Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 960 / 2024    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 960/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ελένη Μπερτσιά, Κωνσταντίνα Νάκου και Λεωνίδα Χατζησταύρου-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Χρήστου Μπαρδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Κ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Παπαϊωαννίδη, για αναίρεση της αποφάσεως 1357/2023 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κέρκυρας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24-1-2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 155/2024.
Αφού άκουσε Ι)Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: 1) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, 2) να παύσει υφ' όρον, κατ' άρθρο 63 παρ. 2 Ν. 4689/2020, η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου για την πράξη για την οποία κατηγορείται, υπό τον όρο (υπό τον οποίο τελεί η παύση της ως άνω ποινικής δίωξης), ότι ο κατηγορούμενος δεν θα υποπέσει μέσα σε δύο (2) έτη από τη δημοσίευση του Ν. 4689/2020 σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και δεν θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι (6) μηνών, 3) να διαβιβασθεί η δικογραφία στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κέρκυρας για τις δικές του κατά νόμο ενέργειες και 4) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης.
ΙΙ)Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, με αριθμό πρωτ. 1/2024 αίτηση του αναιρεσείοντος, Ι. Κ. του Β., κατοίκου ..., με δήλωσή του ενώπιον της γραμματέως του Πρωτοδικείου Κέρκυρας, στις 24-1-2024, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 1357/2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ). Είναι, συνεπώς, αυτή παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Στο άρθρο 2 παρ.1 του νέου ΠΚ ορίζεται, ότι "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τροποποιείται η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγούμενου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι σαφές ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Επιεικέστερος είναι ο νόμος, που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα, οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν, δεν αποκλείεται δε σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται αφενός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. Για τον χαρακτηρισμό νόμου ως επιεικέστερου με βάση το ύψος της απειλούμενης ποινής, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων, εάν δε από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για τον χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε στερητικών της ελευθερίας ποινών, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή (ΑΠ 961/2023, ΑΠ 560/2023, ΑΠ 383/2023). Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ` του ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία, που δεν του παρέχεται από τον νόμο ή έχει μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή, όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από τον νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι` αυτό κατά τον νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (Ολ. ΑΠ 1/2008, 3/2005, ΑΠ 982/2023). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 470 εδ. α' του ΚΠΔ, επί ενδίκου μέσου, που ασκήθηκε εναντίον καταδικαστικής απόφασης, από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν επιτρέπεται να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου, με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως, και δη είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχείρισης αυτού, δηλαδή κυρίως εάν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ή αν καταδικάζεται για πράξη για την οποία δεν είχε ασκηθεί ποινική δίωξη, ούτε είχε καταδικασθεί στον πρώτο βαθμό (νομική χειροτέρευση), διαπιστούμενη με τη σύγκριση του περιεχομένου των διατακτικών, αφενός της απόφασης που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου αυτής που εκδίδεται από το δικαστήριο του ένδικου μέσου. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν, επί εφέσεως του καταδικασθέντος πρωτοδίκως, το Εφετείο καταδίκασε τον εκκαλούντα για έγκλημα βαρύτερο εκείνου για το οποίο είχε καταδικαστεί πρωτοδίκως, έστω και αν επέβαλε την ίδια ή ακόμη και μικρότερη ποινή από την επιβληθείσα πρωτοδίκως. Είναι δε βαρύτερο το έγκλημα, όταν η για τούτο αφηρημένα από τον νόμο προβλεπόμενη ως προς το ανώτατο ή και ως προς το ελάχιστο όριο ποινή, είναι μεγαλύτερη από αυτήν που προβλέπεται για το άλλο έγκλημα (ΑΠ 1384/2017, ΑΠ 299/2010, ΑΠ 487/2004). Ωστόσο, δεν υφίσταται υπέρβαση εξουσίας, όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (με την επιφύλαξη των ανωτέρω) αποσαφηνίζει, συμπληρώνει και προσδιορίζει ακριβέστερα, σύμφωνα με τα πορίσματα της ακροαματικής διαδικασίας, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την πράξη, ή όταν, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, προσδίδει στην πράξη τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον αυτός στηρίζεται στα ίδια γεγονότα της ποινικής δίωξης που έχει ασκηθεί, ή όταν διορθώνεται και βελτιώνεται κάποιο ιστορικό στοιχείο, που δεν μεταβάλλει ουσιωδώς την κατηγορία (Ολ. ΑΠ 1/2015, ΑΠ 1387/2022, ΑΠ 548/2021). Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 353 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Π.Κ. "Όποιος δημόσια επιχειρεί ακόλαστη πράξη και προκαλεί μ' αυτήν σκάνδαλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. 2. Όποιος εν γνώσει προσβάλλει βάναυσα την αιδώ άλλου με ακόλαστη πράξη που ενεργείται ενώπιόν του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών ή με χρηματική ποινή. Αν η πράξη του προηγούμενου εδαφίου ενεργείται ενώπιον προσώπου νεότερου των δεκαπέντε ετών τιμωρείται με φυλάκιση. Για την ποινική δίωξη των πράξεων αυτής της παραγράφου απαιτείται έγκληση". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της πρόκλησης σκανδάλου με ακόλαστες πράξεις μπορούσε να τελεστεί με δύο αυτοτελείς τρόπους: α) με την τέλεση δημόσια ακόλαστης πράξης και εντεύθεν πρόκληση σκανδάλου (παρ. 1) και β) με την βάναυση προσβολή της αιδούς άλλου με ακόλαστη πράξη, επιχειρούμενη ενώπιον αυτού (παρ. 2). Ειδικότερα, με την διάταξη της παρ. 1 προστατευόταν η αιδώς του κοινωνικού συνόλου, ενώ με την παρ. 2 προστατεύονταν τα κατ' ιδίαν άτομα από μια ενδεχόμενη, ανεπιθύμητη από αυτά, αντιπαράθεση με μια βάναυσα προσβλητική γενετήσια δραστηριότητα. Ακόλαστη πράξη νοείται η ενέργεια ή εκδήλωση του υπαιτίου, που πηγάζει από απρεπή, κατά τα κοινά ήθη, παρεκτροπή της γενετήσιας ορμής ή τείνει σε διέγερση αυτής, εξεταζόμενη δε αντικειμενικώς κατά τις συγκεκριμένες περιστάσεις και τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, προσβάλλει έντονα το αίσθημα της αιδούς και της ηθικής. Ως σκάνδαλο θεωρείται η ψυχική αντίδραση του κοινού, που δημιουργείται απέναντι στην προσβολή της αιδούς και της ηθικής, η οποία έγινε από την πράξη, την οποίαν οι ομαλώς ευαίσθητοι άνθρωποι αθέλητα βλέπουν, ως δημόσια τέλεση νοείται η τέλεση της πράξης, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να υποπέσει στην αντίληψη αόριστου αριθμού προσώπων, άλλων, εκτός από εκείνα, προς τα οποία απευθύνεται, όπως συμβαίνει όταν τελείται η πράξη σε δημόσιο δρόμο, δια της οποίας διέρχεται μεγάλος αριθμός ατόμων, στους οποίους ο δράστης, εφόσον δεν έχει λάβει τα κατάλληλα μέτρα, μπορεί να γίνει αντιληπτός, ενώ ως αιδώς νοείται η σεμνότητα ή συστολή του ατόμου προς ό,τι ανάγεται στη σφαίρα της γενετήσιας ζωής, σύμφωνα με την κοινή αντίληψη (ΑΠ 1015/2015, ΑΠ 863/2013). Υποκειμενικώς, στην περίπτωση της παρ. 1, απαιτείται δόλος και αρκεί και ενδεχόμενος, που περιλαμβάνει γνώση του δράστη ότι τελεί ακόλαστη πράξη και μάλιστα δημόσια, καθώς και ότι η πράξη του είναι ικανή, υπό τις συνθήκες που τελείται, να προκαλέσει σκάνδαλο (ΑΠ 183/2014). Με τον νέο Ποινικό Κώδικα (ν. 4619/2019), το άρθρο 353 ΠΚ έλαβε νέα μορφή, υπό τον τίτλο προσβολή της γενετήσιας ευπρέπειας, ως εξής: "1. Όποιος εν γνώσει προσβάλλει βάναυσα τη γενετήσια ευπρέπεια άλλου με πράξη γενετήσιου χαρακτήρα που ενεργείται ενώπιόν του τιμωρείται με χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας. Αν η πράξη του προηγούμενου εδαφίου ενεργείται ενώπιον προσώπου νεότερου των δεκαπέντε ετών τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή. 2. Για την ποινική δίωξη της πράξης της προηγούμενης παραγράφου απαιτείται έγκληση". Εν τέλει, με το άρθρο 83 του ν. 4855/2021, η παρ. 2 του άρθρου 353 ΠΚ διαμορφώθηκε ως εξής: "2. Για την ποινική δίωξη της πράξης του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 απαιτείται έγκληση". Συγκεκριμένα, με το άρθρο 353 του νέου ΠΚ, παραλείφθηκε η παρ. 1 του προϊσχύσαντος αντίστοιχου άρθρου (επιχείρηση ακόλαστης πράξης δημόσια), η δε παρ. 2 αυτού αναμορφώθηκε, με την αντικατάσταση των όρων "αιδώς" και "ακόλαστη πράξη" από τους όρους "γενετήσια ευπρέπεια" και "πράξη γενετήσιου χαρακτήρα", αντίστοιχα. Συνακόλουθα, κατά τη νέα διάταξη του άρθρου 353 ΠΚ, την πράξη τελεί όποιος εν γνώσει προσβάλλει βάναυσα την γενετήσια ευπρέπεια άλλου με πράξη γενετήσιου χαρακτήρα, που ενεργείται ενώπιόν του. Περαιτέρω, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι επιεικέστερες είναι οι διατάξεις του άρθρου 353 του νέου Ποινικού Κώδικα, καθόσον, για την εν γνώσει βάναυση προσβολή της γενετήσιας ευπρέπειας άλλου με πράξη γενετήσιου χαρακτήρα, που ενεργείται ενώπιόν του (παρ. 1 εδ. α'), προβλέπεται χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας, ενώ στην αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 353 παρ. 2 εδ. α' του προγενέστερου ΠΚ προβλεπόταν ποινή φυλάκισης μέχρι έξι (6) μηνών ή χρηματική ποινή, για δε τη διακεκριμένη περίπτωση της πράξης της προσβολής της γενετήσιας ευπρέπειας προσώπων νεότερων των δεκαπέντε ετών (παρ. 1 εδ. β') προβλέπεται φυλάκιση έως τρία (3) έτη ή χρηματική ποινή, ενώ στην αντίστοιχη διάταξη του προϊσχύσαντος ΠΚ προβλεπόταν φυλάκιση (10 ημέρες έως 5 έτη). Εξάλλου, όπως συνάγεται και από την αιτιολογική έκθεση του νέου ΠΚ (σελ. 65), η πράξη του άρθρου 353 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ (επιχείρηση ακόλαστης πράξης δημόσια) δεν αποποινικοποιήθηκε, αλλά εντάχθηκε στην επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο ως προς τις προϋποθέσεις, νέα ρύθμιση του άρθρου 353 του νέου ΠΚ, οπότε πλέον (εφόσον υφίστανται τα αναγκαία στον νόμο στοιχεία και ιδίως ο απαιτούμενος άμεσος δόλος του δράστη) εφαρμόζεται η παρ. 1 εδ. α' αυτού και, εφόσον προσβάλλεται η γενετήσια ευπρέπεια προσώπου νεότερου των δεκαπέντε (15) ετών, εφαρμόζεται η παρ. 1 εδ. β' του νέου ΠΚ.
Συνεπώς, εφόσον πρωτοδίκως είχε χωρήσει καταδίκη για το αδίκημα του άρθρου 353 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ (επιχείρηση ακόλαστης πράξης δημόσια), υπό την ισχύ του Κώδικα εκείνου και η κατ' έφεση δίκη διεξάγεται υπό την ισχύ του νέου ΠΚ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί και οφείλει να ερευνήσει εάν στοιχειοθετείται η πράξη του άρθρου 353 παρ. 1 εδ. α' του νέου ΠΚ, που προβλέπει ηπιότερη κύρωση σε σχέση με αυτήν του άρθρου 353 παρ. 1 του προγενέστερου ΠΚ, ενώ, ενόψει του άρθρου 470 ΚΠΔ, δεν μπορεί να προβεί σε καταδίκη του κατηγορουμένου για το αδίκημα της παρ. 1 εδ. β' του νέου ΠΚ, αφού η απειλούμενη σ' αυτό ποινή είναι βαρύτερη αυτής του άρθρου 353 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ. ΑΠ 1/2020, ΑΠ 806/2023). Τέλος, στη διάταξη του άρθρου 63 του ν. 4689/2020 ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Παραγράφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη των πλημμελημάτων, που έχουν τελεσθεί μέχρι και την 30η.04.2020, κατά των οποίων ο νόμος, ως κύρια ποινή, απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι ένα (1) έτος ή χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας ή σωρευτικά κάποιες από τις παραπάνω ποινές. Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται σε πλημμελήματα για τα οποία η χρηματική ποινή ή η παροχή κοινωφελούς εργασίας προβλέπονται διαζευκτικά με ποινή φυλάκισης άνω του ενός (1) έτους. 2. Εάν, στην περίπτωση των πλημμελημάτων της παρ. 1, ο υπαίτιος υποπέσει μέσα σε δύο (2) έτη από τη δημοσίευση του παρόντος σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι (6) μηνών, συνεχίζεται η κατ' αυτού παυθείσα ποινική δίωξη και δεν υπολογίζεται στον χρόνο παραγραφής του αξιόποινου της πρώτης πράξης ο διανυθείς χρόνος από την παύση της δίωξης μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη. 3. Οι δικογραφίες που αφορούν στις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα. Για την τύχη των πειστηρίων αποφαίνεται, με διάταξή του, ο αρμόδιος εισαγγελέας. 4. Οι αστικές αξιώσεις που απορρέουν από τις πράξεις που αναφέρονται στις παρ. 1 έως 3, δεν θίγονται με οποιονδήποτε τρόπο. Η παραγραφή του αξιόποινου και η παύση της δίωξης δεν κωλύει την επιβολή των κατά νόμο προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων στις υποθέσεις αυτές. 5. Η κατά τα ανωτέρω παραγραφή του αξιόποινου και η παύση της ποινικής δίωξης, δεν ισχύει για τα πλημμελήματα, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις εξής διατάξεις: α) των άρθρων 82Α, 142, 155, 158 παρ. 2, 160, 163, 166 παρ. 1, 168 παρ. 3, 169Α, 173 παρ. 1 , 175 , 178, 183, 184 παρ.1, 221 παρ. 2 εδάφιο πρώτο, 230, 285 παρ.4 περ. α, 304Α' παρ. 1 εδάφιο δεύτερο, 337 παρ. 1, 358 και 377 ΠΚ για τις περιπτώσεις αγοράς εμπορευμάτων με πίστωση, β) του άρθρου πέμπτου του Ν. 2803/2000 (Α 48), γ) του άρθρου 6 παρ. 4 του ν.3213/2003 (Α 309), δ) του άρθρου μόνου παρ. 1 του ν. 690/1945 (Α 292), ε) του άρθρου 29 παρ. 1 εδάφιο πρώτο του ν. 703/1977 (Α 278) και του άρθρου 44 παρ. 1 εδάφια πρώτο και δεύτερο και 2 του ν. 3959/2011 (Α 93), στ) του άρθρου 6 παρ. 2 και 3 του ν. 456/1976 (Α 277), ζ) του άρθρου 41 ΣΤ του ν. 2725/1999 (Α 121), η) του άρθρου 10 του Ν. 4637/2019 (Α 180). 6. Η θέση στο αρχείο, σύμφωνα με την παρ. 3, δικογραφίας, η οποία αφορά σε ποινική δίωξη που ασκήθηκε για γεγονός για το οποίο εξετάσθηκε ο διάδικος ή ο μάρτυρας ή έγινε η αναφορά στην αρχή ή η καταμήνυση ή ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος, δεν αποτελεί το τέλος της ποινικής δίωξης κατά την διάταξη του άρθρου 59 παρ. 2 Κ.Π.Δ. Στην περίπτωση αυτή το τέλος της ποινικής δίωξης επέρχεται μετά τη συνέχιση της παυθείσας ποινικής δίωξης, σύμφωνα με την παρ. 2, και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης ή αμετάκλητου βουλεύματος". Με τη διάταξη αυτή, με την οποία θεσπίζεται για άλλη μια φορά η παραγραφή του αξιόποινου και η παύση της ποινικής δίωξης, με την υποχρεωτική αρχειοθέτηση της σχετικής δικογραφίας ή της καταδικαστικής απόφασης και η πρόβλεψη για συνέχιση της παυθείσας ποινικής δίωξης, μόνο σε περίπτωση πλήρωσης του σχετικού όρου, υποδηλώνεται ως αυτονόητη έννομη συνέπεια ο αποκλεισμός οποιασδήποτε δικαστικής ενασχόλησης, με υπόθεση που αφορά πράξη, που εμπίπτει στην υπό όρο παραγραφή του αξιοποίνου ή με ένδικο μέσο κατά απόφασης, που εκδόθηκε σε τέτοια υπόθεση (ως προς το παραδεκτό, τη νομιμότητα ή τη βασιμότητά του) για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η νομική κατάσταση της υπό όρο παύσης της ποινικής δίωξης, η οποία (νομική κατάσταση) αίρεται μόνο με τη σύννομη αναβίωση και συνέχιση αυτής μετά την πλήρωση του όρου (ΑΠ 42/2022, ΑΠ 631/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της υπ' αριθμ. 3325/2018 πρωτόδικης απόφασης, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Κέρκυρας έκρινε ένοχο τον αναιρεσείοντα και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, για την πράξη της πρόκλησης σκανδάλου δημόσια με ακόλαστες πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 353 παρ. 1 του προγενέστερου ΠΚ, διότι στις 2-7-2018, στον παραλιακό δρόμο του ..., κατελήφθη να αυνανίζεται καθήμενος στη θέση του οδηγού του υπ' αριθμ. ... αυτοκινήτου του, με αποτέλεσμα την πράξη του αυτή να την δουν οι ανήλικες που προσέγγιζαν πεζές το συγκεκριμένο σημείο Κ. Σ. του Γ., γεν. το 2004, Γ. Μ. - Σ. του Ε., γεν. το 2004, Π. Μ. του Γ., γεν. το 2005 και Τ. Α. του Μ., γεν το 2005. Κατά την εκδίκαση της έφεσης του αναιρεσείοντος, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κέρκυρας, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθμ. 1357/2023 απόφασή του, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε τα αναφερόμενα, ως προς το είδος τους, αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, αναγνωσθέντα έγγραφα), δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, που ενδιαφέρουν την προκειμένη υπόθεση: "......ο κατηγορούμενος στον παραλιακό δρόμο του ..., στις 2/7/2018, δημόσια επιχείρησε ακόλαστη πράξη και προκάλεσε με αυτήν σκάνδαλο, συγκεκριμένα κατελήφθη να αυνανίζεται καθήμενος στην θέση του οδηγού του υπ' αρ. ... αυτοκινήτου του, με αποτέλεσμα την πράξη του αυτή να την δουν οι ανήλικες που προσέγγιζαν πεζές το συγκεκριμένο σημείο: Κ. Σ. του Γ., γεν. το 2004, Γ. Μ.-Σ. του Ε., γεν. 2004, Π. Μ. του Γ., γεν. 2005, και Τ. Α. του Μ., γεν 2005. Τα ανωτέρω προκύπτουν προφανέστατα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, ιδιαίτερα της τρίτης εξ αυτών και πρώτης εκ των ως άνω ανηλίκων, ήδη ενήλικης, η οποία κατέθεσε σαφέστατα ότι ο κατηγορούμενος προέβη στην ως άνω πράξη δημοσίως, και μάλιστα με πρόθεση να την ενεργήσει ενώπιον της ιδίας και των λοιπών ανηλίκων, αφού τις ακολουθούσε επί ώρα και προέβαινε κατ' επανάληψη στην προαναφερθείσα πράξη γενετήσιου χαρακτήρα ενώπιόν τους, εν γνώσει του, προσβάλλοντας βάναυσα τη γενετήσια ευπρέπεια αυτών. Άλλωστε, ο κατηγορούμενος ούτε κατά την επ' αυτοφώρω κατάληψή του κατά την τέλεση της πράξης ούτε μεταγενέστερα εισέφερε κάποια άλλη εξήγηση για την συμπεριφορά του......... Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο". Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης, της πρόκλησης σκανδάλου με άσεμνες πράξεις (προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας), (άρθρο 353 παρ. 1 ΠΚ) και του επέβαλε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, που ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθα διατακτικό: "....στον παραλιακό δρόμο του ..., στις 2/7/2018, δημόσια επιχείρησε ακόλαστη πράξη και προκάλεσε με αυτήν σκάνδαλο. Συγκεκριμένα κατελήφθη να αυνανίζεται καθήμενος στην θέση του οδηγού του υπ' αρ. ... αυτοκινήτου του, με αποτέλεσμα την πράξη του αυτή να την δουν οι ανήλικες που προσέγγιζαν πεζές το συγκεκριμένο σημείο: Κ. Σ. του Γ., γεν. το 2004, Γ. Μ. - Σ. του Ε., γεν. 2004, Π. Μ. του Γ., γεν. 2005 και Τ. Α. του Μ., γεν 2005". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, καταρχήν, κρίνοντας ως μη ανέγκλητη την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη, δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της υπέρβασης εξουσίας (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Θ' ΚΠΔ), όπως ο αναιρεσείων διατείνεται, διότι, όπως προεκτέθηκε, η πράξη του άρθρου 353 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ (επιχείρηση ακόλαστης πράξης δημόσια) δεν αποποινικοποιήθηκε, αλλά εντάχθηκε στις ρυθμίσεις του άρθρου 353 του νέου ΠΚ, γι' αυτό είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο σχετικός πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης. Ωστόσο, το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στις ως άνω αναιρετικές πλημμέλειες της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της υπέρβασης εξουσίας (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Θ' ΚΠΔ), καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε για το αδίκημα της παρ. 1 εδ. β' του άρθρου 353 του νέου ΠΚ, δηλαδή για τη διακεκριμένη περίπτωση της προσβολής της γενετήσιας ευπρέπειας προσώπων νεότερων των δεκαπέντε ετών, για το οποίο προβλέπεται ποινή φυλάκισης έως τρία (3) έτη ή χρηματική ποινή. Εάν η υπόθεση δικαζόταν σε πρώτο βαθμό, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο θα είχε τη δυνατότητα να εφαρμόσει την ως άνω διάταξη, εφόσον έκρινε ότι συνέτρεχαν οι σχετικές προϋποθέσεις. Όμως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στην προκειμένη περίπτωση, υπήρξε νομική χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου, καθόσον, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι του επιβλήθηκε η ίδια ποινή ως πρωτοδίκως, η απειλούμενη αφηρημένα στο άρθρο 353 παρ. 1 εδ. β' του νέου ΠΚ ποινή είναι βαρύτερη αυτής του άρθρου 353 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ.
Συνεπώς, με βάση τις παραδοχές του Εφετείου, έπρεπε να εφαρμοστεί η διάταξη της παρ. 1 εδ. α' του άρθρου 353 του νέου ΠΚ, διότι, αφενός μεν είναι ευνοϊκότερη της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 353 παρ. 2 εδ. α' του προγενέστερου ΠΚ (άρθρο 2 ΠΚ), αφετέρου δε δεν χειροτερεύει τη θέση του κατηγορουμένου (άρθρο 470 ΚΠΔ), όπως συνέβη στην υπό κρίση περίπτωση. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας, εφόσον η απειλούμενη ποινή για το αδίκημα της παρ. 1 εδ. α' του άρθρου 353 του νέου ΠΚ είναι χρηματική ποινή ή παροχή κοινωνικής εργασίας, θα έπρεπε, κατ' άρθρο 63 του ν. 4689/2020, να παύσει υφ' όρον τη σε βάρος του κατηγορουμένου ποινική δίωξη.
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης. Ενόψει των ανωτέρω και, δεδομένου ότι παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να παύσει υφ' όρον η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος για την πράξη της πρόκλησης σκανδάλου με ακόλαστες πράξεις (άρθρο 353 παρ. 1 ΠΚ), να διαβιβαστεί δε η δικογραφία στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κέρκυρας για τις κατά νόμο δικές του ενέργειες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1357/2023 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας.
Παύει υφ' όρον, κατ' άρθρο 63 παρ. 2 ν. 4689/2020, την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου Ι. Κ. του Β., κατοίκου ..., για την πράξη της πρόκλησης σκανδάλου με ακόλαστες πράξεις (άρθρο 353 παρ. 1 ΠΚ) και ειδικότερα του ότι: "....στον παραλιακό δρόμο του ..., στις 2/7/2018, δημόσια επιχείρησε ακόλαστη πράξη και προκάλεσε με αυτήν σκάνδαλο. Συγκεκριμένα, κατελήφθη να αυνανίζεται καθήμενος στην θέση του οδηγού του υπ' αρ. ... αυτοκινήτου του, με αποτέλεσμα την πράξη του αυτή να την δουν οι ανήλικες που προσέγγιζαν πεζές το συγκεκριμένο σημείο: Κ. Σ. του Γ., γεν. το 2004, Γ. Μ. - Σ. του Ε., γεν. 1004, Π. Μ. του Γ., γεν. 2005 και Τ. Α. του Μ., γεν 2005", υπό τον όρο (υπό τον οποίο τελεί η παύση της ως άνω ποινικής δίωξης), ότι ο κατηγορούμενος δεν θα υποπέσει μέσα σε δύο (2) έτη από τη δημοσίευση του ν. 4689/2020 σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και δεν θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι (6) μηνών.
Διαβιβάζει τη δικογραφία στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κέρκυρας για τις δικές του κατά νόμο ενέργειες.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ