕ αυτοκίνητο του ο εγκαλών-παθών, ο οποίος, αντιλαμβανόμενος τον κατηγορούμενο, κινήθηκε προς τη μεριά του. Ο εγκαλών, αφού πλησίασε τον κατηγορούμενο, ακινητοποίησε το όχημά του στο πεζοδρόμιο όπου εκινείτο ο τελευταίος και μέσα από τη θέση του οδηγού, έχοντας κατεβασμένο το παράθυρο της πόρτας, άρχισε, λόγω της χρόνιας μεταξύ τους αντιδικίας και του περιστατικού που είχε προηγηθεί μεταξύ του υιού του Γ. και του κατηγορουμένου τον Φεβρουάριο του 2018, να εξυβρίζει τόσο τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και την ήδη αποβιώσασα μητέρα αυτού, με την οποία είχε ξεκινήσει κατά το παρελθόν η όλη μεταξύ τους διαμάχη. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος, αφού κινήθηκε προς το όχημα του εγκαλούντος, επιτέθηκε σ' αυτόν με γροθιές στο κεφάλι μέσα από το ανοιχτό παράθυρο της πόρτας του οδηγού, ενώ τον έσπρωξε στη συνέχεια απότομα προς το χειρόφρενο του αυτοκινήτου και τη θέση του συνοδηγού. Μετά το ανωτέρω συμβάν, ο εγκαλών διακομίστηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Γ.Ν. Κοζάνης "Μαμάτσειο-Μποδοσάκειο", όπου εκεί, σύμφωνα με την αναγνωσθείσα από …. βεβαίωση του ανωτέρω Νοσοκομείου, διαπιστώθηκε ότι φέρει κάκωση κεφαλής-προσώπου, θλαστικό τραύμα όφρυ (ΑΡ) με συνοδό υπόσφαγμα, εκχύμωση στη ζυγωματική χώρα-παρειά (ΑΡ), εκχύμωση στη ράχη (ΔΕ) πλάγια θωρακική χώρα παρασπονδυλικά Θ9-Θ12 και ερυθρότητα οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης. Υποβλήθηκε σε περαιτέρω εξετάσεις με νευρολογικό έλεγχο κατά φύση, κλίμακα Γλασκόβης 15/15, εξετάστηκε η κοιλία, η οποία ήταν μαλακή, ευπίεστη, ανώδυνη στην ψηλάφηση, οι εντερικοί ήχοι παρόντες, κόρες αντιδρώσες στο φως άμφω και ισομεγέθεις, χωρίς αδρά οφθαλμολογικά παθολογικά ευρήματα. Δεν διαπιστώθηκαν άλλες εμφανείς κακώσεις ή τραύματα, έγινε περιποίηση του θλαστικού τραύματος και πλήρης εργαστηριακός έλεγχος και ο εγκαλών εξήλθε την επομένη, ήτοι 1-7-2018. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η εκ μέρους του κατηγορουμένου σωματική κάκωση του εγκαλούντος δεν τελέσθηκε κατά τρόπο, ο οποίος μπορούσε να προξενήσει κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη αυτού, λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη ότι από ουδέν στοιχείο προέκυψε η χρήση αιχμηρού αντικειμένου, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκε ο εγκαλών, ενώ από τις αντικρουόμενες καταθέσεις των μαρτύρων δεν προέκυψαν χτυπήματα τέτοιας έντασης και βαθμού ικανά να προκαλέσουν βαριά σωματική βλάβη του εγκαλούντος, ο οποίος αμέσως την επομένη ημέρα εξήλθε του Νοσοκομείου. Πρέπει, επομένως, ο κατηγορούμενος, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, να κηρυχθεί ένοχος, αντί της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, που δέχθηκε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, της απλής σωματικής βλάβης που τέλεσε, κατά τα προαναφερθέντα, σε βάρος του εγκαλούντος, γενομένου δεκτού του σχετικού ισχυρισμού του". Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης, της απλής σωματικής βλάβης (άρθρ. 308 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ) και, αφού του αναγνώρισε τα ελαφρυντικά του πρότερου σύννομου βίου και του ότι στην πράξη του παρασύρθηκε από οργή που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη (άρθρ. 84 παρ. 2 στοιχ. α' και γ' ΠΚ), του επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, που ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθα διατακτικό: "Στην …, την 30-6-2018, με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, επιτέθηκε εναντίον του εγκαλούντος Α. Σ. του Κ./νου με γροθιές στο κεφάλι μέσα από το ανοιχτό παράθυρο της πόρτας του οδηγού του αυτοκινήτου του τελευταίου, ενώ στη συνέχεια τον έσπρωξε απότομα προς το χειρόφρενο του αυτοκινήτου και τη θέση του συνοδηγού, προκαλώντας του κάκωση κεφαλής-προσώπου, θλαστικό τραύμα όφρυ (ΑΡ) με συνοδό υπόσφαγμα, εκχύμωση στη ζυγωματική χώρα-παρειά (ΑΡ), εκχύμωση στη ράχη (ΔΕ) πλάγια θωρακική χώρα παρασπονδυλικά 09-012 και ερυθρότητα οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων (κατόπιν επιτρεπτής μεταβολής της κατηγορίας από επικίνδυνη σωματική βλάβη), οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 εδ. α, 308 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ώστε να στερήσει την απόφαση νόμιμης βάσης. Από την παραδοχή δε του Δικαστηρίου ότι, μεταξύ άλλων, ενόψει και των αντικρουόμενων καταθέσεων των μαρτύρων, δεν προέκυψε ότι τα χτυπήματα ήταν τέτοιας έντασης ώστε να μπορούν να προκαλέσουν βαριά σωματική βλάβη του παθόντος, ουδόλως προκύπτει ασάφεια, ούτε ήταν αναγκαίο να αναφέρεται τί περιελάμβαναν αυτές οι αντικρουόμενες καταθέσεις, όπως ο αναιρεσείων διατείνεται. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται οι ακόλουθες κρίσιμες παραδοχές για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω αδικήματος: α) ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων επιτέθηκε στον παθόντα και τον χτύπησε με γροθιές στο κεφάλι μέσα από το ανοιχτό παράθυρο της πόρτας του οδηγού, ενώ τον έσπρωξε στη συνέχεια απότομα προς το χειρόφρενο του αυτοκινήτου και τη θέση του συνοδηγού, β) ότι, εξαιτίας των ανωτέρω, ο παθών υπέστη κάκωση κεφαλής-προσώπου, θλαστικό τραύμα όφρυ (ΑΡ) με συνοδό υπόσφαγμα, εκχύμωση στη ζυγωματική χώρα-παρειά (ΑΡ), εκχύμωση στη ράχη (ΔΕ), πλάγια θωρακική χώρα παρασπονδυλικά Θ9-Θ12 και ερυθρότητα οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης, γ) ο δόλος του αναιρεσείοντος, που ήθελε να προκαλέσει στον παθόντα απλή σωματική βλάβη. Ορθώς κηρύχθηκε ο κατηγορούμενος ένοχος για την αξιόποινη πράξη της απλής σωματικής κάκωσης, αφού, κατά τις ανέλεγκτες αναιρετικώς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι σωματικές κακώσεις στον παθόντα προκλήθηκαν με επανειλημμένες γροθιές σε ευαίσθητο σημείο του σώματος του, δηλαδή στο κεφάλι και δη στο πρόσωπο, όπου του προκάλεσε τα ανωτέρω τραύματα, επιπλέον δε, τον έσπρωξε με δύναμη και τον έριξε παραπλεύρως, προς το χειρόφρενο του αυτοκινήτου και τη θέση του συνοδηγού, εξαιτίας δε αυτού, προκλήθηκαν και τα υπόλοιπα ως άνω αναφερόμενα τραύματα στο σώμα του.
Συνεπώς, ουδόλως μπορεί να λεχθεί ότι, εν προκειμένω, πρόκειται για εντελώς ελαφρές κακώσεις, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 308 παρ. 1 εδάφ. β' του ΠΚ, όπως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, καθώς οι συνέπειές τους δεν ήταν επιπόλαιες (π.χ. πρόκληση ερυθρότητας, γρατζούνισμα κλπ). Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως προς την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ, "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 83 του ίδιου ΠΚ, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 7 του ν. 4855/2021 και πριν την τροποποίησή της (επί το δυσμενέστερο για τον κατηγορούμενο) με το άρθρο 15 του ν. 5090/2024, "Όπου στον νόμο προβλέπεται μειωμένη ποινή χωρίς άλλο προσδιορισμό, το πλαίσιό της καθορίζεται ως εξής: α) αντί για την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, επιβάλλεται κάθειρξη, β) αντί για την ποινή της κάθειρξης τουλάχιστον δέκα (10) ετών, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών ή κάθειρξη έως οκτώ (8) έτη, γ) αντί για την ποινή της κάθειρξης επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή κάθειρξη έως οκτώ (8) έτη, δ) αντί για την ποινή της κάθειρξης έως δέκα (10) έτη επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή κάθειρξη έως έξι (6) έτη, ε) σε κάθε άλλη περίπτωση, ο δικαστής μειώνει την ποινή ελεύθερα έως το ελάχιστο όριό της. Αν ο νόμος προβλέπει σωρευτικά ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή, μπορεί να επιβληθεί και μόνο η τελευταία". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 85 παρ. 1 του ίδιου ΠΚ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της (επί το δυσμενέστερο για τον κατηγορούμενο) με το άρθρο 17 του ν. 5090/2024, "Όταν στο πρόσωπο του υπαιτίου συντρέχουν περισσότεροι λόγοι μείωσης της ποινής ή όταν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 ή περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, το δικαστήριο ελαττώνει περαιτέρω το κατώτατο όριο της μειωμένης κατά το άρθρο 83 ποινής ως εξής: α) τα πέντε έτη μειώνονται σε τρία, β) τα δύο έτη σε ένα, γ) το ένα έτος, σε έξι μήνες και δ) η μειωμένη ποινή της φυλάκισης, σε παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή", ενώ κατά την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 85 παρ. 1 του ισχύσαντος μέχρι 30-6-2019 ΠΚ, "Όταν συντρέχουν περισσότεροι από ένας λόγοι για τη μείωση της ποινής κατά το άρθρο 83 ή όταν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις (άρθρο 84) εφαρμόζεται μόνο μία φορά η μείωση της ποινής σύμφωνα με το μέτρο που προβλέπει το άρθρο 83. Στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνονται υπόψη όλοι οι πιο πάνω λόγοι και ελαφρυντικές περιστάσεις". Από τη σύγκριση των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 85 παρ. 1 του προϊσχύσαντος και του ισχύοντος ΠΚ (πριν την εφαρμογή του ν. 5090/2024), προκύπτει ότι αυτή του ισχύοντος περιέχει ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, καθόσον προβλέπει ότι επί συρροής λόγων μείωσης της ποινής το δικαστήριο ελαττώνει περαιτέρω το κατώτατο όριο της μειωμένης κατά το άρθρο 83 ποινής, ενώ, κατά την προϊσχύσασα διάταξη, η μείωση της ποινής εφαρμοζόταν μόνο μία φορά, σύμφωνα με το μέτρο που προέβλεπε το άρθρο 83. Ειδικότερα δε, προβλέπει ότι, αντί της μειωμένης ποινής φυλάκισης μέχρι το ελάχιστο όριο των δέκα ημερών (άρθρο 53 ΠΚ), που ενδιαφέρει στην προκείμενη περίπτωση, μπορεί να επιβληθεί χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας (ήδη με τα άρθρα 81 και 104 Α' ΠΚ, όπως ισχύουν μετά τον ν. 5090/2024, ρυθμίζονται εκ νέου οι όροι και οι προϋποθέσεις της παροχής κοινωφελούς εργασίας).
Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι το Εφετείο, για την επιβολή της ποινής, εφάρμοσε την ευνοϊκότερη, ως προς την κύρωση, διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 εδ. α' του νέου ΠΚ και όχι τη δυσμενέστερη αντίστοιχη διάταξη του προγενέστερου ΠΚ. Ωστόσο, μολονότι στο μέρος της απόφασης, όπου παρατίθενται οι εφαρμοσθείσες διατάξεις του ποινικού νόμου, γίνεται αναφορά απλώς σε ΠΚ, δεν ανακύπτει αμφιβολία ότι το Δικαστήριο αναφέρεται στον ισχύοντα κατά τον χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης ΠΚ, δηλαδή στον νέο ΠΚ, γι' αυτό η ανωτέρω αιτίαση, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, το Εφετείο αναγνώρισε ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου δύο ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. α' και γ' ΠΚ. Όμως, κατά την επιμέτρηση της ποινής (άρθρο 79 ΠΚ), δεν διέλαβε σχετική αιτιολογία, περί του αν έλαβε υπόψη του και την ευμενέστερη και ισχύουσα κατά τον χρόνο έκδοσης της ανωτέρω απόφασής του διάταξη του άρθρου 85 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, αφού, αφενός η διάταξη αυτή δεν αναφέρεται ρητά στην παράθεση των σχετικών διατάξεων, που εφάρμοσε για την επιμέτρηση της ποινής και αφετέρου οι πιο πάνω λόγοι μείωσης της ποινής δεν αναφέρονται ρητά μεταξύ των στοιχείων που ελήφθησαν υπόψη για την επιμέτρηση της ποινής. Έτσι, όμως, το δικαστήριο της ουσίας στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφενός μεν της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφετέρου δε νόμιμης βάσης, με την εκ πλαγίου παραβίαση της ανωτέρω ουσιαστικής ποινικής διάταξης, με συνέπεια ο Άρειος Πάγος να μη μπορεί να ελέγξει την ορθή εφαρμογή της, καθιστώντας την πληττόμενη απόφαση αναιρετέα (ΑΠ 863/2022).
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος (κατά το δεύτερο σκέλος του), από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη μόνο ως προς τη διάταξή της περί της ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αμέσως παραπάνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519, 522 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 729/27-9-2022 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης και δη μόνο ως προς την περί ποινής διάταξή της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αμέσως παραπάνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ