Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 997 / 2024    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 997/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Νίκη Κατσιαούνη, Φωτεινή Μηλιώνη και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Ιουλίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Καπαγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορούμενου Π. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Δημήτριο Κρανιώτη και Χρίστο Σωκράτους, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 344/2024 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Μ. Σ. του Σ., κάτοικο ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Αναγνωστόπουλο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 43/13-5-2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 508/2024.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την διάταξή της περί ενοχής του αναιρεσείοντος για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, β) και να κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης και γ) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 8 § 1 ν. 4938/2022 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και λοιπές διατάξεις", για τη νόμιμη συγκρότηση του δικαστηρίου απαιτείται η παρουσία του γραμματέα του, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Αν δεν υπάρχει ή για οποιονδήποτε λόγο απουσιάζει ή κωλύεται ο γραμματέας, καθώς και ο νόμιμος αναπληρωτής του, καθήκοντα γραμματέα ανατίθενται σύμφωνα με τις παρ. 4 και 5 του άρθρου 11. Επίσης, κατά το άρθρο 11 §§ 4, 5 και 6 του ίδιου νόμου, αν δεν υπάρχει γραμματέας ή για οποιονδήποτε λόγο απουσιάζει ή κωλύεται, ο αναπληρωτής του στη διεύθυνση των υπηρεσιών της γραμματείας ορίζεται από τον δικαστή ή τον πρόεδρο του τριμελούς συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο ή τον εισαγγελέα που διευθύνει την εισαγγελία, σύμφωνα με τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 146 του Κώδικα των δικαστικών υπαλλήλων. Αν δεν είναι δυνατή η αναπλήρωση του γραμματέα από υπάλληλο του ίδιου δικαστηρίου ή της ίδιας εισαγγελίας, αναπληρώνεται, ύστερα από παραγγελία του δικαστή ή του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο ή του εισαγγελέα που διευθύνει την εισαγγελία, από γραμματέα: α. του πρωτοδικείου, για τα ειρηνοδικεία και πταισματοδικεία της περιφέρειας του πρωτοδικείου, β. του εφετείου, για τα πρωτοδικεία της περιφέρειάς του, γ. του διοικητικού εφετείου, για τα διοικητικά πρωτοδικεία της περιφέρειάς του, δ. της εισαγγελίας εφετών, για τις εισαγγελίες της περιφέρειας του εφετείου. Σε περίπτωση απεργίας των δικαστικών υπαλλήλων, η διοίκηση της συνδικαλιστικής τους οργάνωσης, που έχει κηρύξει την απεργία, οφείλει να διαθέτει σε κάθε γραμματεία δικαστηρίου και εισαγγελίας τον απολύτως αναγκαίο αριθμό υπαλλήλων για την αντιμετώπιση εξαιρετικώς επειγουσών υποθέσεων. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 358 εδ. α' και β' Κ.Π.Δ., μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του ο,τιδήποτε μπορεί να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας, μπορούν δε να προβαίνουν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 357 § 3 του ίδιου Κώδικα, ο κατηγορούμενος και οι άλλοι διάδικοι, καθώς και οι συνήγοροί τους, έχουν το δικαίωμα να κάνουν απευθείας στο μάρτυρα ή τον πραγματογνώμονα ή τον τεχνικό σύμβουλο του κατηγορουμένου τις ερωτήσεις που είναι χρήσιμες για την εξακρίβωση της αλήθειας, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 367 § 1 του ίδιου Κώδικα, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα, έπειτα στον παριστάμενο για την υποστήριξη της κατηγορίας, ο οποίος δεν μπορεί να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, και τέλος δίνει τον λόγο στον κατηγορούμενο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 § 1 περ. Α' Κ.Π.Δ., ως λόγοι για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί να προταθούν μόνο, μεταξύ άλλων, η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171). Κατά την διάταξη δε του άρθρου 171 § 1 του ίδιου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα υπάρχει αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν α) τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών και του παρόντος κώδικα για ακυρότητα εξαιτίας κακής σύνθεσής του, β) ... γ) ... δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από τον νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε. Η τελευταία αυτή διάταξη αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις που από το νόμο υπάρχει υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις εκείνες που καθιστούν δυνατή την άσκηση των ανωτέρω δικαιωμάτων και χωρίς την υποβολή σχετικής αίτησης από τον κατηγορούμενο, με συνέπεια σε περίπτωση παράλειψης του δικαστή να δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης 344/2024 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών από τη διάταξη του άρθρου 510 § 1 περ. Α' Κ.Π.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο συνεδρίασε σε ημέρα, κατά την οποία η Ομοσπονδία Δικαστικών Υπαλλήλων Ελλάδος είχε κηρύξει απεργία των δικαστικών υπαλλήλων της χώρας, ωστόσο στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αναφέρεται αν η γραμματέας, που μετείχε στη σύνθεση, ήταν η εξ αρχής ορισθείσα, ή αν αντικαθιστούσε άλλον γραμματέα που απεργούσε, συνεπώς υπάρχει ακυρότητα εξαιτίας κακής σύνθεσης του δικαστηρίου. Ο λόγος δεν είναι νόμιμος, δεδομένου ότι η έλλειψη μνείας στα πρακτικά ότι η γραμματέας της έδρας αναπλήρωνε την αρχική γραμματέα έχει την έννοια ότι η γραμματέας ήταν η αρχικώς ορισθείσα, η οποία επομένως δεν μετείχε στην απεργία των δικαστικών υπαλλήλων. Με σκέλος του ίδιου λόγου, ο αναιρεσείων προβάλλει ακυρότητα της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω παραβίασης των διατάξεων σχετικά με την υπεράσπιση του κατηγορούμενου, με την αιτίαση ότι, μετά την κατάθεση κάθε μάρτυρα, ο ίδιος και ο συνήγορός του ζητούσαν να λάβουν το λόγο και να προβούν σε δηλώσεις, όμως το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε για τα αιτήματά τους, ενώ δεν έλαβαν το λόγο μετά την αγόρευση του συνηγόρου υποστήριξης της κατηγορίας, παρά το σχετικό αίτημά τους. Ο λόγος είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την εξέταση των μαρτύρων ο πρόεδρος του δικαστηρίου ρώτησε την εισαγγελέα, τους δικαστές, τον συνήγορο για την υποστήριξη της κατηγορίας και τον συνήγορο του κατηγορουμένου αν θέλουν να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, και αυτοί απάντησαν αρνητικά, ενώ μετά την αγόρευση της εισαγγελέως και του συνηγόρου για την υποστήριξη της κατηγορίας, ο πρόεδρος έδωσε το λόγο στο συνήγορο του κατηγορουμένου, ο οποίος ζήτησε την αθώωση του κατηγορούμενου, και εν συνεχεία στον ίδιο τον κατηγορούμενο, ο οποίος δήλωσε ότι δεν έχει κάτι να προσθέσει, προκύπτει επομένως ότι δεν έλαβε χώρα κάποια από τις επικαλούμενες παραβιάσεις υπερασπιστικών δικαιωμάτων του.
Κατά το άρθρο 365 § 1 εδ. β' Κ.Π.Δ., κατά την απολογία του ο κατηγορούμενος πρέπει να μην διακόπτεται, εκτός αν επιμένει να απομακρύνεται από το θέμα, και να μην εμποδίζεται στην αφήγηση περιστατικών που αποκρούουν την κατηγορία. Επίσης, κατά το άρθρο 366 Κ.Π.Δ., αφού απολογηθεί ο κατηγορούμενος, ο διευθύνων τη συζήτηση ρωτάει τον εισαγγελέα και τους διαδίκους αν έχουν ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση και κατόπιν κηρύσσει τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ενώ κατά το άρθρο 367 § 2 του ίδιου Κώδικα, δικαίωμα δευτερολογίας έχει ο εισαγγελέας και ο κατηγορούμενος ή ένας συνήγορός του. Η δευτερολογία πρέπει να περιορίζεται στην απόκρουση αντίθετων επιχειρημάτων και δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από μισή ώρα. Στη δευτερολογία έχουν το δικαίωμα να απαντήσουν ο εισαγγελέας και οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει παράβαση από το άρθρο 510 § 1 περ. Α' Κ.Π.Δ., ισχυριζόμενος ότι α) κατά την απολογία του, ο πρόεδρος του δικαστηρίου και ο συνήγορος υπεράσπισης της κατηγορίας τον διέκοπταν με υποδείξεις και παρατηρήσεις, β) πριν από τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, δεν ρωτήθηκε αν έχει ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση, και γ) ο πρόεδρος του δικαστηρίου δεν του επέτρεψε να δευτερολογήσει, παρά το σχετικό αίτημά του. Ο λόγος είναι αβάσιμος, α) ως προς το πρώτο σκέλος του, επειδή, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την απολογία του κατηγορουμένου και πριν από το πέρας αυτής ο πρόεδρος του δικαστηρίου υπέβαλε στον κατηγορούμενο διασαφηνιστικές ερωτήσεις, τούτο όμως δεν συνιστά παραβίαση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του (Α.Π. 1649/2005), ενώ δεν προκύπτει ότι τον διέκοπτε με υποδείξεις και παρατηρήσεις ο συνήγορος υπεράσπισης της κατηγορίας, σε κάθε περίπτωση δε ο κατηγορούμενος ολοκλήρωσε την απολογία του, β) από τα πρακτικά της απόφασης προκύπτει ότι, πριν από τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο πρόεδρος ρώτησε την εισαγγελέα, τους δικαστές, το συνήγορο υποστήριξης της κατηγορίας και τον συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορουμένου αν έχουν ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση, και αυτοί απάντησαν αρνητικά, και γ) ο κατηγορούμενος δεν είχε δικαίωμα δευτερολογίας, αφού, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν είχε δευτερολογήσει η εισαγγελέας, ούτε άλλωστε υπέβαλε τέτοιο αίτημα στο δικαστήριο, αντιθέτως, όταν ρωτήθηκε από τον πρόεδρο, μετά από την αγόρευση του συνηγόρου του και πριν αποσυρθεί το δικαστήριο για διάσκεψη, αν έχει να προσθέσει κάτι, αυτός απάντησε αρνητικά, δεν στοιχειοθετείται επομένως κάποια από τις επικαλούμενες παραβιάσεις των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του.
Κατά το άρθρο 510 στοιχ. Θ' Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία απαντάται είτε ως θετική είτε ως αρνητική. Θετική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του, ενώ αρνητική, όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τα στοιχεία Α' και Θ' του άρθρου 510 Κ.Π.Δ., ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας αναιτιολόγητα τον ισχυρισμό του περί παραγραφής των επίδικων αδικημάτων της ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμησης, επειδή δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη για την άσκηση της ποινικής δίωξης διαδικασία για τα πρόσωπα ειδικής δωσιδικίας λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και παραβίασε τα υπερασπιστικά του δικαιώματα. Από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι κατόπιν της από ...-2017 μήνυσης της υποστηρίζουσας την κατηγορία Μ. Σ. και των Β. Μ. και Μ. Β. κατά του αναιρεσείοντος, με την από 15-2-2017 παραγγελία του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση για την τέλεση των αδικημάτων της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης, μετά το πέρας της οποίας ο Εισαγγελέας διαβίβασε τη δικογραφία στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με τη γνώμη ότι πρέπει να αναβληθεί κάθε περαιτέρω ενέργεια μέχρι το πέρας της αντίθετης μήνυσης του αναιρεσείοντος εις βάρος των ανωτέρω για εξύβριση, συκοφαντική δυσφήμηση και ηθική αυτουργία σε συκοφαντική δυσφήμηση. Ο Εισαγγελέας Εφετών συμφώνησε και ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών εξέδωσε την από 13-2-2018 πράξη του, με την οποία αναβλήθηκε κατ' άρθρο 59 § 2 Κ.Π.Δ. κάθε περαιτέρω ενέργεια έως το τέλος της ποινικής δίωξης επί της αντίθετης υπόθεσης. Μετά την έκδοση της 506/2020 αθωωτικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη την 1-8-2020, αφού εκδόθηκε την 27-1-2020 και καταχωρίσθηκε στο ειδικό βιβλίο την 30-6-2020 χωρίς να προκύπτει ότι ασκήθηκε κατ' αυτής έφεση ή αίτηση αναιρέσεως, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών κίνησε την ποινική δίωξη εις βάρος του αναιρεσείοντος για τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμησης ως προς την Μ. Σ. και με το από 16-11-2022 κλητήριο θέσπισμα, που επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα την 6-12-2022, όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Παναγιώτας Θεοδώρου, παρέπεμψε αυτόν να δικαστεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, επειδή από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προέκυπτε ότι ο αναιρεσείων κατά το χρόνο τέλεσης των ανωτέρω πράξεων κατείχε τη δικηγορική ιδιότητα. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, όταν τέθηκε υπόψη του το σχετικό περιστατικό, παρέπεμψε την υπόθεση με την 372/...-2023 απόφασή του στο αρμόδιο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, στο οποίο εισήχθη με κλήση του Εισαγγελέα Εφετών, που επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα, μαζί με κατάλογο των μαρτύρων, την 17-5-2023, όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως του αστυφύλακα Κ. Π. Η αναβολή της ποινικής διαδικασίας κατ' άρθρο 59 Κ.Π.Δ. είχε αποτέλεσμα ανασταλτικό της προθεσμίας παραγραφής κατ' άρθρο 113 §§ 1 και 2 Κ.Π.Δ. από την 13-2-2018, οπότε εκδόθηκε η σχετική πράξη του Εισαγγελέως Πρωτοδικών, έως την 1-8-2020, οπότε περατώθηκε αμετάκλητα η αντίθετη ποινική δίκη, δηλαδή επί δύο έτη, έξι μήνες και δώδεκα ημέρες, ενώ η κλήτευση του αναιρεσείοντος στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών την 6-12-2022, είχε εκ νέου ανασταλτικό αποτέλεσμα κατ' άρθρα 113 §§ 1 και 2 Π.Κ., παρόλο που έγινε σε αναρμόδιο δικαστήριο (Ολ.Α.Π. 2/1997, Α.Π. 512/2016, Α.Π. 2061/2007, Α.Π. 1588/07). Επομένως, το αξιόποινο των επίδικων πράξεων, που φέρονται ότι τελέσθηκαν την 10-8-2016, δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή, όπως ορθά έκρινε το Εφετείο. Η αναβολή της ποινικής διαδικασίας νομίμως διατάχθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και η σχετική πράξη του επέφερε την αναστολή της παραγραφής κατ' άρθρα 59 § 2 Κ.Π.Δ. και 113 §§ 1 και 2 Π.Κ., αφού η αναβολή του άρθρου 59 § 2 Κ.Π.Δ., του νόμου μη διακρίνοντος, διατάσσεται σε κάθε περίπτωση, ακόμη και επί προσώπων ειδικής δωσιδικίας, από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα εφετών, ούτε ήταν αναγκαία για την εγκυρότητα της πράξης αναβολής η προηγούμενη άσκηση ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Επίσης, η μη τήρηση εξαρχής της διαδικασίας του άρθρου 43 § 2 Κ.Π.Δ. δεν επέφερε στέρηση κάποιου δικαιώματος που αφορά την εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπιση του αναιρεσείοντος, και συνακόλουθα ακυρότητα από το άρθρο 171 § 1 περ. δ' Κ.Π.Δ., άλλωστε, όταν η δικηγορική του ιδιότητα τέθηκε υπόψη της δικαστικής αρχής, η υπόθεση παραπέμφθηκε στο αρμόδιο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών. Επομένως οι εξεταζόμενοι λόγοι είναι αβάσιμοι.
Με σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει παράβαση από το άρθρο 510 § 1 περ. Α' Κ.Π.Δ., ισχυριζόμενος ότι το δικαστήριο αναιτιολόγητα απέρριψε την ένστασή του περί εξαιρέσεως των μαρτύρων κατηγορίας Β. Μ., Μ. Β., Κ.-Β. Κ. και Θ. Κ. Ο λόγος είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την εκφώνηση των ονομάτων των ανωτέρω μαρτύρων κατηγορίας, ο κατηγορούμενος προέβαλε ένσταση εξαιρέσεως αυτών, χωρίς να αναφέρει κάποιο συγκεκριμένο λόγο, παρά το γεγονός δε ότι η ένσταση ήταν αόριστη, το δικαστήριο την εξέτασε κατ' ουσίαν και την απέρριψε με το σκεπτικό ότι ο κατηγορούμενος είχε λάβει γνώση του περιεχόμενου στην κλήση του στο ακροατήριο καταλόγου των μαρτύρων κατηγορίας, που είχε κλητεύσει ο εισαγγελέας κατ' άρθρα 500 και 326 § 1 Κ.Π.Δ., στους οποίους περιλαμβάνονταν και οι μάρτυρες Β. Μ. και Μ. Β., ενώ η υποστηρίζουσα την κατηγορία Μ. Σ. είχε γνωστοποιήσει στον κατηγορούμενο με εξώδικη δήλωσή της κατ' άρθρο 326 § 2 Κ.Π.Δ., που επέδωσε σε αυτόν με δικαστικό επιμελητή πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση, τα ονόματα των μαρτύρων Κ.-Β. Κ. και Θ. Κ., και επιπλέον δεν συνέτρεχαν στα πρόσωπα των ανωτέρω οι λόγοι εξαιρέσεως του άρθρου 210 Κ.Π.Δ., επομένως το δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του αιτιολογία για την απόρριψη της ένστασης, παρόλο που λόγω της αοριστίας της δεν είχε σχετική υποχρέωση.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 210 περ. β' και γ' Κ.Π.Δ., με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο όσοι έχουν παραπεμφθεί για να δικαστούν για την ίδια πράξη, ωσότου αμετάκλητα κριθεί η ενοχή τους, και όσοι κηρύχθηκαν αμετακλήτως ένοχοι για την πράξη που εκδικάζεται, και αν ακόμη δεν τους επιβλήθηκε ποινή, ενώ κατά το άρθρο 211 του ίδιου Κώδικα, η μαρτυρική κατάθεση ή η παροχή εξηγήσεων ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την καταδίκη του κατηγορουμένου, αν δεν υπάρχει και άλλο, ρητά κατονομαζόμενο στην απόφαση, αποδεικτικό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 510 § 1 περ. Α' Κ.Π.Δ., ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 210 περ. β' και γ' και 211 Κ.Π.Δ. και παρά την ένσταση εξαιρέσεως, που είχε προβάλει, το δικαστήριο εξέτασε στο ακροατήριο τους μάρτυρες κατηγορίας Β. Μ. και Μ. Β., οι οποίοι ήταν εξαιρετέοι, επειδή, έχοντας μηνύσει τον κατηγορούμενο από κοινού με την υποστηρίζουσα την κατηγορία για έτερο αδίκημα, ακολούθως μηνύθηκαν από αυτόν. Ο λόγος δεν είναι νόμιμος, δεδομένου ότι κατά τις διατάξεις του άρθρου 210 περ. β' και γ' Κ.Π.Δ. δεν εξετάζονται στο ακροατήριο ως μάρτυρες πρόσωπα που έχουν παραπεμφθεί ή καταδικάστηκαν αμετάκλητα για την ίδια πράξη, που δικάζεται στο δικαστήριο, ενώπιον του οποίου πρόκειται να εξετασθούν, δηλαδή εν προκειμένω για τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμησης εις βάρος της Μ. Σ., για τα οποία κατηγορείτο ο αναιρεσείων, και όχι για άλλη πράξη, ακόμη και αν αυτή είναι συναφής, ούτε συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 211 Κ.Π.Δ. και του με αυτήν θεσπιζόμενου αποδεικτικού περιορισμού, που αφορά τη μαρτυρία συγκατηγορούμενου για την ίδια πράξη, αφού οι ως άνω εξετασθέντες μάρτυρες δεν υπήρξαν κατηγορούμενοι για τα επίδικα αδικήματα.
Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει παράβαση από το άρθρο 510 § 1 περ. Α' Κ.Π.Δ. με την αιτίαση ότι το δικαστήριο κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 502 § 1 εδ. β' Κ.Π.Δ. και παρά την ένσταση εξαιρέσεως του αναιρεσείοντος εξέτασε στο ακροατήριο τους μάρτυρες Κ.-Β. Κ. και Θ. Κ., οι οποίοι δεν είχαν εξετασθεί κατά την πρωτόδικη δίκη. Ο λόγος δεν είναι νόμιμος, επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 326 §§ 1 και 2, και 500 εδ. στ' Κ.Π.Δ., ο υποστηρίζων την κατηγορία μπορεί να κλητεύσει νέους μάρτυρες, που δεν εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση δε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, τηρήθηκαν και οι διατυπώσεις που προβλέπουν οι ανωτέρω διατάξεις, αφού τα στοιχεία των μαρτύρων είχαν γνωστοποιηθεί στον κατηγορούμενο με εξώδικη δήλωση της υποστηρίζουσας την κατηγορία, που επιδόθηκε σε αυτόν με δικαστικό επιμελητή την 22-2-2024, δηλαδή πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση του δικαστηρίου, που έγινε την 28-2-2024.
Με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει παράβαση από το άρθρο 510 § 1 περ. Α' Κ.Π.Δ. με την αιτίαση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ανεπίτρεπτα, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 362 § 1 Κ.Π.Δ., για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης τα πρακτικά α) της πρωτόδικης 2948/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, β) της 372/2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και γ) της 506/2020 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, με αποτέλεσμα ο ίδιος να στερηθεί του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις. Ο λόγος είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, α) μετά την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας 2948/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, τα οποία συνεπώς νομίμως ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο, β) δεν αναγνώσθηκε μεν η 372/2023 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όμως η απόφαση αυτή είναι απλώς διαδικαστική, δεν έχει καμία αποδεικτική αξία και δεν χρησιμοποιήθηκε από το δικαστήριο για το σχηματισμό αποδεικτικού πορίσματος, επειδή με αυτήν έγινε απλώς παραπομπή της υπόθεσης από το αναρμόδιο Τριμελές Πλημμελειοδικείο στο αρμόδιο, λόγω της ειδικής δωσιδικίας του κατηγορούμενου, Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, και γ) αναγνώσθηκε η 506/2020 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία η υποστηρίζουσα την κατηγορία είχε κηρυχθεί αθώα ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμησης εις βάρος του αναιρεσείοντος, η δε βεβαίωση του δικαστηρίου ότι αναγνώσθηκε η απόφαση έχει την έννοια ότι αναγνώσθηκαν και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά (Α.Π. 1668/2016).
Κατά το άρθρο 369 § 1 Κ.Π.Δ., oι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δημοσιεύονται σε δημόσια συνεδρίαση από τον διευθύνοντα τη συζήτηση μετά την περάτωσή της και πριν αρχίσει η συζήτηση της επόμενης υπόθεσης. Αν για ειδικούς λόγους επιβάλλεται να επιφυλαχθεί το δικαστήριο να εκδώσει την απόφασή του σε μεταγενέστερο χρόνο, ο διευθύνων τη συζήτηση έχει την υποχρέωση να γνωστοποιεί την ώρα που θα δημοσιευθεί η απόφαση. Επίσης, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως αποτελεί η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 369 § 1 περ. β' Κ.Π.Δ. κατ' άρθρο 510 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ., με την αιτίαση ότι την ημέρα της δίκης οι δικηγόροι Αθηνών απείχαν από τα καθήκοντά τους μεταξύ των ωρών 12ης μεσημβρινής και 3ης μ.μ., το δικαστήριο όμως διέκοψε για διάσκεψη και ακολούθως δημοσίευσε την απόφασή του περί ώρα 1.10 μ.μ., χωρίς να λάβει υπόψη του την αποχή των δικηγόρων. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, επειδή η διάταξη του άρθρου 369 § 1 Κ.Π.Δ. δεν είναι ουσιαστική, αλλά δικονομική ποινική διάταξη. Αλλά και αν εκτιμηθεί ότι με το λόγο αυτό γίνεται επίκληση απόλυτης ακυρότητας λόγω παραβίασης υπερασπιστικών δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος κατ' άρθρο 510 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ., ο λόγος είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά, όταν το δικαστήριο επανήλθε από τη διάσκεψη και δημοσίευσε την απόφασή του ήταν παρόντες όλοι οι παράγοντες της δίκης, επομένως και ο κατηγορούμενος με τον συνήγορό του, χωρίς ο τελευταίος να προβάλει αντίρρηση και να δηλώσει ότι δεν μετέχει στη δίκη επειδή απέχει από τα καθήκοντά του, επομένως δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 362 Π.Κ. (ν. 4619/2019), όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή της με το ν. 5090/2024, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή. Αν η πράξη τελέστηκε δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω διαδικτύου, επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 363 του ίδιου Κώδικα, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το ν. 5090/2024, αν στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή. Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης των προβλεπόμενων από τις άνω διατάξεις εγκλημάτων απαιτείται, πλην των άλλων, ισχυρισμός ή διάδοση, από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, γεγονότος, το οποίο θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη εκείνου, στον οποίο αποδίδεται. Για την πλήρωση δε της αντικειμενικής τους υπόστασης δεν ενδιαφέρει, αν οι τρίτοι γνωρίζουν ήδη το διαδιδόμενο γεγονός ή θα μπορούσαν ευχερώς να το πληροφορηθούν από άλλους, διότι και στην περίπτωση αυτή η πράξη μπορεί να δημιουργεί επιπλέον κίνδυνο για την τιμή, αφού ενισχύει την πίστη ως προς την αλήθεια του γεγονότος. Ενώπιον τρίτου τελείται μια πράξη ακόμη και όταν δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά σε αόριστο αριθμό ατόμων, όπως ανακοίνωση διά του τύπου ή με την έκδοση βιβλίου. Στην έννοια του τρίτου, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, εφόσον δεν θεσπίζεται με αυτές οποιαδήποτε διάκριση, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε, πλην του δυσφημουμένου, φυσικό πρόσωπο ή αρχή, επομένως και τα πρόσωπα, τα οποία έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, όπως οι δικαστές, οι εισαγγελείς, οι υπάλληλοι του δικαστηρίου, οι δικηγόροι, οι δικαστικοί επιμελητές, τα μέλη πειθαρχικών συμβουλίων, επιτροπών, ανεξάρτητων αρχών κ.λπ., αρκεί το γεγονός να είναι επιλήψιμο γι' αυτόν, στον οποίο αποδίδεται (Ολ.Α.Π. 3/2021). Με το άρθρο 136 περ. α' ν. 5090/2024 καταργήθηκε το άρθρο 362 Π.Κ., ενώ με το άρθρο 54 του ίδιου νόμου αντικαταστάθηκε το άρθρο 363 Π.Κ. ως εξής: "Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον εν γνώσει του ψευδές γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή. Στην έννοια του τρίτου δεν περιλαμβάνονται δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα διάδικα μέρη, κατά την ενάσκηση καθήκοντος στο πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης." Η διάταξη αυτή ισχύει με το ανωτέρω περιεχόμενο από 1-5-2024, όπως ορίζει η μεταβατική διάταξη του άρθρου 138 § 1 ν. 5090/2024. Μετά την ως άνω τροποποίηση της διάταξης αυτής, στην έννοια του τρίτου δεν περιλαμβάνονται πλέον, κατά τη ρητή πρόβλεψη του νόμου, δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι, που έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης για τα διάδικα μέρη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 περ. Ε' Κ.Π.Δ., ως λόγος αναιρέσεως μπορεί να προταθεί η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ενώ κατά το άρθρο 511 του ίδιου Κώδικα, "Αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ. Β. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και την εκκρεμοδικία και, αν κριθεί και ένας βάσιμος λόγος, και την παραγραφή που επήλθαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επίσης, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της και μέχρι τη δημοσίευση της απόφασης του Αρείου Πάγου." Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την 344/2024 απόφασή του κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμησης με το ακόλουθο διατακτικό: "Στην Αθήνα, την 10-08-2016 τέλεσε με μία πράξη περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται από το νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές και συγκεκριμένα: 1) Εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς [ενν.: για πράξη] με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτή, ειδικότερα δε, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη της εγκαλούσας Μ. Σ. του Σ. υπέβαλε ενώπιον του κ. Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 10-08-2016 με ΑΒΜ Δ 2016/1961 μήνυσή του μεταξύ άλλων και σε βάρος της εγκαλούσας, με την οποία αιτήθηκε την άσκηση ποινικής δίωξης (και) σε βάρος της για την κατηγορία της συκοφαντικής δυσφήμησης (α. 363 Π.Κ.) και συγκεκριμένα ότι αυτή ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον ψευδές γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του γνωρίζοντας ότι είναι ψευδές και συγκεκριμένα ότι στην Αθήνα στις 05-07-2016 αυτή προσκόμισε στο Α.Τ. Κυψέλης Εισαγγελική Παραγγελία για παράπονα και συστάσεις σε βάρος του κατηγορουμένου ισχυριζόμενη ότι ο τελευταίος έχει προβεί στο κατ' έγκληση διωκόμενο αδίκημα της απειλής, γεγονός που προσβάλει [ορθό: προσβάλλει] την τιμή και την υπόληψή του ενώ γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε την απείλησε. Ωστόσο το περιεχόμενο αυτό της έγκλησής του ήταν αναληθές, υποβλήθηκε δε η εν λόγω μήνυση εν γνώσει της αναλήθειας του περιεχομένου της, εκδοθείσης σχετικώς αναφορικά με τη νυν εγκαλούσα η [ορθό: της] υπ' αριθ. ΗΜ 506/2020 απόφαση [ορθό: απόφασης] του Η' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών διά της οποίας η νυν εγκαλούσα κηρύχθηκε αθώα. 2) Στην Αθήνα κατά τον ανωτέρω χρόνο ισχυρίστηκε για άλλον ενώπιον τρίτων ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, ενώ γνώριζε ότι τα γεγονότα αυτά δεν ήταν αληθινά και συγκεκριμένα, διατύπωσε διά της υποβληθείσης μηνύσεώς του με στοιχεία Δ 2016/1961 το περιεχόμενο [ορθό: του περιεχομένου] της οποίας έλαβαν γνώση οι γραμματείς των δικαστηρίων, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών και κάθε αρμόδια αρχή που ενεπλάκη στο χειρισμό της, για την ως άνω εγκαλούσα τους διαλαμβανόμενους στην υπό στοιχείο (Α) του παρόντος πράξη, ισχυρισμούς, οι οποίοι ήταν ψευδείς και πρόσφοροι να βλάψουν τη θεμελιωμένη επί της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου της εκτίμηση", ακολούθως δε επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 6 μηνών για κάθε πράξη και κατά συγχώνευση ποινή φυλάκισης 9 μηνών, επαυξάνοντας την ποινή φυλάκισης των 6 μηνών, που επέβαλε για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, κατά 3 μήνες από την ποινή των 6 μηνών, που επέβαλε για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, ανέστειλε δε την επιβληθείσα συνολική ποινή επί τριετία. Ο αναιρεσείων με τον δέκατο λόγο αναιρέσεως προβάλλει πλημμέλεια της απόφασης από το στοιχείο Ε' του άρθρου 510 Κ.Π.Δ., ισχυριζόμενος ότι το δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 363 Π.Κ. και τον έκρινε ένοχο συκοφαντικής δυσφήμησης της υποστηρίζουσας την κατηγορία με την αιτιολογία ότι έλαβαν γνώση των συκοφαντικών ισχυρισμών οι γραμματείς των δικαστηρίων, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών και κάθε αρμόδια αρχή που ενεπλάκη στο χειρισμό της υπόθεσης, επειδή, μετά την τροποποίηση της ως άνω διάταξης με το ν. 5090/2024, τα πρόσωπα αυτά δεν περιλαμβάνονται στην έννοια του τρίτου. Ο λόγος δεν είναι νόμιμος, δεδομένου ότι το δικαστήριο, εφόσον δίκασε την υπόθεση την 28-2-2024, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο δεν είχε τεθεί ακόμη σε ισχύ ο ν. 5090/2024, ορθά εφάρμοσε την ανωτέρω διάταξη με το παλαιό της περιεχόμενο, έτσι όπως αυτό είχε ερμηνευθεί με την απόφαση 3/2021 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Ωστόσο, αφού η ανωτέρω νομοθετική μεταβολή επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης και μέχρι τη δημοσίευση της παρούσας, και το περιεχόμενο της νέας διάταξης είναι στην προκειμένη περίπτωση επιεικέστερο για τον κατηγορούμενο, ενόψει του ότι το εν λόγω αδίκημα κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη δεν τελείται πλέον με τον τρόπο, που περιγράφεται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον στην έννοια του τρίτου δεν περιλαμβάνονται οι γραμματείς των δικαστηρίων, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών και οι υπάλληλοι κάθε αρμόδιας αρχής που ενεπλάκη στο χειρισμό της μήνυσης του κατηγορούμενου, ο Άρειος Πάγος πρέπει να εφαρμόσει αυτεπαγγέλτως το νεότερο και επιεικέστερο κατ' άρθρο 2 § 1 Π.Κ. νόμο, δηλαδή τη διάταξη του άρθρου 363 Π.Κ., όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το ν. 5090/2024, να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά το μέρος της, με το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, καθώς και κατά τις διατάξεις της περί επιβολής σε αυτόν ποινής για το ανωτέρω αδίκημα και συνολικής ποινής, να κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων για την πράξη αυτή, δεδομένου ότι ενόψει των ανωτέρω εξαντλήθηκε η κατηγορία και δεν υπάρχει ανάγκη επανάληψης της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, και να απαλειφθεί από την επιβληθείσα συνολική ποινή φυλάκισης των 9 μηνών η ποινή των 3 μηνών, που του επιβλήθηκε για την λόγω πράξη. Κατόπιν αυτών παρέλκει η εξέταση α) του ένατου λόγου αναιρέσεως, ως προς το σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας κατ' άρθρο 510 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. σχετικά με την καταδίκη του αναιρεσείοντος για συκοφαντική δυσφήμηση, και β) του ενδέκατου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 366 § 2 Π.Κ. και απόλυτη ακυρότητα λόγω παράβασης του τεκμηρίου αθωότητας συνεπεία εσφαλμένης εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης, κατ' άρθρο 510 στοιχ. Α' και Ε' Κ.Π.Δ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 § 1 Π.Κ. περί ψευδούς καταμήνυσης, όπως ίσχυε μέχρι την 30-6-2019, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του αδικήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μήνυσης ή ανακοίνωσης να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο υπαίτιος να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού. Το έγκλημα είναι τελειωμένο μόλις περιέλθει η μήνυση ή η έγκληση στην αρχή ή γίνει ανακοίνωση σε αυτήν, ανεξάρτητα αν στη συνέχεια ασκήθηκε ή όχι ποινική δίωξη κατά του μηνυομένου-εγκαλουμένου. Για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Δεν είναι αναγκαία όμως η παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών, αν ο αναιρεσείων γνώριζε αναγκαίως την πραγματική κατάσταση από προσωπική του αντίληψη. Περαιτέρω, κατά την ίδια διάταξη του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου Π.Κ. (ν. 4619/2019), όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή. Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι στη διάταξη του άρθρου 229 § 1 Π.Κ., όπως αυτή ισχύει μετά την 1-7-2019, τυποποιείται το έγκλημα της ψευδούς καταμήνυσης. Σημαντική αλλαγή στο έγκλημα αυτό είναι η κατάργηση της αναφοράς στο σκοπό του δράστη. Μέχρι την 1-7-2019, η ψευδής καταμήνυση του άρθρου 229 § 1 του παλαιού Π.Κ., με βάση την οποία διώχθηκε και καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τιμωρείται μόνο όταν τελείται με σκοπό καταδίωξης του καταγγελλομένου προσώπου, δηλαδή για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται, εκτός του άμεσου δόλου, και επιπρόσθετος υπερχειλής δόλος, δηλαδή σκοπός του δράστη να προκαλέσει την ποινική ή πειθαρχική δίωξη του καταμηνυομένου ή του αναφερομένου. Καθώς όμως στο ελληνικό δίκαιο ισχύει ως προς τη δίωξη η αρχή της νομιμότητας, ήδη η καταγγελία της πράξης δημιουργεί άμεσα τον κίνδυνο άσκησης ποινικής δίωξης, ώστε η αναφορά στον επιπρόσθετο σκοπό να εμφανίζεται περιττή.
Συνεπώς, από την 1-7-2019 ως προς τα στοιχεία της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης δεν απαιτείται πλέον σκοπός καταδίωξης του καταμηνυομένου ή του αναφερομένου, δηλαδή δεν απαιτείται υπερχειλής δόλος, αλλά μόνο άμεσος δόλος, και συνακόλουθα η διάταξη του άρθρου 229 § 1 του παλαιού Π.Κ. είναι επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο, αφού με αυτή για την καταδίκη του δράστη απαιτείται, εκτός από τη συνδρομή και απόδειξη άμεσου δόλου, η συνδρομή και απόδειξη υπερχειλούς δόλου, που δεν απαιτείται πλέον με τη διάταξη του άρθρου 229 § 1 του νέου Π.Κ. Επίσης, από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 229 § 1 του παλαιού Π.Κ. είναι επιεικέστερη και ως προς την ποινή, αφού με αυτήν προβλεπόταν ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 229 § 1 του νέου Π.Κ. προβλέπεται πλέον ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή (Α.Π. 1340/2020, Α.Π. 1890/2019). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού (σκεπτικού) με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τούτο βεβαίως προϋποθέτει ότι υπάρχει σκεπτικό στην προσβαλλόμενη απόφαση, με ρητή μάλιστα αναφορά στα παραπάνω πραγματικά περιστατικά του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η απλή επανάληψη του διατακτικού στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό), καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, εφόσον το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, και μόνο όταν στο διατακτικό δεν διαλαμβάνονται τέτοια περιστατικά, η αιτιολογία, στην οποία επαναλαμβάνεται το διατακτικό είναι ελλιπής. Όταν όμως ελλείπει παντελώς η αιτιολογία και στο σκεπτικό γίνεται ολική αναφορά διά παραπομπής στο διατακτικό, τότε η αιτιολογία μεταπίπτει σε τυπική. Η εν λόγω αλληλοσυμπλήρωση προϋποθέτει αναφορά ορισμένων από τα ανωτέρω περιστατικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως και παραπομπή κατά τα λοιπά στο διατακτικό της. Κατά συνέπεια, αν δεν αναφέρεται κανένα από τα περιστατικά αυτά στο αιτιολογικό, αλλά γίνεται καθολική παραπομπή δι' αυτού στο διατακτικό, δεν πληρούται η απαίτηση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης. Η αναφορά των περιστατικών αυτών συνίσταται στην έκθεση των γεγονότων που εμπίπτουν στο πραγματικό της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε. Στα εν λόγω νομικώς αξιόλογα γεγονότα, περιλαμβάνονται ιδίως πράξεις, ψυχικές καταστάσεις, φυσικά φαινόμενα, πράγματα, πρόσωπα, σχέσεις τόπου, χρόνου και αιτιότητας, και καταστάσεις εν γένει, τα οποία δεν αρκεί να μνημονεύονται με γενικές και τυποποιημένες φράσεις, που προσήκουν σε κάθε περίπτωση, αλλά απαιτείται να διαλαμβάνονται ως ιστορικά γεγονότα, δηλαδή εξειδικευμένα κατά τα ατομικά και ιδιαίτερα αυτών γνωρίσματα, με αναφορά τους, έστω και μερικώς στο αιτιολογικό, που θα αλληλοσυμπληρωθεί με το διατακτικό (Α.Π. 753/2023, Α.Π. 515/2023, Α.Π. 1702/2022, Α.Π. 1373/2022). Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία (Α.Π. 839/2023, Α.Π. 718/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την 344/2024 απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων σε αυτήν κατ' είδος αποδεικτικών στοιχείων, δέχτηκε στο σκεπτικό του, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα: "Η εγκαλούσα Μ. Σ. και ο κατηγορούμενος Π. Σ. είναι ένοικοι της πολυκατοικίας επί της ... της πόλεως των Αθηνών. Κατά το έτος 2016 διαχειρίστρια της εν λόγω πολυκατοικίας ήταν η εγκαλούσα, η οποία είχε διαδεχθεί τον ανωτέρω κατηγορούμενο το έτος 2015. Η κλειδαριά της εξωτερικής θύρας, ήτοι της θύρας εισόδου της ανωτέρω πολυκατοικίας, δεν άνοιγε εύκολα. Ειδικότερα, προκειμένου να ανοίξει, με την είσοδο του κλειδιού κάποιου ενοίκου, έπρεπε αυτός, προκειμένου να ανοίξει την θύρα, να εισάγει το κλειδί και κάνοντας κινήσεις παλινδρομικές να το γυρίζει. Τούτο δεν καθιστούσε ανέφικτο το άνοιγμα της ανωτέρω θύρας, δυσχέραινε ωστόσο σαφώς το άνοιγμα της ανωτέρω και συνεπώς την είσοδο των ενοίκων στην πολυκατοικία. Η ένοικος Μ., σε μία προσπάθειά της να ανοίξει τη θύρα, τραυμάτισε στο [ορθό: το] χέρι της. Μετά τον τραυματισμό κοινή ήταν η πεποίθηση και η απόφαση των ενοίκων της πολυκατοικίας να αλλάξει η κλειδαριά. Την αλλαγή διενήργησε ο ένοικος της ανωτέρω πολυκατοικίας Μ. Β., ο οποίος είναι επαγγελματίας κλειδαράς. Συγκεκριμένα ο Μ. Β. άλλαξε την κλειδαριά, το πόμολο της θύρας και κατασκεύασε είκοσι νέα κλειδιά για τους ενοίκους της πολυκατοικίας. Τούτο αφορούσε και τον κατηγορούμενο, ο οποίος έλαβε νέο κλειδί, όπως κατέθεσε η ως άνω μάρτυς υπερασπίσεώς του και σύζυγός του Π. Σ.
Συνεπώς ο κατηγορούμενος γνώριζε το πρόβλημα ανοίγματος της θύρας εισόδου της ανωτέρω πολυκατοικίας και δεν είχε προβάλει αντιρρήσεις ως προς την αλλαγή της κλειδαριάς. Η αλλαγή της κλειδαριάς, του πόμολου και η κατασκευή των είκοσι (20) νέων κλειδιών εισόδου στην πολυκατοικία των ενοίκων της κόστισαν τριάντα πέντε ευρώ (35,50) και πενήντα λεπτά. Αυτό ήταν το κόστος των υλικών, καθώς ο Μ. Β., ως ένοικος και αυτός της πολυκατοικίας, δεν απαίτησε την καταβολή αμοιβής για την εργασία του. Το κόστος των υλικών επιμερίστηκε στα κοινόχρηστα των ενοίκων, με το αναλογούν ποσό ανά ένοικο να ανέρχεται στα τρία (3,00) ευρώ. Ο δε Μ. Β. εξέδωσε απόδειξη. Ο κατηγορούμενος Π. Σ. την 1-7-2016, πήγε στο διαμέρισμα της εγκαλούσας διαχειρίστριας με σκοπό να καταβάλει τα κοινόχρηστα, αλλά και να διαμαρτυρηθεί για την μη ανάρτηση της ανωτέρω αποδείξεως στον πίνακα ανακοινώσεων της πολυκατοικίας. Οι σχέσεις μεταξύ αυτού και της εγκαλούσας-διαχειρίστριας ήταν ήδη τεταμένες από της αναλήψεως της διαχειρίσεως από αυτήν κατά το έτος 2015, καθώς ο κατηγορούμενος της πρόσαπτε διαρκώς ότι δεν προβαίνει σε αναρτήσεις εγγράφων που αφορούν στην διαχείριση της πολυκατοικίας και συγκεκριμένα των εξόδων διαχειρίσεως. Στο ποσόν των κοινοχρήστων του κατηγορουμένου είχε προστεθεί και το ποσόν των τριών (3) ευρώ ως άνω και όταν ο κατηγορούμενος πήγε στο διαμέρισμα της εγκαλούσας- διαχειρίστριας, είχε ήδη παραλάβει το νέο κλειδί εισόδου στην πολυκατοικία. Παρά ταύτα, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι είχε συναποφασίσει στην αλλαγή της κλειδαριάς και η διαμαρτυρία του για την μη ανάρτηση της ανωτέρω αποδείξεως κατέτεινε στην άρνησή του να καταβάλει, κατ' ουσίαν, το ποσόν των (3) ευρώ, που του αναλογούσε, κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα. Ο κατηγορούμενος, σε έντονο ύφος, είπε στην εγκαλούσα-διαχειρίστρια ότι θα την πάει στα δικαστήρια και θα την στείλει φυλακή και καθώς αυτό έγινε στο κατώφλι του διαμερίσματος της εγκαλούσας- διαχειρίστριας και η θύρα αυτού ήταν ανοικτή, απευθύνθηκε και προς την ηλικίας τότε ογδόντα (80) ετών μητέρα αυτής και συγκάτοικό της, λέγοντας σε έντονο ύφος "θα δεις τί θα πάθει η κόρη σου". Εξ αυτού του λόγου και περιστατικού η εγκαλούσα-διαχειρίστρια προσέφυγε στις 5.7.2016 στην Εισαγγελική Αρχή και κατόπιν προσκόμισε στο ΑΤ Κυψέλης εισαγγελική παραγγελία για παράπονα και συστάσεις σε βάρος του κατηγορούμενου, ισχυρισθείσα ότι αυτός την 1.7.2016, κατά την επίσκεψή του στην οικία της, προκειμένου να καταβάλει τα κοινόχρηστα, απείλησε την ογδονταετή μητέρα της, απευθύνοντάς της την φράση "θα δεις τί θα πάθει η κόρη σου". Στις 10.8.2016 ο κατηγορούμενος κατεμήνυσε ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών την εγκαλούσα-διαχειρίστρια ψευδώς και εν γνώσει της αναληθείας του περιεχομένου της μηνύσεώς του (ΑΒΜ Δ 2016/1961), με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξή της για ψευδή καταμήνυση και για συκοφαντική δυσφήμιση και να βλάψει την τιμή και υπόληψή της, διότι αυτή ενώπιον τρίτου (Εισαγγελέως Πρωτοδικών, Γραμματέων Δικαστηρίων) ισχυρίσθηκε τα ανωτέρω, τα οποία ήταν ψευδή, με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του. Σε βάρος της εγκαλούσας-διαχειρίστριας ασκήθηκε ποινική δίωξη και αυτή κηρύχθηκε αθώα με την υπ' αριθμ. 506/2020, ήδη αμετάκλητη, απόφαση του Η' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Συνεπώς ο κατηγορούμενος Π. Σ. πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων για τις πράξεων για τις οποίες κατηγορείται, όπως και πρωτοδίκως, ως ειδικώς αναφέρεται και στο διατακτικό της παρούσης." Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, μεταξύ άλλων για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "Στην Αθήνα, την 10-08-2016 τέλεσε με μία πράξη περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται από το νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές και συγκεκριμένα: 1) Εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς [ενν.: για πράξη] με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτή, ειδικότερα δε, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη της εγκαλούσας Μ. Σ. του Σ. υπέβαλε ενώπιον του κ. Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 10-08-2016 με ΑΒΜ Δ 2016/1961 μήνυσή του μεταξύ άλλων και σε βάρος της εγκαλούσας, με την οποία αιτήθηκε την άσκηση ποινικής δίωξης (και) σε βάρος της για την κατηγορία της συκοφαντικής δυσφήμησης (α. 363 Π.Κ.) και συγκεκριμένα ότι αυτή ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον ψευδές γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του γνωρίζοντας ότι είναι ψευδές και συγκεκριμένα ότι στην Αθήνα στις 05-07-2016 αυτή προσκόμισε στο Α.Τ. Κυψέλης Εισαγγελική Παραγγελία για παράπονα και συστάσεις σε βάρος του κατηγορουμένου ισχυριζόμενη ότι ο τελευταίος έχει προβεί στο κατ' έγκληση διωκόμενο αδίκημα της απειλής, γεγονός που προσβάλει [ορθό: προσβάλλει] την τιμή και την υπόληψή του ενώ γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε την απείλησε. Ωστόσο το περιεχόμενο αυτό της έγκλησής του ήταν αναληθές, υποβλήθηκε δε η εν λόγω μήνυση εν γνώσει της αναλήθειας του περιεχομένου της, εκδοθείσης σχετικώς αναφορικά με τη νυν εγκαλούσα η [ορθό: της] υπ' αριθ. ΗΜ 506/2020 απόφαση [ορθό: απόφασης] του Η' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών διά της οποίας η νυν εγκαλούσα κηρύχθηκε αθώα. 2) ...".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει α) ότι ο αναιρεσείων καταμήνυσε την υποστηρίζουσα την κατηγορία Μ. Σ., υποβάλλοντας έγκληση εις βάρος της ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, αναφέροντας ότι αυτή δήθεν είχε διαπράξει εις βάρος του το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης ισχυριζόμενη ενώπιον του Εισαγγελέως ότι ο αναιρεσείων είχε διαπράξει εις βάρος της το αδίκημα της απειλής, β) ότι το περιεχόμενο της έγκλησης ήταν αντικειμενικώς ψευδές, αφού πράγματι ο αναιρεσείων είχε απειλήσει αυτήν ότι θα την πάει στα δικαστήρια και θα την στείλει στη φυλακή, γ) ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι η έγκλησή του ήταν ψευδής, χωρίς να είναι αναγκαία εν προκειμένω η παράθεση άλλων περιστατικών σχετικά με τη γνώση του, αφού αυτός μετείχε στο επεισόδιο με τη Μ. Σ. και γνώριζε αναγκαίως την πραγματική κατάσταση από προσωπική του αντίληψη, και δ) ότι ο αναιρεσείων προέβη στην υποβολή της ψευδούς έγκλησης με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη της Μ. Σ., χωρίς να είναι απαραίτητη για την επάρκεια της αιτιολογίας η αναφορά του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, από το οποίο προέκυψε κάθε επιμέρους περιστατικό, ούτε η αξιολογική συσχέτιση των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους (Α.Π. 985/2015, Α.Π. 1539/2009), γίνεται δε στην απόφαση η απαιτούμενη αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, που ελήφθησαν υπόψη (πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα που αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο, καταθέσεις της υποστηρίζουσας την κατηγορία και των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, απολογία του κατηγορούμενου), από την οποία προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος αξιολόγησε και συνεκτίμησε όλα τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία. Επίσης, αιτιολογείται ο απαιτούμενος, κατά την προηγούμενη ευμενέστερη και εφαρμοστέα εν προκειμένω κατ' άρθρο 2 § 1 Π.Κ. μορφή του αδικήματος της ψευδούς καταμήνυσης, σκοπός του αναιρεσείοντος να προκαλέσει την καταδίωξη της υποστηρίζουσας την κατηγορία, εφόσον γίνεται αναφορά στις τεταμένες σχέσεις μεταξύ αυτών, που υπήρχαν ήδη από το έτος 2015, όταν η Μ. Σ. ανέλαβε τη διαχείριση της πολυκατοικίας, εξαιτίας των κατηγοριών του αναιρεσείοντος κατ' αυτής περί μη ανάρτησης σε κοινόχρηστο χώρο των εγγράφων που αφορούσαν τα έξοδα διαχείρισης, και οι οποίες (τεταμένες σχέσεις), σε συνδυασμό με τα μεταγενέστερα γεγονότα της απειλής του αναιρεσείοντος εις βάρος της και της προσφυγής της Μ. Σ. στην εισαγγελική αρχή για συστάσεις, αιτιολογούν επαρκώς το σκοπό του αναιρεσείοντος να προκαλέσει την άδικη καταδίωξη της παθούσας. Επομένως είναι αβάσιμος ο ένατος λόγος αναιρέσεως, κατά το σκέλος του με το οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από το στοιχ. Δ' του άρθρου 510 Κ.Π.Δ., καθ' όσον αφορά την καταδίκη του για ψευδή καταμήνυση, με τις ανωτέρω αιτιάσεις.
Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά το μέρος της, με το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, καθώς και κατά τις διατάξεις της περί επιβολής σε αυτόν ποινής για το αδίκημα αυτό και συνολικής ποινής, να κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων για την πράξη αυτή και να απαλειφθεί από την επιβληθείσα συνολική ποινή φυλάκισης των 9 μηνών η ποινή των 3 μηνών, που επιβλήθηκε για την λόγω πράξη, και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 344/2024 απόφαση του Πενταμελές Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της, με το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, καθώς και κατά τις διατάξεις της περί επιβολής σε αυτόν ποινής για το αδίκημα αυτό και συνολικής ποινής.
Κηρύσσει αθώο τον αναιρεσείοντα του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, όπως αυτό περιγράφεται στο διατακτικό της ανωτέρω απόφασης.
Απαλείφει από την ανωτέρω απόφαση τη διάταξη περί επιβολής ποινής φυλάκισης έξι (6) μηνών για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, καθώς και από τη διάταξη περί επιβολής συνολικής ποινής φυλάκισης εννέα (9) μηνών, την ποινή φυλάκισης των τριών (3) μηνών.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση αναιρέσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουλίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ