Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 949 / 2024    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 949/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Μιχαήλ Αποστολάκη, Νίκη Κατσιαούνη, Φωτεινή Μηλιώνη-Εισηγήτρια και Αντιγόνη Τζελέπη Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Ιουλίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Καπαγιάννη και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Σ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Νατάσα Ζαραλίδου- Ιντζεσίλογλου, για αναίρεση της απόφασης 1626/2023 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων .... Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων ... με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10-5-2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 560/2024.
Αφού άκουσε Ι)Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης ως προς τους λόγους εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ', Ε' ΚΠοινΔ και συγκεκριμένα της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης όσον αφορά το σκέλος της μη αιτιολόγησης του δόλου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους λόγους αυτούς και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση κατά το αναιρούμενο μέρος της και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΙΙ)Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 10.5.2024 αίτηση του Ν. Σ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1626/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων ..., το οποίο δίκασε σε δεύτερο βαθμό και κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας των άρθρων 155 παρ. 2 περ. ζ` και 157 παρ. 1 περ. α εδ. α ν. 2960/2001 και τον καταδίκασε, μετά από αναγνώριση στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α` και ε` του ΠΚ, σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα, από δικαιούμενο και έχον προς τούτο συμφέρον πρόσωπο, με δήλωση που επιδόθηκε στις 13.5.2024 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρα 466 παρ.1, 474 παρ. 2Α ΚΠοινΔ) και εμπρόθεσμα, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο οικείο βιβλίο στις 23.4.2024. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 462, 464, 473 παρ. 2 και 3, 474 παρ. 4, 504 παρ. 1 και 505 παρ.1α ΚΠοινΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή αναιρετικών λόγων, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α`, Δ` και Ε ΚΠοινΔ (απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 155§1α και β' του Ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας" λαθρεμπορία είναι α) η εντός του τελωνειακού εδάφους εισαγωγή ή εξ αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο παρ' αυτής τόπο και χρόνο, β) οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος. Επίσης, κατά την §2 εδαφ. ζ' του ως άνω άρθρου 155 του Ν.2960/2001, ως λαθρεμπορία θεωρείται και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ιδρύεται αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπο, εκτός του εισαγωγέα, εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, τέλος, φόρο ή δικαίωμα και που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους, χωρίς άδεια της τελωνειακής αρχής. Υποκειμενικώς δε, για τη στοιχειοθέτηση στην περίπτωση αυτή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση, κατά τον κρίσιμο χρόνο, του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που αγόρασε, πώλησε ή κατέχει είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την παραπάνω έννοια, καθώς και στη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση από τον οφειλόμενο δασμό, τέλος ή δικαίωμα και λοιπές επιβαρύνσεις. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 53 του άνω Ν. 2960/2001, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3336/2005, ''Επιβάλλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) στα ενεργειακά προϊόντα, στην ηλεκτρική ενέργεια, στην αλκοόλη, στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα.". Κατά τη διάταξη του άρθρου 54§1 του ίδιου νόμου: "Στον ειδικό φόρο κατανάλωσης υπόκεινται τα προϊόντα του άρθρου 53, τα οποία παράγονται ή εξορύσσονται, ανάλογα με την περίπτωση, στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από άλλα κράτη - μέλη ή εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας". Σύμφωνα δε με το άρθρο 72§ 1 του ίδιου νόμου, ως ενεργειακά προϊόντα θεωρούνται, μεταξύ των άλλων αναφερομένων, τα λάδια από πετρέλαιο, η μεθανόλη, εφόσον δεν είναι συνθετικής προέλευσης και πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο θέρμανσης ή ως καύσιμο κινητήρων, χημικά προϊόντα και παρασκευάσματα των χημικών ή συναφών βιομηχανιών .... εφόσον πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμα θέρμανσης ή ως καύσιμα κινητήρων , οι υδρογονάνθρακες και λοιπά πετρελαιοειδή, ενώ στην §5 του άρθρου 73 του ίδιου νόμου, το οποίο ορίζει τους Συντελεστές Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, προβλέπεται ότι ''Εκτός από τα προϊόντα του άρθρου 72 του παρόντα Κώδικα, (σε Ε.Φ.Κ. υπόκειται) κάθε προϊόν το οποίο πρόκειται να χρησιμοποιηθεί η διατίθεται προς πώληση ή χρησιμοποιείται ως καύσιμο κινητήρων ή ως πρόσθετο ή αυξητικό του τελικού όγκου του καυσίμου κινητήρων, το οποίο και φορολογείται με το συντελεστή του ισοδυνάμου καυσίμων κινητήρων". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης στα υγρά καύσιμα-βενζίνη και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών σύμφωνα με τις διατάξεις του ανωτέρω τελωνειακού Κώδικα. Περαιτέρω, με το άρθρο 119Α "Παραβάσεις¬ Κυρώσεις" του Ν.2960/2001, ορίζονται τα ακόλουθα: Στην §1, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 26 παρ.6 του ν. 3943/2011, "Με την επιφύλαξη των διατάξεων της επόμενης παραγράφου, η μη τήρηση των διατυπώσεων του τρίτου μέρους του παρόντος Κώδικα χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση κατά τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 142 και επόμενα του παρόντος Κώδικα και επισύρει πρόστιμο από πεντακόσια (500) ευρώ μέχρι δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ για κάθε παράβαση, ανάλογα με την βαρύτητα και τη συχνότητά της .... Στην §2 " Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του παρόντος Κώδικα με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται και τιμωρούνται διοικητικώς και ποινικώς ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επόμενα του παρόντος Κώδικα. Το πολλαπλό τέλος επιβάλλεται και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας. Στην §3 "Οι εκτός των περιπτώσεων των προηγούμενων παραγράφων 1 και 2 διαπραττόμενες παραβάσεις, κατά την παραγωγή, μεταποίηση, κατοχή, μεταφορά και πώληση των προϊόντων του άρθρου 53 του παρόντος Κώδικα, τιμωρούνται με τις ειδικότερες διατάξεις που ισχύουν, κατά περίπτωση, για τα προϊόντα αυτά". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι υπό την ισχύ του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα η καθ' οιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του οφειλομένου για τα υγρά καύσιμα-βενζίνη ειδικού φόρου κατανάλωσης είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη και χαρακτηρίζεται ως λαθρεμπορία, η οποία τιμωρείται κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 157 του ανωτέρω νόμου (Ολ.ΑΠ 1/2019). Από δε τη συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 119Α παρ. 2, 155 παρ. 2 περ. ζ' και 157 Ν. 2960/2001 συνάγεται ότι και η κατοχή προϊόντων που υπάγονται σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης ανεξαρτήτως της χώρας προέλευσης ή παραγωγής ( ακόμη και εάν παράγονται στην Ελλάδα) και τα οποία κατέχονται με τέτοιον τρόπο ώστε να αποφεύγεται ή να επιχειρείται η αποφυγή καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, μεταξύ των οποίων και ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης, χαρακτηρίζεται ως λαθρεμπορία και τιμωρείται και ποινικά ως τέτοια (η απλή πλημμεληματική της μορφή με φυλάκιση τουλάχιστον 6 μηνών, κατ' αρθρ.157§1α εδ.α') (ΑΠ 4/2023, ΑΠ 272/2022, ΑΠ 1601/2022, ΑΠ 1588/2022, ΑΠ 1058/2022, ΑΠ 1097/2019). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ., όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού (σκεπτικού) με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ` επιλογή, αφού η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης δεν μπορεί να είναι επιλεκτική, ούτε αντιφατική, να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα δεδομένα της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν κατ` αυτήν, διότι τότε δημιουργούνται λογικά κενά και μια τέτοια αιτιολογία πάσχει και δεν θεωρείται εμπεριστατωμένη, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα υπόλοιπα (ΑΠ 482/2023, ΑΠ 147/2023, ΑΠ 1007/2022). Έτσι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας όταν δεν είναι βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη στο σύνολό τους κάποια έγγραφα ή το συνολικό περιεχόμενο μαρτυρικών καταθέσεων (Ολ. ΑΠ 2/2022). Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 355/2023, ΑΠ 1693/2022, ΑΠ 617/2021). Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ` αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, καθόσον αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν αντικειμενικά το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα της λαθρεμπορίας, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου ο νόμος απαιτεί σκοπό του δράστη να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση από τον οφειλόμενο δασμό, τέλος ή δικαίωμα και λοιπές επιβαρύνσεις επί των εισαγόμενων ή εξαγόμενων εμπορευμάτων (ΑΠ 540/2024, ΑΠ 1033/2022, ΑΠ 1225/2019). Περαιτέρω, η απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που πρέπει να παρατίθεται, εκτός από την κύρια επί της ενοχής απόφαση, στις οριστικές ή παρεμπίπτουσες αποφάσεις ή σε αυτές που η έκδοσή τους έχει αφεθεί στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου, εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή, αυτούς, που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.2 του ΚΠΔ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 333 παρ.2 εδ. α και β του ίδιου Κώδικα και κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Όσον αφορά δε τους αρνητικούς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή, εκείνους με τους οποίους αρνείται (γενικά ή ειδικά) ή αποκρούει στοιχεία της κατηγορίας, λόγω της φύσης τους, αντιμετωπίζονται μεν με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή, πλην όμως υπό το πρίσμα των ρυθμίσεων του νέου ΚΠΔ, που με την πρόβλεψη, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 171, απόλυτης ακυρότητας στις περιπτώσεις παραβίασης υπερασπιστικών εκφάνσεων του δικαιώματος ακρόασης που παρέχεται στον κατηγορούμενο, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 177 ΚΠΔ, στο οποίο τυποποιείται ιστορικά η αρχή της ηθικής απόδειξης και 178 ΚΠΔ (στο οποίο ενσωματώθηκε το πρώτο εδάφιο του άρθρου 179 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ) και το οποίο αφορά στο απεριόριστο των αποδεικτικών μέσων και στην υποχρέωση των δικαστικών προσώπων να ερευνούν με επιμέλεια κάθε στοιχείο ή αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος, αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια, αλλά και να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα, καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια των αυτονόητα απορρεουσών από το τεκμήριο αθωότητας αρχών της μη υποχρέωσης του κατηγορουμένου να αποδείξει την αθωότητά του και της αρχής in dubio pro reo, διαμορφώνεται μια ορθότερη από συστηματική άποψη κεντρική αρχή για τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού, κατά τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης, η οποία αντανακλά πληρέστερα την άρρηκτη σχέση του δικαιώματος υπεράσπισης με το δικαίωμα ακρόασης και αποδίδει την πραγματική νομική διάσταση του δικαιώματος αυτού ως υπερασπιστικού δικαιώματος που αξιώνει τυπικά και ουσιαστικά ίση προστασία (Αιτιολογική έκθεση Ν. 4620/2019 - Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σελ.52-56). Τούτων παρέπεται, ότι οι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί του κατηγορουμένου εξακολουθούν, λόγω της φύσης τους, ως συνδεόμενοι με στοιχεία τόσο της αντικειμενικής, όσο και της υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης που εκδικάζεται, να αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή, πλην όμως, εντασσόμενοι στην παραπάνω κεντρική αρχή για τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού κατά τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης, απαιτούν ευρύτερη και αυτεπάγγελτη έρευνα, στα πλαίσια των ως άνω αρχών κάθε αποδεικτικού στοιχείου για την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας και τη θεμελίωση σε αυτή της τελικής κρίσης του Δικαστηρίου. (ΑΠ 523/2024, ΑΠ 32/2021, ΑΠ 337/2021).
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 3/2008, ΑΠ 540/2024, ΑΠ 1378/2022, ΑΠ 586/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ` αριθ. 1626/2023 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων ... που την εξέδωσε, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ` είδος σ` αυτή (ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης στο ακροατήριο, αναγνωσθέντα πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης και αναγνωσθέντα έγγραφα), δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "Ο εκκαλών-κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από τις 23-8-2016 έως τις 15-9-2016 ήταν μοναδικός εταίρος και διαχειριστής της μονοπρόσωπης εταιρίας με την επωνυμία "..." και με διακριτικό τίτλο <<...>>, διατηρούσε δε και εκμεταλλεύονταν επιχείρηση πρατηρίου υγρών καυσίμων και πλυντηρίου αυτοκινήτων στα ... του Δήμου ... σε μισθωμένο χώρο επί της οδού ... Ο ίδιος, όπως προέκυψε από γενόμενο έλεγχο στο ανωτέρω πρατήριο, που διενεργήθηκε στις 23/8/2016 από υπαλλήλους του Γραφείου Κινητών Ομάδων Ελέγχου του Α' Τελωνείου ..., κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα κατείχε και πώλησε εμπορεύματα που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, ήτοι εμπορεύματα υποκείμενα σε εισαγωγικούς δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις, που εισπράττονται στα Τελωνεία χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής και συγκεκριμένα ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της παραπάνω εταιρίας διέθεσε {πώλησε} προς τρίτους 7.490 λίτρα καυσίμου αμόλυβδης βενζίνης και 7.383,777 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης ως προέκυψε από τη διαφορά των ενδείξεων των αθροιστών - μετρητών που εμφανίζονταν στις αντλίες με αριθμό 2, ήτοι 157.490 καύσιμο βενζίνης αμόλυβδης και με αριθμό 5, ήτοι 98.351,067 καύσιμο πετρελαίου θέρμανσης με τις αντίστοιχες ενδείξεις των αθροιστών - μετρητών που εμφανίζονταν στην οθόνη του υπολογιστή του συστήματος εισροών-εκροών, ήτοι 150.000 καύσιμο βεvζίνης αμόλυβδης και 90.967,290 καύσιμο πετρελαίου θέρμανσης και κατά συνέπεια διέθεσε τις ανωτέρω ποσότητες καυσίμων που διακινήθηκαν εκτός συστήματος εισροών-εκροών χωρίς παραστατικά και χωρίς να προκύπτει η νόμιμη προέλευση και διάθεση τους στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά τα αδίκημα της λαθρεμπορίας, το δε σύνολο των διαφυγόντων δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων (ΡΑΕ, ΔΑΣΜΟΙ, ΕΦΚ , Ν. 1571, ΔΕΤΕ, ΦΠΑ, ΦΠΑ-ΡΑΕ) ανέρχεται στο ποσό των 9.896,93 ευρώ εκ των οποίων τα 7.107,09 ευρώ αντιστοιχούν σε επιβαρύνσεις για τη ποσότητα της αμόλυβδης βενζίνης και τα 2.789,84 ευρώ σε επιβαρύνσεις για τη ποσότητα πετρελαίου θέρμανσης. Ο εκκαλών-κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι δύο (2) αντλίες και συγκεκριμένα οι αντλίες 2 και 5 ήδη από την έναρξη της δραστηριοποίησης του στο συγκεκριμένο πρατήριο υγρών καυσίμων ήταν παροπλισμένες, λόγω προβλημάτων που αντιμετώπιζαν και δεν επιλύθηκαν, και ουδέποτε διακινήθηκε βενζίνη από την επιχείρησή του μέσω των συγκεκριμένων δύο (2) αντλιών. Οι ισχυρισμοί αυτοί κρίθηκαν απορριπτέοι από τα ελεγκτικά όργανα για την κατάφαση του συμπεράσματός τους περί λαθρεμπορίας αξίζει δε να επισημανθεί ότι ο εκκαλών-κατηγορούμενος δεν παρέχει κάποια πειστική εξήγηση για τον λόγο για τον οποίο δεν αποκαταστάθηκαν οι επικαλούμενες βλάβες στις ανωτέρω δύο αντλίες ούτε και τον λόγο για τον οποίο δεν προέβη στην οριστική κατάργηση των αντλιών 2 και 5 και στην ενημέρωση του οικείου φακέλου που τηρείται στην αρμόδια Διεύθυνση Μεταφορών, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι οι παραπάνω αντλίες συμπεριλήφθησαν κανονικά στην άδεια λειτουργίας του πρατηρίου. Το Δικαστήριο δεν διατηρεί καμία αμφιβολία ότι τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα του Α' Τελωνείου Θεσσαλοvίκης καταλήγοντας στα συμπεράσματά τους περί λαθρεμπορίας προέβησαν προηγουμένως σε πλήρη και ενδεδειγμένο έλεγχο των ενδείξεων και των καταγραφών του εγκατασταθέντος στο παραπάνω πρατήριο υγρών καυσίμων συστήματος εισροών - εκροών και τον έλεγχο των ενδείξεων των ηλεκτρονικών αθροιστών των αντλιών λαμβάνοντας υπόψη τους κάθε διαθέσιμο προς έλεγχο στοιχείο. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι συνεπεία της διαπιστωθείσας ελαττωματικότητας των παραπάνω δύο (2) αντλιών και του παροπλισμού και της θέσεως αυτών εκτός λειτουργίας, είναι πολύ πιθανό vα παρουσιάσθηκαν προβλήματα στις ενδείξεις των ηλεκτρονικών αθροιστών των εν λόγω αντλιών συνεπεία κάποιου βραχυκυκλώματος ή κάποιας διακοπής ρεύματος, τυχαία γεγονότα που ενδεχομένως να επηρέασαν και τις ενδείξεις των ηλεκτρονικών αθροιστών τωv αντλιών, ώστε να εμφανίζεται απόκλιση, δεν αποδείχθηκαν από κανένα αποδεικτικό μέσο αντιθέτως απορρίφθηκαv κατηγορηματικά από τα όσα με σαφήνεια και απολύτως αξιόπιστα κατέθεσε στο ακροατήριο ο εξετασθείς μάρτυρας - τελωνειακός υπάλληλος. Συνακόλουθα, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη που του αποδίδεται ". Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας των άρθρων 155 παρ. 2 περ. ζ`, 157 παρ. 1 περ. α εδ. α ν. 2960/2001 και τον καταδίκασε, μετά από αναγνώριση στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α` και ε` του ΠΚ, σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο έ ν ο χ ο του ότι στη Θεσσαλονίκη κατά το χρονικό διάστημα από τις 23-8-2016 έως τις 15-9-2016 κατείχε και πώλησε εμπορεύματα που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, ήτοι εμπορεύματα υποκείμενα σε εισαγωγικούς δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής και συγκεκριμένα ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρείας πώλησης υγρών καυσίμων με την επωνυμία ... που εδρεύει στην οδό ... στα ... ..., διέθεσε (πώλησε) προς τρίτους 7.490 λίτρα καυσίμου αμόλυβδης βενζίνης και 7.383,777 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης ως προέκυψε από τη διαφορά των ενδείξεων των αθροιστών - μετρητών που εμφαvίζονταν στις αντλίες με αριθμό 2, ήτοι 157.490 καύσιμο βενζίνης αμόλυβδης και με αριθμό 5, ήτοι 98.351,067 καύσιμο πετρελαίου θέρμανσης με τις αντίστοιχες ενδείξεις των αθροιστών - μετρητών που εμφανίζονταν στην οθόνη του υπολογιστή του συστήματος εισροών-εκροών, ήτοι 150.000 καύσιμο βενζίνης αμόλυβδης και 90.967,290 καύσιμο πετρελαίου θέρμανσης, συνεπώς διέθεσε τις ανωτέρω ποσότητες καυσίμων που διακινήθηκαν εκτός συστήματος εισροών-εκροών χωρίς παραστατικά και χωρίς να προκύπτει η νόμιμη προέλευση και διάθεση τους στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, το δε σύνολο των διαφυγόντων δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων (ΡΑΕ, ΔΑΣΜΟΙ, ΕΦΚ, Ν. 1571, ΔΕΤΕ, ΦΠΑ, ΦΠΑ-ΡΑΕ) ανέρχεται στο ποσό των 9.896,93 ευρώ εκ των οποίων τα 7.107,09 ευρώ αντιστοιχούν σε επιβαρύνσεις για τη ποσότητα της αμόλυβδης βενζίνης και τα 2.789,84 ευρώ σε επιβαρύνσεις για τη ποσότητα πετρελαίου θέρμανσης ". Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όσον αφορά τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του προαναφερθέντος αδικήματος της λαθρεμπορίας, αφού εκθέτει μεν σε αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας με τη μορφή της κατοχής και πώλησης εμπορευμάτων που ήταν προϊόντα λαθρεμπορίας, πλην όμως δεν διαλαμβάνει ουδεμία αναφορά πραγματικών περιστατικών που συντείνουν στην κατάφαση του υποκειμενικού στοιχείου του άμεσου δόλου, ότι δηλαδή ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, κατά τον κρίσιμο χρόνο, γνώριζε ότι τα εμπορεύματα που βρίσκονταν στην κατοχή του (βενζίνη και πετρέλαιο θέρμανσης) είναι προϊόντα λαθρεμπορίας και ήθελε να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τους οφειλόμενους δασμούς, τέλη και λοιπές επιβαρύνσεις, ενόψει και του προβληθέντος ισχυρισμού του ότι απουσίαζε επί μακρόν, και κατά τον κρίσιμο χρόνο, στις Η.Π.Α., με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της συγκεκριμένης διάταξης και να στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης.
Συνεπώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προβάλλονται οι από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, όσον αφορά το σκέλος της μη αιτιολόγησης της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος της λαθρεμπορίας, είναι βάσιμοι και θα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Οι λοιπές αιτιάσεις όμως του αναιρεσείοντος, ότι το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προχώρησε σε εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων περί λαθρεμπορίας, καθόσον δεν διευκρινίζεται στο σκεπτικό του ποια ακριβώς αξιόποινη πράξη λαθρεμπορίας τέλεσε, ήτοι αγορά, κατοχή ή πώληση και πως προκύπτει η λαθραία προέλευση της εν λόγω ποσότητας των καυσίμων, θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες, καθόσον, από την επισκόπηση του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και του διατακτικού της, προκύπτει αδιαστίκτως, αφενός μεν ότι ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για λαθρεμπορία με τις μορφές της κατοχής και πώλησης εμπορευμάτων για τα οποία δεν είχαν καταβληθεί στο Ελληνικό Δημόσιο οι αναλογούσες δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις, αφετέρου δε και η λαθραία προέλευση αυτών ενόψει της αναφοράς ότι οι εν λόγω ποσότητες διακινήθηκαν εκτός συστήματος εισροών-εκροών και χωρίς παραστατικά, δεδομένου ότι και η μη τήρηση των διατυπώσεων του τρίτου μέρους του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, με σκοπό τη μη καταβολή των φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, συνιστά, σύμφωνα με τις ως άνω νομικές σκέψεις, λαθρεμπορία. Τέλος, ο αναιρεσείων αβάσιμα διατείνεται ότι το Δικαστήριο δεν εξέτασε και δεν απάντησε στον αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό του, τον οποίο προέβαλε προφορικώς και γραπτώς δια της συνηγόρου υπεράσπισής του και καταχωρήθηκε στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης κατ' αρθρ.141 §2 ΚΠΔ (σελ.3-13 των πρακτικών), ότι δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της λαθρεμπορίας, διότι ουδεμία φυσική ενέργεια, συμμετοχή ή δόλος αποδεικνύεται από το σύνολο των περιγραφομένων γεγονότων, δοθέντος του ότι και οι δύο αντλίες ήταν παροπλισμένες και δεν λειτουργούσαν, ουδέποτε ο ίδιος προμηθεύτηκε ή πώλησε πετρέλαιο και επιπλέον δεν έγινε ορθός έλεγχος από τις αρμόδιες Αρχές, καθόσον, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 30 των πρακτικών), το δικαστήριο ερεύνησε και απάντησε επί του εν λόγω ισχυρισμού.
Συνεπώς, ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθε και επομένως ο σχετικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510§1Α του ΚΠοινΔ είναι αβάσιμος. Οι υπόλοιπες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, υπό την επίκληση του λόγου της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου περί τα πράγματα, είναι απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τις παραδοχές αυτές και δεν συνιστά λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το προαναφερόμενο μέρος, να γίνει δεκτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρα 519 και 522 του ΚΠοινΔ), ενώ πρέπει να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ τη με αριθμό 1626/2023 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την αίτηση αναίρεσης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουλίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ