Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 972 / 2024    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 972/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη (η οποία ορίστηκε με την υπ'αριθμ. 97/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου-Εισηγητή, Φώτιο Μουζάκη και Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασίλειου Παππαδά (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρου του Γεωργία Λάγαρη, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 461/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1.Χ. Γ. του Θ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Γκούβα, 2. Δ. Κ. του Ι., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και 3. Κ. Π. του Ε., κάτοικο ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαρτίου 2024 αίτησή του, η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, Β. Χ., έλαβε αριθμό Ε.Μ.: 36/2024 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 363/2024.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη από 18/03/2024, αίτηση του Χ. Χ. του Γ. για αναίρεση της με αριθμό 461/2024 απόφασης του δικάσαντος κατ' έφεση Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 26/02/2024 με αύξοντα αριθμό 984 (άρθρο 473 παρ. 1 και 3 του Κ.Π.Δ.), η δε προθεσμία των 20 ημερών, για την άσκησή της, που έληγε την 17/03/2024, ημέρα Κυριακή, παρατάθηκε για την επόμενη εργάσιμη που ήταν η 19-3-2024, ημέρα Τρίτη, αφού η 18/3/2024 ήταν αργία (Καθαρή Δευτέρα, ΑΠ 128/2021). Η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, γιατί περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσία, με την παρουσία του εκ των υποστηριζόντων την κατηγορία, Χ. Γ., και με την απουσία των λοιπών, Δ. Κ. και Κ. Π., οι οποίοι κλητεύθηκαν νόμιμα για να παραστούν κατά τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (29.5.2024), σύμφωνα με : α) το από 12.4.2024 αποδεικτικό επίδοσης του Υπ/κα Χ. Δ. προς τον Κ. Δ., β) το από 11.4.2024 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχ. Μ. Ε. προς τον Κ. Π. και γ) τα από 12.4.2024 αποδεικτικά επίδοσης του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, Χούμου Λάμπρου, προς την πληρεξούσια δικηγόρο των υποστηριζόντων την κατηγορία Γ. Α. -Ε.
ΙΙ. Σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1,2 του άρθρου 349 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4947/2022 " 1. Το δικαστήριο μπορεί, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας. Το σημαντικό αίτιο μπορεί να προβληθεί από οποιονδήποτε ακόμη και όταν αφορά το πρόσωπο του διορισμένου πληρεξουσίου δικηγόρου σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 340. Ο σοβαρός λόγος υγείας αποδεικνύεται αποκλειστικά με ιατρική πιστοποίηση νοσηλευτικού ιδρύματος ή ιατρού πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, η ακρίβεια της οποίας ελέγχεται με οποιονδήποτε τρόπο κατά την κρίση του δικαστηρίου. 2. Το δικαστήριο πριν διατάξει την αναβολή, υποχρεούται να διερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης. Το δικαστήριο αναβάλλει στη συντομότερη δικάσιμο, η οποία δεν δύναται να υπερβεί τους οκτώ (8) μήνες. Η απόφαση που δέχεται τους λόγους αναβολής πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία πρέπει να αναφέρει, ότι ο λόγος της αναβολής δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με διακοπή της δίκης. Δεύτερη αναβολή στην ίδια υπόθεση χωρεί αποκλειστικά για λόγους ανωτέρας βίας.2Α ..... 3. Η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο, την οποία το δικαστήριο ανακοινώνει στους παρόντες διαδίκους, μάρτυρες και πραγματογνώμονες και σε αυτήν κλητεύονται μόνο οι απόντες. Αν ο λόγος αναβολής αναγγέλθηκε από συνήγορο ή άλλο πρόσωπο για λογαριασμό απόντος διαδίκου και η συζήτηση αναβλήθηκε σε ρητή δικάσιμο, η περί αναβολής απόφαση επέχει θέση κλητεύσεώς του. Η αποχή των δικηγόρων αποτελεί λόγο ανώτερης βίας για την αναβολή".
ΙΙΙ. Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό, είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης, ενώ ως ανυπέρβλητο κώλυμα θεωρείται εκείνο που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου και δεν μπόρεσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανέναν τρόπο (Ολομ.ΑΠ 4/1995, ΑΠ 823/2023, ΑΠ 594/2023, ΑΠ 383/2023, ΑΠ 233/2023). Όταν όμως οι συνήγοροι του κατηγορουμένου έχουν τη δυνατότητα παραστάσεως κατά την οικεία συνεδρίαση, το αίτημα αναβολής ή διακοπής προβάλλεται παρελκυστικά και είναι απορριπτέο, αφού πρέπει σε κάθε περίπτωση να σταθμίζονται, εκτός από τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, και η αξίωση της Πολιτείας προς απονομή δικαιοσύνης (ΑΠ 2119/2018). Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο, που την εξέδωσε, συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε ή υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η απαιτούμενη κατά τα άνω άρθρα του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, (η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 Δ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης), εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή εάν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική ή ανέλεγκτη, κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτημα αναβολής της δίκης, κατά το άρθρο 349 του ΚΠΔ, για σοβαρούς λόγους υγείας ή για λόγο ανώτερης βίας του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, μολονότι η παραδοχή ή η απόρριψη του εν λόγω αιτήματος έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Πρέπει, δηλαδή, να διαλαμβάνει στο αιτιολογικό της: α) τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε το δικαστήριο, για να διαμορφώσει τη σχετική (απορριπτική) κρίση του, β) τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία θεμελιώθηκε η αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής, γ) τις νομικές σκέψεις που αιτιολογούν τη δικανική πεποίθηση ότι ο προβαλλόμενος λόγος δεν αποτελεί νόμιμο και βάσιμο λόγο αναβολής της δίκης (σοβαρή ασθένεια ή γεγονός ανώτερης βίας του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του) και την αντίστοιχη απορριπτική κρίση του δικαστηρίου για το αίτημα αναβολής (Ολ. ΑΠ 7/2005, ΑΠ 818/2023, ΑΠ 383/2023 ΑΠ 233/2023, ΑΠ 248/2023, ΑΠ 103/2023 ΑΠ 694/2022) διαφορετικά για την παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος της έλλειψης αιτιολογίας του άρ. 510 παρ. 1 στοιχ.Δ', σε συνδ. με 504 παρ. 4 ΚΠΔ, υπό την προϋπόθεση όμως ότι το αίτημα αυτό υποβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, διότι το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε αόριστο αίτημα. (ΑΠ 1367/2022, ΑΠ 1134/2022, ΑΠ 924/2022, ΑΠ 566/2022, ΑΠ 458/2022, ΑΠ 1092/2021 ΑΠ 931/2021 ΑΠ 140/2021). Αν το δικαστήριο απορρίψει το αίτημα αναβολής του κατηγορουμένου χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ακολούθως προχωρήσει στην έρευνα της υπόθεσης και στην καταδίκη του κατηγορουμένου για την πράξη που διώχθηκε, τότε υποπίπτει στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η και Θ' του ΚΠΔ πλημμέλεια της απόρριψης της έφεσης ως ανυποστήρικτης και της υπέρβασης εξουσίας και η καταδικαστική απόφασή του είναι αναιρετέα (ΟλΑΠ 7/2005 ΑΠ 602/2021, ΑΠ 901/2020, ΑΠ 277/2019).
IV. Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση με αριθμό 461/2024 το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας, με αριθμό 737/2023, απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο τελευταίος καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 4 ετών για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ εξακολούθηση με χρόνο τέλεσης των μερικότερων πράξεων της απάτης κατά το χρονικό διάστημα από 29 Σεπτεμβρίου 2016 έως 16 Οκτωβρίου 2016. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την 461/2024 απόφασή του, απέρριψε δύο αιτήματα αναβολής της εκδικάσεως της εφέσεως του αναιρεσείοντος : α)το πρώτο αίτημα αναβολής που υπέβαλε για λογαριασμό του η εμφανισθείσα στο ακροατήριο συνήγορος του Ειρήνη Τσίτουρα, δικηγόρος Αθηνών, την οποία είχε εξουσιοδοτήσει, μόνο για να παραστεί και να υποβάλει αίτημα αναβολής της δίκης, συμμορφούμενη με τη σχετική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου (ΔΣ) του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, (ΔΣΑ) δηλώνοντας ότι απέχει από την άσκηση των καθηκόντων της, και β) το δεύτερο αίτημα αναβολής ή διακοπής της δίκης που υπέβαλε για λογαριασμό του ή ως άνω συνήγορός του, η οποία δήλωσε ότι με την από 25/01/2024 εξουσιοδότηση του ο αναιρεσείων, και τότε εκκαλών, διόρισε για τον εκπροσωπήσει εκτός από την ίδια και την δικηγόρο Αθηνών Γεωργία Λάγαρη, η οποία και γνωρίζει την υπόθεση και ζήτησε για τον λόγο αυτό να αναβληθεί η υπόθεση λόγω κωλύματος στο πρόσωπο της συναδέλφου της Γεωργίας Λάγαρη, άλλως να διακοπεί η δίκη. Εξαιτίας δε της απόρριψης των αιτημάτων αυτών από το δικαστήριο, απορρίφθηκε η έφεση του ως ανυποστήρικτη. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, κατά τη δημόσια συνεδρίαση του ανωτέρω δικαστηρίου της ουσίας (Γ' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών) την 26η Ιανουαρίου 2024, η δικηγόρος Αθηνών Ειρήνη Τσίτουρα υπέβαλε αίτημα αναβολής εκδίκασης της υπόθεσης, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και έχει κατά λέξη ως ακολούθως : "για το λόγο ότι συμμορφούμενη με τη σχετική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών περί αποχής απέχει από την άσκηση των καθηκόντων της". Ακολούθως, το ανωτέρω δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το ως άνω αίτημα με την ακόλουθη επί λέξει αιτιολογία: " Η πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, για την οποία έχει καταδικαστεί πρωτοδίκως ο εκκαλών - κατηγορούμενος φέρεται να έχει τελεσθεί κατά το χρονικό διάστημα από 26/09/2016 έως 16/10/2016, συνεπώς κινδυνεύει να υποκύψει η οκταετή παραγραφή, η οποία συμπληρώνεται στις 16/10/2024. Ο προβαλλόμενος λόγος της αναβολής, που συνίσταται στη συμμόρφωση της πληρεξούσιας δικηγόρος του εκκαλούντος στην απόφαση του ΔΣ του ΔΣΑ για αποχή από τα καθήκοντά της, δε συνιστά στην προκειμένη περίπτωση λόγο ανωτέρας βίας που να δικαιολογεί την αναβολή της υποθέσεως. Τούτο διότι, σύμφωνα με την απόφαση του ΔΣ του ΔΣΑ κατά τη συνεδρίαση της 20/01/2024, με την οποία επικυρώθηκε η από 19/01/2024 απόφαση της Ολομέλειας των προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας περί αποχής των δικηγόρων, αποφασίστηκε να χορηγούνται άδειες για παράσταση σε ποινικές υποθέσεις που αφορούν πλημμελήματα ναι συμπληρωμένα επτά έτη στο δεύτερο βαθμό, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Ενόψει τούτου, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση ανώτερης βίας στο πρόσωπο της συνηγόρου του εκκαλούντος, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του χρόνου της πράξης και του κινδύνου παραγραφής αυτής, το προβαλλόμενο αίτημα αναβολής κατ' άρθρο 349 παράγραφος 4 ΚΠΔ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο". Μετά την απόρριψη του ως άνω αιτήματος αναβολής η πληρεξούσια δικηγόρος του κατηγορούμενου - αναιρεσείοντα υπέβαλλε νέο αίτημα αναβολής της εκδικάσεως της δίκης. Το αίτημα καταχωρήθηκε στα πρακτικά και έχει κατά λέξη ως ακολούθως: "... ακολούθως, η ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρος αφού ζήτησε και έλαβε τον λόγο από την πρόεδρο, δήλωσε ότι με την από 25/01/2024 εξουσιοδότηση ο κατηγορούμενος διόρισε για να τον εκπροσωπήσει στην παρούσα δίκη, εκτός από την ίδια και τη δικηγόρο Αθηνών Γεωργία Λάγαρη, η οποία και γνωρίζει την υπόθεση, απουσιάζει όμως σήμερα στο εξωτερικό (...), ενώ η ίδια δεν γνώριζε την υπόθεση ώστε να υπερασπιστεί τον κατηγορούμενο και ζητεί για τον λόγο αυτό να αναβληθεί η υπόθεση λόγω κωλύματος στο πρόσωπο της συναδέλφου της Γεωργίας Λάγαρη άλλως θα διακοπεί σε άλλη δικάσιμο" . Ακολούθως, το ανωτέρω δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το ως άνω αίτημα με την ακόλουθη επί λέξει αιτιολογία: " Σύμφωνα με την από 25/01/2024 εξουσιοδότηση του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, που αναγνώστηκε στο ακροατήριο, ο τελευταίος εξουσιοδότησε, εκτός από την παριστάμενη δικηγόρο Ειρήνη Τσίτουρα, και τις δικηγόρους Αθηνών Γεωργία Λάγαρη και Σταματίνα Παπαευθυμίου,για να τον εκπροσωπήσουν από κοινού ή χωριστά στην παρούσα δίκη και να υποστηρίξουν την έφεσή του. Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε το κώλυμα της έτερης συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου, Γεωργίας Λάγαρη, να εμφανιστεί στη σημερινή συνεδρίαση του δικαστηρίου και δη λόγω της απουσίας της στο εξωτερικό (π.χ. τα αεροπορικά εισιτήρια αναχώρησης και επιστροφής της και λοιπά). ενόψει τούτου, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι κατά τη σημερινή συνεδρίαση του δικαστηρίου και την εκφώνηση της προκειμένης υπόθεσης κατά τη σειρά του πινακίου συντρέχει περίπτωση ανώτερης βίας στο πρόσωπο της συνηγόρου υπερασπίσεως του εκκαλούντος, Γεωργίας Λάγαρης, το προβαλλόμενο αίτημα αναβολής, κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ, άλλως διακοπής, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο και να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας, αφού διαπίστωσε την νόμιμη κλήτευση του εκκαλούντος - κατηγορούμενου, ήδη αναιρεσείοντος για να παραστεί κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, απέρριψε με την 461/2024 οριστική απόφασή του, την έφεση ως ανυποστήρικτη, λόγω της απουσίας του εκκαλούντα κατηγορουμένου. V. Με τις παραπάνω παρεμπίπτουσες αποφάσεις, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τα αιτήματα περί αναβολής της δίκης. Ειδικότερα, ως προς το πρώτο αίτημα αναβολής λόγω της αποχής της συνηγόρου, με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο ουσίας διέλαβε την απαιτούμενη αιτιολογία για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, αφού εκτίθενται στην απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και οι σκέψεις που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για τη μη αναβολή της δίκης και συγκεκριμένα το δικαστήριο εξέτασε, ως όφειλε, το λόγο εν σχέσει προς τις αναγκαιότητες της εκδικαζομένης υποθέσεως και δη του παρωχημένου χρόνου τελέσεως, σε συνάρτηση με τον υπολειπόμενο χρόνο για την παραγραφή της πράξεως και αιτιολογημένα έκρινε ως άνω. Ως προς το δεύτερο αίτημα αναβολής ,αν και είναι παντελώς αόριστο, το Δικαστήριο εξέτασε το αίτημα και το απέρριψε ως αβάσιμο καθόσον δεν προσκομίσθηκαν αποδεικτικά μέσα που να βεβαιώνουν την απουσία τη πληρεξούσιας δικηγόρου στο εξωτερικό ώστε να συνιστά λόγο αναβολής της εκδίκασης της υποθέσεως για λόγο ανώτερης βίας. VI. Αβάσιμος, επίσης, είναι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι το Δικαστήριο, πριν την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, είχε υποχρέωση, κατ' άρθρο 349 παρ. 2 ΚΠΔ, να εξετάσει αυτεπάγγελτα τη χορήγηση διακοπής αφού, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη, το δικαστήριο έχει υποχρέωση να ερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης και να αιτιολογήσει συνοπτικά ότι δεν μπορεί ο λόγος αναβολής να αντιμετωπισθεί με διακοπή, όταν αποφασίσει για την αναβολή και πριν διατάξει αυτήν και όχι, όταν αποφαίνεται για την απόρριψη του σχετικού αιτήματος, όπως εν προκειμένω, εκτός αν υποβληθεί ξεχωριστό αυτοτελές αίτημα για διακοπή της δίκης σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος αναβολής, τέτοιο δε αυτοτελές (ξεχωριστό) αίτημα διακοπής της δίκης δεν υποβλήθηκε από τον κατηγορούμενο στην προκείμενη περίπτωση. Και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι η ανωτέρω αιτίαση προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού, όπως προειπώθηκε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αν και δεν υποβλήθηκε σχετικό αυτοτελές αίτημα, απέρριψε και το θέμα της διακοπής της δίκης. Κατ' ακολουθία, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα, από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' , Η' και Θ', λόγοι αναίρεσης δηλαδή για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, υπέρβασης εξουσίας και της παράνομης απόρριψης της έφεσης ως ανυποστήρικτης (άρθρο 501 παρ. 1), είναι αβάσιμοι. Ενόψει των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό. VIΙ. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.3.2024 και με αρ. καταθ. 19-3-2024 αίτηση του Χ. Χ. του Γ. και της Ν. για αναίρεση της με αρ. 461/2024 απόφασης του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ