Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 941 / 2024    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 941/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (η οποία ορίστηκε με την υπ'αριθμ.97/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου, Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή και Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεώργιου Οικονόμου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Η. Φ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μανούσο, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2954/2023 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαρτίου 2024 και με αριθμό γενικού πρωτοκόλλου 2054/13-3-2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 299/2024.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 5-3-2024 και με αριθμό γενικού πρωτοκόλλου 2054/13-3-2024 δήλωση - αίτηση του Η. Φ. του Κ., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της με αριθμό ΗΤ 2954/16-11-2023 καταδικαστικής απόφασης του Η' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' του Π.Κ., για την αξιόποινη πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, έχει ασκηθεί νομότυπα από τον αναιρεσείοντα, δηλαδή από πρόσωπο που είχε το σχετικό έννομο συμφέρον και κατά απόφασης υποκειμένης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο, ενώ έχει επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρα 464, 466, 473 παρ. 2, 474 παρ. 4, 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠοινΔ), αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο, κατά το άρθρο 473 παρ. 1 και 3 εδ. α' του ΚΠοινΔ, Ειδικό Βιβλίο στις 23-2-2024 και η ανωτέρω αίτηση επιδόθηκε στις 13-3-2024, περιέχει δε λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ (εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 220 παρ. 1 του Π.Κ.) και από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.? Κατά το άρθρο 220 παρ. 1 του ισχύοντος από 01-07-2019 Π.Κ. : "Όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον, σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία". Το άρθρο αυτό, που ως προς τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, δεν διαφοροποιείται από το όμοιο άρθρο του προϊσχύσαντος Π.Κ., περιέχει ευνοϊκότερες, ως προς την ποινή, διατάξεις, που οδηγούν στην ευμενέστερη μεταχείριση (Α.Π. 1176/2022, Α.Π. 1886/2019) του κατηγορουμένου, καθόσον με αυτές προβλέπεται, αφ' ενός μεν, διαζευκτικά χρηματική ποινή, αφ' ετέρου δε, πλαίσιο ποινής φυλάκισης, χωρίς ελάχιστο όριο, δηλαδή από 10 ημέρες έως 2 έτη, ενώ η προηγούμενη διάταξη, που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης προέβλεπε μόνο ποινή φυλάκισης και με ελάχιστο κατώτερο όριο τους τρεις (3) μήνες και ανώτερο τα δύο (2) έτη. Από τη διάταξη αυτή καθίσταται σαφές ότι, η υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, αποτελεί ιδιώνυμο έγκλημα ηθικής αυτουργίας σε μη δόλια πράξη ψευδούς βεβαίωσης (ΑΠ 1176/2022) με την οποία τιμωρούνται περιπτώσεις διανοητικής πλαστογραφίας (δηλαδή, το δημόσιο έγγραφο είναι μεν τυπικά γνήσιο, αλλά το περιεχόμενο του είναι "πλαστό" - αναληθές, αφού δεν εκφράζει αυτό που θέλησε ο εκδότης του υπάλληλος, υπό συνθήκες ομαλού σχηματισμού της βούλησής του) και προστατεύει (σε αντίθεση με τα ιδιωτικά έγγραφα, όπου τέτοια ανάγκη, κατά κανόνα δεν υπάρχει) την αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων, την εσωτερική ορθότητα αυτών, δηλαδή την αλήθεια της βεβαίωσης (του περιεχομένου τους) και όχι την τυπική τους εγκυρότητα (γνησιότητα), ώστε να διασφαλίζεται η ομαλή διεξαγωγή των συναλλαγών που τελούνται με δημόσια έγγραφα και εντεύθεν η ασφάλεια της έγγραφης απόδειξης, χάριν του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος και του κύρους της δημόσιας υπηρεσίας (ΑΠ 1176/2022, ΑΠ 1852/2019, ΑΠ 1039/2019). Για την στοιχειοθέτηση της υπόστασης του εγκλήματος, απαιτείται να υπάρχουν : α) δημόσιο έγγραφο, β) αναληθές περιεχόμενο αυτού για περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, γ) εξαπάτηση του υπαλλήλου και δ) πρόθεση του εξαπατήσαντος, αρκούντος πάντως του ενδεχόμενου δόλου. Ειδικότερα, απαιτείται, αντικειμενικώς : α) Δημόσιο έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 438 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στο ποινικό δίκαιο, διότι το άρθρο 13γ του Π.Κ. δεν προσδιορίζει την έννοιά του, δηλαδή έγγραφο που έχει συνταχθεί, κατά τους νόμιμους τύπους, από τον καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό κρατικής υπηρεσίας (δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής) και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη, έναντι πάντων, του γεγονότος που βεβαιώνεται σ' αυτό (και όχι προορισμένο μόνο για την εξυπηρέτηση της εσωτερικής υπηρεσίας, παρέχοντας σε αυτήν πρόσφορες πληροφορίες και κρίσεις), β) Βεβαίωση στο έγγραφο αυτό αναληθούς περιστατικού, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες για τον ίδιο τον υπαίτιο ή για τρίτους, δηλαδή να επιφέρει τη γένεση, αλλοίωση, μεταβίβαση, κατάργηση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης του δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου. Η βεβαίωση πρέπει να προέρχεται από τον υπάλληλο, μετά από έλεγχο της αλήθειάς της από αυτόν οπότε δεν τελείται η πράξη, αν ο υπάλληλος απλώς καταχωρεί την δήλωση του εμφανισθέντος χωρίς να βεβαιώνει κάτι επιπλέον τούτου, διαπιστωτικό περί της αληθείας. Κρίσιμη, δηλαδή, είναι η αναλήθεια του βεβαιούμενου γεγονότος και όχι άλλων περιστατικών, τα οποία ενδεχομένως αποτελούν μεν λογική ή νομική προϋπόθεση αυτού, αλλά δεν βεβαιώνονται συγχρόνως. Έτσι, αν βεβαιώνεται μόνο ότι έχει λάβει χώρα μία δήλωση ενώπιον του υπαλλήλου αντικείμενο της βεβαίωσης είναι αυτό το γεγονός και όχι η αλήθεια της δήλωσης. Αντικείμενο της βεβαίωσης είναι η αλήθεια του περιεχομένου της καταχωρούμενης δήλωσης, μόνο στον βαθμό που βεβαιώνεται αρμοδίως και η αλήθεια του περιεχομένου αυτής από τον υπάλληλο, γ) Η βεβαίωση του αναληθούς περιστατικού πρέπει να επιτυγχάνεται με εξαπάτηση ή ακριβέστερα με παραπλάνηση του δημοσίου υπαλλήλου, που μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο εγγράφως ή προφορικώς, με δόλια παρασιώπηση κρίσιμων γεγονότων ή με την εμφάνιση πλαστών ή αναληθών εγγράφων. Κατ' άλλη διατύπωση, η βεβαίωση πρέπει να επιτεύχθηκε με οποιοδήποτε απατηλό μέσο, με το οποίο ο υπάλληλος παρασύρθηκε, έστω και από αμέλεια ή ευπιστία, στην παροχή της βεβαίωσης. Δηλαδή, η εγκληματική συμπεριφορά συνίσταται στην παραπλάνηση του υπαλλήλου που εκδίδει στη συνέχεια την αναληθή βεβαίωση ενεργώντας ως όργανο του δράστη. Έτσι, απαιτείται ο εκδίδων το έγγραφο δημόσιος υπάλληλος να τελεί σε πλάνη περί της αναλήθειας του περιεχομένου του εγγράφου, αναφορικώς προς το συγκεκριμένο περιστατικό, η δε πλάνη να είναι προϊόν εξαπάτησης, διότι αν ο υπάλληλος τελεί εν γνώσει ότι βεβαιώνει ψευδώς, τότε συντρέχει το αδίκημα του άρθρου 242 του Π.Κ. και ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση (ΑΠ 1176/2022). Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος (αρκούντος του ενδεχομένου), ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το βεβαιούμενο γεγονός είναι αναληθές, ότι η βεβαίωση γίνεται σε δημόσιο έγγραφο και ότι το βεβαιούμενο γεγονός μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, είτε για τον εαυτό του, είτε για άλλον και περαιτέρω την θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην εξαπάτηση (παραπλάνηση) του δημοσίου υπαλλήλου, με οποιονδήποτε τρόπο (Α.Π. 433/2023, Α.Π. 1886/2019, Α.Π. 1471/2019, Α.Π. 1039/2019, Α.Π. 522/2020, Α.Π. 1742/2017, Α.Π. 694/2017). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 3 περ. α' Ν 2168/1993/ΦΕΚ Α-147 Όπλα-Πυρομαχικά-Εκρηκτικές ύλες-κλπ.θέματα, "Έλληνες πολίτες, που έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους, δύνανται να οπλοφορούν, μετά από άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας ή διαμονής τους, στις εξής περιπτώσεις: α. Για ατομική τους ασφάλεια, μετά από γνώμη του αρμόδιου εισαγγελέα πλημμελειοδικών, εφόσον συντρέχουν ιδιαίτερα σοβαροί λόγοι".
Ως εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, νοείται εκείνη που υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από αυτή που πραγματικά έχει, ενώ, εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου από την επ' ακροατηρίου διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υφίσταται αντίφαση στην ίδια την αιτιολογία ώστε να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 1176/2022, Α.Π. 572/2021, Α.Π. 914/2020, Α.Π. 586/2020, Α.Π. 2/2017, Α.Π. 3/2010). Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο αιτιολογίας (Α.Π. 1176/2022, Α.Π. 1135/2020, Α.Π. 564/2019) πλην, όμως, η συμπλήρωση αυτή δεν επιτρέπεται να φθάσει μέχρι του σημείου ολικής αναφοράς στα περιστατικά που αναγράφονται στο διατακτικό της απόφασης, εκτός αν στο τελευταίο καταγράφονται τα περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τέτοια πληρότητα, ώστε να είναι περιττή η διαφοροποίηση του σκεπτικού (Α.Π. 1176/2022, Α.Π. 485/2019, Α.Π. 680/2016). Εξάλλου, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες έγγραφα, κ.λ.π.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο, για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά (ΑΠ 1176/2022). Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π. 1176/2022, Α.Π. 1135/2020, Α.Π. 564/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό ΗΤ 2954/2023 απόφασης, το Η' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων (των εγγράφων, τα οποία αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, των καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και γενικά από την εν γένει συζήτηση της υπόθεσης) δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, κατά λέξη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος διετέλεσε επί σειρά ετών και έως τις βουλευτικές εκλογές του Μαΐου του 2012 επιστημονικός συνεργάτης του βουλευτή Ε. Κ. του Κ. Κατά την περίοδο που ο τελευταίος διετέλεσε Υπουργός Ναυτιλίας, ήτοι από το έτος 2004 έως τον Σεπτέμβριο του 2006, ο κατηγορούμενος ασκούσε καθήκοντα διευθυντού του πολιτικού του γραφείου. Κατά το έτος 2004, ο κατηγορούμενος υπέβαλε (την από 23-3-2004) αίτηση για τη χορήγηση άδειας οπλοφορίας σε όλη την επικράτεια, επικαλούμενος γενικώς λόγους ασφαλείας κατά τις μετακινήσεις του για την εκτέλεση υπηρεσίας "σύμφωνα με την εντολή του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας", προσκομίζοντας, μεταξύ άλλων, την από 23-3-2004 βεβαίωση του τελευταίου, που ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι διευθυντής του πολιτικού του γραφείου. Επρόκειτο ουσιαστικά για το μόνο έγγραφο που μπορούσε να δικαιολογήσει τη χορήγηση άδεις οπλοφορίας, καθώς τα λοιπά (μια υπεύθυνη δήλωση, ένα ιατρικό πιστοποιητικό, δύο φωτογραφίες και αντίγραφο του αστυνομικού δελτίου ταυτότητος) δεν ήταν πρόσφορα απόδειξης του ούτως ή άλλως γενικού ισχυρισμού του περί συνδρομής λόγων ασφαλείας (εξάλλου ως επάγγελμα ο κατηγορούμενος δήλωσε τοπογράφος μηχανικός). Η αρμόδια υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας που έλαβε την αίτηση, λόγω της θέσης του κατηγορουμένου στο πολιτικό γραφείο εν ενεργεία Υπουργού που θα μπορούσε να εγκυμονεί κινδύνους ασφαλείας (αφού ουδέν άλλο που να δικαιολογούσε τους διισχυριζόμένους λόγους ασφαλείας είχε επικαλεσθεί ο κατηγορούμενος), αποδεχόμενη το αίτημα, του χορήγησε την υπ'αριθμ. πρωτ. 1020/153762/Ε/1 -ε/ αριθμ. βιβλ. 1343/1-7-2004 άδεια κατοχής πυροβόλου όπλου και οπλοφορίας, ισχύος έως ...-2007, δυνάμει της οποίας ο κατηγορούμενος μπορούσε να κατέχει ένα περίστροφο ..., No: ... μετά 50 φυσιγγίων. Η άδεια αυτή ανανεώθηκε επαλειμμένα, με αιτήσεις του κατηγορουμένου, τελευταία δε πριν την ένδικη, με την από 29-6-2013, με την οποία ζήτησε την ανανέωση αναφέροντας ότι παραμένουν οι λόγοι προσωπικής του ασφάλειας για τους οποίους του έχει χορηγηθεί η άδεια (δήλωσε δε τότε ως επάγγελμα συνταξιούχος δημοσίου). Κατά την περίοδο εκείνη, ο κατηγορούμενος εξακολουθούσε συνεργάτης του ανωτέρω πολιτικού που τον Μάιο του έτους 2014 εξελέγη Ευρωβουλευτής, οπότε και ο κατηγορούμενος ετέθη τοπικός βοηθός του. Από την αίτηση αυτή προκύπτει σαφώς ότι οι λόγοι ασφαλείας που επικαλείτο ο κατηγορούμενος προκειμένου να ανανεώνεται η άδεια οπλοφορίας αφορούσαν αποκλειστικά και μόνον την θέση που κατείχε δίπλα στον ανωτέρω πολιτικό, υπονοώντας σαφώς ότι επρόκειτο για θέση που εγκυμονούσε κινδύνους ασφαλείας για τον ίδιο, δεδομένου άλλωστε ότι δεν επικαλέσθηκε ο,τιδήποτε άλλο που να μπορούσε υποστηρίξει τον ισχυρισμό του περί συνδρομής λόγων ασφαλείας που να δικαιολογούσαν την χορήγηση (και εν προκειμένω την ανανέωση) άδειας οπλοφορίας. Επισημαίνεται δε ότι η άδεια οπλοφορίας δεν χορηγείται ευχερώς, μόνον με την γενική επίκληση λόγων ασφαλείας, αλλά απαιτείται εκτός από την εξειδίκευση και δικαιολόγηση ενός τέτοιου ισχυρισμού και την απόδειξη του και εν προκειμένω ο κατηγορούμενος ουδέν άλλο έγγραφο προσκόμισε και με κανέναν άλλον τρόπο δεν απέδειξε ότι συντρέχουν λόγοι ασφαλείας στο πρόσωπο του. Την 31-12-2015, ο κατηγορούμενος έπαυσε να κατέχει την ανωτέρω θέση και τον Αύγουστο του έτους 2016 άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών (την από 2-8-2016) αγωγή κατά του ανωτέρω πολιτικού ζητώντας να υποχρεωθεί δικαστικώς, μεταξύ άλλων, στην καταβολή του ποσού των 537 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης, νομιμοτόκως από 31-12-2015. Την ...-2016, ο κατηγορούμενος έλαβε από τον Ε. Γ. Τ. δύο επιταγές, συνολικού 1.529,77 ευρώ, σε εξόφληση των αγωγικών αξιώσεών του. Λίγες ημέρες μετά την κατάθεση της αγωγής, ο κατηγορούμενος υπέβαλε στο 4ο Τμήμα Όπλων και Εκρηκτικών της Υποδιεύθυνσης Κρατικής Ασφαλείας της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής την από 19-8-2016 αίτηση ανανέωσης της ανωτέρω άδειας οπλοφορίας, ζητώντας να έχει ισχύ σε "... όλη την Επικράτεια για λόγους προσωπικής ασφαλείας μου όπως αυτοί αναφέρονται στην αρχική χορήγηση και τις μετέπειτα ανανεώσεις". Συνυπέβαλε δε, προς απόδειξη του ισχυρισμού του (περί συνδρομής λόγω προσωπικής ασφαλείας), ένα φωτοαντίγραφο μιας ταυτότητας Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με τη φωτογραφία του, όπου αναγράφονταν (με λατινικού χαρακτήρες) το ονοματεπώνυμο του ιδίου και του ως άνω πολιτικού καθώς και φωτοαντίγραφο μιας ταυτότητας συνεργάτη Ευρωβουλευτή της Βουλής των Ελλήνων με ημερομηνία έκδοσης 26-2-2015 με τη φωτογραφία του και το όνομά του. Αυτά δε ήταν και τα μόνα έγγραφα που αφορούσαν στην απόδειξη του ισχυρισμού του περί προσωπικών λόγων ασφαλείας. Καθώς η άδεια και οι ανανεώσεις της είχαν λάβει χώρα αποκλειστικά και μόνον λόγω του κινδύνου που διατεινόταν ότι διέτρεχε ως συνεργάτης του πολιτικού Ε. Κ., ο κατηγορούμενος για να επιτύχει και τώρα την ανανέωσή της, επικαλέσθηκε συνδρομή αυτής της ιδιότητας προκειμένου να πείσει με αυτήν τους αρμοδίους για τη χορήγηση αδειών οπλοφορίας αστυνομικούς υπαλλήλους να προβούν στην ανανέωση της χορηγηθείσας κατά το έτος 2004. Και ναι μεν δεν επικαλέσθηκε ρητώς την ιδιότητα αυτή (του συνεργάτη του ανωτέρω εν ενεργεία Ευρωβουλευτή) αλλά την υπονόησε σαφώς, αναφερόμενος, κατά τον τρόπο που προεκτέθηκε, στις προηγούμενες αιτήσεις του και κυρίως προσκομίζοντας τα ανωτέρω δελτία ταυτότητος. Ουδέν δε ανέφερε περί απειλών σε βάρος του ή περί άλλης πηγής κινδύνου ασφαλείας ούτε προσκόμισε κάποιο αποδεικτικό (όπως κάποιο αστυνομικό δελτίο συμβάντων) εκ του οποίου να μπορούσε να συναχθεί κάτι τέτοιο. Δεν καταλείπεται λοιπόν καμία αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος, με την αίτηση του και τα δικαιολογητικά που προσκόμισε, προέβαλε την ιδιότητα του συνεργάτη του ανωτέρω πολιτικού, ως μόνον δικαιολογητικά λόγο για την ανανέωση της άδειας οπλοφορίας που κατείχε, ήτοι προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι δικαιούται να κατέχει άδεια οπλοφορίας διότι λόγω αυτής και μόνον της ιδιότητάς του διατρέχει κίνδυνο ασφαλείας. Ο ισχυρισμός αυτός όμως ήταν αναληθής, διότι ήδη από τα τέλη Δεκεμβρίου 2015 είχε παύσει να παρέχει την εργασία του στον ανωτέρω πολιτικό είτε και να διατηρεί μαζί του οποιοδήποτε είδος συνεργασίας αντίθετα οι σχέσεις τους είχαν διαρραγεί και δεν είχαν πλέον επαφές. Ισχυρίσθηκε μάλιστα ο κατηγορούμενος με την αγωγή του ότι ο εναγόμενος, ως άνω πολιτικός, αιφνιδίως και εν αγνοία του, την 31-12-2015 ανήγγειλε στον ΟΑΕΔ την δήθεν οικειοθελή αποχώρησή του από τη θέση του υπαλλήλου του πολιτικού του γραφείου στην Αθήνα και ότι για τον τρόπο αυτό λήξης της συνεργασίας τους, η σχέση τους που βασιζόταν ανέκαθεν στην αμοιβαία εμπιστοσύνη κλονίσθηκε. Με την αγωγή αυτή, δεν ζητούσε την επάνοδο του στην εργασία αλλά μόνον αποζημίωση για την απόλυσή του, αναφέροντας μάλιστα σοβαρούς λόγους υγείας που εν τω μεταξύ είχαν προκύψει (ήτοι ότι την 23-3-2016 υπέστη οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και υπεβλήθηκε σε αγγειοπλαστική επέμβαση στο Ιπποκράτειο Γενικό Νοσοκομείου Αθηνών). Παρά τα όσα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, η επίκληση της ιδιότητας του συνεργάτη του ανωτέρω πολιτικού για την διατήρηση της άδειας οπλοφορίας δεν συνδεόταν με το ζήτημα της ακυρότητας της καταγγελίας που επικαλείτο λόγω της μη καταβολής της αποζημίωσης, ούτε άλλωστε και αναφέρεται οτιδήποτε σχετικό στην από 19-8-2016 αίτηση ούτε και προσκομίσθηκε με αυτήν η σχετική αγωγή ή άλλο συναφές έγγραφο. Εξάλλου, η άδεια οπλοφορίας του είχε χορηγηθεί επί τη βάσει (της από 23-3-2004) αιτήσεως όπου επικαλείτο λόγους ασφαλείας κατά τις μετακινήσεις του για την εκτέλεση υπηρεσίας στον ανωτέρω πολιτικό, οι δε ανανεώσεις αυτής γίνονται με επίκληση ισχύος του λόγου αυτού, στην από 19- 8-2016 δε αίτηση, γίνεται ρητή επίκληση των όσων αναφέρονται στην αρχική αίτηση και στις μετέπειτα ανανεώσεις της για την εξειδίκευση των επικαλούμενων λόγων προσωπικής ασφαλείας. Και τούτο είναι λογικό αφού ο επικαλούμενος κίνδυνος μπορούσε να σχετίζεται μόνον με την πραγματική άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων που του ανατίθεντο κατά την εργασία του στον ανωτέρω πολιτικό και μετά την 31-12-2015, είτε αποχώρησε οικειοθελώς κατά τον τελευταίο είτε απολύθηκε κατά τον κατηγορούμενο, έπαυσε κάθε εργασιακή σχέση και συνεργασία μεταξύ των ανωτέρω. Επισημαίνεται δε ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε επικαλέσθηκε για την ανανέωση της άδειας οπλοφορίας ότι δεχόταν απειλές οπότε και αληθής υποτιθέμενος ο ισχυρισμός αυτός δεν αναιρεί τα ανωτέρω, ήτοι ότι επιδίωξε την ανανέωση της άδειας οπλοφορίας με τον αναληθή ισχυρισμό ότι συντρέχουν προσωπικοί λόγοι ασφαλείας που δικαιολογούν την ανανέωση της άδειας οπλοφορίας οι οποίοι αφορούν την ιδιότητα του συνεργάτη του ανωτέρω πολιτικού που φέρει και τα καθήκοντα που αυτή συνεπάγεται. Άλλωστε, για τούτο προσκόμισε τις ανωτέρω κάρτες, η ισχύς των οποίων είχε ουσιαστικά λήξει είτε και τα όσα πιστοποιούσαν ήτοι την συνεργασία του κατηγορουμένου με τον ανωτέρω πολιτικό, είχαν παύσει να ισχύουν από 31-12-2015. Οι αστυνομικοί υπάλληλοι του Τμήματος Όπλων και Εκρηκτικών που έλαβαν την αίτηση και τα συνημμένα σε αυτήν έγγραφα, παραπλανώμενοι και από τις προρρηθείσες ταυτότητες του κατηγορουμένου, πείσθηκαν ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών του, όπως ανωτέρω εξειδικεύθηκαν, και την 22-11-2016 του χορήγησαν την υπ'αριθμ. πρωτ. 1020/153762/Ε/5-δ/ 22-11-2016 άδεια κατοχής πυροβόλου όπλου και οπλοφορίας, με διάρκεια ισχύος έως 22-11-2019. Αν δε γνώριζαν την αλήθεια, με δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε επικαλεσθεί και αποδείξει οποιονδήποτε λόγο που να δικαιολογεί την κατοχή άδειας οπλοφορίας, η αίτησή του συννόμως θα απορριπτόταν. Απόδειξη τούτου και το ότι όταν η ανωτέρω υπηρεσία πληροφορήθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν έφερε την ιδιότητα του συνεργάτη του προαναφερθέντος πολιτικού, ανακάλεσε την άδεια οπλοφορίας που του είχε χορηγήσει.
Συνεπώς, ο κατηγορούμενος τέλεσε το αδίκημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης όπως του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και περιγράφεται στο διατακτικό της παρούσας, και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτού, απορριπτομένων ως αβασίμων των αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών του". Στη συνέχεια, με το σκεπτικό αυτό, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, αναγνωρίζοντάς του, περαιτέρω, την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α1 του Π.Κ. και του επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, την οποία ανέστειλε για μια τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό:
"ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: στην Αθήνα την 19/8/2016 πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Πιο συγκεκριμένα, γνωρίζοντας ότι με την συμπεριφορά του παράγονται τα περιστατικά που κατά το Νόμο απαρτίζουν την έννοια της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, αφού εμφανίστηκε κατά τον ανωτέρω χρόνο ενώπιον των αρμοδίων αστυνομικών υπαλλήλων του Τμήματος Όπλων και Εκρηκτικών της Υποδ/νσης Κρατικής Ασφάλειας Αττικής, προκειμένου να αιτηθεί την ανανέωση Αδειας Κατοχής και Οπλοφορίας πυροβόλου Όπλου και παριστάνοντας ψευδώς ότι ισχύουν οι αρχικοί όροι χορήγησής της μεταξύ των οποίων ήταν και το ότι παρέμενε τάχα διευθυντής του πολιτικού γραφείου του τέως (μέχρι το 2004) Υπουργού Ναυτιλίας Μ. Κ., γεγονός που δεν ίσχυε πλέον από έτους 31/12/2015, παραπλανώντας τους ώστε να εκδώσουν την προαναφερόμενη ελληνική αστυνομική Αρχή για να εκδώσει ένεκα της παραπλάνησης αυτής την αριθμ.πρωτ: ...-2016 νεότερη Άδεια Κατοχής Πυροβόλου Όπλου και Οπλοφορίας για ένα περίστροφο ... με S.N: ..., στο οποίο δημόσιο έγγραφο βεβαιωνόταν ότι δήθεν ο κάτοχος του είχε αληθούς περιεχομένου αίτηση δικαιολογητικών και άρα νομίμως θα έφερε και θα κατείχε το προαναφερόμενο όπλο (περίστροφο)". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ1 αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27, 51 παρ.1, 53 και 220 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να παραβιάσει ευθέως, αλλά ούτε, σε κάθε περίπτωση(εκ πλαγίου αυτές. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την στοιχειοθέτηση της υπόστασης του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως (που είναι και απαραίτητα για την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 220 παρ.1 Π Κ) και συγκεκριμένα : α) δημόσιο έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 438 του ΚΠολΔ, που έχει, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, συνταχθεί, κατά τους νόμιμους τύπους, από τον καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό κρατικής υπηρεσίας (δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής) και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη, έναντι πάντων, του γεγονότος που βεβαιώνεται σ' αυτό (και όχι προορισμένο μόνο για την εξυπηρέτηση της εσωτερικής υπηρεσίας, παρέχοντας σε αυτήν πρόσφορες πληροφορίες και κρίσεις) και, συγκεκριμένα, εν προκειμένω η υπ'αριθμ. πρωτ. 1020/153762/Ε/5-δ/ 22-11-2016 άδεια κατοχής πυροβόλου όπλου και οπλοφορίας, με διάρκεια ισχύος έως 22-11 -2019,που εκδόθηκε από την αρμόδια προς τούτο υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας (αστυνομικούς υπαλλήλους του Τμήματος Όπλων και Εκρηκτικών της Υποδ/νσης Κρατικής Ασφάλειας Αττικής), β) βεβαίωση στο παραπάνω έγγραφο αναληθούς περιστατικού, για περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, αφού δεν καταχωρήθηκε σε αυτό μόνο η αίτηση του κατηγορουμένου για τη χορήγηση αδείας, αλλά και επιπλέον αυτής διαπιστωτικό περί της αληθείας των δηλώσεων του κατηγορουμένου περιστατικό και, συγκεκριμένα, ως προς το ότι ο κατηγορούμενος είχε τις νόμιμες προϋποθέσεις και εδικαιούτο (αφού του χορηγήθηκε η άδεια αυτή) να έχει την σχετικώς εκδοθείσα ως ανωτέρω άδεια κατοχής πυροβόλου όπλου και οπλοφορίας για ατομική του ασφάλεια, εν όψει του ότι, με την από 19-8-2016 αίτησή του και τα δικαιολογητικά που προσκόμισε στην αρμόδια προς τούτο υπηρεσία, προέβαλε την ιδιότητα του συνεργάτη του πολιτικού Ε. Κ., ισχυρισμός όμως ο οποίος ήταν αναληθής, διότι ήδη από τα τέλη Δεκεμβρίου 2015 είχε παύσει να παρέχει την εργασία του στον ανωτέρω πολιτικό είτε και να διατηρεί μαζί του οποιοδήποτε είδος συνεργασίας, ενώ αντιθέτως οι σχέσεις τους είχαν διαρραγεί και δεν είχαν πλέον επαφές, γ) εξαπάτηση του υπαλλήλου, ειδικότερα δε των προαναφερόμενων αστυνομικών υπαλλήλων της αρμόδιας υπηρεσίας της Ελληνικής Αστυνομίας για την χορήγηση της ως ανωτέρω άδειας, αφού τους παραπλάνησε συνυποβάλλοντας, με την προαναφερόμενη αίτησή του, προς απόδειξη του ισχυρισμού του (περί συνδρομής λόγων προσωπικής ασφαλείας), ένα φωτοαντίγραφο μιας ταυτότητας Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με τη φωτογραφία του, όπου αναγράφονταν (με λατινικούς χαρακτήρες) το ονοματεπώνυμο του ιδίου και του ως άνω πολιτικού καθώς και φωτοαντίγραφο μιας ταυτότητας συνεργάτη Ευρωβουλευτή της Βουλής των Ελλήνων με ημερομηνία έκδοσης 26-2-2015 με τη φωτογραφία του και το όνομά του, ενώ η μεταξύ τους συνεργασία, κατά τα προαναφερόμενα, είχε λήξει κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεώς του (19-8- 2016), αυτά δε ήταν και τα μόνα έγγραφα που αφορούσαν στην απόδειξη του ισχυρισμού του περί προσωπικών λόγων ασφαλείας, καθώς η άδεια και οι ανανεώσεις της είχαν λάβει χώρα αποκλειστικά και μόνο λόγω του κινδύνου που διατεινόταν ότι διέτρεχε ως συνεργάτης του πολιτικού Ε. Κ. και δ) πρόθεση του εξαπατήσαντος, δηλαδή δόλος, ο οποίος περιελάμβανε τη γνώση του δράστη ότι το βεβαιούμενο γεγονός (η κατοχή νόμιμης άδειας πυροβόλου όπλου και οπλοφορίας) είναι αναληθές περιστατικό, ότι η βεβαίωση γίνεται σε δημόσιο έγγραφο και ότι το βεβαιούμενο γεγονός μπορεί να έχει έννομες συνέπειες για τον εαυτό του (την χορήγηση της ανωτέρω άδειας) και, περαιτέρω, την θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην εξαπάτηση (παραπλάνηση) του δημοσίου υπαλλήλου, με οποιονδήποτε τρόπο, αφού ουδείς λόγος περί απειλών σε βάρος του ή περί άλλης πηγής κινδύνου ασφαλείας προεβλήθη από αυτόν, ούτε προσκόμισε κάποιο αποδεικτικό (όπως κάποιο αστυνομικό δελτίο συμβάντων) εκ του οποίου να μπορούσε να συναχθεί κάτι τέτοιο και, επομένως, προβάλλοντας την ιδιότητα του συνεργάτη του ανωτέρω πολιτικού, ως μόνον δικαιολογητικά λόγο για την ανανέωση της άδειας οπλοφορίας που κατείχε, εν γνώσει του παραπλάνησε τους αρμόδιους αστυνομικούς υπαλλήλους της ως άνω υπηρεσίας να ανανεωθεί η κατά τα ανωτέρω άδεια, που άλλως δεν θα μπορούσε. Καθόσον δε αφορά στην εξέταση του μάρτυρα αστυνομικού Δ. Γ., ως προς την οποία ο αναιρεσείων εξαίρει ένα σημείο της για να στηρίξει τον ισχυρισμό του ότι δεν θεμελιώνεται το προκείμενο αδίκημα, επισημαίνεται, ενδεικτικώς, ότι περαιτέρω ο ίδιος μάρτυρας καταθέτει ότι "...Στην συγκεκριμένη περίπτωση απλώς θυμάμαι είχε γίνει (...) υπήρχε άδεια πρότερη, είχε γίνει ανάγνωση και σε επόμενη ανανέωση υπήρχαν τα δικαιολογητικά αυτά που υπήρχαν στον ενδιαφερόμενο, δεν τα θυμάμαι όλα πως είναι. Η διαφορά ήτανε που υπήρχε, δηλαδή το θέμα έγινε ουσιαστικά για μία βεβαίωση που ήτανε ουσιαστικά επαναλαμβανόμενη δηλαδή ήτανε φωτοτυπία της προηγούμενης αίτησης, δεν ήταν αρχική αίτηση είχε μια βεβαίωση από το γραφείο του κυρίου Κ., ότι εργάζεται εκεί και τα λοιπά σαν δικαιολογητικά επί πλέον. Αυτό τώρα δεν ήταν ξανά απ' την αρχή, δηλαδή δεν ήτανε γραμμένη η βεβαίωση πάλι η καινούργια ήτανε ουσιαστικά συνέχεια της προηγούμενης, κάθε φορά στην ανανέωση έμπαινε μέσα στα δικαιολογητικά. Ανανεώθηκε η άδεια, γιατί εντάξει εμείς δεν μπορούσαμε να διαπιστώσουμε αν όντως ισχύει ακόμα ή αν έχουν σχέση ή οτιδήποτε και από ότι θυμάμαι μετά από λίγο καιρό κάποιο θέμα, ο κύριος Κ. ασχολήθηκε νομίζω ρώτησε με έγγραφο του ποιοι έχουν άδεια οπλοφορίας απ' το προσωπικό που υποτίθεται είχε στο γραφείο του και από κει ανατρέξαμε στο φάκελο, είδαμε ότι έχει γίνει ανανέωση της αδείας και μας ενημέρωσε ο κύριος Κ. με έγγραφο ότι δεν υφίσταται πια εργασιακή σχέση...", δηλαδή προκύπτει αδιαστίκτως ότι εκτιμήθηκε στο σύνολο της η κατάθεση αυτή (όπως και του μάρτυρα υπεράσπισης στο πλαίσιο της εν γένει συζητήσεως της υποθέσεως) για να καταλήξει το δικαστήριο της ουσίας στο αποδεικτικό του πόρισμα, μαζί με τα έγγραφα και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, χωρίς η εκτίμηση των αποδείξεων, ακόμη και η εσφαλμένη αυτών, καθώς και η αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, ή η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, να θεμελιώνει αναιρετικό λόγο, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της αποφάσεως, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, καθώς και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Δ' αντιστοίχως του Κ.Ποιν.Δ.), είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 578 παρ. 1 σε συνδυασμό με 577 παρ. 1 Κ.Π.Δ., όπως ισχύουν από 1.5.2024, μετά το ν. 5090/2024).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-3-2024 και με αριθμό γενικού πρωτοκόλλου 2054/13-3-2024 δήλωση - αίτηση του Η. Φ. του Κ., για αναίρεση της με αριθμό ΗΤ 2954/16-11-2023 απόφασης του Η' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουλίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ